Υπολογισμός Παιδιατρικής Δόσης
Υπολογίστε δοσολογία βάσει βάρους για παιδιά
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 20 / CAP | 7.57 € | |
| 40 / CAP | 13.30 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E16 Άλλες διαταραχές της ενδοκρινικής έκκρισης του παγκρέατος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σύνδρομο Zollinger-Ellison
-
B96 Άλλοι βακτηριακοί παράγοντες ως αιτία νόσου ταξινομημένης αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη από Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού
-
K25 Γαστρικό έλκος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γαστρικά έλκη · Υποτροπή γαστρικών ελκών
-
K21 Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αναγωγή οξέος · Γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος · Οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση · Συμπτωματική νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
-
K30 Δυσπεψία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καύσος στομάχου
-
K26 Δωδεκαδακτυλικό έλκος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δωδεκαδακτυλικά έλκη · Υποτροπή δωδεκαδακτυλικών ελκών
-
K27 Πεπτικό έλκος, απροσδιόριστης εντόπισης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πεπτικό έλκος
LEPIZOR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το πρωί, κατά προτίμηση χωρίς φαγητό
- Δόση έναρξης: Ομεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα για το σύνδρομο Zollinger-Ellison. Για τη μακροχρόνια θεραπεία επουλωμένης οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση, εάν χρειάζεται, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε Ομεπραζόλη 20-40 mg μία φορά ημερησίως. Για τη συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, μπορεί να εξεταστεί η εξατομικευμένη προσαρμογή της δόσης.
-
Ενήλικες - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκουςΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός δύο εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας δύο εβδομάδων.
-
Ενήλικες - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους (χαμηλής απόκρισης)ΔόσηΟμεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίωςΗ επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε τέσσερις εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής δωδεκαδακτυλικών ελκών (H. pylori αρνητικοί ή μη εκριζώσιμος)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΣε ορισμένους ασθενείς η ημερήσια δόση των 10 mg μπορεί να είναι επαρκής. Σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg.
-
Ενήλικες - Θεραπεία γαστρικών ελκώνΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται εντός τεσσάρων εβδομάδων. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά από την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων.
-
Ενήλικες - Θεραπεία γαστρικών ελκών (χαμηλής απόκρισης)ΔόσηΟμεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίωςΗ επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Πρόληψη υποτροπής γαστρικών ελκών (χαμηλής απόκρισης)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΕάν χρειάζεται η δόση μπορεί να αυξηθεί σε Ομεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες - Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού (συνδυαστική θεραπεία)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 500 mg + αμοξυκιλλίνη 1000 mg, το καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Ή Ομεπραζόλη 20 mg + κλαριθρομυκίνη 250 mg (εναλλακτικά 500 mg) + μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg), το καθένα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα. Ή Ομεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίως με αμοξυκιλλίνη 500 mg και μετρονιδαζόλη 400 mg (ή 500 mg ή τινιδαζόλη 500 mg), και τα δύο τρεις φορές την ημέρα για μία εβδομάδα.Η επιλογή των αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται στην ανοχή στα φάρμακα του κάθε ασθενούς, και να λαμβάνονται σε συμφωνία με τα εθνικά και τοπικά δεδομένα ανθεκτικότητας και τις οδηγίες θεραπείας. Σε κάθε δοσολογικό σχήμα, αν ο ασθενής εξακολουθεί να είναι θετικός στο Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί.
-
Ενήλικες - Θεραπεία γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτευχθεί πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων.
-
Ενήλικες - Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με ΜΣΑΦ (υψηλού κινδύνου)ΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΥψηλός κίνδυνος: ηλικία>60, προηγούμενο ιστορικό γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών, προηγούμενο ιστορικό αιμορραγίας του ανωτέρου πεπτικού.
-
Ενήλικες - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg μία φορά ημερησίωςΣτους περισσότερους ασθενείς η επούλωση επέρχεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Για εκείνους τους ασθενείς που μπορεί να μην επιτεύχθηκε πλήρης επούλωση μετά την αρχική θεραπεία, η επούλωση συνήθως επέρχεται κατά τη διάρκεια μίας επιπλέον περιόδου θεραπείας τεσσάρων εβδομάδων.
-
Ενήλικες - Θεραπεία σοβαρής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόσηΟμεπραζόλη 40 mg μία φορά ημερησίωςΗ επούλωση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε οκτώ εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Μακροχρόνια θεραπεία επουλωμένης οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόσηΟμεπραζόλη 10 mg μία φορά ημερησίωςΕάν χρειάζεται, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε Ομεπραζόλη 20-40 mg μία φορά ημερησίως.
-
Ενήλικες - Θεραπεία συμπτωματικής γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησηςΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg ημερησίωςΟι ασθενείς μπορεί να ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε 10 mg ημερησίως, και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί η εξατομικευμένη προσαρμογή της δόσης. Εάν δεν έχει επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων με Ομεπραζόλη 20 mg ημερησίως, συνιστάται περαιτέρω εξέταση.
-
Ενήλικες - Θεραπεία συνδρόμου Zollinger - EllisonΔόσηΠροσαρμόζεται εξατομικευμέναΜέγ. δόση120 mg ημερησίωςΗ θεραπεία να συνεχίζεται σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις. Περισσότεροι από το 90% των ασθενών συντηρούνται με δόσεις Ομεπραζόλη των 20-120 mg ημερησίως. Όταν η δόση υπερβαίνει τα 80 mg Ομεπραζόλη ημερησίως, η δόση πρέπει να μοιράζεται και να λαμβάνεται δύο φορές ημερησίως.
-
Παιδιά 1-2 ετών και 10-20 kg - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση / Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔόση10 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση20 mg μία φορά ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί. Διάρκεια θεραπείας: 4-8 εβδομάδες (οισοφαγίτιδα), 2-4 εβδομάδες (συμπτωματική). Εάν ο έλεγχος των συμπτωμάτων δεν έχει επιτευχθεί μετά από 2-4 εβδομάδες ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις.
-
Παιδιά ≥ 2 ετών και >20 kg - Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση / Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔόση20 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg μία φορά ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg μία φορά ημερησίως εάν χρειαστεί. Διάρκεια θεραπείας: 4-8 εβδοδομάδες (οισοφαγίτιδα), 2-4 εβδομάδες (συμπτωματική). Εάν ο έλεγχος των συμπτωμάτων δεν έχει επιτευχθεί μετά από 2-4 εβδομάδες ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις.
-
Παιδιά και έφηβοι >4 ετών και 15-30 kg - Εκρίζωση H. pyloriΔόσηΟμεπραζόλη 10 mg, αμοξυκιλλίνη 25 mg/kg βάρους σώματος και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματος χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα.Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Παιδιά και έφηβοι >4 ετών και 31-40 kg - Εκρίζωση H. pyloriΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 750 mg και κλαριθρομυκίνη 7,5 mg/kg βάρους σώματος χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα.Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Παιδιά και έφηβοι >4 ετών και >40 kg - Εκρίζωση H. pyloriΔόσηΟμεπραζόλη 20 mg, αμοξυκιλλίνη 1 g και κλαριθρομυκίνη 500 mg χορηγούνται ταυτόχρονα δύο φορές ημερησίως για μία εβδομάδα.Η θεραπεία πρέπει να επιβλέπεται από ειδικευμένο γιατρό.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόση10-20 mgΜία ημερήσια δόση μπορεί να είναι επαρκής (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ομεπραζόλη, στα υποκατεστημένα βενζιμιδαζόλια ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ταυτόχρονη χρήση με νελφιναβίρη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ανησυχητικά συμπτώματα και γαστρικό έλκοςΝα αποκλείεται η κακοήθεια
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με αταζαναβίρηπροσοχήΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικό φορτίο) σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη. Η ομεπραζόλη δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg
-
Μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12ΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένες αποθήκες ή αυξημένο κίνδυνο για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12 σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείαςΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη
-
Αλληλεπίδραση με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω CYP2C19Να εξετάζεται η ενδεχόμενη αλληλεπίδραση κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας
-
Ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέληςπροσοχήΠρέπει να αποθαρρύνεται
-
Δυσανεξία στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σακχαράσης-ισομαλτάσης (λόγω σακχαρόζης)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματαΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (λόγω παραϋδροξυβενζοϊκών εστέρων)Μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες)
-
Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών λοιμώξεωνΗ θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter
-
Αυξημένος κίνδυνος κατάγματοςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ή σε περιπτώσεις παρουσίας άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου, ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσηςΟι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιηθούν σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτος), μπορεί να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο κατάγματος του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D και ασβεστίου
-
ΥπομαγνησιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με PPIs για τουλάχιστον τρεις μήνες (στις περισσότερες περιπτώσεις, για ένα χρόνο), ασθενείς που αναμένεται να είναι σε παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά)Έχει αναφερθεί σοβαρή υπομαγνησιαιμία. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να λάβουν υπόψη τη μέτρηση των επιπέδων μαγνησίου πριν την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Παρέμβαση με εργαστηριακές εξετάσεις (χρωμογρανίνη CgA)Η θεραπεία με ομεπραζόλη πρέπει να διακόπτεται πέντε ημέρες πριν τις μετρήσεις CgA
-
Μακροχρόνια θεραπείαΟι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική επίβλεψη
-
Μακροχρόνια θεραπεία σε παιδιατρικό πληθυσμόΠληθυσμόςΠαιδιά με χρόνιες παθήσειςΜερικά παιδιά μπορεί να χρειαστούν μακροχρόνια θεραπεία παρόλο που δεν συνιστάται
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα στο πλάσμα (μείωση 40% της νελφιναβίρης, 75-90% του μεταβολίτη M8). Πιθανή αναστολή του CYP2C19.ΣύστασηΤαυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα στο πλάσμα (75% μείωση με ομεπραζόλη 40mg, 30% με 20mg ομεπραζόλη).ΣύστασηΔε συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
προσοχήΑυξημένη βιοδιαθεσιμότητα (κατά 10%).ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ομεπραζόλη χορηγείται σε υψηλές δόσεις σε ηλικιωμένα άτομα. Πρέπει να ενισχύεται η θεραπευτική παρακολούθηση της διγοξίνης.
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση στον δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης (46% Ημέρα 1, 42% Ημέρα 5). Μειωμένη αναστολή συσσώρευσης αιμοπεταλίων (47% 24 ώρες, 30% Ημέρα 5).ΣύστασηΑλληλεπίδραση ενδέχεται να οφείλεται στην ανασταλτική επίδραση της ομεπραζόλης στο CYP2C19. Έχει αναφερθεί ασυμφωνία δεδομένων επί των κλινικών επιπλοκών αυτής της PK/PD αλληλεπίδρασης σε όρους μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων από μελέτες παρατήρησης και κλινικές μελέτες.
-
αντένδειξηΣημαντική μείωση απορρόφησης, επηρεασμένη κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
-
προσοχήΣημαντική μείωση απορρόφησης, επηρεασμένη κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΗ κλινική αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι επηρεασμένη.
-
προσοχήΜειωμένος μεταβολισμός, αυξημένη συστηματική έκθεση.
-
παρακολούθησηΑύξηση Cmax και AUC κατά 18% και 26% αντίστοιχα (μεταβολίτης κατά 29% και 69%).
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης φαινυτοΐνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με ομεπραζόλη και, αν έχει γίνει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης, πρέπει να λάβει χώρα παρακολούθηση και περαιτέρω προσαρμογή της δόσης μετά το πέρας της θεραπείας με ομεπραζόλη.
-
παρακολούθησηΑύξηση στα επίπεδα του πλάσματος μέχρι και 70% περίπου για την σακουιναβίρη. Καλή ανοχή.
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα τακρόλιμους στον ορό.ΣύστασηΘα πρέπει να εφαρμόζεται ενισχυμένη παρακολούθηση της συγκέντρωσης τακρόλιμους καθώς και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης), και να προσαρμόζεται η δόση της τακρόλιμους αν χρειάζεται.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της (σε ορισμένους ασθενείς).ΣύστασηΣε χορήγηση υψηλής μεθοτρεξάτης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωρινή διακοπή της ομεπραζόλης.
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης ομεπραζόλης γενικά. Ωστόσο, η προσαρμογή της δόσης πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και αν ενδείκνυται μακροχρόνια θεραπεία.
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία)
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Παραισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Ίλιγγος
- Εγκεφαλοπάθεια
- Θολή όραση
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Μικροσκοπική κολίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα ισχίουΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα καρπούΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚάταγμα σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜικροσκοπική κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Ασφαλές
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜπορεί να χρησιμοποιηθείΑποτελέσματα από τρεις προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες (περισσότερα από 1000 αποτελέσματα έκθεσης) δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ομεπραζόλης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού.
-
ΓαλουχίαΔε φαίνεται να επηρεάζει το παιδί όταν λαμβάνεται σε θεραπευτικές δόσειςΗ ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δε φαίνεται να επηρεάζει το παιδί όταν λαμβάνεται σε θεραπευτικές δόσεις.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Ναυτία
- εμετός
- ζάλη
- κοιλιακό άλγος
- διάρροια
- κεφαλαλγία
- απάθεια
- κατάθλιψη
- σύγχυση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, Κωδικός ATC Α02BC01
Μηχανισμός δράσης
Η ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μείγμα δύο εναντιομερών, μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος μέσω ενός μηχανισμού δράσης υψηλής εκλεκτικότητας. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Δρα ταχέως και προσφέρει έλεγχο μέσω αντιστρεπτής αναστολής της έκκρισης γαστρικού οξέος, με μία μόνο δόση την ημέρα.
Η ομεπραζόλη είναι μία ασθενής βάση που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται στη δραστική μορφή μέσα στο ισχυρά όξινο περιβάλλον των ενδοκυτταρικών σωληνίσκων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου αναστέλλει το ένζυμο H+K+-ATPάση, την αντλία πρωτονίων. Αυτή η επίδραση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας σχηματισμού του γαστρικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη και παρέχει αναστολή υψηλής απόδοσης τόσο στην βασική έκκριση οξέος όσο και σε αυτήν μετά από διέγερση, ανεξάρτητα από τον παράγοντα διέγερσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όλες οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν από τη δράση της ομεπραζόλης στην έκκριση οξέος.
Επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος Η από του στόματος χορήγηση ομεπραζόλης μία φορά ημερησίως παρέχει ταχεία και αποτελεσματική αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και της νύχτας με το μέγιστο της δράσης της να επιτυγχάνεται μέσα σε 4 μέρες θεραπείας. Με ομεπραζόλη 20 mg διατηρείται στους ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος μία μέση ελάττωση της 24ωρης ενδογαστρικής οξύτητας κατά 80% τουλάχιστον, με μέση ελάττωση της μέγιστης έκκρισης οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη περίπου στο 70%, 24 ώρες μετά τη λήψη της δόσης.
Η από του στόματος χορήγηση ομεπραζόλης 20 mg διατηρεί ένα ενδογαστρικό pH≥3 για ένα μέσο χρόνο 17 ωρών κατά τη διάρκεια του 24ώρου σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος.
Ως αποτέλεσμα της μειωμένης έκκρισης οξέος και της ενδογαστρικής οξύτητας, η ομεπραζόλη μειώνει/ομαλοποιεί με δοσοεξαρτώμενο τρόπο την έκθεση του οισοφάγου στο γαστρικό οξύ σε ασθενείς με νόσο γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Η αναστολή της έκκρισης του οξέος σχετίζεται με το εμβαδό κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς το χρόνο (AUC) της ομεπραζόλης και όχι με την πραγματική συγκέντρωση στο πλάσμα σε δεδομένο χρόνο.
Δεν έχει παρατηρηθεί ταχυφυλαξία κατά τη διάρκεια θεραπείας με ομεπραζόλη.
Επίδραση στο Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού Το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού σχετίζεται με τα πεπτικά έλκη, συμπεριλαμβανομένων του δωδεκαδακτυλικού και γαστρικού έλκους. Το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι ο κύριος παράγοντας ανάπτυξης γαστρίτιδας. Το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού μαζί με το γαστρικό οξύ είναι οι κύριοι παράγοντες ανάπτυξης πεπτικού έλκους. Το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι ο κύριος παράγοντας ανάπτυξης ατροφικής γαστρίτιδας η οποία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης γαστρικού καρκινώματος.
Η εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού με ομεπραζόλη και αντιβιοτικά σχετίζεται με υψηλά ποσοστά επούλωσης και μακροχρόνια ύφεση της νόσου των πεπτικών ελκών.
Διπλές θεραπείες έχουν μελετηθεί και βρεθεί ότι είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις τριπλές θεραπείες. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη σε περιπτώσεις όπου γνωστές υπερευαισθησίες αποκλείουν τη χρήση οποιουδήποτε τριπλού συνδυασμού.
Άλλες επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή οξέος Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενικών κύστεων με κάποια αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες.
Η με οποιοδήποτε τρόπο μείωση της γαστρικής οξύτητας, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηριδίων που φυσιολογικά υπάρχουν στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν την έκκριση οξέος μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων π.χ. από Salmonella και Campylobacter.
Η χρωμογρανίνη Α (CgA) αυξάνεται επίσης λόγου της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Αυτή η τροποποιημένη επίδραση της CgA δεν μπορεί να φανεί πέντε ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με αναστολείς της αντλίας προτωνίων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μία μη-ελεγχόμενη μελέτη σε παιδιά (ηλικίας 1 έως 16 ετών) με σοβαρή οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση, η ομεπραζόλη σε δόσεις από 0,7 έως 1,4 mg/kg βελτίωσε το βαθμό της οισοφαγίτιδας στο 90% των περιπτώσεων και μείωσε σημαντικά τα συμπτώματα της παλινδρόμησης. Σε μία μονά τυφλή μελέτη, σε παιδιά ηλικίας 0-24 μηνών με κλινικά διαγνωσμένη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση χορηγήθηκαν 0,5, 0,1 ή 1,5 mg ομεπραζόλης/kg. Η συχνότητα των επεισοδίων εμετού/παλινδρόμησης μειώθηκαν κατά 50% μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας, ανεξάρτητα από τη δόση.
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού στα παιδιά
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή κλινική μελέτη (Héliot study) απέδειξε ότι η ομεπραζόλη σε συνδυασμό με δύο αντιβιοτικά (αμοξικυλλίνη και κλαριθρομυκίνη), ήταν ασφαλής και αποτελεσματική στη θεραπεία λοίμωξης από το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού σε παιδιά ηλικίας από 4 ετών και άνω με γαστρίτιδα: ποσοστό εκρίζωσης του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού: 74,2% (23/31 ασθενείς) με ομεπραζόλη + αμοξικυλλίνη + κλαριθρομυκίνη έναντι 9,4% (3/32 ασθενείς) με αμοξικυλλίνη + κλαριθρομυκίνη. Ωστόσο, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία κλινικού οφέλους αναφορικά με τα συμπτώματα δυσπεψίας. Αυτή η μελέτη δεν υποστηρίζει καμία πληροφορία για παιδιά ηλικίας μικρότερης από 4 ετών.
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ομεπραζόλη και το μετά μαγνησίου άλας της ομεπραζόλης είναι οξινοευαίσθητες ουσίες και ως εκ τούτου χορηγούνται από του στόματος ως εντεροδιαλυτά κοκκία σε καψάκια ή δισκία. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία, με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να παρατηρούνται κατά προσέγγιση σε 1-2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης λαμβάνει χώρα στο λεπτό έντερο και συνήθως ολοκληρώνεται εντός 3-6 ωρών.
Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα. Η συστηματική διαθεσιμότητα (βιοδιαθεσιμότητα) από εφάπαξ δόση ομεπραζόλης από του στόματος είναι περίπου 40%. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μια φορά ημερησίως, η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε 60%.
Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,31L/kg βάρους σώματος. Η ομεπραζόλη είναι κατά 97% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετατροπή Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Το κυριότερο τμήμα του μεταβολισμού της εξαρτάται από την πολυμορφικά εκφραζόμενη ειδική ισομορφή CYP2C19, που είναι υπεύθυνη για το σχηματισμό της υδροξυομεπραζόλης, τον κύριο μεταβολίτη στο πλάσμα. Το εναπομείναν τμήμα εξαρτάται από μία άλλη ειδική ισομορφή, την CYP3A4, υπεύθυνη για το σχηματισμό της σουλφονικής ομεπραζόλης. Ως αποτέλεσμα της υψηλής συγγένειας της ομεπραζόλης με το CYP2C19, υπάρχει η πιθανότητα συναγωνιστικής αναστολής και μεταβολικής αλληλεπίδρασης με άλλα υποστρώματα του CYP2C19. Ωστόσο, λόγω της μικρής συγγένειας με το CYP3A4, η ομεπραζόλη δεν έχει τη δυνατότητα να αναστείλει το μεταβολισμό άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4. Επιπλέον, η ομεπραζόλη δεν διαθέτει ανασταλτική δράση επί των κύριων CYP ενζύμων.
Περίπου το 3% του Καυκάσιου πληθυσμού και το 15-20% του Ασιατικού πληθυσμού έχουν έλλειψη του λειτουργικού ενζύμου CYP2C19 και καλούνται άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό. Σε τέτοια άτομα ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης πιθανόν να καταλύεται κυρίως από τη CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg ομεπραζόλης μία φορά ημερησίως, το μέσο AUC ήταν 5 με 10 φορές υψηλότερη σε άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό σε σχέση με τα άτομα που έχουν λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο (άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν επίσης υψηλότερες, κατά 3 με 5 φορές. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν επιπτώσεις στη δοσολογία της ομεπραζόλης.
Αποβολή Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ομεπραζόλης από το πλάσμα είναι συνήθως μικρότερος από μία ώρα τόσο μετά από εφάπαξ όσο και μετά από επαναλαμβανόμενη μία φορά ημερησίως από του στόματος χορήγηση. Η ομεπραζόλη απομακρύνεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς τάση για συσσώρευση κατά τη διάρκεια της χορήγησης μια φορά ημερησίως. Σχεδόν το 80% της από του στόματος δόσης της ομεπραζόλης απεκκρίνεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα και το υπόλοιπο παραμένει στα κόπρανα, προερχόμενο κατά κύριο λόγο από την έκκριση της χοληδόχου κύστης.
Η AUC της ομεπραζόλης αυξάνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η αύξηση είναι δοσοεξαρτώμενη και έχει ως αποτέλεσμα μία μη-γραμμική σχέση δόσης-AUC μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η χρονο- και δοσο-εξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανόν προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την ομεπραζόλη και/ή τους μεταβολίτες της (π.χ. τη σουλφονική). Δεν έχει βρεθεί μεταβολίτης που να έχει επίδραση στην έκκριση του γαστρικού οξέος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία Ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι εξασθενημένος, έχοντας ως αποτέλεσμα αυξημένη AUC. Η ομεπραζόλη δεν έχει αποδειχθεί να έχει οποιαδήποτε τάση για συσσώρευση όταν χορηγείται μία φορά ημερησίως.
Νεφρική δυσλειτουργία Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ομεπραζόλης, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας και του ποσοστού απομάκρυνσης, είναι αμετάβλητες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι Το ποσοστό μεταβολισμού της ομεπραζόλης είναι κάπως μειωμένο σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας 75-79 ετών).
Παιδιατρικός πληθυσμός Κατά τη διάρκεια θεραπείας με τις συνιστώμενες δόσεις σε παιδιά ηλικίας από ενός έτους, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που λαμβάνονται είναι παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων. Σε παιδιά μικρότερα από 6 μηνών, η κάθαρση της ομεπραζόλης είναι χαμηλή λόγω της μικρής ικανότητας μεταβολισμού της ομεπραζόλης.