Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

BIKTARVY

emtricitabine, tenofovir alafenamide and bictegravir

μπηκταρβυ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
50 / TAB 639.11 €

BIKTARVY — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αναλαμβάνει γιατρός με εμπειρία στο χειρισμό λοιμώξεων από τον ιό HIV. 2 Δοσολογία Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον 2 ετών και βάρους τουλάχιστον 14 kg έως κάτω των 25 kg Ένα δισκίο 30 mg/120 mg/15 mg λαμβανόμενο μία φορά την ημέρα. Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς βάρους τουλάχιστον 25 kg Ένα δισκίο 50 mg/200 mg/25 mg λαμβανόμενο μία φορά την ημέρα. Δόσεις που παραλείπονται Εάν ο ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Biktarvy εντός 18 ωρών από την κανονική ώρα λήψης της δόσης, ο ασθενής θα πρέπει να πάρει το Biktarvy όσο το δυνατό γρηγορότερα και να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του Biktarvy για περισσότερο από 18 ώρες, ο ασθενής δεν θα πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά απλά να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του Biktarvy, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό σε διάστημα μεγαλύτερο από 1 ώρα από τη λήψη του Biktarvy δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση του Biktarvy έως την επόμενη προγραμματισμένη δόση. Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Biktarvy σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.2). Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Biktarvy σε ασθενείς με ήπια (Child-Pugh κατηγορία A) ή μέτρια (Child-Pugh κατηγορία B) ηπατική δυσλειτουργία. Το Biktarvy δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C) και συνεπώς το Biktarvy δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Biktarvy σε ασθενείς βάρους ≥ 35 kg με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 30 ml/min. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Biktarvy σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min) οι οποίοι υποβάλλονται σε χρόνια αιμοδιύλιση. Ωστόσο, το Biktarvy θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται και να χρησιμοποιείται στους συγκεκριμένους ασθενείς μόνο εάν τα πιθανά οφέλη θεωρείται ότι υπερισχύουν των πιθανών κινδύνων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Κατά τις ημέρες αιμοδιύλισης, το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας αιμοδιύλισης. Η έναρξη του Biktarvy θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min ή < 15 ml/min, οι οποίοι δεν υποβάλλονται σε χρόνια αιμοδιύλιση, καθώς η ασφάλεια του Biktarvy δεν έχει τεκμηριωθεί στους συγκεκριμένους πληθυσμούς (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για συστάσεις δόσης σε ασθενείς βάρους < 35 kg με νεφρική δυσλειτουργία ή σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου. Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Biktarvy σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών ή βάρους κάτω των 14 kg δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. 3 Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση. Το Biktarvy μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2). Λόγω της πικρής γεύσης, συνιστάται τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία να μην μασώνται ούτε να θρυμματίζονται. Για τους ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούν να καταπιούν το δισκίο ολόκληρο, το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί στη μέση και τα δύο μέρη να ληφθούν το ένα μετά το άλλο, πράγμα που θα εξασφαλίσει τη λήψη της πλήρους δόσης αμέσως.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη και St. John’s wort (Hypericum perforatum) (βλ. παράγραφο 4.5).
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή C Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C, οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγή διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για το Biktarvy σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV-1 και τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV). Το Biktarvy περιέχει tenofovir alafenamide, η οποία είναι δραστική κατά του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Η διακοπή της αγωγής με Biktarvy σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν το Biktarvy πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής. Ηπατική νόσος Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Biktarvy σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές δεν έχουν τεκμηριωθεί. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής (CART), οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής. Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά στην αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά. 4 Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero Τα νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό, το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, τη διδανοσίνη και τη ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη, τα οποία είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα· οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες αναφέρθηκαν είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Αυτά τα συμβάντα συχνά ήταν παροδικά. Σπάνια έχουν αναφερθεί νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι επί του παρόντος γνωστό, εάν αυτού του είδους οι νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊικής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV. Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα περιλαμβάνουν αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, γενικευμένες ή/και εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχει επίσης αναφερθεί ότι εμφανίστηκαν στα πλαίσια της επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος μέχρι την εμφάνιση είναι περισσότερο κυμαινόμενος και αυτά τα συμβάντα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Ευκαιριακές λοιμώξεις Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι το Biktarvy ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική αγωγή δεν θεραπεύει τη λοίμωξη από τον ιό HIV και ότι ενδέχεται να συνεχίσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές που οφείλονται στη λοίμωξη από τον ιό HIV. Συνεπώς, οι ασθενείς θα πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους σχετιζόμενες με τον ιό HIV. Οστεονέκρωση Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση. Νεφροτοξικότητα Αναφέρθηκαν περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας μετά την κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και της εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας με τα προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide. Δυνητικός κίνδυνος νεφροτοξικότητας που προκύπτει από χρόνια έκθεση σε χαμηλά επίπεδα tenofovir λόγω της δοσολογίας με tenofovir alafenamide δε μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. παράγραφο 5.3). 5 Συνιστάται η αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας σε όλους τους ασθενείς πριν ή κατά την έναρξη της θεραπείας με Biktarvy, καθώς και η παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε όλους τους ασθενείς εφόσον κρίνεται κλινικά κατάλληλο. Στους ασθενείς που εμφανίζουν κλινικά σημαντικές μειώσεις στη νεφρική λειτουργία ή στοιχεία εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Biktarvy. Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό χρόνια αιμοδιύλιση Το Biktarvy θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται σε ενήλικες με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) υπό χρόνια αιμοδιύλιση εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων (βλ. παράγραφο 4.2). Σε μια μελέτη του emtricitabine + tenofovir alafenamide σε συνδυασμό με elvitegravir + cobicistat ως δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης (E/C/F/TAF) σε ενήλικες με λοίμωξη από HIV-1 με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) υπό χρόνια αιμοδιύλιση, η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε έως τις 96 εβδομάδες, αλλά η έκθεση στο emtricitabine ήταν σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε επίσης στη φάση επέκτασης της μελέτης, στην οποία 10 ασθενείς άλλαξαν σε Biktarvy για 48 εβδομάδες. Παρόλο που δεν διαπιστώθηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες, οι επιπτώσεις της αυξημένης έκθεσης στο emtricitabine παραμένουν αβέβαιες (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.2). Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων ή συμπληρωμάτων διατροφής Το Biktarvy δεν θα πρέπει να συγχορηγείται ταυτόχρονα με αντιόξινα, από του στόματος φαρμακευτικές αγωγές ή συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο ή σίδηρο υπό συνθήκες νηστείας. Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μαζί με τροφή 2 ώρες μετά από τη λήψη αντιόξινων, από του στόματος φαρμακευτικών αγωγών ή συμπληρωμάτων διατροφής που περιέχουν μαγνήσιο και/ή αργίλιο. Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν από τη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου ή να λαμβάνεται μαζί με τροφή οποιαδήποτε στιγμή (βλ. παράγραφο 4.5). Σε εγκύους ασθενείς, συνιστώνται προσαρμογές της δοσολογίας για τη συγχορήγηση αντιόξινων που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα, από του στόματος φαρμακευτικών αγωγών ή συμπληρωμάτων διατροφής (βλ. παράγραφο 4.5). Ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα δεν συνιστάται να συγχορηγούνται μαζί με το Biktarvy: atazanavir, καρβαμαζεπίνη, κυκλοσπορίνη (ενδοφλέβια ή από του στόματος χρήση), οξκαρβαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπουτίνη, ριφαπεντίνη ή σουκραλφάτη. Το Biktarvy δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Παιδιατρικός πληθυσμός Έχουν αναφερθεί μειώσεις της οστικής πυκνότητας (ΟΠ ≥ 4%) της σπονδυλικής στήλης και ολόκληρου του σώματος πλην της κεφαλής (TBLH) σε ασθενείς ηλικίας από 3 έως < 12 ετών που έλαβαν προϊόντα που περιείχαν tenofovir alafenamide για 48 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.8). Οι μακροχρόνιες επιδράσεις των μεταβολών της ΟΠ στο αναπτυσσόμενο οστό, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου κατάγματος, είναι αβέβαιες. Συνιστάται μια διεπιστημονική προσέγγιση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την κατάλληλη παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Έκδοχα Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Το Biktarvy δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, tenofovir disoproxil, λαμιβουδίνη ή adefovir dipivoxil, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HBV. Bictegravir Το bictegravir είναι υπόστρωμα των CYP3A και UGT1A1. Η συγχορήγηση του bictegravir με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία επάγουν ισχυρά αμφότερα τα CYP3A και UGT1A1, όπως είναι η ριφαμπικίνη ή το St. John’s wort, ενδέχεται να μειώσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής επίδρασης του Biktarvy και σε ανάπτυξη αντοχής και ως εκ τούτου η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Η συγχορήγηση του bictegravir με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία αναστέλλουν ισχυρά αμφότερα τα CYP3A και UGT1A1, όπως είναι το atazanavir, ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα και ως εκ τούτου η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Το bictegravir είναι υπόστρωμα της P-gp και της BCRP. Η κλινική σχετικότητα αυτού του χαρακτηριστικού δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, συνιστάται προσοχή όταν το bictegravir συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν την P-gp και/ή την BCRP (π.χ. μακρολίδες, κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη, δρονεδαρόνη, glecaprevir/pibrentasvir) (βλέπε επίσης τον πίνακα που ακολουθεί). Το bictegravir αναστέλλει τον μεταφορέα οργανικών κατιόντων 2 (OCT2) και την πρωτεΐνη εξώθησης πολλαπλών φαρμάκων και τοξινών 1 (MATE1) in vitro. Η συγχορήγηση του Biktarvy με το υπόστρωμα των OCT2 και MATE1, τη μετφορμίνη, δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντική αύξηση στην έκθεση στη μετφορμίνη. Το Biktarvy μπορεί να συγχορηγείται με υποστρώματα των OCT2 και MATE1. Το bictegravir δεν είναι αναστολέας ή επαγωγέας του CYP in vivo. Emtricitabine In vitro και κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων έχουν καταδείξει ότι το δυναμικό για μεσολαβούμενες από το CYP αλληλεπιδράσεις που περιλαμβάνουν την emtricitabine με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα είναι χαμηλό. Η συγχορήγηση της emtricitabine με φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται μέσω ενεργής σωληναριακής απέκκρισης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της emtricitabine ή/και του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Τα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της emtricitabine. Tenofovir alafenamide Το tenofovir alafenamide μεταφέρεται από την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp) και την πρωτεΐνη αντίστασης του καρκίνου του μαστού (BCRP). Η συγχορήγηση του Biktarvy με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία επηρεάζουν ισχυρά τη δραστηριότητα των P-gp και BCRP μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές στην απορρόφηση του tenofovir alafenamide. Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τη δραστηριότητα της P-gp (π.χ. ριφαμπουτίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) αναμένεται να μειώσουν την απορρόφηση του tenofovir alafenamide με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις πλάσματος του tenofovir alafenamide, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θεραπευτικής δράσης του Biktarvy και ανάπτυξη αντοχής. Η συγχορήγηση του Biktarvy με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της P-gp και της BCRP μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση και τη συγκέντρωση πλάσματος του tenofovir alafenamide. Το tenofovir alafenamide δεν είναι αναστολέας ή επαγωγέας του CYP3A4 in vivo. 7 Άλλες αλληλεπιδράσεις Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Biktarvy ή του(ων) μεμονωμένου(ων) του συστατικού(ών) και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων παρατίθενται στον Πίνακα 1 παρακάτω (η αύξηση υποδεικνύεται ως “↑”, η μείωση ως “↓” και καμία μεταβολή ως “↔”, όλα τα όρια μη επίδρασης είναι 70%-143%). Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Biktarvy ή του(ων) μεμονωμένου(ων) του συστατικού(ών) και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης ΦΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ St. John’s wort (Hypericum perforatum) Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Η αλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί με οποιοδήποτε από τα συστατικά του Biktarvy. Η συγχορήγηση μπορεί να μειώσει (Επαγωγή των CYP3A, UGT1A1 τις συγκεντρώσεις πλάσματος του και P-gp) bictegravir και του tenofovir alafenamide. ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ Αντιμυκοβακτηριακά Ριφαμπικίνη (600 mg μία φορά την Bictegravir: ημέρα), Bictegravir1 AUC: ↓ 75% Cmax: ↓ 28% (Επαγωγή των CYP3A, UGT1A1 και P-gp) Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με το tenofovir alafenamide. Η συγχορήγηση με ριφαμπικίνη ενδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις του tenofovir alafenamide στο πλάσμα. Ριφαμπουτίνη (300 mg μία φορά Bictegravir: την ημέρα), Bictegravir1 AUC: ↓ 38% Cmin: ↓ 56% (Επαγωγή των CYP3A και P-gp) Cmax: ↓ 20% Ριφαπεντίνη (Επαγωγή των CYP3A και P-gp) Δεν έχει μελετηθεί η αλληλεπίδραση με το tenofovir alafenamide. Η συγχορήγηση με ριφαμπουτίνη ενδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις του tenofovir alafenamide στο πλάσμα. Η αλληλεπίδραση με οποιοδήποτε από τα συστατικά του Biktarvy δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ριφαπεντίνης μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του bictegravir και του tenofovir alafenamide στο πλάσμα. 8 Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Η συγχορήγηση με το St. John’s wort αντενδείκνυται, λόγω της επίδρασης του St. John’s wort στο συστατικό bictegravir του Biktarvy. Η συγχορήγηση αντενδείκνυται λόγω της επίδρασης της ριφαμπικίνης στο συστατικό bictegravir του Biktarvy. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται λόγω της αναμενόμενης μείωσης του tenofovir alafenamide. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Αντιικοί παράγοντες κατά του HIV-1 Atazanavir (300 mg μία φορά την Bictegravir: ημέρα), Cobicistat (150 mg μία AUC: ↑ 306% φορά την ημέρα), Bictegravir1 Cmax: ↔ (Αναστολή των CYP3A, UGT1A1 και P-gp) Atazanavir (400 mg μία φορά την ημέρα), Bictegravir1 Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Bictegravir: AUC: ↑ 315% Cmax: ↔ (Αναστολή των CYP3A και UGT1A1) Αντιικοί παράγοντες κατά του ιού της Ηπατίτιδας C Ledipasvir/ Sofosbuvir Bictegravir: (90 mg/400 mg μία φορά την AUC: ↔ ημέρα), Cmin: ↔ Bictegravir/Emtricitabine/ Cmax: ↔ Tenofovir alafenamide2 Emtricitabine: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Tenofovir alafenamide: AUC: ↔ Cmax: ↔ Ledipasvir: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Sofosbuvir: AUC: ↔ Cmax: ↔ Μεταβολίτης του sofosbuvir GS-331007: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ 9 Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης κατά τη συγχορήγηση. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης Sofosbuvir/Velpatasvir/ Voxilaprevir (400/100/100 + 100 mg3 μία φορά την ημέρα), Bictegravir/Emtricitabine/ Tenofovir alafenamide (Αναστολή των P-gp/BCRP) Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Bictegravir: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης κατά τη συγχορήγηση. Emtricitabine: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Tenofovir alafenamide: AUC: ↑ 57% Cmax: ↑ 28% Sofosbuvir: AUC: ↔ Cmax: ↔ Μεταβολίτης του sofosbuvir GS-331007: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Velpatasvir: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Αντιμυκητιασικά Βορικοναζόλη (300 mg δύο φορές την ημέρα), Bictegravir1 (Αναστολή του CYP3A) Ιτρακοναζόλη Ποζακοναζόλη (Αναστολή των P-gp/BCRP) Μακρολίδες Αζιθρομυκίνη Κλαριθρομυκίνη (Αναστολή της P-gp) Voxilaprevir: AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ Bictegravir: AUC: ↑ 61% Cmax: ↔ Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης κατά τη συγχορήγηση. Η αλληλεπίδραση με οποιοδήποτε από τα συστατικά του Biktarvy δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της ιτρακοναζόλης ή της ποζακοναζόλης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα. Η αλληλεπίδραση δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της αζιθρομυκίνης ή της κλαριθρομυκίνης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα. 10 Συνιστάται προσοχή λόγω της πιθανής επίδρασης αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο συστατικό bictegravir του Biktarvy. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΑ Καρβαμαζεπίνη (τιτλοποιημένη από 100 mg έως 300 mg δύο φορές την ημέρα), emtricitabine/tenofovir alafenamide4 Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Tenofovir alafenamide: AUC: ↓ 54% Cmax: ↓ 57% Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Η αλληλεπίδραση με το bictegravir δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της καρβαμαζεπίνης μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα. Οξκαρβαζεπίνη Η αλληλεπίδραση δεν έχει Η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Φαινοβαρβιτάλη μελετηθεί με οποιοδήποτε από τα Φαινυτοΐνη συστατικά του Biktarvy. Η συγχορήγηση οξκαρβαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης ή φαινυτοΐνης (Επαγωγή των CYP3A, UGT1A1 μπορεί να μειώσει τις και P-gp) συγκεντρώσεις του bictegravir και του tenofovir alafenamide στο πλάσμα. ΑΝΤΙΟΞΙΝΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ Αντιόξινο εναιώρημα που περιέχει Bictegravir (αντιόξινο εναιώρημα Για μη εγκύους ασθενείς: μαγνήσιο/αργίλιο (20 ml εφάπαξ 2 ώρες πριν, υπό συνθήκες Το Biktarvy δεν θα πρέπει να δόση5), Bictegravir νηστείας): λαμβάνεται ταυτόχρονα με AUC: ↓ 52% αντιόξινα ή συμπληρώματα που (Χηλική θεραπεία με πολυσθενή Cmax: ↓ 58% περιέχουν μαγνήσιο και/ή αργίλιο κατιόντα) λόγω της αναμενόμενης Bictegravir (αντιόξινο εναιώρημα σημαντικής μείωσης της έκθεσης 2 ώρες μετά, υπό συνθήκες στο bictegravir (βλ. νηστείας): παράγραφο 4.4). AUC: ↔ Cmax: ↔ Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, πριν ή μαζί με τροφή 2 ώρες μετά υπό συνθήκες νηστείας): από τη λήψη αντιόξινων ή AUC: ↓ 79% συμπληρωμάτων που περιέχουν Cmax: ↓ 80% μαγνήσιο και/ή αργίλιο. (Επαγωγή των CYP3A, UGT1A1 και P-gp) Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, μαζί με τροφή): AUC: ↓ 47% Cmax: ↓ 49% 11 Για εγκύους ασθενείς: Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά τη λήψη αντιόξινων ή συμπληρωμάτων που περιέχουν αργίλιο και/ή μαγνήσιο ανεξάρτητα από την τροφή. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης Φουμαρικός σίδηρος (324 mg εφάπαξ δόση), Bictegravir (Χηλική θεραπεία με πολυσθενή κατιόντα) Ανθρακικό ασβέστιο (1.200 mg εφάπαξ δόση), Bictegravir (Χηλική θεραπεία με πολυσθενή κατιόντα) Σουκραλφάτη (Χηλική θεραπεία με πολυσθενή κατιόντα) Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, υπό συνθήκες νηστείας): AUC: ↓ 63% Cmax: ↓ 71% Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, μαζί με τροφή): AUC: ↔ Cmax: ↓ 25% Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, υπό συνθήκες νηστείας): AUC: ↓ 33% Cmax: ↓ 42% Bictegravir (ταυτόχρονη χορήγηση, μαζί με τροφή): AUC: ↔ Cmax: ↔ Η αλληλεπίδραση με οποιοδήποτε από τα συστατικά του Biktarvy δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις του bictegravir στο πλάσμα. 12 Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Για μη εγκύους ασθενείς: Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν από τη λήψη από του στόματος φαρμακευτικών αγωγών ή συμπληρωμάτων που περιέχουν σίδηρο ή να λαμβάνεται μαζί με τροφή οποιαδήποτε στιγμή. Για εγκύους ασθενείς: Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος φαρμακευτικών αγωγών ή συμπληρωμάτων που περιέχουν σίδηρο. Εναλλακτικά, το Biktarvy και οι από του στόματος φαρμακευτικές αγωγές ή τα συμπληρώματα που περιέχουν σίδηρο μπορούν να λαμβάνονται μαζί με τροφή οποιαδήποτε στιγμή. Για μη εγκύους ασθενείς: Το Biktarvy και οι από του στόματος φαρμακευτικές αγωγές ή τα συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν ασβέστιο μπορούν να λαμβάνονται μαζί, ανεξάρτητα από την τροφή. Για εγκύους ασθενείς: Το Biktarvy θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος φαρμακευτικών αγωγών ή συμπληρωμάτων που περιέχουν ασβέστιο. Εναλλακτικά, το Biktarvy και οι από του στόματος φαρμακευτικές αγωγές ή τα συμπληρώματα που περιέχουν ασβέστιο μπορούν να λαμβάνονται μαζί με τροφή οποιαδήποτε στιγμή. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ Σερτραλίνη (50 mg εφάπαξ δόση), Tenofovir alafenamide6 Επιδράσεις στα επίπεδα του φαρμακευτικού προϊόντος. Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin1 Tenofovir alafenamide: AUC: ↔ Cmax: ↔ Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με Biktarvy Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης κατά τη συγχορήγηση. Σερτραλίνη: AUC: ↔ Cmax: ↔ ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ Κυκλοσπορίνη (ενδοφλέβια ή από του στόματος χρήση) Καμία αλληλεπίδραση δεν αναμένεται με τα bictegravir και emtricitabine Η αλληλεπίδραση με οποιοδήποτε από τα συστατικά του Biktarvy δεν έχει μελετηθεί. Η συγχορήγηση της κυκλoσπoρίvης (Αναστολή της P-gp) (ενδοφλέβια ή από του στόματος χρήση) αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αμφότερων του bictegravir και tenofovir alafenamide. ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ Μετφορμίνη (500 mg δύο φορές Μετφορμίνη: την ημέρα), AUC: ↑ 39% Bictegravir/Emtricitabine/ Cmin: ↑ 36% Cmax: ↔ Tenofovir alafenamide Η συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης (ενδοφλέβια ή από του στόματος χρήση) δεν συνιστάται. Εάν απαιτείται συνδυασμός, συνιστάται κλινική και βιολογική παρακολούθηση, ιδίως της νεφρικής λειτουργίας. (Αναστολή των OCT2/MATE1) Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, κατά την έναρξη της συγχορήγησης του bictegravir με τη μετφορμίνη θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο στενής παρακολούθησης, λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης γαλακτικής οξέωσης σε αυτούς τους ασθενείς. Αν απαιτείται, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης. ΑΠΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΠΤΙΚΑ Νοργεστιμάτη Νorelgestromin: (0,180/0,215/0,250 mg μία φορά AUC: ↔ την ημέρα)/ Αιθινυλοιστραδιόλη Cmin: ↔ Cmax: ↔ (0,025 mg μία φορά την ημέρα), Bictegravir1 Νοργεστρέλη: Νοργεστιμάτη AUC: ↔ (0,180/0,215/0,250 mg μία φορά Cmin: ↔ την ημέρα), Αιθινυλοιστραδιόλη Cmax: ↔ (0,025 mg μία φορά την ημέρα), Εmtricitabine/ Τenofovir Αιθινυλοιστραδιόλη: alafenamide4 AUC: ↔ Cmin: ↔ Cmax: ↔ ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΑ/ΥΠΝΩΤΙΚΑ 13 Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της κατά τη συγχορήγηση σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης κατά τη συγχορήγηση. Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή/πιθανός μηχανισμός αλληλεπίδρασης Μιδαζολάμη (2 mg, από του στόματος χορηγούμενο σιρόπι, εφάπαξ δόση), Bictegravir/ Emtricitabine/ Tenofovir alafenamide 1 2 3
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Στις κλινικές μελέτες με τους πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς που λαμβάνουν Biktarvy, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη διπλά τυφλή φάση (Εβδομάδα 144) ήταν η κεφαλαλγία (5%), η διάρροια (5%) και η ναυτία (4%). Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στα δεδομένα ασφάλειας από όλες τις μελέτες φάσης 2 και 3 με το Biktarvy και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στον Πίνακα 2 παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα εμφάνισης. Οι συχνότητες προσδιορίζονται ως εξής: συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100) και σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000). Πίνακας 2: Κατάλογος σε μορφή πίνακα των ανεπιθύμητων ενεργειών Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές: αναιμία2 Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: κατάθλιψη, μη φυσιολογικά όνειρα αυτοκτονικός ιδεασμός, απόπειρα αυτοκτονίας (ιδιαίτερα σε ασθενείς με Όχι συχνές: προϋπάρχον ιστορικό κατάθλιψης ή ψυχιατρικής νόσου), άγχος, διαταραχές του ύπνου Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: κεφαλαλγία, ζάλη Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: διάρροια, ναυτία Όχι συχνές: έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, μετεωρισμός Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Όχι συχνές: υπερχολερυθριναιμία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές: αγγειοοίδημα3,4, εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση4 Σπάνιες: σύνδρομο Stevens-Johnson5 Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: αρθραλγία 15 Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές: κόπωση 1 2 3 4 5 Εξαιρουμένων του αγγειοοιδήματος, της αναιμίας, της κνίδωσης και του συνδρόμου Stevens-Johnson (βλ. υποσημειώσεις 2-5), όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναγνωρίστηκαν από τις κλινικές μελέτες του Biktarvy. Οι συχνότητες προέκυψαν από τη διπλά τυφλή φάση (Εβδομάδα 144) των κλινικών μελετών φάσης 3 για το Biktarvy σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς (GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490). Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες για τα προϊόντα που περιέχουν emtricitabine + tenofovir alafenamide αλλά αναγνωρίστηκε από κλινικές μελέτες ή μέσω της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία για την emtricitabine όταν χρησιμοποιείται μαζί με άλλα αντιρετροϊικά. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια αναγνωρίστηκε μέσω της παρακολούθησης των προϊόντων που περιέχουν emtricitabine μετά την κυκλοφορία. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια αναγνωρίστηκε μέσω της παρακολούθησης των προϊόντων που περιέχουν tenofovir alafenamide μετά την κυκλοφορία. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια αναγνωρίστηκε μέσω της παρακολούθησης του Biktarvy μετά την κυκλοφορία. Η συχνότητα έχει υπολογιστεί με τη χρήση του 3/X, όπου το Χ αντιπροσωπεύει τον συνολικό αριθμό ατόμων που εκτέθηκαν στο Biktarvy στις κλινικές δοκιμές (N=3.963). Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Μεταβολικές παράμετροι Το σωματικό βάρος και τα επίπεδα των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα ενδέχεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4) Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Aυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves και η αυτοάνοση ηπατίτιδα) έχουν επίσης αναφερθεί. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος μέχρι την εμφάνιση είναι περισσότερο κυμαινόμενος και αυτά τα συμβάντα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4). Οστεονέκρωση Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με γνωστούς γενικά παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη λοίμωξη HIV ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART. Η συχνότητα αυτών είναι άγνωστη (βλ. παράγραφο 4.4). Μεταβολές στην κρεατινίνη ορού Το bictegravir έχει δειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της κρεατινίνης ορού λόγω αναστολής της σωληναριακής απέκκρισης της κρεατινίνης, ωστόσο, αυτές οι αλλαγές δεν θεωρούνται κλινικά σχετικές καθώς δεν αποτυπώνουν τη μεταβολή στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Οι αυξήσεις στα επίπεδα της κρεατινίνης ορού σημειώθηκαν μέχρι την εβδομάδα 4 της θεραπείας και παρέμειναν σταθερές έως την εβδομάδα 144. Στις μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490, η διάμεση (Q1, Q3) κρεατινίνη ορού αυξήθηκε κατά 0,11 (0,03, 0,19) mg/dl (9,7 [2,7, 16,8] µmol/l), 0,11 (0,04, 0,19) mg/dl (9,7 [3,5, 16,8] µmol/l και 0,12 (0,06, 0,21) mg/dl (10,6 [5,3, 18,6] μmol/l) από την αρχική εκτίμηση έως την εβδομάδα 144 στις ομάδες του Biktarvy, abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη και dolutegravir + emtricitabine/tenofovir alafenamide αντίστοιχα. Δεν υπήρξαν διακοπές λόγω νεφρικών ανεπιθύμητων ενεργειών έως την εβδομάδα 144 στους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε Biktarvy σε κλινικές μελέτες. Μεταβολές στη χολερυθρίνη Στις μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490, παρατηρήθηκαν αυξήσεις στα επίπεδα της ολικής χολερυθρίνης στο 17% των πρωτοθεραπευόμενων ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε το Biktarvy μέχρι την εβδομάδα 144. Οι αυξήσεις ήταν κυρίως βαθμού 1 (12%) και βαθμού 2 (4%) (≥1,0 έως 2,5 x το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN]) και δεν σχετίστηκαν με ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες ή άλλες σχετιζόμενες με τις ηπατικές παραμέτρους εργαστηριακές ανωμαλίες. Πέντε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε Biktarvy (1%) είχαν αυξήσεις χολερυθρίνης βαθμού 3 οι οποίες δεν θεωρήθηκαν σχετικές με το φάρμακο της μελέτης. Δεν υπήρξαν διακοπές λόγω ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών έως την εβδομάδα 144 στις κλινικές μελέτες του Biktarvy. 16 Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια του Biktarvy αξιολογήθηκε σε 50 εφήβους με λοίμωξη από HIV-1 ηλικίας από 12 έως < 18 ετών και βάρους ≥ 35 kg μέχρι την εβδομάδα 96 (κύρια φάση 48 εβδομάδων και επέκταση 48 εβδομάδων), σε 50 παιδιά ηλικίας από 6 έως < 12 ετών και βάρους ≥ 25 kg μέχρι την εβδομάδα 96 (κύρια φάση 48 εβδομάδων και επέκταση 48 εβδομάδων) και σε 22 παιδιά ηλικίας ≥ 2 ετών και βάρους ≥ 14 έως < 25 kg μέχρι την εβδομάδα 24, σε μια ανοιχτή κλινική μελέτη (GS-US-380-1474). Σε αυτήν τη μελέτη, δεν παρατηρήθηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες στα παιδιατρικά άτομα ηλικίας 2 ετών και άνω που ζουν με τον HIV-1 σε σύγκριση με τα ενήλικα άτομα που ζουν με τον HIV-1. Δεν συλλέχθηκαν δεδομένα σχετικά με την οστική πυκνότητα σε αυτή τη μελέτη. Έχουν αναφερθεί μειώσεις της ΟΠ της σπονδυλικής στήλης και στο TBLH ≥ 4% σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν άλλα προϊόντα που περιείχαν tenofovir alafenamide για 48 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.4). Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β Σε 16 ενήλικες ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τους ιούς HIV/HBV στους οποίους χορηγήθηκε το Biktarvy (8 HIV/HBV πρωτοθεραπευόμενοι ενήλικες στη μελέτη GS-US-380-1490, 8 HIV/HBV κατεσταλμένοι ενήλικες στη μελέτη GS-US-380-1878), το προφίλ ασφάλειας του Biktarvy ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έχουν προσβληθεί από λοίμωξη μόνο από τον ιό HIV-1 (βλ. παράγραφο 5.1). Ηλικιωμένοι Οι μελέτες GS-US-380-1844, GS-US-380-1878 και η ειδική μελέτη GS-US-380-4449 σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών (αξιολόγηση 86 ιολογικά κατεσταλμένων ατόμων ηλικίας ≥ 65 ετών με HIV-1 λοίμωξη) περιελάμβαναν 111 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών που έλαβαν Biktarvy. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς το προφίλ ασφάλειας του Biktarvy σε αυτούς τους ασθενείς. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η ασφάλεια του emtricitabine + tenofovir alafenamide αξιολογήθηκε σε μια μονού σκέλους, ανοιχτή κλινική μελέτη (GS-US-292-1825), στην οποία 55 ιολογικά κατεσταλμένοι ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 και νεφρική νόσο τελικού σταδίου (eGFRCG < 15 ml/min) υπό χρόνια αιμοδιύλιση έλαβαν emtricitabine + tenofovir alafenamide σε συνδυασμό με elvitegravir + cobicistat ως δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης για 96 εβδομάδες. Σε μια φάση επέκτασης της Μελέτης GS-US-292-1825, 10 ασθενείς άλλαξαν σε Biktarvy για 48 εβδομάδες. Δεν διαπιστώθηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό χρόνια αιμοδιύλιση σε αυτήν τη μελέτη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2). Κύηση Το Biktarvy αξιολογήθηκε σε μια κλινική μελέτη σε 33 ιολογικά κατεσταλμένες εγκύους ενήλικες με λοίμωξη από HIV-1 (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) στις οποίες χορηγήθηκαν 50 mg/200 mg/25 mg Biktarvy μία φορά ημερησίως από το δεύτερο ή το τρίτο τρίμηνο έως μετά τον τοκετό. Δεν υπήρξαν νέα ευρήματα αναφορικά με την ασφάλεια σε σύγκριση με το γνωστό προφίλ ασφαλείας του Biktarvy στις ενήλικες με λοίμωξη από HIV-1. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης έκθεσης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενων με την emtricitabine ή το tenofovir alafenamide. Ένας μέσος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (μεταξύ 300-1.000 εκβάσεων κύησης) δεν καταδεικνύει συγγενείς διαμαρτίες ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενων με το bictegravir. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις της emtricitabine στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Μελέτες του bictegravir και του tenofovir alafenamide, ξεχωριστά χορηγούμενα, σε ζώα δεν έδειξαν στοιχεία τοξικών επιδράσεων στις παραμέτρους της γονιμότητας, την κύηση ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Σε μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε εγκύους γυναίκες που λάμβαναν το Biktarvy, οι εκθέσεις του bictegravir, του emricitabine και του tenofovir alafenamide ήταν χαμηλότερες κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. παράγραφο 5.2). Συνεπώς, το Biktarvy μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν το ενδεχόμενο όφελος δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Επιπλέον, το ιικό φορτίο θα πρέπει ακόμα περισσότερο να παρακολουθείται στενά, σύμφωνα με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη θεραπεία. Θηλασμός Δεν είναι γνωστό αν το bictegravir ή το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η emtricitabine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε μελέτες σε ζώα, το bictegravir ανιχνεύτηκε στο πλάσμα θηλαζόντων νεογνών αρουραίου πιθανόν λόγω της παρουσίας του bictegravir στο γάλα, χωρίς επιδράσεις για τα θηλάζοντα νεογνά. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι το tenofovir απεκκρίνεται στο γάλα. 14 Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις όλων των συστατικών του Biktarvy στα νεογέννητα /βρέφη και συνεπώς το Biktarvy δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους. Γονιμότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα για τον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση του Biktarvy στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν καμία επίδραση του bictegravir, της emtricitabine ή του tenofovir alafenamide στο ζευγάρωμα ή τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά για συστηματική χρήση, αντιϊικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί Κωδικός ATC: J05AR20 Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το bictegravir είναι ένας αναστολέας της μεταφοράς κλώνων ιντεγκράσης (INSTI) το οποίο δεσμεύεται στο ενεργό κέντρο της ιντεργκράσης και μπλοκάρει το στάδιο της μεταφοράς κλώνου της ενσωμάτωσης του ρετροϊικού δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) που είναι απαραίτητο για τον κύκλο πολλαπλασιασμού του HIV. Το bictegravir εμφανίζει δραστικότητα κατά του ιού HIV-1 και HIV-2. H emtricitabine είναι ένας νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) και νουκλεοσιδικό ανάλογο της 2’ δεοξυκυτιδίνης. Η emtricitabine φωσφορυλιώνεται από τα κυτταρικά ένζυμα και σχηματίζει την τριφωσφορική emtricitabine. Η τριφωσφορική emtricitabine αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω της ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Η emtricitabine εμφανίζει δραστικότητα κατά των ιών HIV 1, HIV 2 και HBV. Το tenofovir alafenamide είναι ένας νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NtRTI) και φωσφοροαμιδικό προφάρμακο του tenofovir (ανάλογο της μονοφωσφορικής 2’ δεοξυαδενοσίνης). Το tenofovir alafenamide διαπερνά τα κύτταρα και λόγω της αυξημένης σταθερότητας στο πλάσμα και της ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης μέσω υδρόλυσης από την καθεψίνη A, το tenofovir alafenamide είναι πιο αποτελεσματικό από το tenofovir disoproxil όσον αφορά στη συγκέντρωση του tenofovir στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα. Το ενδοκυτταρικό tenofovir στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir. Το διφωσφορικό tenofovir αναστέλλει την αντιγραφή του HIV μέσω ενσωμάτωσης στο ιικό DNA από την RT του HIV, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Το tenofovir εμφανίζει δραστικότητα κατά του ιού HIV 1, HIV 2 και του ιού HBV. Αντιική δράση in vitro Η αντιιική δράση του bictegravir έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, PBMC, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και σε CD4+ T-λεμφοκύτταρα. Οι τιμές 50% αποτελεσματικής συγκέντρωσης (EC50) για το bictegravir κυμαίνονταν από < 0,05 έως 6,6 nM. Η προσαρμοσμένη στην πρωτεΐνη τιμή EC95 του bictegravir ήταν 361 nM (0,162 µg/ml) για τον ιό HIV-1 αγρίου τύπου. Το bictegravir εμφάνισε αντιϊική δραστικότητα σε ομάδα κυτταρικής καλλιέργειας κατά του ιού HIV-1 (M, N, O), συμπεριλαμβανομένων των υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από < 0,05 έως 1,71 nM), καθώς και δραστηριότητα κατά του ιού HIV-2 (EC50 = 1,1 nM). 18 Η αντιϊική δράση της emtricitabine έναντι των εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV 1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, στην MAGI CCR5 κυτταρική σειρά και σε PBMCs. Οι τιμές EC50 για την emtricitabine κυμαίνονταν από 0,0013 έως 0,64 µM. H emtricitabine επέδειξε αντιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 0,075 µM) και κατέδειξε δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 1,5 µM). Η αντιική δράση του tenofovir alafenamide έναντι των εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών HIV-1 υπότυπου B αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, PBMCs, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και σε CD4+ T-λεμφοκύτταρα. Οι τιμές EC50 για το tenofovir alafenamide κυμαίνονταν από 2,0 έως 14,7 nM. Το tenofovir alafenamide επέδειξε αντιιική δράση στην κυτταρική καλλιέργεια έναντι όλων των HIV-1 ομάδων (M, N και O), συμπεριλαμβανομένων των υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,10 έως 12,0 nM) καθώς και δραστηριότητα κατά του ιού HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,91 έως 2,63 nM). Αντοχή In vitro Στην κυτταρική καλλιέργεια έχουν επιλεγεί τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο bictegravir. Σε μία πρώτη επιλογή, προέκυψαν οι υποκαταστάσεις αμινοξέων M50I και R263K και η φαινoτυπική ευαισθησία στο bictegravir μειώθηκε κατά 1,3, 2,2 και 2,9 φορές για τις M50I, R263K και M50I + R263K, αντίστοιχα. Σε μία δεύτερη επιλογή, προέκυψαν οι υποκαταστάσεις αμινοξέων T66I και S153F και η φαινoτυπική ευαισθησία στο bictegravir παρέκκλινε κατά 0,4, 1,9 και 0,5 φορές για τις T66I, S153F και T66I + S153F, αντίστοιχα. Στην κυτταρική καλλιέργεια έχουν επιλεγεί τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στην emtricitabine και έφεραν τις μεταλλάξεις M184V/I στην RT του ιού HIV-1. Στην κυτταρική καλλιέργεια έχουν επιλεγεί τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir alafenamide και έφεραν μία K65R μετάλλαξη στην RT του HIV-1. Επιπρόσθετα, μια K70E μετάλλαξη στην RT του HIV-1 παρατηρήθηκε παροδικά. Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 που φέρουν τη μετάλλαξη K65R έχουν χαμηλού επιπέδου μειωμένη ευαισθησία στην abacavir, emtricitabine, tenofovir και λαμιβουδίνη. In vitro μελέτες επιλογής αντοχής σε φάρμακο με την tenofovir alafenamide δεν έχουν δείξει καμία ανάπτυξη υψηλού επιπέδου μετά από εκτεταμένη καλλιέργεια. In vivo Στους πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς (μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490) έως την Εβδομάδα 144 της διπλά τυφλής φάσης ή στις 96 εβδομάδες της ανοιχτής φάσης επέκτασης, κανένας ασθενής που λαμβάνει θεραπεία με Biktarvy, με HIV-1 RNA ≥ 200 αντίγραφα/ml κατά τη χρονική στιγμή της επιβεβαίωσης της ιολογικής αποτυχίας ή στην πρώιμη διακοπή του υπό μελέτη φαρμάκου, δεν είχε HIV-1 με οφειλόμενη στη θεραπεία γονοτυπική ή φαινοτυπική αντοχή στα bictegravir, emtricitabine ή tenofovir alafenamide, στον τελικό πληθυσμό ανάλυσης της αντοχής (n = 11 με δεδομένα). Στο χρονικό σημείο της ένταξης στη μελέτη, ένας πρωτοθεραπευόμενος ασθενής είχε προϋπάρχουσες μεταλλάξεις Q148H + G140S σχετιζόμενες με την αντοχή στον αναστολέα INSTI και είχε επίπεδα HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την Εβδομάδα 4 έως την Εβδομάδα 144. Επιπλέον, 6 ασθενείς είχαν προϋπάρχουσα μετάλλαξη T97A σχετιζόμενη με την αντοχή στον αναστολέα INSTI και όλοι είχαν επίπεδα HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την Εβδομάδα 144 ή στην τελευταία επίσκεψη. Στους ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς (μελέτες GS-US-380-1844 και GS-US-380-1878), κανένας ασθενής που λαμβάνει θεραπεία με Biktarvy, με HIV-1 RNA ≥ 200 αντίγραφα/ml κατά τη χρονική στιγμή της επιβεβαίωσης της ιολογικής αποτυχίας, στην εβδομάδα 48 ή στην πρώιμη διακοπή του υπό μελέτη φαρμάκου, δεν είχε HIV-1 με οφειλόμενη στη θεραπεία γονοτυπική ή φαινοτυπική αντοχή στα bictegravir, emtricitabine ή tenofovir alafenamide στον τελικό πληθυσμό ανάλυσης της αντοχής (n = 2). 19 Διασταυρούμενη αντοχή Η ευαισθησία του bictegravir ελέγχθηκε έναντι 64 ανθεκτικών στον INSTI κλινικών απομονωθέντων στελεχών (20 με απλές υποκαταστάσεις και 44 με 2 ή περισσότερες αντικαταστάσεις). Από αυτά, όλα τα μονά και διπλά μεταλλαγμένα απομονωθέντα στελέχη τα οποία στερούνται τις μεταλλάξεις Q148H/K/R και 10 από τα 24 απομονωθέντα στελέχη που φέρουν τις Q148H/K/R με επιπρόσθετες σχετιζόμενες με την αντοχή στον INSTI υποκαταστάσεις είχαν ≤ 2,5 φορές μειωμένη ευαισθησία στο bictegravir. Σε 14 από τα 24 απομονωθέντα στελέχη τα οποία έφεραν τις υποκαταστάσεις G140A/C/S και Q148H/R/K στην ιντεγκράση βρέθηκε > 2,5 φορές μειωμένη ευαισθησία στο bictegravir. Από αυτά, 9 από τα 14 απομονωθέντα στελέχη έφεραν επιπλέον μεταλλάξεις στις θέσεις L74M, T97A ή E138A/K. Σε μια ξεχωριστή μελέτη, οι κατευθυνόμενες από τη θέση μεταλλάξεις με G118R και T97A+G118R είχαν 3,4 και 2,8 φορές μειωμένη ευαισθησία στο bictegravir, αντιστοίχως. Η συνάφεια αυτών των δεδομένων in vitro διασταυρούμενης αντοχής μένει να θεμελιωθεί στην κλινική πρακτική. Το bictegravir κατέδειξε ισοδύναμη αντιϊική δραστικότητα έναντι 5 ανθεκτικών στον μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI), 3 ανθεκτικών στον NRTI και 4 ανθεκτικών στον αναστολέα πρωτεάσης (PI) μεταλλαγμένων κλώνων HIV-1 συγκριτικά με το στέλεχος αγρίου τύπου. Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine που έφεραν την υποκατάσταση M184V/I, εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία τους στη διδανοσίνη, τη σταβουδίνη, το tenofovir και τη ζιδοβουδίνη. Οι μεταλλάξεις K65R και K70E έχουν ως αποτέλεσμα τη μειωμένη ευαισθησία στο abacavir, τη διδανοσίνη, τη λαμιβουδίνη, την emtricitabine και το tenofovir, αλλά διατηρούν την ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη. Ο ανθεκτικός στο πολυνουκλεοσίδιο ιός HIV-1 που φέρει τη μετάλλαξη διπλής εισαγωγής T69S ή το σύμπλεγμα μεταλλάξεων Q151M που περιλαμβάνει και την K65R έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην tenofovir alafenamide. Κλινικά δεδομένα Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Biktarvy στους πρωτοθεραπευόμενους ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 βασίζεται σε δεδομένα από δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστική ουσία μελέτες διάρκειας 48 εβδομάδων και 144 εβδομάδων GS-US-3801489 (n=629) και GS-US-380-1490 (n = 645). Περαιτέρω, πρόσθετα στοιχεία αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι διαθέσιμα από ενήλικες που έλαβαν ανοιχτή θεραπεία με Biktarvy για 96 εβδομάδες επιπλέον μετά από την εβδομάδα 144 σε μια προαιρετική φάση επέκτασης αυτών των μελετών (n = 1.025). Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Biktarvy στους ιολογικά κατεσταλμένους, προσβεβλημένους από τον ιό HIV-1 ενήλικες βασίζεται σε δεδομένα από μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη διάρκειας 48 εβδομάδων GS-US-380-1844 (n = 563) και σε μία τυχαιοποιημένη, ανοιχτή, ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη GS-US-380-1878 (n = 577). Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Στη μελέτη GS-US-380-1489, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 ώστε να λαμβάνουν είτε bictegravir/emtricitabine/tenofovir alafenamide (B/F/TAF) (n = 314) είτε abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη (600/50/300 mg) (n = 315) μία φορά την ημέρα. Στη μελέτη GSUS-380-1490, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 ώστε να λαμβάνουν είτε B/F/TAF (n = 320) ή dolutegravir + emtricitabine/tenofovir alafenamide (50/+200/25 mg) (n = 325) μία φορά την ημέρα. Στις μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490, η μέση ηλικία ήταν 35 έτη (εύρος 18-77), το 89% ήταν άνδρες, το 58% ήταν Λευκοί, το 35% ήταν Μαύροι και το 3% Ασιάτες. Είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) των ασθενών αναγνωρίστηκε ως Ισπανικής/Λατινικής καταγωγής. Ο επιπολασμός των διαφορετικών υποτύπων ήταν συγκρίσιμος και στις 3 ομάδες θεραπείας, με τον υπότυπο Β να 20 είναι ο επικρατέστερος και στις δύο ομάδες. Το 11% ήταν μη-Β υποτύπου. Η μέση αρχική τιμή HIV1 RNA πλάσματος ήταν 4,4 log10 αντίγραφα/ml (εύρος 1,3-6,6). Ο μέσος αρχικός αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 460 κύτταρα/mm3 (εύρος 0-1636) και το 11% είχε αριθμό CD4+ κυττάρων μικρότερο από 200 κύτταρα/mm3. Δέκα οκτώ τοις εκατό των ασθενών είχε αρχικά ιικά φορτία μεγαλύτερα από 100.000 αντίγραφα/ml. Σε αμφότερες τις μελέτες, οι ασθενείς στρωματοποιήθηκαν ανάλογα με την αρχική τιμή HIV-1 RNA (λιγότερα από ή ίσα με 100.000 αντίγραφα/ml, περισσότερα από 100.000 αντίγραφα/ml έως λιγότερα ή ίση με 400.000 αντίγραφα/ml ή περισσότερα από 400.000 αντίγραφα/ml), ανάλογα με τον αριθμό των CD4+ κυττάρων (λιγότερα από 50 κύτταρα/μl, 50-199 κύτταρα/μl ή περισσότερα από ή ίσα με 200 κύτταρα/μl) και ανάλογα με την περιοχή (Η.Π.Α ή εκτός των Η.Π.Α). Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται οι εκβάσεις θεραπείας των μελετών GS-US-380-1489 και GS-US380-1490 έως τις εβδομάδες 48 και 144. Πίνακας 3: Συγκεντρωτικές ιολογικές εκβάσεις στις Μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-3801490 κατά τις Εβδομάδες 48α και 144β B/F/TAF (n = 634)γ HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml Διαφορά θεραπείας (95% ΔΕ) B/F/TAF έναντι ουσίας σύγκρισης HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/mlζ Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 48 ή 144 Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης λόγω ΑΕ ή θανάτουι Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης για άλλους λόγους και τελευταία διαθέσιμη τιμή HIV1 RNA < 50 αντίγραφα/mlη Ελλιπή δεδομένα κατά τη διάρκεια του παραθύρου αλλά συνεχίζουν το φάρμακο της μελέτης Αναλογία (%)ασθενών με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml κατά υποκατηγορία Ανά αρχικό ιικό φορτίο ≤ 100.000 αντίγραφα/ml

100.000 αντίγραφα/ml Ανά αρχικό αριθμό κυττάρων CD4+ < 200 κύτταρα/mm3 ≥ 200 κύτταρα/mm3 HIV-1 RNA < 20 αντίγραφα/ml Εβδομάδα 48 ABC/DTG/ DTG + 3TC F/TAF (n = 315)δ (n = 325)ε Εβδομάδα 144 ABC/DTG/ DTG + B/F/TAF 3TC F/TAF γ (n = 634) (n = 315)δ (n = 325)ε 91% 93% 93% 82% 84% 84%

-2,1% (-5,9% έως 1,6%) -1,9% (-5,6% έως 1,8%)

-2,7% (-7,8% έως 2,4%) -1,9% (-7,0% έως 3,1%) 3% 3% 1% 3% 3% 3% 6% 4% 6% 16% 13% 13% <1% 1% 1% 2% 2% 3% 4% 3% 4% 13% 11% 9% 2% <1% 1% 1% <1% 1% 92% 87% 94% 90% 93% 94% 82% 79% 86% 74% 84% 83% 90% 91% 81% 94% 100% 92% 80% 82% 69% 86% 91% 83% 85% 87% 87% 78% 82% 79% ABC = abacavir DTG = dolutegravir 3TC = λαμιβουδίνη F/TAF = emtricitabine/tenofovir alafenamide α Το παράθυρο της εβδομάδας 48 ήταν μεταξύ της Ημέρας 295 και 378 (συμπεριλαμβανομένης). β Το παράθυρο της εβδομάδας 144 ήταν μεταξύ της Ημέρας 967 και 1050 (συμπεριλαμβανομένης). γ Συγκεντρωτικά δεδομένα από τη μελέτη GS-US-380-1489 (n = 314) και τη μελέτη GS-US-380-1490 (n = 320). 21 δ Μελέτη GS-US-380-1489. ε Μελέτη GS-US-380-1490. στ Συμπεριλήφθηκαν ασθενείς οι οποίοι είχαν ≥ 50 αντίγραφα/ml στο παράθυρο Εβδομάδας 48 ή 144, ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας (n = 0), ασθενείς που διέκοψαν για λόγους διαφορετικούς από ανεπιθύμητη ενέργεια (AE), θάνατο ή έλλειψη ή απώλεια αποτελεσματικότητας (B/F/TAF n = 12 και 15, ABC/DTG/3TC n = 2 και 7, DTG+F/TAF n = 3 και 6, στις Εβδομάδες 48 και 144, αντίστοιχα) και κατά το χρόνο της διακοπής είχαν ιική τιμή ≥ 50 αντίγραφα/ml. ζ Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν λόγω AE ή θανάτου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την Ημέρα 1 μέχρι το χρονικό παράθυρο, εάν αυτό οδήγησε σε απουσία ιολογικών δεδομένων σχετικά με τη θεραπεία κατά τη διάρκεια του καθορισμένου παραθύρου. η Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν για λόγους διαφορετικούς από AE, θάνατο ή έλλειψη ή απώλεια αποτελεσματικότητας, π.χ. απόσυρση συναίνεσης, απώλεια παρακολούθησης, κ.ο.κ. Το B/F/TAF ήταν μη κατώτερο στην επίτευξη HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml σε αμφότερες τις εβδομάδες 48 και 144 όταν συγκρίθηκε με abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη και με dolutegravir + emtricitabine/tenofovir alafenamide, αντίστοιχα. Οι εκβάσεις της θεραπείας ανάμεσα στις ομάδες θεραπείας ήταν παρόμοιες μεταξύ των υποομάδων ανά ηλικία, φύλο, φυλή, αρχικό ιικό φορτίο, αρχικό αριθμό CD4+ κυττάρων και περιοχή. Στις μελέτες GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490, η μέση αύξηση από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό των CD4+ κυττάρων κατά την εβδομάδα 144 ήταν 288, 317 και 289 κύτταρα/mm3 στις συγκεντρωτικές ομάδες για το B/F/TAF, abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη και dolutegravir + emtricitabine/tenofovir alafenamide, αντιστοίχως. Στην προαιρετική ανοιχτή φάση επέκτασης 96 εβδομάδων των μελετών GS-US-380-1489 και GS-US-380-1490, επιτεύχθηκαν και διατηρήθηκαν υψηλά ποσοστά ιολογικής καταστολής. Ιολογικά κατεσταλμένοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Στη μελέτη GS-US-380-1844, αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της αλλαγής από ένα σχήμα με dolutegravir + abacavir/λαμιβουδίνη ή abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη σε B/F/TAF σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη ιολογικά κατεσταλμένων ενηλίκων (HIV1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) με HIV-1 λοίμωξη (n = 563). Οι ασθενείς πρέπει να είναι σταθερά κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) κατά την αρχική εκτίμηση για τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την ένταξη στη μελέτη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 είτε σε αλλαγή σε B/F/TAF στην έναρξη (n = 282) είτε σε παραμονή στο αρχικό αντιρετροϊικό τους σχήμα (n = 281). Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 45 έτη (εύρος 20-71 έτη), το 89% ήταν άνδρες, το 73% ήταν Λευκοί και το 22% ήταν Μαύροι. Δεκαεπτά τοις εκατό (17%) των ασθενών αναγνωρίστηκε ως Ισπανικής/Λατινικής καταγωγής. Ο επιπολασμός των διαφορετικών HIV-1 υποτύπων ήταν συγκρίσιμος μεταξύ των ομάδων θεραπείας, με τον υπότυπο Β να είναι ο επικρατέστερος και στις δύο ομάδες. Το 5% ήταν μη-Β υποτύπου. Ο μέσος αρχικός αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 723 κύτταρα/mm3 (εύρος 124-2.444). Στη μελέτη GS-US-380-1878, αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της αλλαγής από abacavir/λαμιβουδίνη ή emtricitabine/tenofovir disoproxil fumarate (200/300 mg) συν atazanavir ή darunavir (ενισχυμένα είτε με cobicistat ή ritonavir) σε B/F/TAF, σε μία τυχαιοποιημένη, ανοιχτή μελέτη ιολογικά κατεσταλμένων ενηλίκων με HIV-1 λοίμωξη (n = 577). Οι ασθενείς πρέπει να είναι σταθερά κατεσταλμένοι υπό την αγωγή που λάμβαναν κατά την έναρξη για τουλάχιστον 6 μήνες και να μην έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με οποιοδήποτε INSTI. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 είτε σε αλλαγή σε B/F/TAF (n=290) είτε σε παραμονή στο αρχικό αντιρετροϊικό τους σχήμα (n = 287). Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 46 έτη (εύρος 20-79 έτη), το 83% ήταν άνδρες, το 66% ήταν λευκοί και το 26% ήταν Μαύροι. Δεκαεννέα τοις εκατό (19%) των ασθενών αναγνωρίστηκε ως Ισπανικής/Λατινικής καταγωγής. Ο μέσος αρχικός αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 663 κύτταρα/mm3 (εύρος 62-2582). Ο επιπολασμός των διαφορετικών υποτύπων ήταν συγκρίσιμος σε όλες τις ομάδες θεραπείας, με τον υπότυπο Β να είναι ο επικρατέστερος και στις δύο ομάδες. Το 11% ήταν μη-Β υποτύπου. Οι ασθενείς στρωματοποιήθηκαν ανάλογα με το προηγούμενο σχήμα θεραπείας. Κατά την αρχική εκτίμηση, το 15% των ασθενών λάμβαναν abacavir/λαμιβουδίνη συν atazanavir ή darunavir (ενισχυμένα είτε με cobicistat ή ritonavir) και το 85% των ασθενών λάμβαναν emtricitabine/tenofovir disoproxil fumarate συν atazanavir ή darunavir (ενισχυμένα είτε με cobicistat ή ritonavir). 22 Στον Πίνακα 4 παρουσιάζονται οι εκβάσεις θεραπείας των μελετών GS-US-380-1844 και GS-US380-1878 έως την εβδομάδα 48. Πίνακας 4: Ιολογικές εκβάσεις των μελετών GS-US-380-1844 και GS-US-380-1878 κατά την Εβδομάδα 48α Μελέτη GS-US-380-1844 B/F/TAF (n = 282) HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml Διαφορά θεραπείας (95% ΔΕ) HIV-1 RNA ≥ 50 αντίγραφα/mlβ Διαφορά θεραπείας (95% ΔΕ) Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 48 Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης λόγω ΑΕ ή θανάτου και τελευταία διαθέσιμη τιμή HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml Διέκοψαν το φάρμακο της μελέτης για άλλους λόγους και τελευταία διαθέσιμη τιμή HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mlγ Ελλιπή δεδομένα κατά τη διάρκεια του παραθύρου αλλά συνεχίζουν το φάρμακο της μελέτης ABC/DTG/3TC (n = 281) 94% 95% -1,4% (-5,5% έως 2,6%) 1% <1% 0,7% (-1,0% έως 2,8%) Μελέτη GS-US-380-1878 Αρχικό ATV ή B/F/TAF σχήμα με βάση (n = 290) το DRV (n = 287) 92% 89% 3,2% (-1,6% έως 8,2%) 2% 2% 0,0% (-2,5% έως 2,5%) 5% 5% 6% 9% 2% 1% 1% 1% 2% 3% 3% 7% 2% 1% 2% 2% ABC = abacavir ATV = atazanavir DRV = δαρουναβίρη DTG = dolutegravir 3TC = λαμιβουδίνη α Το παράθυρο της εβδομάδας 48 ήταν μεταξύ της ημέρας 295 και 378 (συμπεριλαμβανομένης). β Συμπεριλήφθηκαν ασθενείς οι οποίοι είχαν ≥ 50 αντίγραφα/ml στο παράθυρο Εβδομάδας 48, ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας, ασθενείς που διέκοψαν για λόγους διαφορετικούς από έλλειψη ή απώλεια αποτελεσματικότητας και κατά το χρόνο της διακοπής είχαν ιική τιμή ≥ 50 αντίγραφα/ml. γ Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν για λόγους διαφορετικούς από AE, θάνατο ή έλλειψη ή απώλεια αποτελεσματικότητας, π.χ. απόσυρση συναίνεσης, απώλεια παρακολούθησης κ.ο.κ. Το B/F/TAF ήταν μη κατώτερο του σχήματος ελέγχου και στις δύο μελέτες. Οι εκβάσεις της θεραπείας μεταξύ των ομάδων θεραπείας ήταν παρόμοιες σε όλες τις υποομάδες ανά ηλικία, φύλο, φυλή και περιοχή. Στη μελέτη GS-US-380-1844, η μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό των CD4+ κυττάρων στην Εβδομάδα 48 ήταν -31 κύτταρα/mm3 στους ασθενείς που άλλαξαν σε B/F/TAF και 4 κύτταρα/mm3 στους ασθενείς που παρέμειναν σε abacavir/dolutegravir/λαμιβουδίνη. Στη μελέτη GS-US-380-1878, η μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό των CD4+ κυττάρων στην Εβδομάδα 48 ήταν 25 κύτταρα/mm3 στους ασθενείς που άλλαξαν σε B/F/TAF και 0 κύτταρα/mm3 στους ασθενείς που παρέμειναν στο αρχικό τους σχήμα. Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV Ο αριθμός των ασθενών με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV που έλαβαν θεραπεία με B/F/TAF είναι περιορισμένος. Στη μελέτη GS-US-380-1490, 8 ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV κατά την αρχική εκτίμηση τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν B/F/TAF. Στην Εβδομάδα 48, 7 ασθενείς ήταν HBV κατεσταλμένοι (HBV DNA < 29 IU/ml) και είχαν HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml. Ένα ασθενής είχε ελλιπή HBV DNA δεδομένα κατά την εβδομάδα 48. Στην Εβδομάδα 144, 5 ασθενείς ήταν HBV κατεσταλμένοι και είχαν HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml. Τρεις ασθενείς είχαν ελλιπή δεδομένα HBV DNA στην Εβδομάδα 144 (1 δεν ήταν δυνατό να παρακολουθηθεί από την Εβδομάδα 48, 1 δεν ήταν δυνατό να παρακολουθηθεί μετά από την Εβδομάδα 72 και 1 δεν ήταν δυνατό να παρακολουθηθεί μετά από την Εβδομάδα 120). 23 Στη μελέτη GS-US-380-1878, κατά την εβδομάδα 48, το 100% (8/8) των ασθενών με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τους ιούς HIV/HBV κατά την αρχική εκτίμηση στο σκέλος του B/F/TAF διατήρησαν τα επίπεδα του HBV στο DNA σε τιμές < 29 IU/ml (ελλιπή= αποκλείστηκαν από την ανάλυση) και του HIV στο RNA σε < 50 αντίγραφα/ml. Κύηση Στη μελέτη GS-US-380-5310, αξιολογήθηκαν η φαρμακοκινητική και η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του B/F/TAF μία φορά ημερησίως σε μια ανοιχτή κλινική μελέτη ιολογικά κατεσταλμένων εγκύων ενηλίκων με λοίμωξη HIV-1 από το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο έως μετά τον τοκετό (n = 33). Και οι 32 ενήλικες συμμετέχουσες που ολοκλήρωσαν τη μελέτη διατήρησαν την καταστολή του ιού κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τον τοκετό και έως και την Εβδομάδα 18 μετά τον τοκετό. Ο διάμεσος αριθμός κυττάρων (Q1, Q3) CD4+ κατά την αρχική εκτίμηση ήταν 558 (409, 720) κύτταρα/μl και η διάμεσος (Q1, Q3) μεταβολή του αριθμού των κυττάρων CD4+ από την αρχική εκτίμηση έως την Εβδομάδα 12 μετά τον τοκετό ήταν 159 (27, 296) κύτταρα/μl. Και οι 29 συμμετέχοντες νεογνικής ηλικίας είχαν αρνητικά/μη ανιχνεύσιμα αποτελέσματα PCR για HIV-1 κατά τη γέννηση και/ή σε ηλικία 4 έως 8 εβδομάδων. Παιδιατρικός πληθυσμός Στη μελέτη GS-US-380-1474, αξιολογήθηκαν η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του B/F/TAF σε ιολογικά κατεσταλμένα παιδιά και εφήβους με HIV ηλικίας από 12 έως < 18 ετών (≥ 35 kg) (n = 50), ηλικίας από 6 έως < 12 ετών (≥ 25 kg) (n = 50) και ≥ 2 ετών (≥ 14 έως < 25 kg) (n = 22). Κοόρτη 1: Ιολογικά κατεσταλμένοι έφηβοι (n = 50, 12 έως < 18 ετών, ≥ 35 kg) Η μέση ηλικία των ασθενών στην κοόρτη 1 ήταν τα 14 έτη (εύρος: 12 έως 17) και το μέσο αρχικό βάρος ήταν 51,7 kg (εύρος: 35 έως 123). Το 64% ήταν θήλεα, το 27% ήταν Ασιάτες και το 65% ήταν Μαύροι. Κατά την αρχική εκτίμηση, ο διάμεσος αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 750 κύτταρα/mm3 (εύρος: 337 έως 1207) και το διάμεσο CD4+% ήταν 33% (εύρος: 19% έως 45%). Μετά την αλλαγή σε B/F/TAF, το 98% (49/50) των ασθενών στην κοόρτη 1 παρέμειναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 48. Η μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό CD4+ κυττάρων την εβδομάδα 48 ήταν -22 κύτταρα/mm3. Δύο από τα 50 άτομα πληρούσαν τα κριτήρια για συμπερίληψη στον πληθυσμό ανάλυσης της αντοχής μέχρι την εβδομάδα 48. Δεν εντοπίστηκε εμφανιζόμενη αντοχή στο B/F/TAF μέχρι την εβδομάδα 48. Κοόρτη 2: Ιολογικά κατεσταλμένα παιδιά (n = 50, 6 έως < 12 ετών, ≥ 25 kg) Η μέση ηλικία των ασθενών στην κοόρτη 2 ήταν τα 10 έτη (εύρος: 6 έως 11) και το μέσο αρχικό βάρος ήταν 31,9 kg (εύρος: 25 έως 69). Το 54% ήταν θήλεα, το 22% ήταν Ασιάτες και το 72% ήταν Μαύροι. Κατά την αρχική εκτίμηση, ο διάμεσος αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 898 κύτταρα/mm3 (εύρος: 390 έως 1991) και το διάμεσο CD4+% ήταν 37% (εύρος: 19% έως 53%). Μετά την αλλαγή σε B/F/TAF, το 98% (49/50) των ασθενών στην κοόρτη 2 παρέμειναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 48. Η μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό CD4+ κυττάρων την εβδομάδα 48 ήταν -40 κύτταρα/mm3. Κανένας ασθενής δεν ήταν κατάλληλος για ανάλυση αντοχής μέχρι την εβδομάδα 48. Κοόρτη 3: Ιολογικά κατεσταλμένα παιδιά (n = 22, ≥ 2 ετών, ≥ 14 kg έως < 25 kg) Η μέση ηλικία των ασθενών στην κοόρτη 3 ήταν τα 5 έτη (εύρος: 3 έως 9) και το μέσο αρχικό βάρος ήταν 18,8 kg (εύρος: 14 έως 24). Το 50% ήταν θήλεα, το 23% ήταν Ασιάτες και το 73% ήταν Μαύροι. Κατά την αρχική εκτίμηση, ο διάμεσος αριθμός CD4+ κυττάρων ήταν 962 κύτταρα/mm3 (εύρος: 365 έως 1986) και το διάμεσο CD4+% ήταν 32% (εύρος: 24% έως 46%). Μετά την αλλαγή σε B/F/TAF, το 91% (20/22) των ασθενών στην κοόρτη 3 παρέμειναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml) την εβδομάδα 24. Η μέση μεταβολή από την αρχική εκτίμηση στον αριθμό CD4+ κυττάρων την εβδομάδα 24 ήταν −126 κύτταρα/mm3 και η μέση 24 μεταβολή στο CD4+% από την αρχική εκτίμηση μέχρι την εβδομάδα 24 ήταν 0,2% (εύρος: -7,7% έως 7,5%). Κανένας ασθενής δεν ήταν κατάλληλος για ανάλυση αντοχής μέχρι την εβδομάδα 24. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Biktarvy σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία ατόμων με HIV 1 λοίμωξη (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Το bictegravir απορροφάται μετά την από του στόματος χορήγηση με ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 2,0-4,0 ώρες μετά τη χορήγηση του B/F/TAF. Αναφορικά με τις συνθήκες νηστείας, η χορήγηση του B/F/TAF είτε με γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά (~600 kcal, 27% λιπαρά) ή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (~800 kcal, 50% λιπαρά) οδήγησε σε αύξηση στην AUC του bictegravir (24%). Αυτή η μικρή αλλαγή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και το B/F/TAF μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Μετά από την από του στόματος χορήγηση του B/F/TAF με ή χωρίς τροφή στους ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV-1, οι μέσες (% CV) φαρμακοκινητικές παράμετροι πολλαπλής δόσης του bictegravir ήταν Cmax = 6,15 µg/ml (22,9%), AUCtau = 102 µg-h/ml (26,9%) και Ctrough = 2,61 µg/ml (35,2%). Η emtricitabine απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα μετά την από του στόματος χορήγηση με ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 1,5 έως 2,0 ώρες μετά τη χορήγηση του B/F/TAF. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της emtricitabine από τα σκληρά καψάκια των 200 mg είναι 93%. Η συστηματική έκθεση της emtricitabine δεν επηρεάστηκε όταν η emtricitabine χορηγήθηκε με φαγητό και το B/F/TAF μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Μετά από την από του στόματος χορήγηση του B/F/TAF με ή χωρίς τροφή στους ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV-1, οι μέσες (% CV) φαρμακοκινητικές παράμετροι πολλαπλής δόσης της emtricitabine ήταν Cmax = 2,13 µg/ml (34,7%), AUCtau = 12,3 µg-h/ml (29,2%) και Ctrough = 0,096 µg/ml (37,4%). Το tenofovir alafenamide απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση με τις ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 0,5-2,0 ώρες μετά τη χορήγηση του B/F/TAF. Σε σχέση με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση του tenofovir alafenamide με γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά (~600 kcal, 27% λιπαρά) και υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (~800 kcal, 50% λιπαρά) οδήγησε σε αύξηση της AUClast κατά 48% και 63%, αντιστοίχως. Αυτές οι μικρές αλλαγές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές και το B/F/TAF μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Μετά από την από του στόματος χορήγηση του B/F/TAF με ή χωρίς τροφή στους ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV-1, οι μέσες (% CV) φαρμακοκινητικές παράμετροι πολλαπλής δόσης του tenofovir alafenamide ήταν Cmax = 0,121 µg/ml (15,4%) και AUCtau = 0,142 µg-h/ml (17,3%). Κατανομή Η in vitro δέσμευση του bictegravir στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν > 99% (ελεύθερο κλάσμα ~0,25%). Ο in vitro λόγος της μέσης συγκέντρωσης φαρμάκου στο αίμα προς τη συγκέντρωση στο πλάσμα του bictegravir ήταν 0,64. Η in vitro σύνδεση της emtricitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος 0,02 έως 200 µg/ml. Στην ανώτατη συγκέντρωση στο πλάσμα, ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο πλάσμα προς τη συγκέντρωση της emtricitabine στο 25 αίμα ήταν ~1,0 και ο λόγος της μέσης συγκέντρωσης στο σπέρμα προς τη συγκέντρωση της emtricitabine στο πλάσμα ήταν ~4,0. Η in vitro σύνδεση του tenofovir με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι < 0,7% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος των 0,01-25 µg/ml. Η ex vivo σύνδεση του tenofovir alafenamide με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος σε δείγματα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών ήταν περίπου 80%. Βιομετασχηματισμός Ο μεταβολισμός αποτελεί το κύριο μονοπάτι κάθαρσης για το bictegravir στους ανθρώπους. In vitro φαινοτυπικές μελέτες έδειξαν ότι το bictegravir μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A και UGT1A1. Ύστερα από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση του [14C]-bictegravir, το ~60% της δόσης από τα κόπρανα περιλάμβανε την αμετάβλητη μητρική ουσία, desfluoro-hydroxy-BIC-cysteine-conjugate και άλλους μικρούς οξειδωτικούς μεταβολίτες. Το τριάντα πέντε τις εκατό της δόσης ανακτήθηκε από τα ούρα και συνίστατο κυρίως από το γλυκουρονίδιο του bictegravir και από άλλους μικρούς οξειδωτικούς μεταβολίτες και τις συζευγμένες τους ουσίες φάσης ΙΙ. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης μητρικής ουσίας ήταν ελάχιστη. Μετά από χορήγηση της [14C]-emtricitabine πλήρης ανάκτηση της δόσης της emtricitabine επετεύχθη στα ούρα (~86%) και στα κόπρανα (~14%). Το 13% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως τρεις θεωρούμενοι μεταβολίτες. Ο βιομετασχηματισμός της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και τον σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών (~9% της δόσης) και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο (~4% της δόσης). Δεν αναγνωρίστηκαν άλλοι μεταβολίτες. Ο μεταβολισμός είναι μια κύρια οδός αποβολής για το tenofovir alafenamide στους ανθρώπους, αντιπροσωπεύοντας > 80% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης. In vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι το tenofovir alafenamide μεταβολίζεται σε tenofovir (κύριος μεταβολίτης) από την καθεψίνη A στα PBMCs (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα και από την καρβοξυλοεστεράση 1 στα ηπατοκύτταρα. In vivo, το tenofovir alafenamide υδρολύεται εντός των κυττάρων σχηματίζοντας tenofovir (κύριος μεταβολίτης), το οποίο φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir. Στις κλινικές μελέτες σε ανθρώπους, μια από του στόματος δόση 25 mg tenofovir alafenamide είχε ως αποτέλεσμα να επιτευχθούν συγκεντρώσεις του διφωσφορικού tenofovir > 4 φορές υψηλότερες στα PBMCs και

90% χαμηλότερες συγκεντρώσεις του tenofovir στο πλάσμα σε σύγκριση με μια από του στόματος δόση 245 mg tenofovir disoproxil. Αποβολή Το bictegravir απομακρύνεται κατά κύριο λόγο μέσω ηπατικού μεταβολισμού. Η νεφρική απέκκριση του αμετάβλητου bictegravir αποτελεί ένα έλασσον μονοπάτι (~1% της δόσης). Η ημίσεια ζωή πλάσματος του bictegravir ήταν 17,3 ώρες. Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών τόσο μέσω σπειραματικής διήθησης όσο και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης. Η ημίσεια ζωή πλάσματος της emtricitabine ήταν περίπου 10 ώρες. Το tenofovir alafenamide αποβάλλεται κυρίως μετά από μεταβολισμό σε tenofovir. Το tenofovir alafenamide και το tenofovir έχουν διάμεση ημίσεια ζωή στο πλάσμα 0,51 και 32,37 ώρες, αντίστοιχα. Το tenofovir αποβάλλεται από το σώμα από τους νεφρούς μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης. Η νεφρική απέκκριση του αμετάβλητου tenofovir alafenamide αποτελεί ένα έλασσον μονοπάτι με λιγότερο από 1% της δόσης να αποβάλλεται στα ούρα. 26 Γραμμικότητα Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες πολλαπλής δόσης του bictegravir είναι ανάλογες της δόσης για το εύρος δόσης των 25 έως 100 mg. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες πολλαπλής δόσης της emtricitabine είναι ανάλογες της δόσης για το εύρος δόσης των 25 έως 200 mg. Οι εκθέσεις της tenofovir alafenamide είναι ανάλογες της δόσης για το εύρος δόσης των 8 έως 125 mg. Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική του bictegravir στους ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Εντούτοις, η emtricitabine δε μεταβολίζεται σημαντικά από τα ηπατικά ένζυμα, συνεπώς οι επιπτώσεις της ηπατικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να είναι περιορισμένες. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide ή του μεταβολίτη του tenofovir σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Νεφρική δυσλειτουργία: Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης ≥ 15 και < 30 ml/min) Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του bictegravir, του tenofovir alafenamide ή του tenofovir μεταξύ υγιών ατόμων και ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCl ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min) σε μελέτες φάσης 1. Σε μια χωριστή μελέτη φάσης 1 του emtricitabine ως μονοθεραπείας, η μέση συστηματική έκθεση στην emtricitabine ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 ml/min) (33,7 µg-h/ml) από ό,τι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (11,8 µg-h/ml). Η ασφάλεια του Biktarvy δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min. Νεφρική νόσος τελικού σταδίου (εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min) Οι εκθέσεις σε emtricitabine και tenofovir 12 ασθενών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) υπό χρόνια αιμοδιύλιση, οι οποίοι έλαβαν emtricitabine + tenofovir alafenamide σε συνδυασμό με elvitegravir + cobicistat ως δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης στη Μελέτη GS-US292-1825 ήταν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά συναφείς διαφορές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό χρόνια αιμοδιύλιση σε σύγκριση με εκείνους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στη φάση επέκτασης της Μελέτης GS-US-292-1825, παρατηρήθηκε χαμηλότερο Ctrough του bictegravir σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που έλαβαν Biktarvy σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αλλά αυτή η διαφορά δεν θεωρήθηκε κλινικά συναφής. Δεν διαπιστώθηκαν επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου υπό χρόνια αιμοδιύλιση σε αυτήν τη μελέτη (βλ. παράγραφο 4.8). Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα σχετικά με το bictegravir, το emtricitabine ή το tenofovir alafenamide σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) που δεν είναι υπό χρόνια αιμοδιύλιση. Η ασφάλεια του Biktarvy δεν έχει τεκμηριωθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς. Ηλικία, φύλο και φυλή Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του bictegravir, της emtricitabine και του tenofovir δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως στους ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 65 ετών). Οι αναλύσεις πληθυσμού που χρησιμοποιούν συγκεντρωτικά φαρμακοκινητικά δεδομένα από μελέτες ενηλίκων δεν κατέδειξαν κλινικά σχετικές διαφορές λόγω της ηλικίας του φύλου ή της φυλής στις εκθέσεις του bictegravir, της emtricitabine ή του tenofovir alafenamide. Παιδιατρικός πληθυσμός Η μέση Cmax του bictegravir και οι εκθέσεις στο emtricitabine και στο tenofovir alafenamide (AUC ή/και Cmax) που επιτεύχθηκαν σε 50 παιδιά ηλικίας από 6 έως < 12 ετών (≥ 25 kg) τα οποία έλαβαν τη δόση 50 mg/200 mg/25 mg B/F/TAF και σε 22 παιδιά ηλικίας ≥ 2 ετών (≥ 14 έως < 25 kg) τα οποία 27 έλαβαν τη δόση 30 mg/120 mg/15 mg B/F/TAF, στη μελέτη GS-US-380-1474 ήταν γενικά υψηλότερες από τις εκθέσεις στους ενήλικες. Στον Πίνακα 5 παρουσιάζονται οι εκθέσεις στο bictegravir, στο emtricitabine, στο tenofovir alafenamide και στο tenofovir σε παιδιά, εφήβους και ενήλικες. Πίνακας 5: Εκθέσεις στο Bictegravir, στο Emtricitabine, στο Tenofovir Elafenamide και στο Tenofovir σε Παιδιά, Εφήβους και Ενήλικες BIC AUCtau (ng-h/ml) Cmax (ng/ml) Ctau (ng/ml) FTC AUCtau (ng-h/ml) Cmax (ng/ml) Ctau (ng/ml) TAF AUCtau (ng-h/ml) Cmax (ng/ml) Ctau (ng/ml) TFV AUCtau (ng-h/ml) Cmax (ng/ml) Ctau (ng/ml) Παιδιά ηλικίας ≥ 2 ετών ≥ 14 έως < 25 kgα B/F/TAF (30 mg/120 mg/15 mg) n = 12 Παιδιά ηλικίας 6 έως < 12 ετών ≥ 25 kgα Ενήλικεςβ n = 25 Έφηβοι ηλικίας 12 έως < 18 ετών ≥ 35 kgα B/F/TAF (50 mg/200 mg/25 mg) n = 24 108 364,5 (22,9) 121 034,2 (36,4) 109 668,1 (30,6) 94 227,1 (34,7) 10 040,0 (19,9) 10 988,8 (28,3) 8 087,1 (29,9) 6 801,6 (30,1) 1 924,5 (78,3)γ 2 366,6 (78,8)δ 2 327,4 (48,6) 2 256,7 (47,3)ζ 14 991,2 (21,9) 17 565,1 (36,9) 13 579,1 (21,7) 12 293,6 (29,2) 3 849,2 (34,7) 3 888,4 (31,0) 2 689,2 (34,0) 2 127,0 (34,7) 210,3 (242,9)γ 226,7 (322,8)δ 64,4 (25,0) 96,0 (37,4)η 305,4 (42,6) 434,5 (94,9)ε 347,9 (113,2)στ 229,3 (63,0) 413,8 (31,0) 581,8 (99,9)δ 333,9 (110,6) 276,5 (62,4) Δ/Ε Δ/Ε Δ/Ε Δ/Ε 326,6 (23,8) 427,7 (28,5) 333,5 (31,5) 292,6 (27,4)θ 21,9 (29,2) 35,5 (89,0) 24,0 (64,2) 15,2 (26,1)θ 10,3 (30,5)γ 14,0 (30,2)δ 11,1 (32,4) 10,6 (28,5)θ n = 77 BIC = bictegravir, FTC = emtricitabine, TAF = tenofovir alafenamide fumarate, TFV = tenofovir Δ/Ε = δεν εφαρμόζεται,%CV = ποσοστό συντελεστή διακύμανσης α Τα δεδομένα παρουσιάζονται ως μέσες τιμές (%CV). Δεδομένα εντατικής ΦΚ ανάλυσης από τη μελέτη GS-US-3801474 β Δεδομένα εντατικής ΦΚ ανάλυσης από τις μελέτες GS-US-380-1489, GS-US-380-1490, GS-US-380-1844, GS-US-3801878 για το BIC, εκθέσεις FTC και ΦΚ TAF και δεδομένα πληθυσμιακής ΦΚ από τις μελέτες GS-US-292-0104 και GSUS-292-0111 για εκθέσεις ΦΚ TFV γ n = 11 δ n = 24 ε n = 22 στ n = 23 ζ n = 75 η n = 74 θ n = 841 Κύηση Οι εκθέσεις στο πλάσμα στο bictegravir, στην emtricitabine και στο tenofovir alafenamide ήταν χαμηλότερες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε σύγκριση με την περίοδο μετά τον τοκετό, ενώ οι εκθέσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό ήταν γενικά υψηλότερες από ό,τι σε μη έγκυες ενήλικες (Πίνακας 6). Οι εκθέσεις ήταν γενικά παρόμοιες μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου 28 τριμήνου της κύησης. Οι εκθέσεις ήταν επίσης γενικά παρόμοιες μεταξύ των Εβδομάδων 6 και 12 μετά τον τοκετό. Με βάση τις σχέσεις έκθεσης-απόκρισης για το bictegravir, την emtricitabine και το tenofovir alafenamide, οι μεταβολές της έκθεσης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Ωστόσο, συνιστώνται ειδικές προσαρμογές της δοσολογίας για συγχορηγούμενα από του στόματος φάρμακα ή συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα σε εγκύους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.5). Πίνακας 6: Παράμετροι ΦΚ σταθερής κατάστασης του bictegravir, της emtricitabine και του tenofovir alafenamide σε ιολογικά κατασταλμένες εγκύους γυναίκες με λοίμωξη από HIV-1 στο τρίτο τρίμηνο και την Eβδομάδα 12 μετά τον τοκετό σε σύγκριση με ιστορικά δεδομένα σε μη εγκύους ενήλικες με HIV-1 Μέση τιμή παραμέτρου (%CV) Bictegravir Cmax (µg ανά ml) AUCtau (µg-h ανά ml) Unbound AUCtauα (µg-h ανά ml) Ctrough (µg ανά ml) Emtricitabine Cmax (µg ανά ml) AUCtau (µg-h ανά ml) Ctrough (µg per mL) Tenofovir Alafenamide Cmax (µg ανά ml) AUCtau (µg-h ανά ml) Unbound AUCtauα (µg-h ανά ml) Τρίτο τρίμηνο (N = 30) Εβδομάδα 12 μετά τον τοκετό (N = 32) Μη έγκυοι ενήλικες με HIV-1 5,37 (25,9) 11,0 (24,9) 6,15 (22,9)β 60,2 (29,1) 148 (28,5) 102 (26.9)β 0,219 (33,9) 0,374 (32,2) Δ/Ε 1,07 (41,7) 3,64 (34,1) 2,61 (35,2)β 2,59 (26,5) 3,36 (26,9) 2,13 (34,7)γ 10,4 (20,3) 15,3 (21,9) 12,3 (29,2)γ 0,05 (27,2) 0,08 (33,7) 0,096 (37,4)γ 0,27 (42,1) 0,49 (52,5) 0,121 (15,4)δ 0,21 (45,0) 0,30 (31,8) 0,142 (17,3)δ 0,016 (28,4) 0,017 (23,4) Δ/Ε CV = Συντελεστής διακύμανσης, Δ/Ε = δεν εφαρμόζεται α Υπολογίστηκε με τη διόρθωση των μεμονωμένων εκτιμήσεων AUCtau από το%μη δεσμευμένο κλάσμα. β Από την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού στις μελέτες 1489, 1490, 1844 και 1878; N = 1193. γ Από την εντατική ανάλυση ΦΚ στις μελέτες 1489, 1490, 1844 και 1878, N = 77. δ Από την ανάλυση ΦΚ πληθυσμού στις μελέτες 1489 και 1490, N = 486.

info Πληροφορίες

Κωδικός ATC5

J05AR20

Κάτοχος Άδειας

Gilead
pill