Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

DAURISMO

sonidegib

δαuρησμο

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
100 / TAB 8548.09 €
25 / TAB 8548.09 €

DAURISMO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Το Daurismo θα πρέπει να συνταγογραφείται από ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων ή υπό την επίβλεψη αυτού. 2 Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση είναι 100 mg γκλασδεγκίμπης μία φορά ημερησίως σε συνδυασμό με χαμηλή δόση κυταραβίνης (βλ. παράγραφο 5.1).Η γκλασδεγκίμπη θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα ο ασθενής έχει κλινικό όφελος. Καθυστέρηση ή παράλειψη δόσεων γκλασδεγκίμπης Εάν μια δόση αποβληθεί με έμετο, δεν θα πρέπει να χορηγηθεί δόση αντικατάστασης. Οι ασθενείς θα πρέπει να περιμένουν έως την επόμενη προγραμματισμένη δόση. Εάν μια δόση παραλειφθεί ή δεν ληφθεί τη συνηθισμένη ώρα, τότε θα πρέπει να ληφθεί μόλις ο ασθενής το θυμηθεί, εκτός εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 10 ώρες από την προγραμματισμένη ώρα λήψης της δόσης, οπότε ο ασθενής δεν θα πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να λάβουν ταυτόχρονα 2 δόσεις για να αναπληρώσουν τη δόση που παρέλειψαν. Τροποποιήσεις δόσης Ενδέχεται να απαιτηθούν τροποποιήσεις της δόσης, βάσει εξατομικευμένων παραμέτρων ασφάλειας και ανεκτικότητας. Εάν είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης, τότε η δόση της γκλασδεγκίμπης θα πρέπει να μειωθεί στα 50 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως. Κατευθυντήριες οδηγίες τροποποίησης της δόσης και διαχείρισης για ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες παρέχονται στους Πίνακες 1, 2, 3 και 4. Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης έναρξης με βάση την ηλικία, τη φυλή, το φύλο ή το σωματικό βάρος του ασθενούς (βλ. παράγραφο 5.2). Αξιολόγηση των εργαστηριακών τιμών και των ανωμαλιών του QT πριν από την έναρξη της θεραπείας Πριν από την έναρξη της θεραπείας και τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τον πρώτο μήνα θα πρέπει να αξιολογούνται οι γενικές εξετάσεις αίματος, οι ηλεκτρολύτες, η νεφρική και η ηπατική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να ελέγχονται τα επίπεδα της κινάσης κρεατινίνης (creatinine kinase, CK) ορού πριν από την έναρξη της θεραπείας και κατόπιν όποτε ενδείκνυται κλινικά (π.χ. εάν αναφερθούν μυϊκά σημεία και συμπτώματα, βλ. παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα (ΗΚΓ) πριν από την έναρξη της θεραπείας, περίπου μία εβδομάδα μετά την έναρξη και κατόπιν μία φορά τον μήνα για τους επόμενους δύο μήνες, για την αξιολόγηση της παράτασης του διαστήματος QT, διορθωμένης με βάση την καρδιακή συχνότητα (QTc) (βλ. παράγραφο 4.4). Πίνακας 1. Τροποποίηση της δόσης και διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών - Παράταση του διαστήματος QT (Διόρθωση παράτασης διαστήματος QT, σε τουλάχιστον 2 ξεχωριστά ηλεκτροκαρδιογραφήματα (ΗΚΓ)) Ανεπιθύμητη Συστάσεις τροποποίησης δόσης και διαχείρισης ενέργεια: Παράταση του QT στο ΗΚΓ διαστήματος QT Διορθωμένο διάστημα Αξιολόγηση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών και αναπλήρωση όπως QT άνω των 480 msec ενδείκνυται κλινικά. έως 500 msec Έλεγχος και προσαρμογή των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστές δράσεις παράτασης του QT (βλ. παράγραφο 4.5). Διορθωμένο διάστημα QT άνω των 500 msec Παρακολούθηση των ΗΚΓ τουλάχιστον κάθε εβδομάδα για 2 εβδομάδες μετά την υποχώρηση της παράτασης του QT σε τιμή χαμηλότερη ή ίση με 480 msec. Αξιολόγηση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών και αναπλήρωση όπως ενδείκνυται κλινικά. 3 Έλεγχος και προσαρμογή των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων με γνωστές δράσεις παράτασης του QT (βλ. παράγραφο 4.5). Προσωρινή διακοπή του Daurismo. Συνέχιση του Daurismo σε μειωμένη δόση 50 mg μία φορά ημερησίως όταν το διορθωμένο διάστημα QT επιστρέψει σε τιμή εντός 30 msec από την αρχική τιμή ή σε τιμή χαμηλότερη ή ίση με 480 msec. Παρακολούθηση των ΗΚΓ τουλάχιστον κάθε εβδομάδα για 2 εβδομάδες μετά την υποχώρηση της παράτασης του QT. Παράταση του διορθωμένου διαστήματος QT και απειλητική για τη ζωή αρρυθμία Εξετάστε το ενδεχόμενο να αυξήσετε ξανά τη δόση του Daurismo στα 100 mg ημερησίως, εάν μπορεί να αναγνωριστεί κάποια εναλλακτική αιτιολογία για την παράταση του QT. Οριστική διακοπή του Daurismo. Πίνακας 2. Τροποποίηση δόσης και διαχείριση συμπτωμάτων για αυξήσεις της CK και ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τους μύες Ανεπιθύμητη Συστάσεις τροποποίησης δόσης και διαχείρισης ενέργεια: Βαρύτητα της αύξησης της CK Βαθμός 1 Συνέχιση του Daurismo με την ίδια δόση και παρακολούθηση των επιπέδων [Αύξηση CK > ULN της CK κάθε εβδομάδα μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή και κατόπιν

  • 2,5 x ULN] κάθε μήνα. Παρακολούθηση των μυϊκών συμπτωμάτων για αλλαγές μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Βαθμός 2 χωρίς νεφρική δυσλειτουργία (Cr ορού ≤ ULN) [Αύξηση CK > 2,5 x ULN - 5 x ULN] Έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (κρεατινίνη ορού) τακτικά και διασφάλιση επαρκούς ενυδάτωσης του ασθενούς. Προσωρινή διακοπή του Daurismo και παρακολούθηση των επιπέδων της CK κάθε εβδομάδα μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Παρακολούθηση των μυϊκών συμπτωμάτων για αλλαγές μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Μετά την υποχώρηση, συνεχίστε το Daurismo στο ίδιο επίπεδο δόσης και κατόπιν μετράτε τη CK κάθε μήνα. Έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (κρεατινίνη ορού) τακτικά και διασφάλιση επαρκούς ενυδάτωσης του ασθενούς. Βαθμός 3 ή 4 χωρίς νεφρική δυσλειτουργία (Cr ορού ≤ ULN) [Βαθμός 3 (αύξηση CK > 5 x ULN - 10 x ULN)] Εάν επανεμφανιστούν τα συμπτώματα, διακόψτε προσωρινά το Daurismo μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Ξεκινήστε ξανά το Daurismo σε δόση 50 mg την ημέρα και ακολουθήστε τις ίδιες συστάσεις παρακολούθησης. Εάν τα συμπτώματα επιμένουν, εξετάστε το ενδεχόμενο διακοπής του Daurismo. Προσωρινή διακοπή του Daurismo και παρακολούθηση των επιπέδων της CK κάθε εβδομάδα μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Παρακολούθηση των μυϊκών συμπτωμάτων για αλλαγές μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (κρεατινίνη ορού) τακτικά και διασφάλιση επαρκούς ενυδάτωσης του ασθενούς. 4 [Βαθμός 4 (αύξηση CK > 10 x ULN)] Βαθμός 2, 3 ή 4 με νεφρική δυσλειτουργία (Cr ορού> ULN κατά CTCAE 4.0) Εάν η νεφρική λειτουργία δεν έχει διαταραχθεί και η CK υποχωρήσει στην αρχική τιμή, εξετάστε το ενδεχόμενο συνέχισης του Daurismo σε δόση 50 mg ημερησίως. Τα επίπεδα της CK θα πρέπει να μετρώνται κάθε εβδομάδα για 2 μήνες μετά την επαναχορήγηση του Daurismo και κατόπιν κάθε μήνα. Εάν η νεφρική λειτουργία έχει διαταραχθεί, διακόψτε προσωρινά το Daurismo και φροντίστε να ενυδατώνεται επαρκώς ο ασθενής και αξιολογείστε άλλες δευτεροπαθείς αιτίες νεφρικής δυσλειτουργίας. Παρακολούθηση των επιπέδων της CK και της κρεατινίνης στον ορό κάθε εβδομάδα μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Παρακολούθηση των μυϊκών συμπτωμάτων για αλλαγές μέχρι την υποχώρηση στην αρχική τιμή. Εάν τα επίπεδα της CK και της κρεατινίνης στον ορό επιστρέψουν στην αρχική τιμή, εξετάστε το ενδεχόμενο συνέχισης του Daurismo στα 50 mg ημερησίως και παρακολουθείστε τα επίπεδα της CK κάθε εβδομάδα για 2 μήνες και κατόπιν κάθε μήνα. Διαφορετικά, διακόψτε οριστικά τη θεραπεία. Συντμήσεις: CK= κινάση κρεατίνης, Cr= κρεατίνη, ULN=ανώτατο φυσιολογικό όριο, CTCAE= Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες. Πίνακας 3. Τροποποίηση της δόσης και διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών - Αιματολογική τοξικότητα Ανεπιθύμητη Συστάσεις τροποποίησης δόσης και διαχείρισης ενέργεια: Αιματολογική τοξικότητα Αιμοπετάλια κάτω Οριστική διακοπή του Daurismo και της χαμηλής δόσης κυταραβίνης. των 10 x 109/l για περισσότερες από 42 ημέρες απουσία νόσου Αριθμός Οριστική διακοπή του Daurismo και της χαμηλής δόσης κυταραβίνης. Ουδετερόφιλων κάτω των 0,5 x 109/l για περισσότερες από 42 ημέρες απουσία νόσου 5 Πίνακας 4. Τροποποίηση της δόσης και διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών - Μη αιματολογική τοξικότητα Ανεπιθύμητη Συστάσεις τροποποίησης δόσης και διαχείρισης ενέργεια: Μη αιματολογική Εάν η ανεπιθύμητη ενέργεια αποδοθεί στην χαμηλή δόση κυταραβίνης και τοξικότητα όχι στο Daurismo, η χαμηλή δόση κυταραβίνης μπορεί να τροποποιηθεί, ενώ η χορήγηση της δόσης του Daurismo θα πρέπει να συνεχιστεί. Βαθμός 3* Προσωρινή διακοπή του Daurismo ή/και της χαμηλής δόσης κυταραβίνης μέχρι τη βελτίωση των συμπτωμάτων σε Βαθμού ≤ 1 ή την επιστροφή στην αρχική τιμή. Συνέχιση του Daurismo στο ίδιο επίπεδο δόσης ή σε μειωμένη δόση 50 mg. Συνέχιση της χαμηλής δόσης κυταραβίνης στο ίδιο επίπεδο δόσης ή σε μειωμένη δόση 15 mg ή 10 mg. Βαθμός 4* Εάν επανεμφανιστεί η τοξικότητα, διακόψτε το Daurismo ή/και την χαμηλή δόση κυταραβίνης.† Προσωρινή διακοπή του Daurismo μέχρι τη βελτίωση των συμπτωμάτων σε Βαθμού ≤ 1 ή την επιστροφή στην αρχική τιμή. Μετά την επάνοδο σε αποδεκτά επίπεδα, συνέχιση του Daurismo σε δόση 50 mg ή διακοπή της θεραπείας, κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού.

Βαθμολόγηση κατά CTCAE 4.0: Ο Βαθμός 1 είναι ήπιος, ο Βαθμός 2 είναι μέτριος, ο Βαθμός 3 είναι σοβαρός και ο Βαθμός 4 είναι απειλητικός για τη ζωή. † Εάν ληφθεί απόφαση για μόνιμη διακοπή της χαμηλής δόσης κυταραβίνης, το Daurismo θα πρέπει επίσης να διακοπεί, εκτός εάν ο μεμονωμένος ασθενής έχει κλινικό όφελος και ανέχεται τη θεραπεία με Daurismo. Συντμήσεις: CTCAE=Κοινά Κριτήρια Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες. Τροποποίηση δόσης για ταυτόχρονη χρήση με μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 Η ταυτόχρονη χρήση Daurismo με μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4, η δόση του Daurismo θα πρέπει να αυξάνεται, εάν είναι ανεκτό, όπως φαίνεται στον Πίνακα 5. Μετά τη διακοπή του μέτριου επαγωγέα του CYP3A4 για 7 ημέρες, θα πρέπει να συνεχιστεί η δόση του Daurismo που λαμβανόταν πριν από την έναρξη του μέτριου επαγωγέα του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5). Πίνακας 5. Συστάσεις τροποποίησης της δόσης για το Daurismo με ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4 Τρέχουσα δόση Προσαρμοσμένη δόση 100 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως 200 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως 50 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως 100 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Δεν συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Νεφρική δυσλειτουργία Δεν συνιστώνται τροποποιήσεις της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση (βλ. παράγραφο 5.2). Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2). 6 Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Daurismo στον παιδιατρικό πληθυσμό (< 18 ετών) δεν έχουν τεκμηριωθεί. Το Daurismo δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στον παιδιατρικό πληθυσμό, επειδή δεν αναμένεται σημαντικό θεραπευτικό όφελος για τους παιδιατρικούς ασθενείς έναντι των υφιστάμενων θεραπειών (βλ. παράγραφο 5.1). Τρόπος χορήγησης Το Daurismo προορίζεται για χρήση από του στόματος. Μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται ώστε να λαμβάνουν τη δόση τους περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα.

block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Εμβρυονική-εμβρυϊκή τοξικότητα Με βάση τον μηχανισμό δράσης του και τα ευρήματα από μελέτες εμβρυονικής-εμβρυϊκής τοξικότητας κατά την ανάπτυξη σε ζώα, το Daurismo μπορεί να προκαλέσει εμβρυονικό-εμβρυϊκό θάνατο ή σοβαρής μορφής συγγενείς ανωμαλίες κατά τη χορήγηση σε εγκύους. Οι έγκυες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. παράγραφο 4.6). Το Daurismo δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγική ηλικίας, χωρίς την χρήση αντισύλληψης. Η κατάσταση της κύησης γυναικών ασθενών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Daurismo. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν πάντα αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση (βλ. παράγραφο 4.6). Άντρες Η γκλασδεγκίμπη μπορεί να υπάρχει στο σπέρμα. Οι άντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους θα πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο έκθεσης μέσω του σπέρματος και να χρησιμοποιούν πάντα αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου προφυλακτικού (με σπερματοκτόνο, εάν είναι διαθέσιμο), ακόμη και μετά από εκτομή του σπερματικού πόρου, για την αποτροπή της έκθεσης μιας εγκύου συντρόφου ή μιας συντρόφου σε αναπαραγωγική ηλικία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση (βλ. παράγραφο 4.6). Εάν μια γυναίκα ασθενής ή μια σύντροφος άντρα ασθενούς μείνει έγκυος ή υποψιάζεται ότι είναι έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo ή κατά τη διάρκεια των 30 ημερών μετά την τελευταία δόση, πρέπει να ενημερώσει αμέσως τον επαγγελματία υγείας που την παρακολουθεί (βλ. παράγραφο 4.6). Με βάση τα ευρήματα από μη κλινικές μελέτες ασφάλειας, η γκλασδεγκίμπη έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τη λειτουργία της αναπαραγωγής στους άντρες. Οι άντρες θα πρέπει να ζητούν συμβουλή σχετικά με την αποτελεσματική διατήρηση της γονιμότητας πριν από την έναρξη της θεραπείας με Daurismo (βλ. παράγραφο 4.6). Παράταση του διαστήματος QT Σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη (Μελέτη 1) ασθενών με ΟΜΛ και ΜΔΣ (μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο) υψηλού κινδύνου που έλαβαν θεραπεία με Daurismo μαζί με χαμηλή δόση κυταραβίνης 7 έναντι μόνο χαμηλή δόση κυταραβίνη, αναφέρθηκε ΗΚΓ με παρατεταμένο διάστημα QT βαθμού 3/4 στο 3,5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Daurismo με χαμηλή δόση κυταραβίνης συγκριτικά με το 2,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με χαμηλή δόση κυταραβίνης μόνο. Θα πρέπει να αξιολογούνται οι ηλεκτρολύτες πριν από την έναρξη του Daurismo τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τον πρώτο μήνα και κατόπιν μία φορά τον μήνα για όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ανωμαλίες στις τιμές των ηλεκτρολυτών θα πρέπει να διορθώνονται. Τα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να αξιολογούνται. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών σκευασμάτων για φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν γνωστές δράσεις παράτασης του QT ή/και ισχυρό δυναμικό αναστολής του CYP3A4. Θα πρέπει να παρακολουθούνται τα ΗΚΓ πριν από την έναρξη του Daurismo, περίπου μία εβδομάδα μετά την έναρξη και κατόπιν μία φορά τον μήνα για τους επόμενους δύο μήνες, για την αξιολόγηση της παράτασης του QTc. Σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού διαστήματος QT, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες ή σε όσους λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με γνωστές δράσεις παράτασης του QT, συνιστάται πιο συχνή παρακολούθηση με ΗΚΓ. Το ΗΚΓ θα πρέπει να επαναλαμβάνεται εάν δεν είναι φυσιολογικό. Οι ανωμαλίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τροποποιήσεων της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.5). Παρακολούθηση μετρήσεων κυττάρων αίματος και ηπατικής λειτουργίας Πριν από την έναρξη της θεραπείας και τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τον πρώτο μήνα θα πρέπει να αξιολογούνται οι γενικές εξετάσεις αίματος και η ηπατική λειτουργία. Στη συνέχεια, θα πρέπει να παρακολουθούνται η ηπατική λειτουργία και οι μετρήσεις κυττάρων αίματος όπως ενδείκνυται κλινικά, αλλά τουλάχιστον σε μηνιαία βάση. Σε περίπτωση ηπατοτοξικότητας ή αιματολογικής τοξικότητας, ενδέχεται να χρειαστούν τροποποιήσεις της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τους μύες Στη Μελέτη 1, παρατηρήθηκαν μυϊκοί σπασμοί στο 22,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Daurismo μαζί με χαμηλή δόση κυταραβίνης συγκριτικά με το 4,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με χαμηλή δόση κυταραβίνης μόνο. Όλοι οι ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία με Daurismo πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τους μύες. Πρέπει να λάβουν οδηγίες να αναφέρουν εγκαίρως τυχόν ανεξήγητο μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Daurismo ή εάν τα συμπτώματα εμμένουν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Θα πρέπει να λαμβάνονται τα επίπεδα της CK ορού πριν από την έναρξη του Daurismo και όποτε ενδείκνυται κλινικά από αυτό το σημείο και έπειτα (π.χ. εάν αναφερθούν μυϊκά σημεία και συμπτώματα). Συνιστάται η αντιμετώπιση της μεγάλου βαθμού αύξησης της CK με βάση τα τρέχοντα πρότυπα της ιατρικής πρακτικής και η συμμόρφωση με τις αντίστοιχες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας. Θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις τροποποίησης της δόσης ή διαχείρισης (βλ. παράγραφο 4.2). Νεφρική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Θα πρέπει να αξιολογείται η νεφρική λειτουργία πριν από την έναρξη της θεραπείας και τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τον πρώτο μήνα της θεραπείας με Daurismo. Θα πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες και η νεφρική λειτουργία μία φορά τον μήνα για όλη τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2). 8 Έκδοχα Δυσανεξία στη λακτόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Περιεκτικότητα σε νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της γκλασδεγκίμπης In vitro, το CYP3A4 είναι υπεύθυνο για την πλειονότητα της μείωσης γκλασδεγκίμπης και συνέβαλλε στον σχηματισμό άλλων ελάσσονων οξειδωτικών μεταβολιτών, ενώ το CYP2C8 και το UGT1A9 διαδραματίζουν ελάσσονα ρόλο στον μεταβολισμό της γκλασδεγκίμπης. Ουσίες που μπορεί να αυξάνουν τη συγκέντρωση της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα Αναστολείς του CYP3A4 Η κετοκοναζόλη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4, σε δόση 400 mg μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες, αύξησε το μέσο εμβαδόν κάτω από την καμπύλη (AUCinf) κατά ~2,4 φορές και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) κατά 40% μετά από μία δόση 200 mg γκλασδεγκίμπης από του στόματος σε υγιείς συμμετέχοντες. Συνίσταται προσοχή κατά τη χορήγηση ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κομπισιστάτη, κονιβαπτάνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, τελαπρεβίρη, τρολεανδομυκίνη, βορικοναζόλη, ριτοναβίρη, γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ), καθώς μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της συγκέντρωσης της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα. Εάν είναι δυνατό, συνιστάται ένα εναλλακτικό συγχορηγούμενο φαρμακευτικό προϊόν με καμία ή ελάχιστη πιθανότητα αναστολής του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.4). Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν αλλαγή του γαστρικού pH Η συγχορήγηση μίας δόσης 100 mg γκλασδεγκίμπης σε συνθήκες νηστείας με πολλαπλές δόσεις του αναστολέα αντλίας πρωτονίων (PPI), ραμπεπραζόλη, δεν προκάλεσε καμία αλλαγή της έκθεσης στην γκλασδεγκίμπη στο πλάσμα (αναλογία AUCinf: 100,6%). Επιτρέπεται η συγχορήγηση γκλασδεγκίμπης με παράγοντες μείωσης των οξέων (συμπεριλαμβανομένων PPIs, ανταγωνιστών των υποδοχέων H2 και αντιόξινων με τοπική δράση). Ουσίες που μπορεί να μειώνουν τη συγκέντρωση της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα Επαγωγείς CYP3A4 Η ριφαμπικίνη, ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4, χορηγούμενη σε δόση 600 mg μία φορά ημερησίως για 11 ημέρες, μείωσε τη μέση AUCinf κατά 70% και τη Cmax κατά 35% μίας μεμονωμένης δόσης 100 mg γκλασδεγκίμπης σε υγιείς συμμετέχοντες. Η ταυτόχρονη χρήση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, ενζαλουταμίδη, μιτοτάνη, φαινυτοΐνη και βαλσαμόχορτο) θα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί αυτό είναι πιθανό να μειώσει τις συγκεντρώσεις της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα. Οι προσομοιώσεις με χρήση φυσιολογικών φαρμακοκινητικών μοντέλων υποδήλωσαν ότι η συγχορήγηση εφαβιρένζης (ενός μέτριου επαγωγέα του CYP3A4) μαζί με γκλασδεγκίμπη μείωσε την AUCinf της γκλασδεγκίμπης κατά 55% και τη Cmax κατά 25%. Η ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. βοσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μονταφιλίνη, ναφκιλλίνη) θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί επίσης να μειώνει τις συγκεντρώσεις της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χρήση μέτριων επαγωγέων του CYP3A4, η δόση του Daurismo θα πρέπει να αυξηθεί (βλ. παράγραφο 4.2). 9 Επίδραση της γκλασδεγκίμπης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η γκλασδεγκίμπη μπορεί να παρατείνει το διάστημα QT. Κατά συνέπεια, η ταυτόχρονη χρήση της γκλασδεγκίμπης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT ή προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes) (όπως αμιωδαρόνη, δισοπυραμίδη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη, σοταλόλη, κινιδίνη, δροπεριδόλη, αλοπεριδόλη, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, πιμοζίδη) θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4). Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Μεταφορείς φαρμάκων In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η γκλασδεγκίμπη μπορεί να έχει δυνατότητα αναστολής της διαμεσολαβούμενης μεταφοράς από την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp, γαστρεντερική [ΓΕ] οδός) και την πρωτεΐνη αντίστασης του καρκίνου του μαστού (breast cancer resistance protein [BCRP], συστηματικά και στη ΓΕ οδό), σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Συνεπώς, τα υποστρώματα της P-gp με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. διγοξίνη) ή η BCRP θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με την γκλασδεγκίμπη. In vitro μελέτες αναστολής μεταφορέων In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η γκλασδεγκίμπη μπορεί να έχει δυνατότητα αναστολής των (MATE)1 και MATE2K, σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Το συνολικό προφίλ ασφάλειας του Daurismo βασίζεται σε δεδομένα από κλινικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένης της Μελέτης 1 σε 84 ασθενείς με ΟΜΛ (N=75) και ΜΔΣ υψηλού κινδύνου (N=9). Η διάμεση έκθεση στο Daurismo σε όλο το σύνολο δεδομένων ήταν 75,5 ημέρες. Οι πιο συχνά (≥ 20%) αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που λάμβαναν Daurismo ήταν αναιμία (45,2%), αιμορραγίες (45,2%), εμπύρετη ουδετεροπενία (35,7%), ναυτία (35,7%), μειωμένη όρεξη (33,3%), κόπωση (30,9%), μυϊκοί σπασμοί (30,9%), θρομβοπενία (30,9%), πυρεξία (29,7%), διάρροια (28,5%), πνευμονία (28,5%), δυσγευσία (26,1%), περιφερικό οίδημα (26,1%), δυσκοιλιότητα (25%), κοιλιακό άλγος (25%), εξάνθημα (25%) δύσπνοια (25%), έμετος (21,4%) και σωματικό βάρος μειωμένο (20,2%). Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μειώσεις της δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν Daurismo ήταν οι μυϊκοί σπασμοί (4,7%), η κόπωση (3,5%), η εμπύρετη ουδετεροπενία (3,5%), η αναιμία (2,3%), η θρομβοπενία (2,3%) και το παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (2,3%). Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε μόνιμη διακοπή της δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν Daurismo ήταν η πνευμονία (5,9%), η εμπύρετη ουδετεροπενία (3,5%) και η ναυτία (2,3%). 11 Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Ο Πίνακας 6 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με το Daurismo. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνοτήτων ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10) και συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά συχνοτήτων όλων των βαθμών. Πίνακας 6: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες Όλοι οι βαθμοί Κατηγορία/οργανικό Προτιμώμενος Συχνότητα Όλοι οι σύστημα όρος βαθμοί (%) Πνευμονία Πολύ συχνές Λοιμώξεις και 28,5 Σηψαιμία Συχνές παρασιτώσεις 5,9 Ουρολοίμωξη Συχνές 5,9 Αναιμία Πολύ συχνές Διαταραχές του 45,2 Πολύ συχνές αιμοποιητικού και του Εμπύρετη 35,7 ουδετεροπενία λεμφικού συστήματος Θρομβοπενία Πολύ συχνές 30,9 Ουδετεροπενία Πολύ συχνές 15,4 Μειωμένη όρεξη Πολύ συχνές Διαταραχές του 33,3 μεταβολισμού και της θρέψης Δυσγευσίαα Πολύ συχνές Διαταραχές του 26,1 νευρικού συστήματος Καρδιακές Παρατεταμένο Συχνές 8,3 διαταραχές διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφ ημαβ Κολπική Συχνές 7,1 μαρμαρυγή Αγγειακές διαταραχές Αιμορραγίεςγ Πολύ συχνές 45,2 Διαταραχές του Δύσπνοια Πολύ συχνές 25 αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του Ναυτία Πολύ συχνές 35,7 γαστρεντερικού Διάρροια Πολύ συχνές 28,5 Δυσκοιλιότητα Πολύ συχνές 25 δ Κοιλιακό άλγος Πολύ συχνές 25 Έμετος Πολύ συχνές 21,4 Στοματίτιδα Συχνές 4,7 Διαταραχές του Εξάνθημαε Πολύ συχνές 25 δέρματος και του Αλωπεκία Πολύ συχνές 10,7 υποδόριου ιστού Διαταραχές του Μυϊκοί σπασμοίστ Πολύ συχνές 30,9 μυοσκελετικού Αρθραλγία Πολύ συχνές 11,9 συστήματος και του συνδετικού ιστού Γενικές διαταραχές Κόπωση Πολύ συχνές 30,9 και καταστάσεις της Σωματικό βάρος Πολύ συχνές 20,2 οδού χορήγησης μειωμένο Πυρεξία Οίδημα περιφερικό Πολύ συχνές 29,7 Πολύ συχνές 26,1 12 Βαθμός ≥ 3 (%) 23,8 5,9 1,1 41,6 35,7 30,9 11,9 3,5 0 3,5 2,3 11,9 7,1 2,3 4,7 1,1 0 2,3 0 2,3 0 5,9 0 14,2 2,3 2,3 0 Κατηγορία/οργανικό σύστημα Προτιμώμενος όρος Παρακλινικές εξετάσεις Αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος Αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος Αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος Πολύ συχνές Όλοι οι βαθμοί Όλοι οι βαθμοί (%) 16,6 Βαθμός ≥ 3 (%) 16,6 Πολύ συχνές 15,4 13 Πολύ συχνές 13 13 Συχνότητα α. Η δυσγευσία περιλαμβάνει τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: δυσγευσία, αγευσία. Το παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα περιλαμβάνει τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, κοιλιακή ταχυκαρδία. γ. Οι αιμορραγίες περιλαμβάνουν τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: πετέχειες, επίσταξη, μώλωπας, αιμάτωμα, ενδοκράνια αιμορραγία, πορφύρα, αιμορραγία του ορθού, αιμορραγία του πρωκτού, εκχύμωση, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, ουλορραγία, αιματουρία, αιμορραγία, αιμορραγία του στόματος, εγκεφαλική αιμορραγία, αιμορραγία του επιπεφυκότα, μώλωπας του οφθαλμού, αιμορραγία του οφθαλμού, γαστρική αιμορραγία, αιματέμεση, αιμόπτυση, αιμορροϊδική αιμορραγία, αιμάτωμα της θέσης εμφύτευσης, μωλωπισμός της θέσης εμφύτευσης, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, υπαραχνοειδής αιμορραγία, θρομβωτική θρομβοκυτταροπενική πορφύρα, αιμορραγία τραχείας, αιμορραγία ουρήθρας. δ. Το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: κοιλιακό άλγος, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας. ε. Το εξάνθημα περιλαμβάνει τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: ερύθημα, κνησμός, εξάνθημα, κηλιδώδες εξάνθημα, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κνησμώδες εξάνθημα. στ. Οι μυϊκοί σπασμοί περιλαμβάνουν τους παρακάτω προτιμώμενους όρους: ακούσιες μυϊκές συσπάσεις, μυϊκοί σπασμοί, μυϊκό σφίξιμο, μυοσκελετικός πόνος, μυαλγία. β. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Μυϊκοί σπασμοί Στη Μελέτη 1, αναφέρθηκαν μυϊκοί σπασμοί (όλων των βαθμών) στο 22,6% των ασθενών στο σκέλος Daurismo μαζί με χαμηλής δόσης κυταραβίνη συγκριτικά με 4,8% στο σκέλος χαμηλής δόσης κυταραβίνης μόνο. Μυϊκοί σπασμοί Βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκαν στο 4,7% των ασθενών στο σκέλος Daurismo μαζί με χαμηλής δόσης κυταραβίνη συγκριτικά με κανέναν στο σκέλος χαμηλής δόσης κυταραβίνης μόνο. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Εάν το Daurismo χορηγηθεί σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφύγουν να μείνουν έγκυες. Η κατάσταση της κύησης γυναικών ασθενών σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενόσω λαμβάνει το Daurismo, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο τον οποίο διατρέχει το έμβρυο. Με βάση τον μηχανισμό δράσης του και τα ευρήματα από μελέτες εμβρυονικής-εμβρυϊκής τοξικότητας κατά την ανάπτυξη σε ζώα, το Daurismo μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο κατά τη χορήγηση σε εγκύους. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, θα πρέπει να χρησιμοποιούν πάντα αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση. Εάν μια γυναίκα ασθενής μείνει έγκυος ή υποψιάζεται ότι είναι έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo ή κατά τη διάρκεια των 30 ημερών μετά την τελευταία δόση, πρέπει να ενημερώσει αμέσως τον επαγγελματία υγείας που την παρακολουθεί (βλ. παράγραφο 4.4). Άντρες Η γκλασδεγκίμπη μπορεί να υπάρχει στο σπέρμα. Οι άντρες ασθενείς δεν θα πρέπει να κάνουν δωρεά σπέρματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση. Οι άντρες ασθενείς με γυναίκες συντρόφους θα πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο έκθεσης μέσω του σπέρματος και να χρησιμοποιούν πάντα αποτελεσματική αντισύλληψη, συμπεριλαμβανομένου προφυλακτικού (με σπερματοκτόνο, εάν είναι διαθέσιμο), ακόμη και μετά από εκτομή του σπερματικού πόρου, για την αποτροπή της έκθεσης μιας εγκύου συντρόφου ή μιας συντρόφου σε αναπαραγωγική ηλικία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo και για τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τελευταία δόση. Οι άντρες ασθενείς πρέπει να ενημερώσουν τον επαγγελματία υγείας που τους παρακολουθεί αμέσως εάν η σύντροφός τους μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Daurismo ή κατά τη διάρκεια των 30 ημερών μετά την τελευταία δόση (βλ. παράγραφο 4.4). 10 Κύηση Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Daurismo σε έγκυες γυναίκες. Με βάση τον μηχανισμό δράσης του και τα ευρήματα από μελέτες εμβρυονικής-εμβρυϊκής τοξικότητας κατά την ανάπτυξη σε ζώα, η γκλασδεγκίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο κατά τη χορήγηση σε εγκύους (βλ. παράγραφο 5.3). Το Daurismo δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας, χωρίς την χρήση αντισύλληψης (βλ. παράγραφο 4.4). Θηλασμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σε ανθρώπους για την αξιολόγηση της επίδρασης της γκλασδεγκίμπης στην παραγωγή γάλακτος, την παρουσία της στο μητρικό γάλα ή τις επιδράσεις της στο παιδί που θηλάζει. Δεν είναι γνωστό εάν η γκλασδεγκίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεδομένου του ενδεχόμενου εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από την γκλασδεγκίμπη σε παιδιά που θηλάζουν, δεν συνιστάται ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Daurismo και για τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά την τελευταία δόση (βλ. παράγραφο 5.3). Γονιμότητα Με βάση τα ευρήματα από μη κλινικές μελέτες ασφάλειας, η γκλασδεγκίμπη έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τη λειτουργία της αναπαραγωγής στους άντρες. Οι άντρες θα πρέπει να ζητούν συμβουλή σχετικά με την αποτελεσματική διατήρηση της γονιμότητας πριν από την έναρξη της θεραπείας με Daurismo. Με βάση τον μηχανισμό δράσης του, το Daurismo μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XJ03 Μηχανισμός δράσης Η γκλασδεγκίμπη είναι ένας αναστολέας της οδού μεταγωγής σήματος Hedgehog (Hh) που προσδένεται στη διαμεμβρανική πρωτεΐνη Smoothened (SMO), οδηγώντας σε μειωμένη δραστικότητα του μεταγραφικού παράγοντα του ογκογονιδίου που σχετίζεται με το γλοίωμα (GliomaAssociated Oncogene, GLI) και καθοδική σηματοδότηση της οδού. Η οδός σηματοδότησης Hh απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού των λευχαιμικών βλαστικών κυττάρων (leukaemic stem cell, LSC) συνεπώς, η πρόσδεση της γκλασδεγκίμπης και η αναστολή της SMO μειώνουν τα επίπεδα του GLI1 σε κύτταρα ΟΜΛ και το δυναμικό έναρξης λευχαιμίας των κυττάρων ΟΜΛ. Η οδός σηματοδότησης Hh εμπλέκεται επίσης στην αντίσταση στη χημειοθεραπεία και στη στοχεύουσα θεραπεία. Σε ένα προκλινικό μοντέλο ΟΜΛ, η γκλασδεγκίμπη σε συνδυασμό με χαμηλής δόσης κυταραβίνη ανέστειλε τις αυξήσεις του μεγέθους του όγκου σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι η γκλασδεγκίμπη ή η χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο. Ωστόσο, ο μηχανισμός δράσης του συνδυασμού δεν είναι πλήρως κατανοητός. Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία Παράταση του διαστήματος QT, διορθωμένη με βάση την καρδιακή συχνότητα (QTc) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Daurismo σε δόση υψηλότερη από τη θεραπευτική

270 mg. Η επίδραση της χορήγησης γκλασδεγκίμπης στο διορθωμένο διάστημα QT αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη μονής δόσης, με εναλλαγή 4 θεραπειών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ανοικτή χορήγηση μοξιφλοξασίνης σε 36 υγιείς συμμετέχοντες. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα (επιτεύχθηκαν με μία δόση 150 mg), η μεγαλύτερη μεταβολή του διορθωμένου διαστήματος QT, προσαρμοσμένη με βάση το εικονικό φάρμακο και την αρχική τιμή, ήταν 8,03 msec (90% CI: 5,85, 10,22 msec). Σε συγκέντρωση περίπου διπλάσια της θεραπευτικής (δόση υψηλότερη από τη θεραπευτική, η οποία επιτεύχθηκε με μία δόση των 300 mg), η μεταβολή του QTc ήταν 13,43 msec (95% CI: 11,25, 15,61 msec). Η μοξιφλοξασίνη (400 mg), που χρησιμοποιήθηκε ως θετικός μάρτυρας, παρουσίασε μέση μεταβολή του QTc από την αρχική τιμή ίση με 13,87 msec. Κανένας από τους συμμετέχοντες δεν εκπλήρωσε το κατηγορικό κριτήριο του απόλυτου διορθωμένου διαστήματος QT ≥ 480 msec ή της αύξησης από την αρχική τιμή του διορθωμένου διαστήματος QT ≥ 30 msec μετά τη λήψη οποιασδήποτε θεραπείας. Καμία από τις ανωμαλίες στο ΗΚΓ δεν θεωρήθηκε κλινικά σημαντική ούτε αναφέρθηκε ως ανεπιθύμητη ενέργεια από τον ερευνητή (βλ. παράγραφο 4.4). Επιπλέον, συλλέχθηκαν διαδοχικά, τριπλά ΗΚΓ μετά από μονή και πολλαπλές δόσεις, για την αξιολόγηση της επίδρασης της γκλασδεγκίμπης ως μεμονωμένου παράγοντα στο διορθωμένο διάστημα QT σε 70 ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο (5 mg έως 640 mg μία φορά ημερησίως). Με βάση την ανάλυση έκθεσης-ανταπόκρισης, η εκτιμώμενη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή του QTc ήταν 5,30 msec (95% CI: 4,40, 6,24 msec) στη μέση παρατηρούμενη Cmax σε σταθερή κατάσταση μετά τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης γκλασδεγκίμπης 100 mg μία φορά ημερησίως. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Το Daurismo σε συνδυασμό με χαμηλής δόσης κυταραβίνη μελετήθηκε σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ανοικτή μελέτη Φάσης 2 (Μελέτη 1) σε σύνολο 132 ασθενών, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 116 ασθενείς με de novo ή δευτεροπαθή ΟΜΛ οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία και δεν ήταν επιλέξιμοι για λήψη εντατικής χημειοθεραπείας, όπως ορίζεται από την εκπλήρωση τουλάχιστον ενός από τα παρακάτω κριτήρια: α) ηλικία ≥ 75 ετών, β) σοβαρή καρδιακή νόσος, γ) αρχική κατάσταση λειτουργικότητας κατά την Ομάδα Συνεργασίας Ογκολόγων των Ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών (ECOG) ίση με 2 ή δ) κρεατινίνη ορού κατά την ένταξη 14 1,3 mg/dl. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 στη λήψη Daurismo (100 mg από του στόματος μία φορά ημερησίως) με χαμηλής δόσης κυταραβίνη (20 mg υποδόρια δύο φορές ημερησίως τις ημέρες 1 έως 10 του κύκλου 28 ημερών) (n=78) ή χαμηλής δόσης κυταραβίνης μόνο (n=38) σε κύκλους 28 ημερών, μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας. Οι ασθενείς στρωματοποιήθηκαν κατά την τυχαιοποίηση ανά προγνωστικό παράγοντα κινδύνου (ευνοϊκού/ενδιάμεσου ή υψηλού) με βάση την κυτταρογενετική. Τα αρχικά δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου παρουσιάζονται στον Πίνακα 7. Τα δύο σκέλη θεραπείας ήταν γενικά ισορροπημένα όσον αφορά τα δημογραφικά στοιχεία κατά την ένταξη στη μελέτη και τα χαρακτηριστικά της νόσου. Και στα δύο σκέλη, το 40% των ασθενών με ΟΜΛ είχε υψηλό κυτταρογενετικό κίνδυνο και το 60% είχε ευνοϊκό/ενδιάμεσο κυτταρογενετικό κίνδυνο. Η αποτελεσματικότητα τεκμηριώθηκε με τη βελτίωση της συνολικής επιβίωσης (η OS [overall survival, συνολική επιβίωση] ορίστηκε από την ημερομηνία της τυχαιοποίησης έως τον θάνατο από οποιαδήποτε αιτία) στο σκέλος Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη, συγκριτικά με την χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο. Μετά από διάμεση παρακολούθηση περίπου 20 μηνών έχοντας παρατηρηθεί το 81% των θανάτων, το σκέλος Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη ήταν ανώτερο από την χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο σε ασθενείς με ΟΜΛ (Εικόνα 1). Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον πίνακα 8. Πίνακας 7. Δημογραφικά στοιχεία κατά την ένταξη στη μελέτη και χαρακτηριστικά της νόσου σε ασθενείς με ΟΜΛ Δημογραφικά στοιχεία και Daurismo μαζί με Χαμηλής δόσης χαρακτηριστικά της νόσου χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο κυταραβίνη (N=38) (N=78) Δημογραφικά στοιχεία Ηλικία Διάμεση (Ελάχ., Μέγ.) (Έτη) 77 (64, 92) 76 (58, 83) ≥ 75 ετών N (%) 48 (62) 23 (61) Φύλο, N (%) Άντρες 59 (76) 23 (61) Γυναίκες 19 (24) 15 (39) Φυλή, N (%) Λευκή 75 (96) 38 (100) Μαύρη ή Αφροαμερικανική 1 (1) 0 (0) Ασιατική 2 (3) 0 (0) Χαρακτηριστικά της νόσου Ιστορικό της νόσου, N (%) De Novo ΟΜΛ 18 (47) 38 (49) Δευτεροπαθής ΟΜΛ 20 (53) 40 (51) Προηγούμενη χορήγηση υπομεθυλιωτικού 11 (14) 6 (16) παράγοντα ς (δεσιταμπίνη ή αζακιτιδίνη), N (%) ECOG PSα, N (%) 0 έως 1 36 (46) 20 (53) 2 41 (53) 18 (47) Κατάσταση κυτταρογενετικού κινδύνου, N (%) Ευνοϊκού/ενδιάμεσου 49 (63) 21 (55) Υψηλού 29 (37) 17 (45) Σοβαρή καρδιακή νόσος κατά την ένταξη, 20 (53) 52 (67) N (%) 15 Δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά της νόσου Κρεατινίνη ορού κατά την ένταξη 1,3 mg/dl, N (%) Daurismo μαζί με χαμηλής δόσης κυταραβίνη (N=78) 15 (19) Χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο (N=38) 5 (13) Συντμήσεις: ΟΜΛ=οξεία μυελογενής λευχαιμία, ECOG PS=κατάσταση λειτουργικότητας κατά την Ομάδα Συνεργασίας Ογκολόγων των Ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών, N=αριθμός ασθενών. α Η αρχική κατάσταση ECOG PS δεν αναφέρθηκε για έναν ασθενή στο σκέλος Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη. Πίνακας 8. Δεδομένα αποτελεσματικότητας στην ΟΜΛ από τη Μελέτη 1 Τελικό σημεία/πληθυσμός μελέτης Daurismo μαζί με Χαμηλής δόσης χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο κυταραβίνη OS στον πληθυσμό μελέτης με ΟΜΛ N=78 N=38 Διάμεση επιβίωση, μήνες (95% CI) 8,3 (4,7, 12,2) 4,3 (1,9, 5,7) Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,463 (0,299, 0,717) Τιμή pβ 0,0002 OS στον πληθυσμό μελέτης με de novo N=38 N=18 ΟΜΛ Διάμεση επιβίωση, μήνες (95% CI) 6,6 (3,7, 12,4) 4,3 (1,3, 10,7) Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,670 (0,362, 1,239) Τιμή pβ 0,0991 OS στον πληθυσμό μελέτης με N=40 N=20 δευτεροπαθή ΟΜΛ Διάμεση επιβίωση, μήνες (95% CI) 9,1 (4,4, 16,5) 4,1 (1,5, 6,4) α Αναλογία κινδύνου (95% CI) 0,287 (0,151, 0,548) Τιμή pβ < 0,0001 Ομάδα ευνοϊκού/ενδιάμεσου N=49 N=21 κυτταρογενετικού κινδύνου 11,1 (7,1, 14,9) 4,4 (1,8, 8,7) Διάμεση επιβίωση, μήνες (95% CI) Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,417 (0,233, 0,744) 0,0011 Τιμή pβ Ομάδα υψηλού κυτταρογενετικού N=29 N=17 κινδύνου Διάμεση επιβίωση, μήνες (95% CI) 4,4 (3,4, 9,1) 3,1 (1,1, 6,4) Αναλογία κινδύνου (95% CI)α 0,528 (0,273, 1,022) Τιμή pβ 0,0269 Συντμήσεις: ΟΜΛ=οξεία μυελογενής λευχαιμία, CI=διάστημα εμπιστοσύνης, N=αριθμός ασθενών, OS=συνολική επιβίωση. α. Αναλογία κινδύνου (Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη / χαμηλής δόσης κυταραβίνη μόνο) με βάση το μοντέλο αναλογικών κινδύνων Cox, στρωματοποιημένο ανά στρώμα πρόγνωσης. β. Μονόπλευρη τιμή p από στρωματοποιημένη δοκιμασία log-rank με βάση τον κυτταρογενετικό κίνδυνο. 16 Εικόνα 1. Σχεδιάγραμμα Kaplan-Meier της συνολικής επιβίωσης για ασθενείς με ΟΜΛ Συντμήσεις: CI=διάστημα εμπιστοσύνης, LDAC= χαμηλής δόσης κυταραβίνη, OS=συνολική επιβίωση. Η βελτίωση της OS ήταν σύμφωνη σε όλες τις προκαθορισμένες υποομάδες με βάση τον κυτταρογενετικό κίνδυνο. Με βάση την αναφερόμενη από τον ερευνητή ανταπόκριση, επιτεύχθηκε αριθμητικά υψηλότερο ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (complete response, CR) (ορίζεται ως απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων ≥ 1.000/μl, αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 100.000/μl, < 5% βλάστες μυελού των οστών, μη εξάρτηση από μετάγγιση και απουσία εξωμυελικής νόσου) για τους ασθενείς με ΟΜΛ στο σκέλος Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη (17,9% [95% CI: 9,4%, 26,5%]) έναντι του σκέλους χαμηλής δόσης κυταραβίνης μόνο (2,6% [95% CI: 0,0%, 7,7%]). Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Daurismo σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της ΟΜΛ (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από μία δόση 100 mg γκλασδεγκίμπης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται γρήγορα με διάμεση Tmax 2 ωρών. Μετά την επανάληψη της δόσης 100 mg μία φορά ημερησίως έως τη σταθερή κατάσταση, η διάμεση Tmax της γκλασδεγκίμπης κυμαινόταν από περίπου 1,3 ώρες έως 1,8 ώρες. Επίδραση της τροφής Μετά την από του στόματος χορήγηση δισκίων γκλασδεγκίμπης, η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 77,1% συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση. Η χορήγηση γκλασδεγκίμπης με γεύματα με υψηλά λιπαρά και πολλές θερμίδες προκάλεσε 16% χαμηλότερη έκθεση (AUCinf) συγκριτικά με τη νηστεία κατά τη διάρκεια της νύκτας. Η επίδραση της τροφής στη φαρμακοκινητική της 17 γκλασδεγκίμπης δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Η γκλασδεγκίμπη μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Μετά από χορήγηση δόσης γκλασδεγκίμπης 100 mg μία φορά ημερησίως, η μέση τιμή (συντελεστής διακύμανσης,%CV) της Cmax της γκλασδεγκίμπης ήταν 1.252 ng/ml (44%) και η AUCtau ήταν 17.210 ng-hr/ml (54%) σε ασθενείς με καρκίνο. Κατανομή Η γκλασδεγκίμπη δεσμεύεται σε ποσοστό 91% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro. Ο μέσος (%CV) φαινόμενος όγκος κατανομής (Vz/F) ήταν 188 (20) l μετά από μία δόση 100 mg γκλασδεγκίμπης σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες. Βιομετασχηματισμός Οι κύριες μεταβολικές οδοί της γκλασδεγκίμπης αποτελούνται από N-απομεθυλίωση, γλυκορουνιδίωση, οξείδωση και αφυδρογόνωση. Στο πλάσμα, οι N-απομεθυλιωμένοι και οι Νγλυκουρονιδικοί μεταβολίτες της γκλασδεγκίμπης αντιστοιχούσαν στο 7,9% και το 7,2% της ραδιενέργειας στην κυκλοφορία, αντίστοιχα. Άλλοι μεταβολίτες μεμονωμένα στο πλάσμα αντιστοιχούσαν στο < 5% της ραδιενέργειας στην κυκλοφορία. In vitro μελέτες αλληλεπίδρασης In vitro αναστολή και επαγωγή CYP In vitro μελέτες υπέδειξαν ότι η γκλασδεγκίμπη επηρεάζεται από αναστολείς και επαγωγείς των CYP3Α4. Παρακαλώ ανατρέξτε στην παράγραφο 4.5 για περαιτέρω ανάλυση των μέτριων επαγωγέων του CYP3Α4. Ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 αύξησε τη μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUCinf) κατά ~2,4 φορές και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) μιας εφάπαξ δόσης γκλασδεγκίπης 200 mg από του στόματος σε υγιείς συμμετέχοντες κατά 40%. Ένας ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 μείωσε τη μέση τιμή AUCinf κατά 70% και την τιμή Cmax μιας εφάπαξ δόσης γκλασδεγκίπης 100 mg σε υγιείς συμμετέχοντες κατά 35%. Η χρήση της γκλασδεγκίμπης με ισχυρούς επαγωγείς θα πρέπει να αποφεύγεται. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν γίνεται συγχορήγηση της γκλασδεγκίμπης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3Α4 (βλ. παράγραφο 4.5). Αποβολή Ο μέσος ( SD) χρόνος ημίσειας ζωής της γκλασδεγκίμπης στο πλάσμα ήταν 17,4  3,7 ώρες μετά από μία δόση 100 mg γκλασδεγκίμπης σε ασθενείς. Η γεωμετρική μέση κάθαρση από του στόματος μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν 6,45 l/hr. Μετά από του στόματος χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης γκλασδεγκίμπης 100 mg σε υγιείς συμμετέχοντες, η μέση δόση της ραδιενέργειας ανακτήθηκε κατά 48,9% και 41,7% στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα. Η συνολική μέση ισορροπία μάζας της χορηγούμενης ραδιενέργειας στα απεκκρίματα ήταν 90,6%. Η αμετάβλητη γκλασδεγκίμπη ήταν το κύριο συστατικό μέρος στο ανθρώπινο πλάσμα και αντιστοιχούσε στο 69,4% του συνολικού σχετιζόμενου με το φάρμακο υλικού. Η αμετάβλητη γκλασδεγκίμπη που ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα αντιστοιχούσε στο 17,2% και στο 19,5% της δόσης, αντίστοιχα. Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η συστηματική έκθεση στην γκλασδεγκίμπη σε σταθερή κατάσταση (Cmax και AUCtau) αυξήθηκε με τρόπο αναλογικό της δόσης στο εύρος δόσεων από 5 mg έως 600 mg μία φορά την ημέρα. Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Τα δεδομένα από μια αποκλειστική φαρμακοκινητική δοκιμή κατέδειξαν ότι οι εκθέσεις στο πλάσμα για τη συνολική γκλασδεγκίμπη (AUCinf και Cmax) ήταν παρόμοιες μεταξύ των ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και των ασθενών με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας B κατά Child-Pugh), ενώ οι γεωμετρικές μέσες τιμές των AUCinf και Cmax ήταν 24% και 42% 18 χαμηλότερες, αντίστοιχα, για τους ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας C κατά Child-Pugh), συγκριτικά με την ομάδα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η έκθεση στη μη δεσμευμένη γκλασδεγκίμπη (μη δεσμευμένη AUCinf) ήταν αυξημένη κατά 18% και 16% σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σχέση με τους συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η μέγιστη έκθεση στη μη δεσμευμένη γκλασδεγκίμπη (μη δεσμευμένη Cmax) ήταν αυξημένη κατά 1%, για τη μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και μειωμένη κατά 11% για τη σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, σε σχέση με τους συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Αυτές οι αλλαγές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Νεφρική δυσλειτουργία Τα δεδομένα από μια αποκλειστική φαρμακοκινητική δοκιμή σε ασθενείς με ποικίλο βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας υποδεικνύουν ότι η ολική έκθεση στην γκλασδεγκίμπη (AUCinf) αυξήθηκε κατά 105% και 102% σε περίπτωση μέτριας (30 ml/min ≤ eGFR < 60 ml/min) και σοβαρής (eGFR < 30 ml/min) νεφρικής δυσλειτουργίας, αντίστοιχα, σε σχέση με τους συμμετέχοντες με φυσιολογική (eGFR ≥ 90 ml/min) νεφρική λειτουργία. Η μέγιστη έκθεση στην γκλασδεγκίμπη (Cmax) αυξήθηκε κατά 37% και 20% για ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σχέση με τους συμμετέχοντες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Αυτές οι αλλαγές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Ηλικιωμένοι Σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με Daurismo με χαμηλής δόσης κυταραβίνη (n=88, Μελέτη 1), το 97,7% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ το 60,2% των ασθενών ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Η Μελέτη 1 δεν συμπεριέλαβε σημαντικό αριθμό ασθενών κάτω των 65 ετών, για να μπορούν να προσδιοριστούν οι διαφορές στις αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σχέση με τους ασθενείς άνω των 65 ετών. Ηλικία, φυλή, φύλο και σωματικό βάρος Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς κάτω των 65 ετών. Οι πληθυσμιακές φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε ενήλικες ασθενείς (n=269) υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές επιδράσεις της ηλικίας, του φύλου, της φυλής και του σωματικού βάρους στη φαρμακοκινητική της γκλασδεγκίμπης.
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

sonidegib

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

L01XJ — Αναστολείς του μονοπατιού Hedgehog

Κωδικός ATC5

L01XJ02

Κάτοχος Άδειας

Pfizer
pill