Υπολογισμός Παιδιατρικής Δόσης
Υπολογίστε δοσολογία βάσει βάρους για παιδιά
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 500 / TAB | 2.93 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Εξωνοσοκομειακή πνευμονία
σε: ασθενείς που απαιτείται έναρξη θεραπείας ενδοφλέβια
Οφείλεται σε Chlamydophila pneumoniae, Haemophilus influenzae, Legionella pneumophila, Moxarella catarrhalis, Mycoplasma pneumoniae, Staphylococcus aureus ή Staphylococcus pneumoniae
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
σε: ασθενείς που απαιτείται έναρξη θεραπείας ενδοφλέβια
Οφείλεται σε ευαίσθητα στελέχη μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των Chlamydia trachomatis, Neisseria gonorrhoea, Mycoplasma hominis
- N73 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των γυναικείων πυελικών οργάνων
BEZANIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση ακολουθούμενη από από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερήσια δόση
- Δόση έναρξης: 500 mg ενδοφλεβίως
- Τιτλοποίηση: Για εξωνοσοκομειακή πνευμονία: Η ενδοφλέβια θεραπεία (500 mg ημερησίως) συνεχίζεται με θεραπεία από του στόματος (500 mg ημερησίως) μέχρι να ολοκληρωθεί διάστημα θεραπείας 7-10 ημερών. Για φλεγμονώδη νόσο της πυέλου: Η ενδοφλέβια θεραπεία (500 mg ημερησίως) συνεχίζεται με θεραπεία από του στόματος (250 mg ημερησίως) μέχρι να ολοκληρωθεί διάστημα θεραπείας 7 ημερών.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση500 mg ενδοφλεβίως ημερησίως για 2+ ημέρες, ακολουθούμενη από 500 mg από του στόματος ημερησίως για συνολική διάρκεια 7-10 ημερώνΓια εξωνοσοκομειακή πνευμονία
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση500 mg ενδοφλεβίως ημερησίως για 1-2 ημέρες, ακολουθούμενη από 250 mg από του στόματος ημερησίως για συνολική διάρκεια 7 ημερώνΓια φλεγμονώδη νόσο της πυέλου
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια (GFR 10-80 ml/min). Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σε ασθενείς με σοβαρή (GFR <10 ml/min).
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια. Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αζιθρομυκίνη
-
Υπερευαισθησία στην ερυθρομυκίνη
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε αντιβιοτικό της ομάδας των μακρολιδίων ή των κετολιδίων
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Κατάλογος εκδόχων)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν μακρολίδια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσειςσοβαρήΣε υποτροπές, απαιτείται μεγαλύτερη περίοδος παρακολούθησης και θεραπείας
-
Ηπατική νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
ΕργοτισμόςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν παράγωγα ερυσιβώδους όλυραςΔεν πρέπει να συγχορηγείται η αζιθρομυκίνη με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας
-
Επιμόλυνση από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούςπροσοχήΣυνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών
-
Διάρροια που σχετίζεται με Clostridium difficile (CDAD)προσοχήΤο ενδεχόμενο CDAD πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Σε ελαφρές περιπτώσεις ψευδομεμβρανώδους κολίτιδος, διακοπή της θεραπείας. Σε μέτριες ή βαριές περιπτώσεις, να εξετάζεται η ανάγκη χορήγησης υγρών και ηλεκτρολυτών, συμπληρωματικής χορήγησης πρωτεϊνών και θεραπεία με αντιμικροβιακά φάρμακα
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR< 10ml/min)
-
Παράταση του διαστήματος QT / Καρδιακές αρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο παρατεταμένης καρδιακής επαναπόλωσης (π.χ. συγγενής ή τεκμηριωμένη παράταση του διαστήματος QT, ταυτόχρονη θεραπεία με QT-παρατείνοντες ουσίες, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια)Απαιτείται προσοχή
-
Μυασθένεια gravisπροσοχήΈχουν αναφερθεί εξάρσεις των συμπτωμάτων και νέα εμφάνιση συνδρόμου μυασθένειας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αζιθρομυκίνης, κόνεως για διάλυμα προς έγχυση, στη θεραπεία λοιμώξεων σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ενδοφλέβια χορήγησηπροσοχήΗ ανασύσταση και η αραίωση πρέπει να πραγματοποιείται κατά τις υποδείξεις και να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση για χρόνο όχι μικρότερο των 60 λεπτών. Δεν πρέπει να χορηγείται ως ταχεία εφάπαξ ενδοφλέβια ένεση ή ενδομυϊκή ένεση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜείωση των μέγιστων συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης στον ορό (περίπου 25%)ΣύστασηΤα φάρμακα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα.
-
Καμία φαρμακευτική αλληλεπίδραση ή σημαντική αλλαγή στο διάστημα QT
-
Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης
-
παρακολούθησηΔυνατότητα αύξησης των συγκεντρώσεων της διγοξίνηςΣύστασηΗ δυνατότητα αύξησης των συγκεντρώσεων της διγοξίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Αύξηση των συγκεντρώσεων της φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης
-
Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυραςαντένδειξηΠιθανότητα εμφάνισης εργοτισμούΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Δεν τροποποίησε τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης
-
Καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης
-
Καμία μεταβολή της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης
-
Από του στόματος Κουμαρινικά ΑντιπηκτικάπροσοχήΑναφορές ενίσχυσης του αντιπηκτικού αποτελέσματοςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή στη συχνότητα παρακολούθησης του χρόνου προθρομβίνης.
-
προσοχήΣημαντική αύξηση των Cmax και AUC0-5 της κυκλοσπορίνηςΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία.
-
Καμία κλινικώς σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση
-
Μείωση στη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της αζιθρομυκίνης στο πλάσμα (18%), όχι κλινικά σημαντική
-
Καμία στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδιναβίρης
-
Καμία σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης
-
Καμία κλινικά σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της μιδαζολάμης
-
Αύξηση των συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης
-
παρακολούθησηΟυδετεροπενία (συσχετίζεται με ριφαμπουτίνη, όχι αιτιολογικά με αζιθρομυκίνη)
-
Καμία επίδραση στην AUC και τη Cmax της σιλδεναφίλης
-
ΤερφεναδίνηΦαρμακοκινητικές μελέτες δεν έδειξαν αλληλεπίδραση, αλλά έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό (με μακρολίδια)ΣύστασηΣυνιστάται η μέτρηση των επιπέδων θεοφυλλίνης.
-
Καμία σημαντική επίδραση σε φαρμακοκινητική μεταβλητή της τριαζολάμης
-
Τριμεθοπρίμη-ΣουλφαμεθοξαζόληΚαμία σημαντική επίδραση στις μέγιστες συγκεντρώσεις, συνολική ποσότητα ή απέκκριση
-
ΣιζαπρίδηαντένδειξηΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (παράταση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, Torsade de Pointes)ΣύστασηΝα μη συγχορηγείται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση
- Καντιντίαση του στόματος
- Λοίμωξη κόλπου
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ανορεξία
- Νευρικότητα
- Διέγερση
- Επιθετικότητα
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Υπαισθησία
- Υπνηλία
- Λιποθυμικό επεισόδιο
- Σπασμοί
- Ανοσμία
- Παροσμία
- Μυασθένεια Gravis
- Ίλιγγος
- Οπτική διαταραχή
- Κώφωση
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
- Υπόταση
- Δυσχρωματισμός γλώσσας
- Άλγος θέσης ένεσης
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική νέκρωση
- Χολοστατικός ίκτερος
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος
- Αρθραλγία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρίτιδα διάμεση
- Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
- Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
- Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑριθμός ηωσινοφίλων αυξημένοςΕργαστηριακές παράμετροι
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένα διττανθρακικά αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦλεγμονή της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚάλιο αίματος μη φυσιολογικόΕργαστηριακές παράμετροι
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςTorsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔυσχρωματισμός γλώσσαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα κεραυνοβόλοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΛιποθυμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝεφρίτιδα διάμεσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητη.Μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα σε δόσεις που πλησιάζουν την μέτρια τοξική δόση για τη μητέρα δεν έδειξαν ενδείξεις βλαπτικής επίδρασης επί του εμβρύου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΗ αζιθρομυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία γυναικών που θηλάζουν εκτός και εάν ο ιατρός πιστεύει ότι τα δυνητικά οφέλη δικαιολογούν τους δυνητικούς κινδύνους για το βρέφος.Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά την απέκκριση του φαρμάκου στο μητρικό γάλα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10
Μηχανισμός δράσης
Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μιας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη. Χημικώς λαμβάνεται από την προσθήκη ενός ατόμου αζώτου στο λακτονικό δακτύλιο της erythromycin A. Η χημική ονομασία της αζιθρομυκίνης είναι 9-deoxy-9a-aza-9a-methyl-9a-homoerythromycin A. Το μοριακό της βάρος είναι 749,0.
Ο μηχανισμός δράσης της αζιθρομυκίνης συνίσταται στην αναστολή της σύνθεσης των πρωτεϊνών από τα μικρόβια κατόπιν σύνδεσής της με τη ριβοσωμιακή υπομονάδα 50s και παρεμποδίσεως της μετατοπίσεως των πεπτιδίων χωρίς να επηρεάζει τη σύνθεση των πολυνουκλεοτιδίων.
Η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει δραστικότητα in vitro εναντίον μεγάλης ποικιλίας μικροοργανισμών περιλαμβανομένων και των ακολούθων:
- Θετικοί κατά Gram αερόβιοι μικροοργανισμοί: Staphylococcus aureus, Streptococcus pyogenes (ομάδα Α των β-αιμολυτικών στρεπτοκόκκων), Streptococcus pneumoniae, α-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι (ομάδα πρασινιζόντων στρεπτοκόκκων) και άλλα είδη στρεπτοκόκκων, καθώς και το Corynebacterium diphteriae. Η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη θετικά κατά Gram στελέχη, περιλαμβανομένων του Streptococcus faecalis (εντερόκοκκος) και των περισσοτέρων στελεχών των ανθεκτικών στη μεθυκιλλίνη σταφυλοκόκκων.
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια μικρόβια: Haemophilus influenzae, Haemophilus parainfluenzae, Moraxella catarrhalis, είδη Acinetobacter, είδη Yersinia, Legionella pneumophila, Bordetella pertussis, Bordetella parapertussis, είδη Shigella, είδη Pasteurella, Vibrio cholerae και parahaemolyticus, Plesiomonas shigelloides. Η δραστικότητα εναντίον των Escherichia coli, Salmonella enteritidis, Salmonella typhi, ειδών Enterobacter, Aeromonas hydrophila και ειδών Klebsiella ποικίλλει και γι’ αυτό πρέπει να γίνονται δοκιμασίες ευαισθησίας. Είδη Proteus, είδη Serratia, είδη Morganella και η Pseudomonas aeruginosa, είναι συνήθως ανθεκτικά στο αντιβιοτικό.
- Αναερόβια μικρόβια: Bacteroides fragilis και είδη βακτηριδοειδών, Clostridium perfringens, είδη Peptococcus και είδη Peptostreptococcus, Fusobacterium necrophorum και Propionibacterium acnes.
- Μικροοργανισμοί υπεύθυνοι για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα: Η αζιθρομυκίνη είναι δραστική εναντίον της Chlamydia trachomatis και εμφανίζει επίσης καλή δραστικότητα εναντίον των μικροοργανισμών Treponema pallidum, Neisseria gonorrhoeae και Haemophilus ducreyi.
- Άλλοι μικροοργανισμοί: Borrelia burgdorferi (παράγων της νόσου του Lyme), Chlamydophila pneumoniae, Mycoplasma pneumoniae, Mycoplasma hominis, Ureaplasma urealyticum, είδη Campylobacter και Listeria monocytogenes.
Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής
Υπάρχουν δύο κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την αντοχή του Streptococcus pneumoniae και Streptococcus pyogenes που έχουν απομονωθεί από κλινικά δείγματα: τα γονίδια mef και erm. Το γονίδιο mef κωδικοποιεί μία αντλία ροής, η οποία μεσολαβεί στο μηχανισμό ανάπτυξης αντοχής μόνο στα μακρολίδια με 14-μελή και 15-μελή λακτονικό δακτύλιο. Το γονίδιο mef έχει περιγραφεί σε ποικιλία άλλων ειδών. Το γονίδιο erm κωδικοποιεί μία 23S-rRNA μεθυλτρανσφεράση, η οποία προσθέτει μεθυλικές ομάδες στην αδενίνη 2058 του 23S-rRNA (σύστημα αρίθμησης: με βάση το rRNA της E.coli). Το μεθυλιωμένο νουκλεοτίδιο βρίσκεται στην περιοχή V και έχει βρεθεί να αλληλεπιδρά εκτός από τα μακρολίδια και με τις λινκοζαμίδες και τη streptogramin Β, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα φαινότυπο γνωστό ως αντοχή MLSB. Τα γονίδια erm(Β) και erm(Α) έχουν απομονωθεί από κλινικά δείγματα του Streptococcus pneumoniae και του Streptococcus pyogenes.
Η αντλία AcrAB-TolC στον Haemophilus influenzae είναι υπεύθυνη για τις εγγενείς υψηλότερες τιμές ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) στα μακρολίδια.
Σε κλινικά στελέχη, μεταλλάξεις στο 23S-rRNA, ειδικά στα νουκλεοτίδια 2057-2059 ή 2611, στην περιοχή V, ή μεταλλάξεις σε ριβοσωμιακές πρωτεΐνες L4 ή L22, είναι σπάνιες.
Όρια MIC
Τα συνιστώμενα όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης MIC (μg/ml) για την αζιθρομυκίνη είναι:
- Haemophilus spp.: Ευαίσθητα (S) ≤ 4 χωρίς σύσταση για όρια ανθεκτικότητας*
- Στρεπτόκοκκοι συμπεριλαμβανομένων των Streptococcus pneumoniae και Streptococcus pyogenes: S≤ 0,5, Ανθεκτικά (R) ≥ 2
*Επί του παρόντος, η απουσία δεδομένων για ανθεκτικά στελέχη αποκλείει τον καθορισμό οποιαδήποτε κατηγορίας άλλης από αυτής των ευαίσθητων στελεχών. Εάν στελέχη δίνουν αποτελέσματα MIC διαφορετικά από αυτά των ευαίσθητων στελεχών, τότε αυτά πρέπει να αποσταλούν σε ένα εργαστήριο αναφοράς για περαιτέρω δοκιμασίες.
Δεδομένα μικροβιολογικής ευαισθησίας
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής ενδέχεται να ποικίλει γεωγραφικά ή χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η παροχή πληροφοριών σχετικά με την αντοχή τοπικά, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν η επικράτηση της ανθεκτικότητας σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοια, ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου να τίθεται υπό αμφισβήτηση τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοιμώξεων, είναι αναγκαίο να ζητείται η συμβουλή εμπειρογνωμόνων.
Τα δεδομένα in vitro ευαισθησίας δεν συσχετίζονται πάντα με την κλινική αποτελεσματικότητα.
Συνήθη ευαίσθητα στελέχη
- Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια:
- Staphylococcus aureus
- Streptococcus agalactiae
- Στρεπτόκοκκοι (oμάδες C, F, G) και πρασινίζοντες στρεπτόκοκκοι (Viridans group Streptococci).
- Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια:
- Bordetella pertussis
- Haemophilus ducreyi
- Haemophilus influenzae*$
- Haemophilus parainfluenzae*$
- Legionella pneumophila
- Moraxella catarrhalis*
- Neisseria gonorrhoeae.
- Άλλα:
- Chlamydophila pneumoniae*
- Chlamydia trachomatis
- Mycoplasma pneumoniae*
- Ureaplasma urealyticum.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή ενδέχεται να αποτελεί πρόβλημα:
- Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια:
- Streptococcus pneumoniae*
- Streptococcus pyogenes*
Σημείωση: η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με Gram-θετικά στελέχη ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη.
Κληρονομικά ανθεκτικοί μικροοργανισμοί:
-
Enterobacteriaceae
-
Pseudomonas
-
Είδη των οποίων η ευαισθησία έχει αποδειχθεί με κλινικές δοκιμές $ Είδη με φυσική ενδιάμεση ευαισθησία
Κλινικά φαρμακολογικά δεδομένα
-
Θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας
- Σε μια ανοικτή, μη συγκριτική μελέτη, οι ασθενείς ελάμβαναν, για τη θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας, αζιθρομυκίνη σε ενδοφλέβια έγχυση (για 2 έως 5 ημέρες) ακολουθούμενη από αζιθρομυκίνη από του στόματος (ώστε να ολοκληρωθεί συνολική θεραπεία 7 έως 10 ημερών). Τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας (ίαση και βελτίωση) στις 10-14 ημέρες μετά τη θεραπεία ήταν 88% (74/84) και στις 4-6 εβδομάδες ήταν 86% (73/85) μεταξύ των κατάλληλων προς αξιολόγηση ασθενών.
- Σε μια ανοικτή, τυχαιοποιημένη συγκριτική μελέτη της αζιθρομυκίνης (ενδοφλεβίως ακολουθούμενη με από του στόματος θεραπεία) έναντι κεφουροξίμης (ενδοφλεβίως ακολουθούμενη με από του στόματος θεραπεία, με ερυθρομυκίνη όταν απαιτείτο) για την θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας, δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο θεραπειών.
- Οι δύο αυτές μελέτες έδειξαν ένα συνολικό ποσοστό ίασης για ασθενείς ορολογικά θετικούς για Legionella pneumonophila ίσο με 84% (16/19). Επιπρόσθετα, σε μια ανοικτή, μη συγκριτική μελέτη, ασθενείς οι οποίοι είχαν διαγνωσθεί θετικοί για Legionella pneumoniphila (οροομάδα 1), χρησιμοποιώντας μία ειδική διαγνωστική μέθοδο αντιγόνου στα ούρα, αντιμετωπίστηκαν με ενδοφλέβια αζιθρομυκίνη την οποία ακολούθησε αζιθρομυκίνη από του στόματος. Στις 10-14 ημέρες, οι 16 από τους 17 ασθενείς που αξιολογήθηκαν είχαν κλινικά ιαθεί και στις 4-6 εβδομάδες και οι 20 από τους 20 ασθενείς που αξιολογήθηκαν είχαν κλινικά ιαθεί.
-
Θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου
- Τα αποτελέσματα μιας ανοιχτής μελέτης υποδηλώνουν ότι τρία θεραπευτικά σχήματα (αζιθρομυκίνη έναντι αζιθρομυκίνης/μετρονιδαζόλης έναντι δοξυκυκλίνης, μετρονιδαζόλης, κεφοξίνης και προβενεσίδης) ήταν συγκρίσιμα ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε ασθενείς με οξεία φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Σε μία άλλη ανοικτή, συγκριτική μελέτη σε ασθενείς με οξεία φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με ενδοφλέβια/από του στόματος χορήγηση αζιθρομυκίνης, έναντι ενδοφλέβιας αζιθρομυκίνης σε συνδυασμό με ενδοφλέβια/από του στόματος μετρονιδαζόλη, έναντι από του στόματος δοξυκυκλίνη σε συνδυασμό με ενδοφλέβια/από του στόματος αμοξυκιλλίνη με κλαβουλανικό οξύ. Αυτά τα θεραπευτικά σχήματα ήταν επίσης συγκρίσιμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια. Τα δεδομένα από αυτές τις μελέτες έδειξαν ένα συνολικό ποσοστό κλινικής επιτυχίας (ιαθέντες και με βελτίωση ασθενείς) ≥97% σε όλες τις ομάδες, στο τέλος της θεραπείας, με ποσοστό εκρίζωσης των παθογόνων μικροοργανισμών ≥96%. Μετά από παρακολούθηση, ποσοστό ≥90% των παθογόνων είχαν εκριζωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση/Κατανομή
Μετά τη χορήγηση από το στόμα στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητα της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα τουλάχιστον κατά 50%. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 2-3 ώρες.
Σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή πνευμονία, οι οποίοι νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομείο και ελάμβαναν καθημερινά εφάπαξ ωριαίες ενδοφλέβιες εγχύσεις 500 mg αζιθρομυκίνης επί 2 έως 5 ημέρες, σε συγκεντρώσεις 2 mg/ml, το εύρος των μέσων μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Cmax±S.D.) που επιτεύχθηκε ήταν 3,63±1,60μg/ml, ενώ η ελάχιστη συγκέντρωση (Ctrough) του 24ώρου ήταν 0,20±0,15μg/ml και η AUC24 ήταν 9,60±4,80μg∙h/ml.
Σε υγιείς εθελοντές οι οποίοι λάμβαναν 3ωρη ενδοφλέβια έγχυση 500 mg αζιθρομυκίνης σε συγκέντρωση 1 mg/ml, οι τιμές της μέσης Cmax, της ελάχιστης συγκέντρωσης του 24ώρου και της AUC24, ήταν αντίστοιχα 1,14±0,14 μg/ml, 0,18±0,02μg/ml και 8,03±0,86μg∙h/ml.
Μελέτες σε πειραματόζωα απέδειξαν την ύπαρξη υψηλών συγκεντρώσεων αζιθρομυκίνης στα φαγοκύτταρα. Σε πειραματικά μοντέλα, υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης ελευθερώνονται κατά τη διάρκεια ενεργού φαγοκυττάρωσης σε σχέση με μη διεγερθέντα φαγοκύτταρα. Στα μοντέλα πειραματοζώων αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο σημείο της λοίμωξης.
Φαρμακοκινητικές μελέτες απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικά υψηλότερων επιπέδων αζιθρομυκίνης στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα (μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης παρατηρηθείσης συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα) γεγονός που υποδεικνύει ότι το φάρμακο δεσμεύεται σε μεγάλο ποσοστό από τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς-στόχους όπως είναι οι πνεύμονες, οι αμυγδαλές και ο προστάτης υπερβαίνουν τις ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MIC90) για τα πιθανά παθογόνα μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης του φαρμάκου 500 mg. Υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης βρέθηκαν σε ιστούς του γεννητικού συστήματος της γυναίκας («γυναικολογικό ιστό») 96 ώρες μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση 500 mg αζιθρομυκίνης.
Παρατηρήθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στους ιστούς απ’ότι στο πλάσμα. Οι υψηλές συγκεντρώσεις στους ιστούς δεν πρέπει να θεωρείται ότι συνδέονται ποσοτικά με την κλινική αποτελεσματικότητα. Η αντιμικροβιακή δράση της αζιθρομυκίνης είναι pH-εξαρτώμενη και φαίνεται να μειώνεται με την αύξηση του pH. Ωστόσο, η εκτεταμένη κατανομή του φαρμάκου στους ιστούς ενδέχεται να σχετίζεται με την κλινική αποτελεσματικότητα.
Μεταβολισμός/Απέκκριση
Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων σε 12 υγιείς εθελοντές χορηγώντας ένα ωριαίο ενδοφλέβιο δοσολογικό σχήμα 500 mg (1 mg/ml) επί πέντε ημέρες, το ποσοστό της χορηγηθείσας δόσης της αζιθρομυκίνης που απεκκρίθηκε στα ούρα σε 24 ώρες ήταν περίπου 11% μετά την 1η δόση και 14% μετά την 5η δόση. Οι τιμές αυτές είναι μεγαλύτερες από το αναφερθέν ποσοστό 6% που απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα μετά από χορήγηση αζιθρομυκίνης από το στόμα. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου από το πλάσμα εκφράζει με ακρίβεια τον χρόνο ημιζωής της αποβολής του από τους ιστούς, που είναι 2-4 ημέρες. Η απέκκριση από τη χολή αποτελεί την κύρια οδό απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου, μετά από χορήγηση από το στόμα.
Πολύ ψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου υπό αμετάβλητη μορφή ανευρίσκονται στη χολή, μαζί με 10 μεταβολίτες που σχηματίζονται με Ν- και Ο-απομεθυλίωση, με υδροξυλίωση του δακτυλίου της δεσοζαμίνης και των άγλυκων δακτυλίων και με αποσύζευξη του σακχάρου κλαδινόζη. Η σύγκριση των συγκεντρώσεων στους ιστούς με τη χρησιμοποίηση της χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης και μικροβιολογικών αναλυτικών μεθόδων υποδεικνύει ότι οι μεταβολίτες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αντιμικροβιακή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
- Ηλικιωμένοι:
- Σε ηλικιωμένους εθελοντές (ηλικίας > 65 ετών) παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση των τιμών AUC μετά θεραπεία 5 ημερών σε σχέση με νέους εθελοντές (ηλικίας < 40 ετών), αλλά η αύξηση αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:
- Η φαρμακοκινητική της αζιθρομυκίνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR 10-80 ml/min), δεν επηρεάστηκε μετά από εφάπαξ δόση 1,0 g αζιθρομυκίνης άμεσης αποδέσμευσης συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην AUC0-120 (8,8 mg × hr/ml έναντι 11,7 mg × hr/ml), Cmax (1,0 mg/ml έναντι 1,6 mg/ml) και CLr (2,3 ml/min/kg έναντι 0,2 ml/min/kg) μεταξύ της ομάδας ατόμων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR <10 ml/min) και της ομάδας ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:
- Σε ασθενείς με ήπια (κατηγορία Α) έως μέτρια (κατηγορία Β) ηπατική βλάβη, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής μεταβολής της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης στον ορό σε σχέση με εκείνους που παρουσιάζουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς η νεφρική κάθαρση της αζιθρομυκίνης εμφανίζεται αυξημένη, πιθανώς για να εξισορροπήσει τη μειωμένη ηπατική κάθαρση.