Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C08CA13 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LERCANIDIPINE

Λερκανιδιπίνη

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …

Chemical structure of LERCANIDIPINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση.
medication
SPC-LERCADIP

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Δόση έναρξης:
10 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg. Η τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι βαθμιαία, διότι μπορεί να χρειαστούν περίπου 2 εβδομάδες για την επίτευξη του μέγιστου αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Δεν αναμένεται βελτίωση της αποτελεσματικότητας με υψηλότερες δόσεις (> 30 mg), ενώ μπορεί να αυξηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας
    δεν απαιτείται προσαρμογή της ημερήσιας δόσης, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αρχίζει η θεραπεία. Η αύξηση της δόσης σε 20 mg ημερησίως πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η αντιυπερτασική δράση μπορεί να ενισχυθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και συνεπώς πρέπει να εξετασθεί προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min)
    Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (έως 18 ετών)
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-LERCADIP

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Κύηση και γαλουχία
  • Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας εκτός και αν γίνεται χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης
  • Απόφραξη του χώρου εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που δεν αντιμετωπίζεται με θεραπεία
  • Ασταθής στηθάγχη
  • Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
  • Εντός 1 μηνός μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
  • Συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη
  • Συγχορήγηση με γκρέιπφρουτ και χυμό γκρέιπφρουτ
warning
SPC-LERCADIP

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (χωρίς βηματοδότη)
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή
  • Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και ισχαιμική καρδιοπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς (LV)
    Πρέπει να δίνεται προσοχή
  • Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και ισχαιμική καρδιοπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια
    Απαιτείται προσοχή
  • Στηθάγχη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχη
    Μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη συχνότητα, διάρκεια ή σοβαρότητα αυτών των επεισοδίων. Μπορεί να παρουσιαστούν μεμονωμένες περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου.
  • Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αρχίζει η θεραπεία. Η αύξηση της δόσης σε 20 mg ημερησίως πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  • Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Η αντιυπερτασική δράση μπορεί να ενισχυθεί και συνεπώς πρέπει να εξετασθεί προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση
  • Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 30 ml/min)
    Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση
  • Επαγωγείς του CYP 3 A 4
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη)
    Η αποτελεσματικότητα της λερκανιδιπίνης μπορεί να είναι μικρότερη σε σχέση με την αναμενόμενη.
  • Οινόπνευμα
    Πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορεί να ενισχύσει τη δράση των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων.
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης, γαλακτοζαιμία ή σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης/γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να χορηγείται.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας έως 18 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
swap_horiz
SPC-LERCADIP

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση των επιπέδων της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα (15 φορές αύξηση της AUC και 8 φορές αύξηση της Cmax για το εναντιομερές S-λερκανιδιπίνη με κετοκοναζόλη)
  • αντένδειξη
    Αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα τόσο της λερκανιδιπίνης όσο και της κυκλοσπορίνης.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    αντένδειξη
    Αύξηση της συστηματικής διαθεσιμότητας και της υποτασικής δράσης της λερκανιδιπίνης.
  • παρακολούθηση
    Η απορρόφηση της λερκανιδιπίνης αυξήθηκε (περίπου κατά 40%) και ο ρυθμός της απορρόφησης μειώθηκε (ο tmax επιβραδύνθηκε από 1,75 σε 3 ώρες). Οι συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης δεν μεταβλήθηκαν.
  • Άλλα υποστρώματα του CYP3A4 (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ όπως αμιωδαρόνη, κινιδίνη)
    παρακολούθηση
    Απαιτείται προσοχή
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (αντιεπιληπτικά όπως φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης
    Σύστασηη αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται συχνότερα από ότι συνήθως
  • παρακολούθηση
    Η βιοδιαθεσιμότητα της μετοπρολόλης δεν μεταβλήθηκε, ενώ αυτή της λερκανιδιπίνης μειώθηκε κατά 50%.
    Σύστασηη λερκανιδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια με β-αδρενεργικούς αναστολείς, αλλά μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Δεν έδειξε κλινικά σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική της λερκανιδιπίνης.
  • Σιμετιδίνη (800 mg/ημέρα)
    παρακολούθηση
    Δεν προκαλεί σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα
    Σύστασηαπαιτείται προσοχή σε υψηλότερες δόσεις καθώς μπορεί να αυξηθούν η βιοδιαθεσιμότητα και η υποτασική δράση της λερκανιδιπίνης.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση κατά 33% της Cmax της διγοξίνης σε υγιείς εθελοντές. Η AUC και η νεφρική κάθαρση δεν επηρεάστηκαν σημαντικά.
    ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διγοξίνη πρέπει να βρίσκονται σε στενή κλινική παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη διγοξίνη.
  • παρακολούθηση
    Η AUC της σιμβαστατίνης αυξήθηκε κατά 56% και εκείνη του ενεργού μεταβολίτη β-hydroxyacid κατά 28%. Η AUC της λερκανιδιπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά.
    ΣύστασηΔεν αναμένεται αλληλεπίδραση όταν η λερκανιδιπίνη χορηγηθεί το πρωί και η σιμβαστατίνη το βράδυ.
  • παρακολούθηση
    Δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης.
  • Διουρητικά και αναστολείς του ΜΕΑ
    παρακολούθηση
    Το LERCADIP χορηγήθηκε με ασφάλεια.
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    Μπορεί να ενισχύσει τη δράση των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων.
    ΣύστασηΤο οινόπνευμα πρέπει να αποφεύγεται.
sick
SPC-LERCADIP

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • υπερευαισθησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • ζάλη
  • κεφαλαλγία
  • υπνηλία
  • συγκοπή
Καρδιακές διαταραχές
  • ταχυκαρδία
  • αίσθημα παλμών
  • στηθάγχη
Αγγειακές διαταραχές
  • έξαψη
  • υπόταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • κοιλιακό άλγος
  • έμετος
  • ναυτία
  • δυσπεψία
  • διάρροια
  • υπερτροφία των ούλων
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • πολυουρία
  • συχνουρία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • περιφερικό οίδημα
  • εξασθένιση
  • κόπωση
  • θωρακικό άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Τρανσαμινάσες αυξημένες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • υπερευαισθησία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • συγκοπή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • έξαψη
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • υπερτροφία των ούλων
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • μυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • πολυουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • συχνουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • περιφερικό οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • εξασθένιση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Τρανσαμινάσες αυξημένες
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-LERCADIP

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χορηγείται
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Με την παραμόρφωση του διαύλου, την αναστολή μηχανισμών ελέγχου αγωγιμότητας ιόντων και/ή τη διακοπή απελευθέρωσης ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο, η Lercanidipine εμποδίζει την εισροή εξωκυτταρικού ασβεστίου μέσω των μεμβρανών μυοκαρδιακών και…
monitor_heart
SPC-LERCADIP

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικοί αποκλειστές διαύλων ασβεστίου με κυρίως δράση στα αγγεία - Παράγωγα διυδροπυριδίνης. Κωδικός ATC: C08CA13 Μηχανισμός δράσης Η λερκανιδιπίνη είναι ένας ανταγωνιστής του ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών και…
biotech
SPC-LERCADIP

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση: Το LERCADIP απορροφάται πλήρως μετά την από στόματος χορήγηση 10 - 20 mg και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα, 3,30 ng/ml  2,09 s.d. (τυπική απόκλιση) και 7,66 ng/ml  5,90 s.d. αντίστοιχα, επιτυγχάνονται περίπου 1,5 - 3 ώρες μετά τη χορήγηση της…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LERCADIP
expand_more
Η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg από του στόματος μια φορά την ημέρα τουλάχιστον 15 λεπτά πριν τα γεύματα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg ανάλογα με την ανταπόκριση του κάθε ασθενή. Η τιτλοποίηση της δόσης πρέπει να είναι βαθμιαία, διότι μπορεί να χρειαστούν περίπου 2 εβδομάδες για την επίτευξη του μέγιστου αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Μερικά άτομα, η υπέρταση των οποίων δεν ελέγχεται ικανοποιητικά με ένα μόνο αντιυπερτασικό φάρμακο, μπορούν να ωφεληθούν από την προσθήκη του LERCADIP στη θεραπεία με φάρμακα που αναστέλλουν τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς (ατενολόλη), διουρητικά (υδροχλωροθειαζίδη) ή αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (καπτοπρίλη ή εναλαπρίλη). Επειδή η καμπύλη δόσης-ανταπόκρισης παρουσιάζει απότομη αύξηση και σταθεροποιείται σε δόσεις μεταξύ 20 και 30 mg, δεν αναμένεται βελτίωση της αποτελεσματικότητας με υψηλότερες δόσεις, ενώ μπορεί να αυξηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας: παρόλο που τα δεδομένα φαρμακοκινητικής και η κλινική εμπειρία δείχνουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της ημερήσιας δόσης, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας στους ηλικιωμένους. Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία: πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αρχίζει η θεραπεία σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Αν και το συνήθως συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα μπορεί να είναι ανεκτό από αυτές τις υποομάδες ασθενών, η αύξηση της δόσης σε 20 mg ημερησίως πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η αντιυπερτασική δράση μπορεί να ενισχυθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και συνεπώς πρέπει να εξετασθεί προσαρμογή της δοσολογίας. Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min). Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του LERCADIP σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης Για από του στόματος χρήση Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από το χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος Η αγωγή πρέπει να χορηγείται κατά προτίμηση το πρωί τουλάχιστον 15 λεπτά πριν το πρόγευμα Το προϊόν αυτό δεν πρέπει να χορηγείται με χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.5).
block

Αντενδείξεις

SPC-LERCADIP
expand_more

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

 Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.  Kύηση και γαλουχία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).  Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας εκτός και αν γίνεται χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης.  Απόφραξη του χώρου εξωθήσεως της αριστερής κοιλίας.  Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που δεν αντιμετωπίζεται με θεραπεία.  Ασταθής στηθάγχη.  Σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.  Εντός 1 μηνός μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.  Συγχορήγηση με:  ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις),  κυκλοσπορίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις),  γκρέιπφρουτ και χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LERCADIP
expand_more

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν χρησιμοποιείται το LERCADIP σε ασθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (χωρίς βηματοδότη).

Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και ισχαιμική καρδιοπάθεια Αν και οι αιμοδυναμικές ελεγχόμενες μελέτες δεν αποκάλυψαν βλάβη της κοιλιακής λειτουργίας, πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς (LV). Έχει υποδειχθεί ότι ορισμένες διυδροπυριδίνες βραχείας δράσης μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια. Αν και το LERCADIP είναι μακράς δράσης απαιτείται προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.

Ορισμένες διυδροπυριδίνες μπορεί να προκαλέσουν σπάνια προκάρδιο άλγος ή στηθάγχη. Πολύ σπάνια ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχη μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη συχνότητα, διάρκεια ή σοβαρότητα αυτών των επεισοδίων. Μπορεί να παρουσιαστούν μεμονωμένες περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αρχίζει η θεραπεία σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Αν και το συνήθως συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα μπορεί να είναι ανεκτό από αυτές τις υποομάδες ασθενών, η αύξηση της δόσης σε 20 mg ημερησίως πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η αντιυπερτασική δράση μπορεί να ενισχυθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και συνεπώς πρέπει να εξετασθεί προσαρμογή της δοσολογίας.

Το LERCADIP δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 30 ml/min) (βλ. Δοσολογία).

Επαγωγείς του CYP 3 A 4 Επαγωγείς του CYP3A4 όπως αντιεπιληπτικά (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη) και η ριφαμπικίνη μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα και ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα της λερκανιδιπίνης μπορεί να είναι μικρότερη σε σχέση με την αναμενόμενη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Οινόπνευμα Το οινόπνευμα πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορεί να ενισχύσει τη δράση των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Λακτόζη Ένα δισκίο περιέχει 30 mg λακτόζης και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης, γαλακτοζαιμία ή σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης/γαλακτόζης.

Παιδιατρικός πληθυσμός μ Η ασφάλεια και η αποτελεσ ατικότητα του LERCADIP σε παιδιά και εφήβους ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LERCADIP
expand_more
Αναστολείς του CYP 3 A 4 Η λερκανιδιπίνη είναι γνωστό ότι μεταβολίζεται μέσω του ενζύμου CYP3A4 και, ως εκ τούτου, αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4 χορηγούμενοι ταυτόχρονα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με το μεταβολισμό και την αποβολή της λερκανιδιπίνης. Η ταυτόχρονη χορήγηση του LERCADIP με αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη) πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.3). Μια μελέτη αλληλεπίδρασης με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, την κετοκοναζόλη, έδειξε αξιοσημείωτη αύξηση των επιπέδων της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα (15 φορές αύξηση της AUC και 8 φορές αύξηση της Cmax για το εναντιομερές S-λερκανιδιπίνη). Κυκλοσπορίνη Η κυκλοσπορίνη και η λερκανιδιπίνη δεν πρέπει να συγχορηγούνται (βλ. παράγραφο 4.3). Παρατηρήθηκε αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα τόσο της λερκανιδιπίνης όσο και της κυκλοσπορίνης κατόπιν ταυτόχρονης χορήγησης. Μια μελέτη σε νέους υγιείς εθελοντές έδειξε ότι όταν η κυκλοσπορίνη χορηγήθηκε 3 ώρες μετά τη λήψη της λερκανιδιπίνης, τα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα δεν μετεβλήθησαν, ενώ η AUC της κυκλοσπορίνης αυξήθηκε κατά 27%. Εν τούτοις, η συγχορήγηση του LERCADIP με κυκλοσπορίνη προκάλεσε κατά 3 φορές αύξηση των επιπέδων της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα και κατά 21% αύξηση της AUC της κυκλοσπορίνης. Χυμός γκρέιπφρουτ Η λερκανιδιπίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται με γκρέιπφρουτ και χυμό γκρέιπφρουτ (βλ. παράγραφο 4.3). Όπως και με τις άλλες διυδροπυριδίνες, η λερκανιδιπίνη είναι ευαίσθητη στην αναστολή του μεταβολισμού της από χυμό γκρέιπφρουτ, με αποτέλεσμα την αύξηση της συστηματικής διαθεσιμότητάς της και της υποτασικής δράσης της. Μιδαζολάμη Κατά τη συγχορήγησή της σε δόση 20 mg με μιδαζολάμη από του στόματος σε ηλικιωμένους εθελοντές, η απορρόφηση της λερκανιδιπίνης αυξήθηκε (περίπου κατά 40%) και ο ρυθμός της απορρόφησης μειώθηκε (ο tmax επιβραδύνθηκε από 1,75 σε 3 ώρες). Οι συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης δεν μεταβλήθηκαν. Υποστρώματα του CYP 3 A 4 Απαιτείται προσοχή όταν το LERCADIP χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα υποστρώματα του CYP3A4, όπως τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ όπως αμιωδαρόνη, κινιδίνη. Επαγωγείς του CYP 3 A 4 Ταυτόχρονη χορήγηση του LERCADIP με επαγωγείς του CYP3A4, όπως αντιεπιληπτικά (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη) και ριφαμπικίνη πρέπει να γίνεται με προσοχή επειδή η αντιυπερτασική δράση μπορεί να μειωθεί και η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται συχνότερα από ότι συνήθως. Μετοπρολόλη Κατά τη συγχορήγηση του LERCADIP με μετοπρολόλη, έναν β-αναστολέα που αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ, η βιοδιαθεσιμότητα της μετοπρολόλης δεν μεταβλήθηκε, ενώ αυτή της λερκανιδιπίνης μειώθηκε κατά 50%. Αυτή η δράση μπορεί να οφείλεται στη μείωση της ηπατικής αιματικής ροής που προκαλείται από τους β-αναστολείς και ως εκ τούτου μπορεί να παρουσιαστεί και με άλλα φάρμακα αυτής της κατηγορίας. Κατά συνέπεια, η λερκανιδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια με β-αδρενεργικούς αναστολείς, αλλά μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης. Φλουοξετίνη Μια μελέτη αλληλεπίδρασης με φλουοξετίνη (έναν αναστολέα του CYP2D6 και του CYP3A4), που έγινε σε εθελοντές ηλικίας 65 ± 7 ετών (μέση τιμή ± τυπική απόκλιση (sd)), δεν έδειξε κλινικά σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική της λερκανιδιπίνης. Σιμετιδίνη Η συγχορήγηση σιμετιδίνης 800 mg την ημέρα δεν προκαλεί σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα, αλλά απαιτείται προσοχή σε υψηλότερες δόσεις καθώς μπορεί να αυξηθούν η βιοδιαθεσιμότητα και η υποτασική δράση της λερκανιδιπίνης. Διγοξίνη Ταυτόχρονη χορήγηση 20 mg λερκανιδιπίνης σε ασθενείς που υπόκεινται σε χρόνια θεραπεία με β-methyldigoxin, δεν έδειξε καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Υγιείς εθελοντές σε κατάσταση νηστείας στους οποίους χορηγήθηκε διγοξίνη μετά από λήψη 20 mg λερκανιδιπίνης, παρουσίασαν μέση αύξηση κατά 33% της Cmax της διγοξίνης, ενώ η AUC και η νεφρική κάθαρση δεν επηρεάστηκαν σημαντικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διγοξίνη πρέπει να βρίσκονται σε στενή κλινική παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη διγοξίνη. Σιμβαστατίνη Όταν συγχορηγήθηκε κατ’ επανάληψη δόση 20 mg LERCADIP με 40 mg σιμβαστατίνης, η AUC της λερκανιδιπίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά, ενώ η AUC της σιμβαστατίνης αυξήθηκε κατά 56% και εκείνη του ενεργού μεταβολίτη β-hydroxyacid κατά 28%. Δεν είναι πιθανό αυτές οι μεταβολές να έχουν κλινική σημασία. Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση όταν η λερκανιδιπίνη χορηγηθεί το πρωί και η σιμβαστατίνη το βράδυ, όπως ενδείκνυται γι’ αυτό το φάρμακο. Βαρφαρίνη Η συγχορήγηση 20 mg λερκανιδιπίνης σε υγιείς εθελοντές σε κατάσταση νηστείας δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της βαρφαρίνης. Διουρητικά και αναστολείς του ΜΕΑ Το LERCADIP χορηγήθηκε με ασφάλεια με διουρητικά και αναστολείς του ΜΕΑ. Οινόπνευμα Το οινόπνευμα πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορεί να ενισχύσει τη δράση των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.4). Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LERCADIP
expand_more
Περίπου 1,8% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο παρουσίασε ανεπιθύμητες ενέργειες. Στον κατωτέρω πίνακα αναφέρεται η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, τουλάχιστον των πιθανώς συσχετιζόμενων, ομαδοποιημένων κατά κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA και κατατασσόμενων ανά συχνότητα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δε μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας οι παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Όπως φαίνεται στον πίνακα, οι πιο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές είναι κεφαλαλγία, ζάλη, περιφερικό οίδημα, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, έξαψη, κάθε μία παρατηρούμενη σε λιγότερο από 1% των ασθενών. Οι αυθόρμητες αναφορές από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου κατατάσσονται στην ομάδα συχνότητας «Μη γνωστές». Kατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000) Μη γνωστές Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος υπερευαισθη σία Διαταραχές του νευρικού συστήματος ζάλη, κεφαλαλγία υπνηλία συγκοπή Καρδιακές διαταραχές ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών στηθάγχη Αγγειακές διαταραχές έξαψη υπόταση Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος κοιλιακό άλγος, έμετος ,ναυτία, δυσπεψία, διάρροια, υπερτροφία των ούλων Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού εξάνθημα Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού μυαλγία Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών πολυουρία συχνουρία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης περιφερικό οίδημα εξασθένιση, κόπωση θωρακικό άλγος Παρακλινικές εξετάσεις Τρανσαμινά σες αυξημένες Ορισμένες διυδροπυριδίνες μπορεί να προκαλέσουν προκάρδιο άλγος ή στηθάγχη. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχη μπορεί να εμφανίσουν αυξημένη συχνότητα, διάρκεια ή σοβαρότητα αυτών των επεισοδίων. Μπορεί να παρατηρηθούν περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η λερκανιδιπίνη δεν φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα ή τα επίπεδα των λιπιδίων στον ορό. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LERCADIP
expand_more

Εγκυμοσύνη

Τα δεδομένα για τη λερκανιδιπίνη δεν παρέχουν ενδείξεις τερατογόνου δράσης σε αρουραίους και κουνέλια και δεν παρεμποδίστηκε η λειτουργία αναπαραγωγής των αρουραίων. Ωστόσο, επειδή δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με τη λερκανιδιπίνη κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας και επειδή άλλες διυδροπυριδίνες βρέθηκαν να έχουν τερατογόνο επίδραση σε ζώα, το LERCADIP δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία εκτός εάν γίνεται χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η λερκανιδιπίνη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το LERCADIP αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα για τη λερκανιδιπίνη. Σε κάποιους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς διαύλων ασβεστίου έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων οι οποίες μπορεί να βλάψουν τη γονιμοποίηση. Σε περιπτώσεις όπου η επαναλαμβανόμενη in vitro γονιμοποίηση είναι ανεπιτυχής και όπου δεν μπορεί να βρεθεί καμία άλλη αιτιολογία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο οι αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου να είναι η αιτία.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LERCADIP
expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικοί αποκλειστές διαύλων ασβεστίου με κυρίως δράση στα αγγεία - Παράγωγα διυδροπυριδίνης. Κωδικός ATC: C08CA13 Μηχανισμός δράσης Η λερκανιδιπίνη είναι ένας ανταγωνιστής του ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών και αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο του ασβεστίου στον καρδιακό και στον λείο μύ. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της οφείλεται σε μια άμεση επίδραση χάλασης στον αγγειακό λείο μυ μειώνοντας έτσι τη συνολική περιφερική αντίσταση. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Παρά το μικρό χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα, η λερκανιδιπίνη εμφανίζει παρατεταμένη αντιυπερτασική δράση λόγω του υψηλού συντελεστή δέσμευσης επί της κυτταρικής μεμβράνης και στερείται αρνητικής ινότροπης δράσης εξαιτίας της υψηλής αγγειακής εκλεκτικότητάς της. Επειδή η έναρξη της αγγειοδιαστολής που προκαλεί το LERCADIP είναι βαθμιαία, σπάνια παρατηρήθηκε οξεία υπόταση με ανακλαστική ταχυκαρδία σε υπερτασικούς ασθενείς. Όπως και με τις άλλες ασύμμετρες 1,4 διυδροπυριδίνες, η αντιυπερτασική δράση της λερκανιδιπίνης οφείλεται κυρίως στο (S)- εναντιομερές της. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Επιπρόσθετα των κλινικών μελετών που έγιναν για την επιβεβαίωση των θεραπευτικών ενδείξεων, μια επιπλέον μικρή μη ελεγχόμενη αλλά τυχαιοποιημένη μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή υπέρταση (η μέση τιμή και η τυπική απόκλιση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν 114,5  3,7 mmHg) έδειξε ότι η αρτηριακή πίεση ομαλοποιήθηκε στο 40% των 25 ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δόση LERCADIP 20 mg μία φορά ημερησίως και στο 56% των 25 ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε δόση LERCADIP 10 mg δύο φορές την ημέρα. Σε μία διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς με μεμονωμένη συστολική υπέρταση το LERCADIP ήταν αποτελεσματικό στη μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από μέσες αρχικές τιμές 172,6  5,6 mmHg σε 140,2  8,7 mmHg.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LERCADIP
expand_more
Απορρόφηση: Το LERCADIP απορροφάται πλήρως μετά την από στόματος χορήγηση 10 - 20 mg και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα, 3,30 ng/ml  2,09 s.d. (τυπική απόκλιση) και 7,66 ng/ml  5,90 s.d. αντίστοιχα, επιτυγχάνονται περίπου 1,5 - 3 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Τα δύο εναντιομερή της λερκανιδιπίνης παρουσιάζουν παρόμοιο φαρμακοκινητικό προφίλ: ο χρόνος επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα είναι ο ίδιος, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η AUC είναι, κατά μέσο όρο, 1,2 φορές υψηλότερες για το (S)-εναντιομερές και οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής των δύο εναντιομερών είναι κατ’ ουσίαν ίδιοι. “In vivo” δεν παρατηρήθηκε μετατροπή του ενός εναντιομερούς στο άλλο. Εξαιτίας του υψηλού μεταβολισμού πρώτης διόδου, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του από στόματος χορηγούμενου LERCADIP σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο μαζί με τροφή είναι περίπου 10%, αν και μειώνεται στο 1/3 όταν χορηγείται σε υγιείς εθελοντές σε συνθήκες νηστείας. Η διαθεσιμότητα της λερκανιδιπίνης μετά την από στόματος χορήγηση αυξάνεται κατά 4 φορές όταν το LERCADIP λαμβάνεται έως και 2 ώρες μετά από ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Επομένως, το LERCADIP πρέπει να λαμβάνεται πριν από τα γεύματα. Κατανομή: Η κατανομή από το πλάσμα στους ιστούς και στα όργανα είναι γρήγορη και εκτεταμένη. Ο βαθμός δέσμευσης της λερκανιδιπίνης από τις πρωτεΐνες του ορού υπερβαίνει το 98%. Επειδή τα επίπεδα των πρωτεϊνών στο πλάσμα είναι μειωμένα στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα του φαρμάκου μπορεί να αυξηθεί. Βιομετασχηματισμός: Το LERCADIP υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό από το CYP 3A4. Το μητρικό φάρμακο δεν ανευρίσκεται στα ούρα ή στα κόπρανα. Μετατρέπεται κυρίως σε αδρανείς μεταβολίτες και περίπου το 50% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα. “In vitro” πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια έδειξαν ότι η λερκανιδιπίνη παρουσιάζει κάποιο βαθμό αναστολής του CYP3A4 και CYP2D6, σε συγκεντρώσεις 160 και 40 φορές, αντίστοιχα, υψηλότερες από τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται μετά από δόση 20 mg. Επιπρόσθετα, μελέτες αλληλεπίδρασης στον άνθρωπο έδειξαν ότι η λερκανιδιπίνη δεν μεταβάλλει τα επίπεδα της μιδαζολάμης στο πλάσμα, ενός τυπικού υποστρώματος του CYP3A4, ή της μετοπρολόλης, ενός τυπικού υποστρώματος του CYP2D6. Επομένως, δεν αναμένεται αναστολή του βιομετασχηματισμού των φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και CYP2D6 εξαιτίας του LERCADIP σε θεραπευτικές δόσεις. Αποβολή: Ουσιαστικά η αποβολή γίνεται μέσω βιομετασχηματισμού. Ένας μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής έχει υπολογισθεί σε 8-10 ώρες και η θεραπευτική δράση διαρκεί 24 ώρες λόγω της υψηλής της δέσμευσης από τα λιπίδια της μεμβράνης. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση μετά από επανειλημμένη χορήγηση. Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα: Τα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα μετά από την από στόματος χορήγηση του LERCADIP δεν είναι ευθέως ανάλογα της δοσολογίας (μη γραμμική κινητική). Μετά τη χορήγηση 10, 20 ή 40 mg, η αναλογία των μέγιστων συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα ήταν 1:3:8, και η αναλογία των περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς το χρόνο ήταν 1:4:18, υποδεικνύοντας βαθμιαίο κορεσμό του μεταβολισμού πρώτης διόδου. Αναλόγως, η διαθεσιμότητα αυξάνεται με την αύξηση της δοσολογίας. Επιπρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς: Σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία η φαρμακοκινητική συμπεριφορά της λερκανιδιπίνης φάνηκε να είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό ασθενών. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοκάθαρση τα επίπεδα του φαρμάκου ήταν υψηλότερα (περίπου 70%). Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της λερκανιδιπίνης πιθανόν να αυξάνεται καθώς το φάρμακο κανονικά υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet
science

Scientific Profile

CID
65866
Μοριακός τύπος
C36H41N3O6
Μοριακό βάρος
611.7
IUPAC
5-O-[1-[3,3-diphenylpropyl(methyl)amino]-2-methylpropan-2-yl] 3-O-methyl 2,6-dimethyl-4-(3-nitrophenyl)-1,4-dihydropyridine-3,5-dicarboxylate
InChIKey
ZDXUKAKRHYTAKV-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Ταξινόμησης

  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
  • Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω επιλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.