TOLVAPTAN
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά, ανταγωνιστές βαζοπρεσίνης, κωδικός ATC: C03XA01.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N19 Μη καθορισμένη νεφρική ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νεφρική ανεπάρκεια
-
N83 Μη φλεγμονώδεις διαταραχές των ωοθηκών, των σαλπίγγων και των πλατέων συνδέσμων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κύστεις
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: Η πρωινή δόση τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από το πρωινό γεύμα. Η δεύτερη ημερήσια δόση μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
- Δόση έναρξης: 60 mg τολβαπτάνης ανά ημέρα σε σχήμα διαιρεμένων δόσεων των 45 mg + 15 mg (45 mg αμέσως μετά το ξύπνημα και πριν το πρωινό γεύμα, 15 mg 8 ώρες αργότερα).
- Τιτλοποίηση: Η αρχική δόση τιτλοποιείται προς τα πάνω, εφόσον είναι ανεκτό, με τουλάχιστον εβδομαδιαία διαστήματα μεταξύ των τιτλοποιήσεων. Η τιτλοποίηση πρέπει να γίνεται με προσοχή για να μην είναι ανεπαρκώς ανεκτές οι υψηλές δόσεις λόγω υπερβολικά ταχείας τιτλοποίησης. Οι δόσεις μπορούν να τιτλοποιούνται προς τα κάτω ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενή. Οι ασθενείς πρέπει να διατηρούνται στην υψηλότερη ανεκτή δόση τολβαπτάνης.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΗ αυξανόμενη ηλικία δεν έχει καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της τολβαπτάνης στο πλάσμα. Περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με ADPKD άνω των 55 ετών.
-
Ασθενείς με ανουρίαΑντενδείκνυται
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (εκτός ανουρίας και ΧΝΝ σταδίου 5)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης σε ασθενείς με eGFR <20 μπορεί να είναι αυξημένος. Πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για ηπατοτοξικότητα. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν η νεφρική ανεπάρκεια εξελιχθεί σε ΧΝΝ σταδίου 5.
-
Ασθενείς με ΧΝΝ σταδίου 5Η τολβαπτάνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Ασθενείς με αυξημένα ηπατικά ένζυμα και/ή σημεία ή συμπτώματα ηπατικής βλάβηςΑντενδείκνυται πριν από την έναρξη της θεραπείας εάν πληρούνται οι απαιτήσεις για μόνιμη διακοπή.
-
Ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίαςΤα οφέλη και οι κίνδυνοι πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά. Διαχείριση με προσοχή και τακτική παρακολούθηση ηπατικών ενζύμων.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίες Α και Β κατά Child-Pugh)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή στην βενζαζεπίνη ή σε παράγωγα της βενζαζεπίνης
-
Αυξημένα ηπατικά ένζυμα και/ή σημεία ή συμπτώματα ηπατικής βλάβης πριν από την έναρξη της θεραπείας που πληρούν τις απαιτήσεις για μόνιμη διακοπή χρήσης της τολβαπτάνης
-
Ανουρία
-
Ελάττωση του όγκου
-
Υπερνατριαιμία
-
Ασθενείς που δεν μπορούν να αντιληφθούν ή να ανταποκριθούν στην αίσθηση της δίψας
-
Κύηση
-
Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιδιοσυγκρασιακή ηπατοτοξικότητασοβαρήΑπαιτούνται εξετάσεις αίματος για ηπατικές τρανσαμινάσες και χολερυθρίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας με τολβαπτάνη, στη συνέχεια μηνιαίως για 18 μήνες και σε τακτά διαστήματα 3 μηνών μετέπειτα. Συνιστάται ταυτόχρονη παρακολούθηση για εμφάνιση συμπτωμάτων που ενδέχεται να υποδηλώνουν ηπατική βλάβη. Εάν ο ασθενής παρουσιάσει μη φυσιολογικές τιμές ALT, AST ή BT που πληρούν τα κριτήρια για μόνιμη διακοπή, η χρήση αντενδείκνυται. Με την εμφάνιση συμπτωμάτων ή σημείων που υποδηλώνουν ηπατική βλάβη ή εάν εντοπιστούν κλινικά σημαντικές μη φυσιολογικές αυξήσεις των τιμών ALT ή AST κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η χορήγηση τολβαπτάνης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να πραγματοποιηθούν επαναληπτικές εξετάσεις. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μόλις διαπιστώνονται εμμένοντα ή αυξανόμενα επίπεδα τρανσαμινασών και να διακόπτεται μόνιμα εάν επιμένουν σημαντικές αυξήσεις και/ή κλινικά συμπτώματα ηπατικής βλάβης. Εάν τα επίπεδα των ALT και AST παραμείνουν κάτω από το 3πλάσιο της ULN, η θεραπεία με τολβαπτάνη μπορεί να ξαναρχίσει με προσοχή.
-
Πρόσβαση σε νερόΟι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση σε νερό (ή άλλα υδατικά υγρά) και να είναι σε θέση να καταναλώνουν επαρκείς ποσότητες από αυτά τα υγρά. Πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να καταναλώνουν νερό ή άλλα υδατικά υγρά αμέσως μόλις αισθάνονται δίψα, προκειμένου να αποφεύγουν την υπερβολική δίψα ή την αφυδάτωση. Να πίνουν 1 με 2 ποτήρια υγρών πριν κοιμηθούν και να αναπληρώνουν τα υγρά κατά τη διάρκεια της νύχτας μετά από κάθε επεισόδιο νυκτουρίας.
-
ΑφυδάτωσησοβαρήΠληθυσμόςασθενείς με παθήσεις που επηρεάζουν την κατάλληλη πρόσληψη υγρών ή σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο απώλειας ύδατος, π.χ. περιπτώσεις εμέτου ή διάρροιαςΗ κατάσταση του όγκου αίματος πρέπει να παρακολουθείται. Συνιστάται η ακριβής παρακολούθηση του σωματικού βάρους. Εάν η αφυδάτωση καταστεί εμφανής, λάβετε τα κατάλληλα μέτρα, που μπορεί να περιλαμβάνουν τη διακοπή ή μείωση της δόσης τολβαπτάνης και την αύξηση πρόσληψης υγρών.
-
Απόφραξη εξόδου των ούρωναυξημένος κίνδυνος οξείας επίσχεσηςΠληθυσμόςασθενείς με μερική απόφραξη της εξόδου των ούρων (π.χ. υπερτροφία του προστάτη ή διαταραχή ούρησης)Πρέπει να είναι διασφαλισμένη η διούρηση.
-
Ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτώνΠληθυσμόςόλους τους ασθενείςΗ κατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών πρέπει να παρακολουθείται. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με τολβαπτάνη, αλλά και μετέπειτα, πρέπει να αξιολογούνται η κρεατινίνη ορού, οι ηλεκτρολύτες και συμπτώματα διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών.
-
Μη φυσιολογικές τιμές νατρίου ορούΤυχόν μη φυσιολογικές τιμές νατρίου προ θεραπείας (υπονατριαιμία ή υπερνατριαιμία) πρέπει να αποκαθίστανται πριν από την έναρξη της θεραπείας με τολβαπτάνη.
-
Αναφυλαξίαπολύ σπάνιαΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε βενζαζεπίνες ή σε παράγωγα βενζαζεπίνηςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν εκδηλωθεί κάποια αναφυλακτική αντίδραση ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η χορήγηση της τολβαπτάνης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Η θεραπεία δεν πρέπει ποτέ να ξεκινά μετά από μία αναφυλακτική αντίδραση ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς με αυξημένη συγκέντρωση γλυκόζης (π.χ., περισσότερο από 300 mg/dL), ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη τύπου ΙΙΗ ψευδοϋπονατριαιμία πρέπει να αποκλειστεί πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Απαιτείται προσεκτική διαχείριση των διαβητικών ασθενών.
-
Αυξήσεις ουρικού οξέοςδυνητικά κλινικά σημαντικήΟι συγκεντρώσεις ουρικού οξέος πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με τολβαπτάνη, καθώς και κατά τη διάρκεια αυτής όπως ενδείκνυται βάσει συμπτωμάτων.
-
Επίδραση της τολβαπτάνης στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (GFR)
-
Χρόνια Nεφρική ΝόσοςΠληθυσμόςασθενείς με ΧΝΝ όψιμου σταδίου 4 (eGFR < 25 ml/min/1,73 m2)Η θεραπεία με τολβαπτάνη πρέπει να διακοπεί, αν η νεφρική ανεπάρκεια εξελιχθεί σε ΧΝΝ σταδίου 5.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Νάτριο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, αταζαναβίρη, σιπροφλοξασίνη, κριζοτινίμπη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, διλτιαζέμη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, φοσαμπρεναβίρη, ιματινίμπη, βεραπαμίλη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην τολβαπτάνη (π.χ. με κετοκοναζόλη: AUC 440%, Cmax 248%)ΣύστασηΜείωση της δόσης της τολβαπτάνης. Προσεκτική διαχείριση, ειδικά εάν οι αναστολείς λαμβάνονται πιο συχνά από μία φορά ημερησίως.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A (π.χ. φλουκοναζόλη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, αταζαναβίρη, σιπροφλοξασίνη, κριζοτινίμπη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, διλτιαζέμη, ερυθρομυκίνη, φοσαμπρεναβίρη, ιματινίμπη, βεραπαμίλη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην τολβαπτάνη (π.χ. με φλουκοναζόλη: AUC 200%, Cmax 80%)ΣύστασηΜείωση της δόσης της τολβαπτάνης. Προσεκτική διαχείριση, ειδικά εάν οι αναστολείς λαμβάνονται πιο συχνά από μία φορά ημερησίως.
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΔιπλασιασμός των μέγιστων συγκεντρώσεων της τολβαπτάνης (Cmax)ΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται με χυμό γκρέιπφρουτ.
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βότανο St. John’s Wort)αντένδειξηΜείωση της έκθεσης και αποτελεσματικότητας της τολβαπτάνης (π.χ. με ριφαμπικίνη: Cmax και AUC κατά περίπου 85%)ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τη συγκέντρωση νατρίου στον ορό (π.χ. υπερτονικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου, σκευάσματα νατρίου από στόματος, αναβράζοντα αναλγητικά, θεραπείες δυσπεψίας με νάτριο)αντένδειξηΥψηλότερος κίνδυνος υπερνατριαιμίαςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Διουρητικά (αγκύλης και θειαζίδης)προσοχήΚίνδυνος σοβαρής αφυδάτωσης και νεφρικής δυσλειτουργίαςΣύστασηΕάν παρουσιαστεί αφυδάτωση ή νεφρική δυσλειτουργία, λήψη κατάλληλων μέτρων (διακοπή/μείωση δόσεων τολβαπτάνης/διουρητικών, αυξημένη πρόσληψη υγρών).
-
παρακολούθησηΗ τολβαπτάνη μπορεί δυνητικά να αυξήσει την έκθεση σε υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. λοβαστατίνη: αύξηση 1,3-1,5 φορές).ΣύστασηΔεν αναφέρεται συγκεκριμένη σύσταση για όλα τα υποστρώματα, αλλά για ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A4 μπορεί να απαιτείται παρακολούθηση.
-
Υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. διγοξίνη, δαβιγατράνη)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων διγοξίνης (Cmax 1,3 φορές, AUCτ 1,2 φορές)ΣύστασηΠροσεκτική διαχείριση και αξιολόγηση για υπερβολικές επιδράσεις.
-
Υποστρώματα BCRP (π.χ. ροσουβαστατίνη, σουλφασαλαζίνη)παρακολούθησηΗ τολβαπτάνη μπορεί να αναστέλλει το BCRP (π.χ. με ροσουβαστατίνη: Cmax 54%, AUCt 69% αύξηση)ΣύστασηΠροσεκτική διαχείριση και αξιολόγηση για υπερβολικές επιδράσεις.
-
Υποστρώματα OCT1 (π.χ. μετφορμίνη)παρακολούθησηΗ τολβαπτάνη μπορεί να αναστέλλει τον OCT1ΣύστασηΠροσεκτική διαχείριση και αξιολόγηση για υπερβολικές επιδράσεις.
-
Διουρητικό(ά) ή μη διουρητικό(ά) αντι-υπερτασικό(ά) φαρμακευτικό(ά) προϊόν(τα)προσοχήΚίνδυνος ορθοστατικής υπότασης ή υπότασης θέσης
-
Ανάλογα βαζοπρεσίνης (π.χ. δεσμοπρεσσίνη)αντένδειξηΜείωση της δράσης των αναλόγων βαζοπρεσίνηςΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτική καταπληξία [shock]
- Γενικευμένο εξάνθημα
- Ξηρό δέρμα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αφυδάτωση
- Υπερνατριαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερουριχαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Συγκοπή
- Αίσθημα παλμών
- Δύσπνοια
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάταση κοιλίας
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Γαστροισοφαγική παλινδρομική νόσος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Νυκτουρία
- Πολλακιουρία
- Πολυουρία
- Κόπωση
- Δίψα
- Εξασθένιση
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔίψαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΠολυδιψίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερνατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΓαστροισοφαγική παλινδρομική νόσος
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηρό δέρμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξία [shock]
-
Μη γνωστέςΓενικευμένο εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα από τη χρήση τολβαπτάνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). H τολβαπτάνη δεν συνιστάται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν η τολβαπτάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση της τολβαπτάνης στο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιδράσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αύξηση της συγκέντρωσης νατρίου στον ορό
- πολυουρία
- δίψα
- αφυδάτωση/υπογκαιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: διουρητικά, ανταγωνιστές βαζοπρεσίνης, κωδικός ATC: C03XA01.
Μηχανισμός δράσης
Η τολβαπτάνη είναι ένας ανταγωνιστής της βαζοπρεσίνης που αποκλείει ειδικά τη δέσμευση της αργινίνης βαζοπρεσίνης (AVP) στους υποδοχείς V2 των περιφερικών τμημάτων του νεφρώνα. Η συγγένεια της τολβαπτάνης για τον ανθρώπινο υποδοχέα V2 είναι 1,8 φορές μεγαλύτερη από ό,τι για τη φυσική AVP.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της τολβαπτάνης έχουν προσδιοριστεί σε υγιή άτομα, καθώς και σε άτομα με ADPKD σταδίου 1 έως 4 της ΧΝΝ. Οι επιδράσεις στην κάθαρση ελεύθερου ύδατος και στον όγκο ούρων είναι εμφανείς σε όλα τα στάδια της ΧΝΝ, με μικρότερες απόλυτες επιδράσεις να παρατηρούνται στα πιο προχωρημένα στάδια, σε συμφωνία με τον φθίνοντα αριθμό των πλήρως λειτουργικών νεφρώνων. Οξείες μειώσεις του μέσου συνολικού όγκου νεφρών παρατηρήθηκαν επίσης μετά από 3 εβδομάδες θεραπείας σε όλα τα στάδια της ΧΝΝ, και κυμαίνονταν από −4,6% για ΧΝΝ σταδίου 1 έως −1,9% για ΧΝΝ σταδίου 4.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ο πρωταρχικός στόχος του κλινικού προγράμματος ανάπτυξης των δισκίων τολβαπτάνης για τη θεραπεία της ADPKD είναι μία βασική, πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή φάσης 3, κατά την οποία η μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των σχημάτων με από στόματος διαιρεμένων δόσεων τολβαπτάνης (με τιτλοποίηση μεταξύ 60 mg/ημέρα και 120 mg/ημέρα) συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο σε 1.445 ενήλικα άτομα με ADPKD. Συνολικά, έχουν ολοκληρωθεί 14 κλινικές δοκιμές με τολβαπτάνη παγκοσμίως που υποστηρίζουν την ένδειξη της ADPKD, συμπεριλαμβανομένων 8 δοκιμών στις ΗΠΑ, 1 στην Ολλανδία, 3 στην Ιαπωνία, 1 στην Κορέα, καθώς και της βασικής πολυεθνικής δοκιμής φάσης 3. Η βασική δοκιμή φάσης 3 (TEMPO 3:4, 156-04-251) συμπεριλάμβανε ασθενείς από 129 κέντρα στην Αμερική, την Ιαπωνία, την Ευρώπη και άλλες χώρες. Το πρωταρχικό αντικείμενο αυτής της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας της τολβαπτάνης στην ADPKD βάσει του ρυθμού μεταβολής (κανονικοποιημένος ως ποσοστό επί τοις εκατό) του συνολικού όγκου νεφρού (TKV) στους ασθενείς που έλαβαν τολβαπτάνη συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στη δοκιμή αυτή, 1.445 συνολικά ενήλικες ασθενείς (ηλικίας 18 έως 50 ετών) με ενδείξεις ταχέως εξελισσόμενης πρώιμης ADPKD (που πληρούσαν τα τροποποιημένα κριτήρια Ravine, με TKV ≥750 ml, με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης ≥60 ml/min) τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 για θεραπεία με τολβαπτάνη ή εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία για έως 3 έτη. Οι ομάδες της τολβαπτάνης (n=961) και του εικονικού φαρμάκου (n=484) είχαν πλήρη αντιστοιχία ως προς το φύλο με μέση ηλικία τα 39 έτη. Τα κριτήρια ένταξης προσδιόρισαν ασθενείς που, κατά την έναρξη, έφεραν ενδείξεις πρώιμης εξέλιξης της νόσου. Κατά την έναρξη, οι ασθενείς είχαν εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) 82 ml/min/1,73 m2 (Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια - Συνεργασία Επιδημιολογίας, ΧΝΑ-EPI) με ποσοστό 79% να παρουσιάζει υπέρταση και μέση τιμή TKV 1.692 ml (προσαρμοσμένο ύψος 972 mL/m). Το 35% περίπου των ασθενών έπασχε από ΧΝΝ σταδίου 1, το 48% από ΧΝΝ σταδίου 2 και το 17% από ΧΝΝ σταδίου 3 (eGFRΧΝΝ-EPI). Παρόλο που αυτά τα κριτήρια βοήθησαν ώστε να εμπλουτιστεί ο πληθυσμός της μελέτης με ασθενείς ταχείας εξέλιξης, οι αναλύσεις υποομάδας βάσει κριτηρίων διαστρωμάτωσης (ηλικία, TKV, GFR, Λευκωματουρία, Υπέρταση) κατέδειξαν ότι η παρουσία τέτοιων παραγόντων κινδύνου σε νεότερες ηλικίες προβλέπει ταχύτερη εξέλιξη της νόσου. Τα αποτελέσματα για το κύριο καταληκτικό σημείο, τον ρυθμό μεταβολής της τιμής TKV για άτομα που τυχαιοποιήθηκαν στην τολβαπτάνη (κανονικοποιημένο ως ποσοστό επί τοις εκατό,%) προς τον ρυθμό μεταβολής για άτομα που τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο, ήταν σε υψηλό βαθμό στατιστικά σημαντικά. Ο ρυθμός αύξησης της τιμής TKV σε διάστημα 3 ετών ήταν σημαντικά χαμηλότερος για τα άτομα που λάμβαναν τολβαπτάνη σε σύγκριση με εκείνα που λάμβαναν εικονικό φάρμακο: 2,80% ετησίως έναντι 5,51% ετησίως, αντίστοιχα (λόγος γεωμετρικού μέσου 0,974, 95% CI 0,969 έως 0,980, p < 0,0001). Τα προκαθορισμένα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία δοκιμάστηκαν διαδοχικά. Το βασικό δευτερεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο (εξέλιξη της ADPKD) ήταν ο χρόνος έως την εμφάνιση πολλαπλών συμβάντων κλινικής εξέλιξης:
- Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (οριζόμενη ως εμμένουσα [αναπαραγόμενη για διάστημα τουλάχιστον 2 εβδομάδων] μείωση κατά 25% του αντιστρόφου κρεατινίνης ορού κατά τη διάρκεια της θεραπείας [από το τέλος της τιτλοποίησης μέχρι την τελευταία επίσκεψη εντός θεραπείας])
- Ιατρικά σημαντικός πόνος στους νεφρούς (οριζόμενος ως πόνος που χρήζει συνταγογραφούμενης άδειας, αναλγητικών έσχατης λύσης, ναρκωτικών και αντιαλγαισθητικών, ακτινολογικών ή χειρουργικών παρεμβάσεων)
- Επιδείνωση της υπέρτασης
- Επιδείνωση της λευκωματουρίας Ο σχετικός ρυθμός εμφάνισης σχετιζόμενων με την ADPKD συμβάντων ήταν μειωμένος κατά 13,5% στους ασθενείς που λάμβαναν τολβαπτάνη (αναλογία κινδύνου, 0,87, 95% CI, 0,78 έως 0,97, p = 0,0095). Το αποτέλεσμα του κύριου δευτερεύοντος σύνθετου καταληκτικού σημείου αποδίδεται πρωτίστως στις επιδράσεις στην επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και τον ιατρικά σημαντικό πόνο στα νεφρά. Τα σχετιζόμενα με τη νεφρική λειτουργία συμβάντα ήταν κατά 61,4% λιγότερο πιθανά για την ομάδα της τολβαπτάνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (αναλογία κινδύνου, 0,39, 95% CI, 0,26 έως 0,57, ονομαστική p < 0,0001), ενώ τα σχετιζόμενα με πόνο στους νεφρούς συμβάντα ήταν κατά 35,8% λιγότερο πιθανά για τους ασθενείς που λάμβαναν τολβαπτάνη (αναλογία κινδύνου, 0,64, 95% CI, 0,47 έως 0,89, ονομαστική p = 0,007). Αντιθέτως, η τολβαπτάνη δεν είχε καμία επίδραση στην εξέλιξη της υπέρτασης ή στην λευκωματουρία. Η TEMPO 4:4 αποτελεί μια μελέτη επέκτασης ανοιχτής επισήμανσης, η οποία συμπεριέλαβε 871 άτομα που ολοκλήρωσαν τη μελέτη TEMPO 3:4 σε 106 κέντρα σε 13 χώρες. Αυτή η δοκιμή αξιολόγησε τις επιδράσεις της τολβαπτάνης στην ασφάλεια και στις τιμές TKV και eGFR σε άτομα που λάμβαναν ενεργή θεραπεία επί 5 έτη (πρώιμη θεραπεία), σε σύγκριση με άτομα που λάμβαναν θεραπεία με εικονικό φάρμακο επί 3 έτη και μετά άλλαξαν σε ενεργή θεραπεία επί 2 έτη (όψιμη θεραπεία). Το κύριο καταληκτικό σημείο για την TKV δεν κατέδειξε διαφορά στην αλλαγή (−1,7%) κατά τη θεραπεία των 5 ετών ανάμεσα σε άτομα με πρώιμη θεραπεία και άτομα με όψιμη θεραπεία στο προκαθορισμένο όριο, στατιστικής σημασίας (p = 0,3580). Η πορεία του ρυθμού ανάπτυξης της TKV και στις δύο ομάδες επιβραδύνθηκε, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, τα πρώτα 3 χρόνια, καταδεικνύοντας ότι τόσο τα άτομα που έλαβαν πρώιμη θεραπεία με τολβαπτάνη όσο και τα άτομα που έλαβαν όψιμη θεραπεία με τολβαπτάνη είχαν παρόμοιο όφελος. Ένα δευτερεύον καταληκτικό σημείο που δοκίμαζε την διατήρηση των θετικών επιδράσεων στη νεφρική λειτουργία κατέδειξε ότι είναι δυνατή η διατήρηση της eGFR που παρατηρήθηκε κατά το τέλος της βασικής δοκιμής TEMPO 3:4 (3,01 έως 3,34 ml/min/1,73 m2 στις επισκέψεις παρακολούθησης 1 και 2) κατά τη διάρκεια θεραπείας ανοικτής επισήμανσης. Αυτή η διαφορά διατηρήθηκε στην προκαθορισμένη ανάλυση μικτού μοντέλου επαναλαμβανόμενων μετρήσεων (MMRM) (3,15 ml/min/1,73 m2, 95%CI 1,462 έως 4,836, p = 0.0003) και με αναλύσεις ευαισθησίας, όπου μεταφέρθηκαν τα δεδομένα αναφοράς eGFR (2,64 ml/min/1,73 m2, 95%CI 0,672 έως 4,603, p = 0,0086). Αυτά τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η τολβαπτάνη μπορεί να επιβραδύνει τον ρυθμό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και ότι αυτά τα οφέλη επιμένουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπάρχουν επί του παρόντος διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα που να καταδεικνύουν αν η μακροχρόνια θεραπεία με τολβαπτάνη συνεχίζει να επιβραδύνει τον ρυθμό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και να επηρεάζει τις κλινικές εκβάσεις της ADPKD, συμπεριλαμβανομένης της καθυστέρησης έναρξης της νεφρικής νόσου τελικού σταδίου. Πραγματοποιήθηκε προσδιορισμός γονότυπου για τα γονίδια PKD1 και PKD2 στην πλειοψηφία των ασθενών που συμμετείχαν στη μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης (TEMPO 4:4), αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμα γνωστά. Μετά από 2 επιπλέον έτη θεραπείας με τολβαπτάνη, φτάνοντας συνολικά τα 5 έτη θεραπείας με τολβαπτάνη, δεν εντοπίστηκαν νέα ζητήματα ασφάλειας. Η φάσης 3, πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένης απόσυρσης, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλή δοκιμή 156-13-210 συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της τολβαπτάνης (45 mg/ημέρα έως 120 mg/ημέρα) με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εικονικού φαρμάκου, σε ασθενείς με ανεκτικότητα στην τολβαπτάνη, κατά τη διάρκεια μιας τιτλοποίησης πέντε εβδομάδων και μιας περιόδου προσαρμογής με λήψη τολβαπτάνης, πριν την έναρξη της δοκιμής. Για τη δοκιμή χρησιμοποιήθηκε ένας σχεδιασμός τυχαιοποιημένης απόσυρσης, για τον εμπλουτισμό των ασθενών με ανεκτικότητα στην τολβαπτάνη για μία μονά-τυφλή περίοδο προτυχαιοποίησης πέντε εβδομάδων, η οποία αποτελούνταν από μια περίοδο τιτλοποίησης δύο εβδομάδων και μια περίοδο προσαρμογής τριών εβδομάδων, πριν την έναρξη της δοκιμής. Ο σχεδιασμός χρησιμοποιήθηκε για να ελαχιστοποιηθεί ο αντίκτυπος από την πρώιμη διακοπή και η απώλεια δεδομένων στα καταληκτικά σημεία της δοκιμής. Συνολικά 1.370 ασθενείς (ηλικίας 18 έως 65 ετών) με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25 και 65 ml/min/1,73 m2, αν ήταν κάτω των 56 ετών, ή εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25 και 44 ml/min/1,73 m2, συν μια μείωση του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης >2,0 ml/min/1,73 m2/έτος, αν ήταν μεταξύ 56 και 65 ετών, τυχαιοποιήθηκαν είτε για να λάβουν τολβαπτάνη (n = 683) είτε για να λάβουν εικονικό φάρμακο (n = 687), για μια περίοδο θεραπείας 12 μηνών. Για τα τυχαιοποιημένα άτομα, η αρχική τιμή, μέσος όρος του eGFR ήταν 41 ml/min/1,73 m2 (ΧΝΝ-ΕΡΙ) και ο συνολικός όγκος των νεφρών (TKV) βάσει του ιστορικού, διαθέσιμος σε 318 άτομα (23 %), ήταν κατά μέσο όρο 2.026 ml. Περίπου 5%, 75% και 20% των ασθενών είχαν eGFR 60 ml/min/1,73 m2 ή μεγαλύτερο (στάδιο 2 της ΧΝΝ), ή μικρότερο από 60 και μεγαλύτερο από 30 ml/min/1,73 m2 (στάδιο 3 της ΧΝΝ), ή μικρότερο από 30 αλλά μεγαλύτερο από 15 ml/min/1,73 m2 (στάδιο 4 της ΧΝΝ), αντιστοίχως. Το στάδιο 3 της ΧΝΝ μπορεί να υποδιαιρεθεί περαιτέρω σε στάδιο 3α 30%, (eGFR 45 ml/min/1,73 m2 έως λιγότερο από 60 ml/min/1,73 m2) και σε στάδιο 3β 45%, (eGFR μεταξύ 30 και 45 ml/min/1,73 m2). Το κύριο καταληκτικό σημείο της δοκιμής ήταν η αλλαγή στον eGFR, από τα επίπεδα της αρχικής τιμής προ θεραπείας, έως την αξιολόγηση μετά τη θεραπεία. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τολβαπτάνη, η μείωση του eGFR ήταν σημαντικά μικρότερη, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο (p < 0,0001). Η θεραπευτική διαφορά που παρατηρήθηκε κατά τη δοκιμή στην αλλαγή του eGFR ήταν 1,27 ml/min/1,73 m2, αντιστοιχώντας σε μείωση 35% της μέσης μεταβολή με ΜΕΤ και μείωση στον eGFR κατά −2,34 ml/min/1,73 m2, στην ομάδα που λάμβανε τολβαπτάνη, σε σύγκριση με −3,61 ml/min/1,73 m2 στην ομάδα που λάμβανε εικονικό φάρμακο, η οποία παρατηρήθηκε στην διάρκεια ενός έτους. Το σημαντικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν μια σύγκριση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με τολβαπτάνη, σε σύγκριση με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο, όσον αφορά τη μείωση της πτώσης της ετησιοποιημένης κλίσης του eGFR σε όλα τα μετρημένα χρονικά σημεία κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Αυτά τα δεδομένα κατέδειξαν, επίσης, σημαντικά οφέλη από την τολβαπτάνη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p < 0,0001). Η ανάλυση υποομάδας για τα κύρια και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ανά στάδιο χρόνιας νεφρικής νόσου, εντόπισε παρόμοιες, συνεπείς θεραπευτικές επιδράσεις, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, για ασθενείς στα στάδια 2, 3α, 3β και πρώιμο στάδιο 4 (eGFR 25 έως 29 ml/min/1,73 m2) στην έναρξη. Μια ανάλυση προκαθορισμένης υποομάδας κατέδειξε ότι η τολβαπτάνη είχε μικρότερη επίδραση σε ασθενείς άνω των 55 ετών, μια μικρή υποομάδα με σημαντικά βραδύτερη μείωση του eGFR.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει τολβαπτάνη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην πολυκυστική νεφρική νόσο (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Μετά από στόματος χορήγηση, η τολβαπτάνη απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος εμφανίζονται σε 2 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τολβαπτάνης είναι περίπου 56%. Η συγχορήγηση της τολβαπτάνης με γεύμα υψηλών λιπαρών αύξησε έως 2 φορές τις μέγιστες συγκεντρώσεις της τολβαπτάνης χωρίς όμως να επηρεάσει την τιμή AUC. Παρόλο που η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι γνωστή, η πρωινή δόση πρέπει να λαμβάνεται υπό συνθήκες νηστείας προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο περιττός κίνδυνος αύξησης της μέγιστης έκθεσης (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Μετά από εφάπαξ από στόματος δόσεις των ≥300 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος φαίνεται να σταθεροποιούνται, πιθανόν λόγω κορεσμού της απορρόφησης. Η τολβαπτάνη δεσμεύεται αναστρέψιμα (98%) σε πρωτεΐνες πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η τολβαπτάνη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ, σχεδόν αποκλειστικά από το CYP3A. Η τολβαπτάνη αποτελεί ένα ασθενές υπόστρωμα του CYP3A4 και δεν φαίνεται να διαθέτει ανασταλτική δραστηριότητα. Μελέτες in vitro κατέδειξαν ότι η τολβαπτάνη δεν διαθέτει ανασταλτική δραστηριότητα για το CYP3A. Στο πλάσμα ανιχνεύτηκαν δεκατέσσερις μεταβολίτες, ούρα και κόπρανα, εκ των οποίων όλα πλην ενός μεταβολίζονταν επίσης από το CYP3A. Μόνο ο μεταβολίτης οξοβουτυρικού οξέος εμφανίζεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% της συνολικής ραδιενέργειας πλάσματος. Όλοι οι υπόλοιποι εμφανίζονται με χαμηλότερες συγκεντρώσεις από την τολβαπτάνη. Οι μεταβολίτες της τολβαπτάνης έχουν από μικρή έως μηδενική επιρροή στη φαρμακολογική επίδραση της τολβαπτάνης. Όλοι οι μεταβολίτες παρουσιάζουν μηδενική έως ασθενή ανταγωνιστική δραστηριότητα για τους ανθρώπινους υποδοχείς V2 σε σύγκριση με την τολβαπτάνη. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 8 ώρες και συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της τολβαπτάνης επιτυγχάνονται μετά την πρώτη δόση.
Αποβολή
Λιγότερο από το 1% της ακέραιας δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Πειράματα με ραδιοσημασμένη τολβαπτάνη έδειξαν ότι το 40% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 59% ανακτήθηκε στα κόπρανα, όπου η αναλλοίωτη τολβαπτάνη ευθυνόταν για το 32% της ραδιενέργειας. Η τολβαπτάνη αποτελεί μόνο ένα ελάχιστο συστατικό του πλάσματος (3%).
Γραμμικότητα/Μη γραμμικότητα
Μετά από εφάπαξ, από στόματος δόσεις, οι τιμές Cmax δείχνουν χαμηλότερες απ’ ό,τι με τις ανάλογες προς τη δόση αυξήσεις από 30 mg σε 240 mg και στη συνέχεια σταθεροποιούνται σε δόσεις από 240 mg έως 480 mg. Oι τιμές AUC αυξάνουν γραμμικά. Μετά από πολλαπλές δόσεις των 300 mg μία φορά ημερησίως, η έκθεση στην τολβαπτάνη αυξήθηκε μόνο κατά 6,4 φορές σε σύγκριση με τη δόση των 30 mg. Για σχήματα διαιρεμένων δόσεων των 30 mg/ημέρα, 60 mg/ημέρα και 120 mg/ημέρα σε ασθενείς με ADPKD, η έκθεση στην τολβαπτάνη (AUC) αυξάνεται γραμμικά.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικία
Η κάθαρση της τολβαπτάνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία.
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Η επίδραση της ήπιας έως μέτριας μειωμένης ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίες Α και Β κατά Child-Pugh) στη φαρμακοκινητική της τολβαπτάνης ερευνήθηκε σε 87 ασθενείς με ηπατική νόσο διαφόρων αιτιών. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στην κάθαρση για δόσεις που κυμαίνονται από 5 mg έως 60 mg. Είναι διαθέσιμες πολύ περιορισμένες πληροφορίες σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (κατηγορία C κατά Child-Pugh). Σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με ηπατικό οίδημα, η AUC της τολβαπτάνης σε ασθενείς με σοβαρή (κατηγορία C κατά Child-Pugh) και ήπια ή μέτρια (κατηγορίες Α και Β κατά Child-Pugh) έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ήταν κατά 3,1 φορές και 2,3 φορές υψηλότερη από εκείνη των υγιών ατόμων.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με ADPKD, οι συγκεντρώσεις της τολβαπτάνης ήταν αυξημένες σε σύγκριση με τα υγιή άτομα, καθώς η νεφρική λειτουργία μειώθηκε σε επίπεδα eGFR κάτω των 60 ml/min/1,73 m2. Μία μείωση του eGFRΧΝΝ-EPI από 72,2 σε 9,79 (ml/min/1,73 m2) συσχετίστηκε με μείωση 32% της συνολικής κάθαρσης από τον οργανισμό.
Απορρόφηση Μετά από στόματος χορήγηση, η τολβαπτάνη απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος εμφανίζονται σε 2 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τολβαπτάνης είναι περίπου 56%. Η συγχορήγηση…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μετέπειτα | — |
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μηνιαίως για 18 μήνες, σε τακτά διαστήματα 3 μηνών μετέπειτα | — |
| Κλινική παρακολούθηση (ηπατική βλάβη) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | ταυτόχρονη παρακολούθηση | — |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μηνιαίως για 18 μήνες, σε τακτά διαστήματα 3 μηνών μετέπειτα | — |
| Όγκος αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πρέπει να παρακολουθείται | — |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μετέπειτα | — |
| τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες | Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας | ||
| Ουρικό οξύ | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | πριν από την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια αυτής όπως ενδείκνυται βάσει συμπτωμάτων | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | ακριβής παρακολούθηση | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μετέπειτα | — |