Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
NEBIOS 5MG/TAB
Διακοπή
|
5 / TAB | 4.93 € |
NEBIOS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μαζί με φαγητό
- Δόση έναρξης: 5 mg
- Τιτλοποίηση: Η θεραπεία της σταθερής χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας πρέπει να ξεκινά με προοδευτική αύξηση της δοσολογίας μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιστη ατομική δόση συντήρησης. Η αρχική αύξηση της δοσολογίας γίνεται σε διαστήματα 1 - 2 εβδομάδων, με βάση την ανεκτικότητα του ασθενούς.
-
Ενήλικες (Υπέρταση)Δόση5 mgΚατά προτίμηση την ίδια ώρα της ημέρας. Η επίδραση γίνεται εμφανής μετά από 1-2 εβδομάδες, βέλτιστη μετά από 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Υπέρταση)Δόση2,5 mg την ημέραΔόση έναρξης. Μπορεί να αυξηθεί σε 5 mg ημερησίως εάν χρειάζεται.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Υπέρταση)Η χρήση αντενδείκνυται.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών) (Υπέρταση)Δόση2,5 mg την ημέραΔόση έναρξης. Μπορεί να αυξηθεί σε 5 mg ημερησίως εάν χρειάζεται. Σε ασθενείς >75 ετών απαιτείται προσοχή και στενή παρακολούθηση λόγω περιορισμένης εμπειρίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών) (Υπέρταση)Δεν συνιστάται η χορήγηση λόγω μη τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
-
Ενήλικες (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Μέγ. δόση10 mg μία φορά την ημέραΗ θεραπεία πρέπει να ξεκινά με προοδευτική αύξηση της δοσολογίας. Η έναρξη και κάθε αύξηση της δόσης πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη έμπειρου ιατρού για τουλάχιστον 2 ώρες. Η απότομη διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται. Εάν η διακοπή είναι απαραίτητη, η δόση πρέπει να μειωθεί προοδευτικά, διαιρούμενη στο ήμισυ σε εβδομαδιαία βάση.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Ήπιας έως μέτριας μορφής: δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού ≥ 250μmol/L): δεν συνιστάται η χρήση.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Η χρήση αντενδείκνυται.
-
Ηλικιωμένοι (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών) (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δεν συνιστάται η χρήση λόγω μη τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
-
Ηπατική ανεπάρκεια ή μειωμένη ηπατική λειτουργία.
-
Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενές σοκ ή επεισόδια αντιρρόπησης καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούν ενδοφλέβια θεραπεία με ινότροπα φάρμακα.
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου, συμπεριλαμβανομένου φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού.
-
Κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου και τρίτου βαθμού (χωρίς βηματοδότη).
-
Ιστορικό βρογχόσπασμου και βρογχικού άσθματος.
-
Μη θεραπεύσιμο φαιοχρωμοκύττωμα.
-
Μεταβολική οξέωση.
-
Βραδυκαρδία (καρδιακός ρυθμός < 60 παλμούς ανά λεπτό πριν την έναρξη της θεραπείας).
-
Υπόταση (συστολική πίεση < 90mmHg).
-
Σοβαρές περιφερικές διαταραχές κυκλοφορίας.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΑναισθησίαΠροσοχήΣυνέχιση του βήτα-αποκλεισμού μειώνει τον κίνδυνο αρρυθμιών. Εάν διακοπεί για χειρουργική επέμβαση, πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα. Προσοχή με αναισθητικά που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου. Προστασία από αντιδράσεις παρασυμπαθητικού με ενδοφλέβια ατροπίνη.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη ΣΚΑΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, εκτός εάν η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί.
-
Στεφανιαία καρδιακή νόσοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσοΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται προοδευτικά (σε περίοδο 1-2 εβδομάδων). Εάν απαραίτητο, έναρξη θεραπείας αντικατάστασης.
-
ΒραδυκαρδίαΠροσοχήΕάν ο ρυθμός παλμού < 50-55 παλμούς ανά λεπτό ή συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί.
-
Περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχέςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο ή σύνδρομο Raynaud, διαλείπουσα χωλότηταΧρήση με προσοχή, λόγω πιθανής επιδείνωσης.
-
Καρδιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμούΧρήση με προσοχή, λόγω αρνητικής δράσης στο χρόνο αγωγής.
-
Στηθάγχη PrinzmetalΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στηθάγχη PrinzmetalΧρήση με προσοχή, μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και τη διάρκεια των επεισοδίων στηθάγχης.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακαΠροσοχήΟ συνδυασμός με ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης και διλτιαζέμης, αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας Ι, και αντιυπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση γενικά δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διαβητικοί ασθενείς / ΥπογλυκαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΑπαιτείται προσοχή, καθώς μπορεί να συγκαλύψει συμπτώματα υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).
-
ΥπερθυρεοειδισμόςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερθυρεοειδισμόΜπορεί να συγκαλύψει συμπτώματα ταχυκαρδίας. Η απότομη διακοπή μπορεί να εντείνει τα συμπτώματα.
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΑΠΧρήση με προσοχή, καθώς η στένωση των αεραγωγών μπορεί να επιδεινωθεί.
-
ΨωρίασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψωρίασηςΧορήγηση μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Αλλεργικές αντιδράσεις / ΑναφυλαξίαΠροσοχήΜπορεί να αυξήσει την ευαισθησία σε αλλεργιογόνα και τη σοβαρότητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων.
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (έναρξη/διακοπή)ΠροσοχήΑπαιτεί τακτική παρακολούθηση κατά την έναρξη. Η διακοπή της θεραπείας δεν πρέπει να γίνεται απότομα, εκτός εάν ενδείκνυται σαφώς (βλ. Δοσολογία).
-
ΛακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λάβουν το προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ι (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, κιβενζολίνη, φλεκαϊνίδη, δισοπυραμίδη, λιδοκαΐνη, μεξιλετίνη, προπαφενόνη)αντένδειξηΕνίσχυση της δράσης στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής και αύξηση της αρνητικής ινότροπης δράσης.ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
-
Ανταγωνιστές των διαύλων ασβεστίου του τύπου βεραπαμίλης/διλτιαζέμηςαντένδειξηΑρνητική επίδραση στη συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγή. Ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά υπόταση και κολποκοιλιακό αποκλεισμό.ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
-
αντένδειξηΜπορεί να επιδεινώσει την καρδιακή ανεπάρκεια μέσω μείωσης στον κεντρικό συμπαθητικό τόνο. Η απότομη διακοπή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επανάκαμψης της υπέρτασης.ΣύστασηΔεν συνιστώνται συνδυασμοί
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (αμιοδαρόνη)προσοχήΗ επίδραση στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής μπορεί να ενισχυθεί.ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Αναισθητικά - πτητικά αλογονωμένα αναισθητικάπροσοχήΜπορεί να εξασθενίσει την αντανακλαστική ταχυκαρδία και να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης.ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται. Αποφύγετε την αιφνίδια διακοπή της θεραπείας με βήτα-αποκλειστές.
-
Ινσουλίνη και από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΜπορεί να συγκαλύψει ορισμένα συμπτώματα υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Βακλοφένη, αμιφοστίνηπροσοχήΠιθανή αύξηση της πτώσης της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Η δοσολογία του αντιυπερτασικού φαρμάκου πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.
-
προσοχήΘεωρητικά, θα μπορούσε να συνεισφέρει στην επιμήκυνση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΣυνδυασμοί που πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή
-
Γλυκοζίτες της δακτυλίτιδαςπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει το χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής. Κλινικές δοκιμές δεν έδειξαν κλινικές ενδείξεις αλληλεπίδρασης. Η νεμπιβολόλη δεν επηρεάζει τις κινητικές ιδιότητες της διγοξίνης.ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
-
Ανταγωνιστές ασβεστίου του τύπου διυδροπυριδίνης (αμλοδιπίνη, φελοδιπίνη, λασιδιπίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιμοδιπίνη, νιτρονδιπίνη)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης. Αύξηση του κινδύνου υποβάθμισης της κοιλιακής αντλητικής λειτουργίας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δεν μπορεί να αποκλειστεί.ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
-
Αντιψυχωτικά, αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, βαρβιτουρικά και φαινοθειαζίνες)παρακολούθησηΜπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση των βήτα-αποκλειστών (προσθετική δράση).ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)παρακολούθησηΔεν επηρεάζουν τη δράση μείωσης της αρτηριακής πίεσης της νεμπιβολόλης.ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
-
Συμπαθητικομιμητικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΜπορεί να εξουδετερώσει τη δράση των βήτα-αδρενεργικών ανταγωνιστών. Κίνδυνος υπέρτασης, σοβαρής βραδυκαρδίας και κολποκοιλιακού αποκλεισμού.ΣύστασηΣυνδυασμοί προς εξέταση
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα νεμπιβολόλης στο πλάσμα, συσχετιζόμενα με αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής βραδυκαρδίας και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων νεμπιβολόλης στο πλάσμα, χωρίς κλινική αλλαγή.
-
παρακολούθησηΔεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
-
παρακολούθησηΕλαφρά αύξηση των επιπέδων πλάσματος και των δύο φαρμάκων, χωρίς κλινική αλλαγή.
-
Αλκοόλη, φουροσεμίδη ή υδροχλωροθειαζίδηπαρακολούθησηΔεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
-
ΟυαρφαρίνηπαρακολούθησηΗ νεμπιβολόλη δεν επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ουαρφαρίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αγγειονευρωτικό οίδημα (Πολύ σπάνιες)
- Υπερευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Εφιάλτες (Όχι συχνές)
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχώσεις
- Σύγχυση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Συγκοπτική κρίση (Πολύ σπάνιες)
- Ζάλη (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Πολύ συχνές)
- Μειωμένη όραση (Όχι συχνές)
- Βραδυκαρδία (Υπέρταση, Όχι συχνές)
- Καρδιακή ανεπάρκεια (Υπέρταση, Όχι συχνές)
- Επιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγής / κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Υπέρταση, Όχι συχνές)
- Βραδυκαρδία (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Πολύ συχνές)
- Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
- Πρώτου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
- Υπόταση
- Κρύα/κυανωτικά άκρα
- Φαινόμενο Raynaud
- Αύξηση διαλείπουσας χωλότητας (Όχι συχνές)
- Ορθοστατική υπόταση (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Οφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότητα
- Εξάνθημα ερυθηματώδες (Όχι συχνές)
- Ψωρίαση επιδεινούμενη (Πολύ σπάνιες)
- Ανικανότητα (Όχι συχνές)
- Κόπωση
- Οίδημα
- Δυσανεξία στο φάρμακο (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
- Οίδημα των κάτω άκρων (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, Συχνές)
- Ξηροφθαλμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒραδυκαρδία (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΖάλη (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσανεξία στο φάρμακοΓενικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειαςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα των κάτω άκρωνΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση διαλείπουσας χωλότηταςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδία (Υπέρταση)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγής / κολποκοιλιακός αποκλεισμός (Υπέρταση)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκεια (Υπέρταση)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπτική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚρύα/κυανωτικά άκραΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότηταΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχώσειςΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ νεμπιβολόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Η νεμπιβολόλη έχει επιβλαβείς φαρμακολογικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη και/ή στο έμβρυο/νεογνό. Οι αποκλειστές των βήτα-αδρενοϋποδοχέων μειώνουν την πλακουντιακή αιμάτωση, το οποίο έχει συσχετιστεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης, ενδομήτριο θάνατο, αποβολή ή πρόωρο τοκετό. Ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) μπορεί να εμφανιστούν στο έμβρυο και στο νεογνό. Εάν η θεραπεία με νεμπιβολόλη θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να παρακολουθείται η μητροπλακουντιακή ροή και η ανάπτυξη του εμβρύου. Σε περίπτωση αρνητικών επιδράσεων, πρέπει να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το νεογνό πρέπει να παρακολουθείται στενά για συμπτώματα υπογλυκαιμίας και βραδυκαρδίας εντός των πρώτων 3 ημερών.
-
Γαλουχίαμητέρες που λαμβάνουν νεμπιβολόλη δεν πρέπει να θηλάζουν.Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Οι περισσότεροι βήτα-αποκλειστές, ειδικά λιπόφιλες ενώσεις, περνούν στο μητρικό γάλα σε ποικίλο βαθμό. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΗ νεμπιβολόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα των αρουραίων εκτός από δόσεις αρκετές φορές υψηλότερες από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο, όπου παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στα αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε αρουραίους και ποντικούς. Η επίδραση της νεμπιβολόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες βήτα-αποκλεισμού, εκλεκτικοί. Κωδικός ATC: C07AB12.
Η νεμπιβολόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, SRRR-νεμπιβολόλης (ή d-νεμπιβολόλης) και RSSS-νεμπιβολόλης (ή l-νεμπιβολόλης). Συνδυάζει δυο φαρμακολογικές δραστηριότητες:
- Είναι ένας ανταγωνιστικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα-υποδοχέων: αυτή η δράση αποδίδεται στο SRRR-εναντιομερές (d-εναντιομερές).
- Έχει ήπιες αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες λόγω αλληλεπίδρασης με την οδό L-αργινίνης/ οξειδίου του αζώτου.
Μονήρεις και επαναλαμβανόμενες δόσεις νεμπιβολόλης μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης, τόσο σε άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση όσο και σε υπερτασικούς ασθενείς. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε θεραπευτικές δόσεις, η νεμπιβολόλη στερείται άλφα-αδρενεργικού ανταγωνισμού.
Κατά τη διάρκεια οξείας και χρόνιας θεραπευτικής αντιμετώπισης με νεμπιβολόλη σε υπερτασικούς ασθενείς, μειώνεται η συστηματική αγγειακή αντίσταση. Παρά τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, η μείωση της καρδιακής παροχής κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης μπορεί να είναι περιορισμένη λόγω αύξησης στον όγκο εξώθησης. Το κατά πόσον αυτές οι αιμοδυναμικές διαφορές είναι κλινικά σημαντικές σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστές βήτα 1-υποδοχέων δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί.
Σε υπερτασικούς ασθενείς, η νεμπιβολόλη αυξάνει την μεσολαβούμενη από ΝΟ αγγειακή απόκριση στην ακετυλοχολίνη (Ach), η οποία είναι μειωμένη σε ασθενείς με ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.
Σε μια ελεγχόμενη με ψευδοφάρμακο δοκιμασία θνησιμότητας - νοσηρότητας που διενεργήθηκε σε 2128 ασθενείς ≥70 ετών (διάμεση ηλικία 75,2 έτη) με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (μέσο LVEF: 36±12,3%, με την ακόλουθη κατανομή: LVEF μικρότερο του 35% στο 56% των ασθενών, LVEF μεταξύ 35% και 45% στο 25% των ασθενών και LVEF μεγαλύτερο του 45% στο 19% των ασθενών) οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μέσο χρονικό διάστημα 20 μηνών, η νεμπιβολόλη, επιπρόσθετα στην τυπική θεραπεία, παρέτεινε σημαντικά το χρόνο εμφάνισης θανάτου ή νοσηλείας για καρδιαγγειακούς λόγους (κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας) με σχετική μείωση του κινδύνου 14% (απόλυτη μείωση: 4,2%).
Αυτή η μείωση του κινδύνου αναπτύχθηκε μετά από 6 μήνες θεραπείας και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας (διάμεση διάρκεια: 18 μήνες). Η επίδραση της νεμπιβολόλης ήταν ανεξάρτητη από την ηλικία, το φύλο ή το κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας του υπό μελέτη πληθυσμού. Το όφελος στη θνησιμότητα από όλα τα αίτια δεν έφθασε σε βαθμό που να θεωρείται κλινικά σημαντικός σε σύγκριση με το ψευδοφάρμακο (απόλυτη μείωση: 2,3%).
Παρατηρήθηκε μείωση στη συχνότητα αιφνιδίου θανάτου σε ασθενείς υπό θεραπεία με νεμπιβολόλη (4,1% έναντι 6,6%, σχετική μείωση 38%).
In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη δεν έχει ενδογενή συμπαθητικομιμητική δραστηριότητα.
In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι, σε φαρμακολογικές δόσεις, η νεμπιβολόλη δεν έχει σταθεροποιητική δράση στις μεμβράνες.
Σε υγιείς εθελοντές, η νεμπιβολόλη δεν έχει σημαντική επίδραση στη μέγιστη ικανότητα για άσκηση ή στην αντοχή.
Τα διαθέσιμα προκλινικά και κλινικά στοιχεία σε υπερτασικούς ασθενείς δεν έχουν δείξει ότι η νεμπιβολόλη έχει επιζήμια επίδραση στη στυτική λειτουργία.
Φαρμακοκινητικές
Αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης απορροφώνται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζεται από την τροφή, συνεπώς η νεμπιβολόλη μπορεί να χορηγείται μαζί με το γεύμα ή ανεξαρτήτως αυτού.
Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα, μερικώς σε ενεργούς υδροξυμεταβολίτες. Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται μέσω αλικυκλικής και αρωματικής υδροξυλίωσης, Ν-απαλκυλίωσης και γλυκουρονιδίωσης. Επιπλέον, δημιουργούνται γλυκουρονίδια των υδροξυμεταβολιτών. Ο μεταβολισμός της νεμπιβολόλης μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης υπόκειται σε εξαρτώμενο από το CYP2D6 γενετικό οξειδωτικό πολυμορφισμό. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 12% στους ταχείς μεταβολίτες και είναι σχεδόν πλήρης στους βραδείς μεταβολίτες. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση και στο ίδιο επίπεδο δόσης, η συγκέντρωση κορυφής στο πλάσμα της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι περίπου 23 φορές υψηλότερη στους πτωχούς μεταβολίτες από ότι στους εκτεταμένους μεταβολίτες. Όταν λαμβάνονται υπόψη το αμετάβλητο φάρμακο συν οι ενεργοί μεταβολίτες, η διαφορά στις συγκεντρώσεις κορυφής στο πλάσμα είναι 1,3 έως 1,4 φορές πολλαπλάσια. Λόγω της διακύμανσης στους ρυθμούς μεταβολισμού, η δόση των δισκίων Νεμπιβολόλη® 2,5mg ή Νεμπιβολόλη® 5mg πρέπει πάντοτε να προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ατομικές απαιτήσεις του ασθενούς: οι πτωχοί μεταβολίτες μπορεί επομένως να απαιτούν χαμηλότερες δόσεις.
Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των εναντιομερών νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 10 ώρες. Στους βραδείς μεταβολίτες, είναι 3-5 φορές μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, τα επίπεδα πλάσματος του RSSS-εναντιομερούς είναι ελαφρώς υψηλότερα από εκείνα του SRRR-εναντιομερούς. Στους βραδείς μεταβολίτες, αυτή η διαφορά είναι μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των υδροξυμεταβολιτών αμφοτέρων των εναντιομερών είναι κατά μέσο όρο 24 ώρες, και είναι περίπου διπλάσια στους βραδείς μεταβολίτες.
Τα επίπεδα πλάσματος σταθεροποιημένης κατάστασης στους περισσότερους ασθενείς (ταχείς μεταβολίτες) επιτυγχάνονται εντός 24 ωρών για τη νεμπιβολόλη και εντός λίγων ημερών για τους υδροξυμεταβολίτες.
Οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι μεταξύ 1 και 30 mg, ανάλογα με τη δόση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζονται από την ηλικία.
Στο πλάσμα, αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης δεσμεύονται κυρίως στη λευκωματίνη.
Η δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος είναι 98,1% για την SRRR-νεμπιβολόλη και 97,9% για την RSSS-νεμπιβολόλη.
Μια εβδομάδα μετά τη χορήγηση, 38% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 48% στα κόπρανα. Η απέκκριση μέσω των ούρων της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι μικρότερη από το 0,5% της δόσης.