Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

INSPRA

eplerenone

ηνσπρα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
25 / TAB 15.09 €
50 / TAB 15.09 €

INSPRA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μια φορά την ημέρα (OD), κάθε δεύτερη ημέρα (EOD)
Δόση έναρξης:
25 mg μια φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά στα 25 mg μια φορά την ημέρα και να τιτλοδοτείται στη δόση-στόχο των 50 mg μια φορά την ημέρα κατά προτίμηση εντός 4 εβδομάδων, λαμβάνοντας υπόψη τα επίπεδα καλίου στον ορό.
  • Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Δόση50 mg μια φορά την ημέρα
    Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 50 mg μια φορά την ημέρα. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά εντός 3-14 ημερών από το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙ κατά NYHA (χρόνια)
    Δόση50 mg άπαξ ημερησίως
    Η δόση-στόχος είναι 50 mg άπαξ ημερησίως.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της επλερενόνης σε παιδιά και εφήβους δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό.
  • Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30-60 mL/min)
    Δόση25 mg κάθε δεύτερη ημέρα
    Αρχική δόση 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα. Η δόση πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα επίπεδα καλίου. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Ασθενείς με CrCl < 50 mL/min με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Μέγ. δόση25 mg
    Η χρήση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Δόσεις άνω των 25 mg δεν έχουν μελετηθεί.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 mL/min)
    Αντενδείκνυται.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται συχνή και τακτική παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό, ειδικά εάν είναι ηλικιωμένοι.
  • Συγχορηγούμενη αγωγή με ήπιους έως μέτριους αναστολείς CYP3A4
    Δόση25 mg μια φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση25 mg μια φορά την ημέρα
    Δόση έναρξης 25 mg μια φορά την ημέρα. Η δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg μια φορά την ημέρα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Επίπεδα καλίου στον ορό > 5,0 mmol/L κατά την έναρξη.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (εκτιμώμενος Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης (e-GFR) < 30 mL ανά λεπτό ανά 1,73 m3).
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Κατηγορία Child-Pugh C).
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Λήψη καλιοσυντηρητικών διουρητικών, ή ισχυρών αναστολέων CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κλαριθρομικύνη, τελιθρομυκίνη και νεφαζοδόνη).
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Συνδυασμός ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) και ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων αγγειοτασίνης (ΑΥΑ) με επλερενόνη.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερκαλιαιμία
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς, ειδικά σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας (ηλικιωμένοι, νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτης)
    Παρακολούθηση επιπέδων καλίου στον ορό. Δεν συνιστάται χρήση συμπληρωμάτων καλίου. Μείωση δόσης επλερενόνης για μείωση καλίου. Ο συνδυασμός με αναστολέα ΜΕΑ και/ή ΑΥΑ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της διαβητικής μικρολευκωματινουρίας
    Τα επίπεδα καλίου θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά. Χορήγηση θεραπείας με προσοχή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μικρολευκωματινουρία. Η επλερενόνη δεν απομακρύνεται μέσω αιμοδιάλυσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh A και B) και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh C)
    Παρακολούθηση επιπέδων ηλεκτρολυτών σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Επαγωγείς CYP3A4
    προσοχή
    Η συγχορήγηση της επλερενόνης με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4 δεν συνιστάται.
  • Λίθιο, κυκλοσπορίνη και τακρόλιµους
    προσοχή
    Το λίθιο, η κυκλοσπορίνη και το τακρόλιµους θα πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επλερενόνη.
  • Λακτόζη
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, όπως ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν το παρόν φάρμακο.
  • Νάτριο
    Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο και είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά και συμπληρώματα καλίου
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χορηγείται
  • Αναστολείς ΜΕΑ και/ή ανταγωνιστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης (ΑΥΑ)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση του καλίου του ορού και της νεφρικής λειτουργίας, κυρίως σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο διαταραγμένης νεφρικής λειτουργίας, π.χ. ηλικιωμένοι.
  • Τριπλός συνδυασμός (αναστολέα ΜΕΑ, ΑΥΑ και επλερενόνης)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται
  • προσοχή
    Τοξικότητα από λίθιο
    ΣύστασηΑποφεύγεται. Εάν είναι απαραίτητος, παρακολουθείται η συγκέντρωση του λιθίου στο πλάσμα.
  • Διατάραξη της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του κινδύνου υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΑποφεύγεται. Εάν είναι απαραίτητη, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στον ορό και της νεφρικής λειτουργίας.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
    προσοχή
    Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, μείωση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος
    ΣύστασηΚρατήστε ενυδατωμένο τον ασθενή και παρακολουθήστε τη νεφρική του λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και σε τακτικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της χορήγησης του συνδυασμού.
  • Τριμεθοπρίμη
    προσοχή
    Αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας
    ΣύστασηΘα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στον ορό και η νεφρική λειτουργία, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και ηλικιωμένους ασθενείς.
  • Άλφα 1 αποκλειστές (π.χ. πραζοσίνη, αλφουζοσίνη)
    παρακολούθηση
    Αυξημένη υποτασική δράση ή/και ορθοστατικής υπότασης
    ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση για ορθοστατική υπόταση.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αμιφοστίνη, βακλοφαίνη
    προσοχή
    Δυνητική αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης και του κινδύνου ορθοστατικής υπότασης
  • Γλυκοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη
    προσοχή
    Δυνητική αύξηση της αντιυπερτασικής δράσης (συγκράτηση νατρίου και υγρών)
  • προσοχή
    Αύξηση της συστηματικής έκθεσης (AUC) στη διγοξίνη κατά 16%
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση δόσεων διγοξίνης κοντά στο ανώτερο όριο του θεραπευτικού εύρους.
  • προσοχή
    Δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση δόσεων βαρφαρίνης κοντά στο ανώτερο όριο του θεραπευτικού εύρους.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, κλαριθρομικύνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση 441% της AUC της επλερενόνης
    ΣύστασηΑντενδείκνυται
  • Ήπιοι έως μέτριοι αναστολείς CYP3A4 (ερυθρομυκίνη, σακιναβίρη, αμιοδαρόνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, φλουκοναζόλη)
    προσοχή
    Κλιμακωτές αυξήσεις στην AUC της επλερενόνης που κυμαίνονται από 98% έως 187%
    ΣύστασηΗ δόση της επλερενόνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg καθημερινώς.
  • Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, βαλσαμόχορτο)
    προσοχή
    Μείωση της AUC της επλερενόνης (βαλσαμόχορτο κατά 30%), κίνδυνος μειωμένης αποτελεσματικότητας
    ΣύστασηΔεν συνιστάται
  • Αντιόξινα
    καμία
    Δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Πυελονεφρίτιδα
  • Λοίμωξη
  • Φαρυγγίτιδα
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
Μεταβολισμός
  • Υπερκαλιαιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Αφυδάτωση
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Συγκοπή
  • Κεφαλαλγία
  • Υπαισθησία
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια της αριστεράς κοιλίας
Καρδιά
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Ταχυκαρδία
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Θρόμβωση αρτηρίας άκρου
  • Ορθοστατική υπόταση
Αναπνευστικό
  • Βήχας
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Μετεωρισμός
Ήπαρ
  • Χολοκυστίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αυξημένη εφίδρωση
  • Αγγειοοίδημα
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκός σπασμός
  • Οσφυαλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Αυξημένη ουρία αίματος
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Αδυναμία
  • Δυσφορία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • αύξηση της κρεατινίνης στο αίμα
  • Μειωμένα επίπεδα υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αύξηση της κρεατινίνης στο αίμα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια της αριστεράς κοιλίας
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Συχνές
  • Μυϊκός σπασμός
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη εφίδρωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφορία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρόμβωση αρτηρίας άκρου
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μειωμένα επίπεδα υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Πυελονεφρίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Χολοκυστίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση επλερενόνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυϊκή/νεογνική ανάπτυξη, στον τοκετό και στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η συνταγογράφηση της επλερενόνης σε εγκύους θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η επλερενόνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα μετά από χορήγηση από το στόμα. Ωστόσο, προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι στο μητρικό γάλα των αρουραίων υπάρχει επλερενόνη ή/και μεταβολίτες και ότι τα νεογνά αρουραίων που εκτέθηκαν με αυτόν τον τρόπο, αναπτύχθηκαν κανονικά. Εξαιτίας των άγνωστων δυνητικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο θηλάζον νεογνό, θα πρέπει να αποφασιστεί εάν θα τερματιστεί ο θηλασμός ή η χορήγηση του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του φαρμάκου για τη μητέρα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα σε ανθρώπους.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπόταση
  • υπερκαλιαιμία
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση που προκύψει συμπτωματική υπόταση, θα πρέπει να χορηγηθεί υποστηρικτική θεραπεία. Εάν αναπτυχθεί υπερκαλιαιμία, θα πρέπει να χορηγηθεί τυπική θεραπεία. Η επλερενόνη έχει δειχθεί ότι συνδέεται εκτεταμένα με τον ενεργό άνθρακα.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η επλερενόνη δεν προκαλεί υπνημία ή διατάραξη της νοητικής λειτουργίας, αλλά κατά την οδήγηση οχημάτων ή το χειρισμό μηχανημάτων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο πρόκλησης ζαλάδας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
warningΈκδοχα με γνωστή δράση — προσοχή σε δυσανεξίες/αλλεργίες
Κάθε δισκίο περιέχει 34,5 mg μονοϋδρικής λακτόζης (
Πλήρης κατάλογος (§6.1)
Πυρήνας δισκίου:
Μονοϋδρική λακτόζη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (τύπου 101)
Νατριούχος κροσκαρμελλόζη
Υπρομελλόζη (τύπου 2910)
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (τύπου 102)
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Τάλκης
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου:
Μονοϋδρική λακτόζη
Υπρομελλόζη (τύπου 2910)
Διοξείδιο τιτανίου (Ε171)
Μακρογόλη 4000
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Διουρητικά, ανταγωνιστές αλδοστερόνης Κωδικός ATC: C03DA04

Μηχανισμός δράσης

Η επλερενόνη έχει σχετική εκλεκτικότητα στη σύνδεσή της με υποδοχείς ανασυνδυασμένων ανθρώπινων μεταλλοκορτικοειδών σε σύγκριση με τη σύνδεση με υποδοχείς ανασυνδυασμένων ανθρώπινων γλυκοκορτικοειδών, προγεστερόνης και ανδρογόνων. Η επλερενόνη αποτρέπει τη σύνδεση της αλδοστερόνης, μιας βασικής ορμόνης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS), η οποία ενέχεται στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και την παθοφυσιολογία της καρδιαγγειακής νόσου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η επλερενόνη έχει δείξει ότι επάγει σταθερές αυξήσεις στη ρενίνη πλάσματος και την αλδοστερόνη ορού, κάτι που συνάδει με την αναστολή της ανταπόκρισης αρνητικής ρύθμισης της αλδοστερόνης στην έκκριση ρενίνης. Η προκύπτουσα αυξημένη δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα και τα αυξημένα επίπεδα κυκλοφορούσας αλδοστερόνης, δεν υπερκαλύπτουν τη δράση της επλερενόνης.

Σε μελέτες κυμαινόμενης δοσολογίας για τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία NYHA II-IV), η προσθήκη επλερενόνης στην τυπική θεραπεία επέφερε αναμενόμενες αυξήσεις στην αλδοστερόνη που σχετίζονται με τη δόση. Παρομοίως, σε μια καρδιονεφρική υπομελέτη της EPHESUS, η θεραπεία με επλερενόνη οδήγησε σε σημαντική αύξηση της αλδοστερόνης. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τον αποκλεισμό του υποδοχέα μεταλλοκορτικοειδών σε αυτούς τους πληθυσμούς.

Η επλερενόνη διερευνήθηκε στη μελέτη EPHESUS. Η EPHESUS ήταν μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 3 ετών, σε 6632 ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, με δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας (όπως μετράται από το κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας [LVEF] ≤40%) και με κλινικές ενδείξεις καρδιακής ανεπάρκειας. Εντός 3-14 ημερών (μέση τιμή 7 ημέρες) μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι συμμετέχοντες έλαβαν επλερενόνη ή εικονικό φάρμακο επιπλέον την τυπικής θεραπείας σε αρχική δόση 25 mg μια φορά την ημέρα και τιτλοδοτήθηκαν στη δόση-στόχο ων 50 mg μια φορά την ημέρα μετά από 4 εβδομάδες, με την προϋπόθεση ότι τα επίπεδα καλίου στον ορό ήταν < 5,0 mmol/L. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι συμμετέχοντες έλαβαν τυπική φροντίδα συμπεριλαμβανομένων των εξής: ακετυλοσαλικυλικό οξύ (92%), αναστολείς ΑΜΕΑ (90%), β-αποκλειστές (83%), νιτρικά (72%), διουρητικά της αγκύλης (66%) ή αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης (60%).

Στην EPHESUS, τα δύο κύρια τελικά σημεία ήταν ο θάνατος πάσης αιτιολογίας και το συνδυαστικό τελικό σημείο του καρδιαγγειακού θανάτου ή της καρδιαγγειακής νοσηλείας: 14,4% των ατόμων στην ομάδα επλερενόνης και 16,7% των ατόμων στην ομάδα εικονικού φαρμάκου κατέληξαν (όλες οι αιτίες), ενώ 26,7% των ασθενών στην ομάδα επλερενόνης και 30,0% των ασθενών στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, εκπλήρωσαν το συνδυαστικό τελικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου ή καρδιαγγειακής νοσηλείας. Επομένως, στην EPHESUS, η επλερενόνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου πάσης αιτιολογίας κατά 15% (RR 0,85, 95% CI, 0,75-0,96, p= 0,008) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κυρίως μέσω της μείωσης της καρδιαγγειακής θνησιμότητας. Ο κίνδυνος καρδιαγγειακού θανάτου ή καρδιαγγειακής νοσηλείας μειώθηκε κατά 13% με την επλερενόνη (RR 0,87, 95% CI, 0,79-0,95, p=0,002). Οι μειώσεις του απόλυτου κινδύνου για τα τελικά σημεία θνησιμότητας πάσης αιτιολογίας και καρδιαγγειακής θνησιμότητας/νοσηλείας, ήταν 2,3 και 3,3%, αντίστοιχα. Η κλινική αποτελεσματικότητα εκδηλώθηκε κατά κύριο λόγο όταν ξεκίνησε η χορήγηση θεραπείας επλερενόνης σε ασθενείς ηλικίας < 75 ετών. Τα οφέλη της θεραπείας στα άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών, δεν είναι σαφή. Η λειτουργική ταξινόμηση κατά NYHA βελτιώθηκε ή παρέμεινε σταθερή για στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα επλερενόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η επίπτωση της υπερκαλιαιμίας ήταν 3,4% στην ομάδα επλερενόνης έναντι 2,0% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (p < 0,001). Η επίπτωση της υποκαλιαιμίας ήταν 0,5% στην ομάδα επλερενόνης έναντι 1,5% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (p < 0,001).

Δεν παρατηρήθηκαν σταθερές επιδράσεις της επλερενόνης στον καρδιακό ρυθμό, τη διάρκεια του QRS ή το διάστημα PR ή QT, σε 147 φυσιολογικούς συμμετέχοντες που αξιολογήθηκαν ως προς τις ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές κατά τη διάρκεια φαρμακοκινητικών μελετών.

Στη μελέτη EMPHASIS-HF, διερευνήθηκε η επίδραση της επλερενόνης όταν προστέθηκε στην καθιερωμένη θεραπεία, στις κλινικές εκβάσεις υποκειμένων με συστολική καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια συμπτώματα (λειτουργικής κατηγορίας ΙΙ κατά ΝΥΗΑ). Οι συμμετέχοντες ήταν τουλάχιστον 55 ετών, είχαν LVEF ≤ 30% ή LVEF ≤ 35% και διάρκεια διαστήματος QRS > 130 msec και είτε είχαν νοσηλευθεί λόγω καρδιαγγειακών προβλημάτων 6 μήνες πριν την ένταξή τους στη μελέτη, είτε είχαν επίπεδα Β-τύπου νατριουρητικού πεπτιδίου στο πλάσμα (BNP) τουλάχιστον 250 pg/mL ή επίπεδα του εγκεφαλικού νατριουρητικού πεπτιδίου (Ν-terminal pro-BNP) στο πλάσμα τουλάχιστον 500 pg/ml στους άνδρες (750 pg/mL στις γυναίκες). Η χορήγηση της επλερενόνης ξεκίνησε σε δόση 25 mg άπαξ ημερησίως και αυξήθηκε μετά από 4 εβδομάδες σε 50 mg άπαξ ημερησίως, εφόσον τα επίπεδα καλίου του ορού ήταν < 5,0 mmol/L. Εναλλακτικά, εάν ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) ήταν 30-49 mL/min/1,73 m2, η χορήγηση της επλερενόνης, ξεκινούσε στα 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα και αυξανόταν σε 25 mg άπαξ ημερησίως.

Συνολικά, 2.737 συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν (διπλά-τυφλή τυχαιοποίηση) σε θεραπεία με επλερενόνη ή με εικονικό φάρμακο, συμπεριλαμβανομένης της αρχικής θεραπείας με διουρητικά (85%), αναστολείς ΜΕΑ (78%), ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (19%), β-αποκλειστές (87%), αντιθρομβωτικά φάρμακα (88%), υπολιπιδαιμικούς παράγοντες (63%) και δακτυλίτιδα (27%). Η μέση τιμή του LVEF ήταν περίπου 26% και η μέση διάρκεια QRS ήταν 122 msec. Τα περισσότερα άτομα (83,4%) είχαν προηγούμενη νοσηλεία λόγω καρδιαγγειακών προβλημάτων εντός 6 μηνών από την τυχαιοποίηση, με το περίπου 50% εξ’ αυτών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας. Περίπου το 20% των ατόμων υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εμφυτεύσιμους απινιδωτές ή σε θεραπεία καρδιακού επανασυγχρονισμού.

Το κύριο τελικό σημείο, θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια ή νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια εμφανίστηκε σε 249 υποκείμενα (18,3%) στην ομάδα της επλερενόνης και σε 356 άτομα (25,9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0,63, 95% CI: 0,54 - 0,74, p < 0,001). Η επίδραση της επλερενόνης στις εκβάσεις του κύριου τελικού σημείου ήταν σταθερή σε όλες τις προκαθορισμένες υποομάδες υποκειμένων.

Το δευτερεύον τελικό σημείο της θνησιμότητας από οποιαδήποτε αιτία εμφανίστηκε σε 171 (12,5%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και 213 (15,5%) άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0,76, 95% CI: 0,62 - 0,93, p = 0,008). Ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια αναφέρθηκε σε 147 (10,8%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και σε 185 (13,5%) υποκείμενα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (RR 0,76, 95% CI: 0,61 -0,94, p = 0,01).

Κατά τη διάρκεια της μελέτης, αναφέρθηκε υπερκαλιαιμία (επίπεδα καλίου ορού > 5,5 mmol/L) σε 158 (11,8%) άτομα στην ομάδα της επλερενόνης και σε 96 (7,2%) άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p <0,001). Η υποκαλιαιμία, που ορίζεται ως επίπεδα καλίου ορού < 4,0 mmol/L, ήταν στατιστικά μικρότερη στην ομάδα της επλερενόνης, σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (38,9% για την επλερενόνη, σε σύγκριση με 48,4% για το εικονικό φάρμακο, p <0,0001).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η επλερενόνη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Σε μια μελέτη παιδιατρικών ασθενών με υπέρταση (ηλικιακό εύρος 4 έως 17 έτη, n=304) διάρκειας 10 εβδομάδων, η επλερενόνη, σε δόσεις (από 25 mg έως 100 mg την ημέρα) που οδηγούσαν σε έκθεση παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων, δεν μείωσε την αρτηριακή πίεση αποτελεσματικά. Στην εν λόγω μελέτη, καθώς και σε μια μελέτη διάρκειας 1 έτους για την ασφάλεια στον παιδιατρικό πληθυσμό στην οποία συμμετείχαν 149 ασθενείς, το προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοιο με των ενηλίκων. Η επλερενόνη δεν έχει μελετηθεί σε υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 4 ετών διότι η μελέτη σε μεγαλύτερους σε ηλικία παιδιατρικούς ασθενείς κατέδειξε έλλειψη αποτελεσματικότητας (βλ. Δοσολογία). Δεν έχει μελετηθεί καμία (μακροπρόθεσμη) επίδραση στο ορμονικό προφίλ των παιδιατρικών ασθενών.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επλερενόνης είναι 69% μετά από χορήγηση 100 mg δισκίου από του στόματος. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από περίπου 1,5 με 2 ώρες. Τόσο το μέγιστο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) όσο και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) είναι αναλογικές ως προς τη δόση, για δόσεις της τάξης των 10 mg έως 100 mg, και λιγότερο από αναλογικές σε δόσεις άνω των 100 mg. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 2 ημερών. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τις τροφές.

Κατανομή

Η σύνδεση της επλερενόνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 50% και αφορά κυρίως τις άλφα 1-όξινες γλυκοπρωτεΐνες. Ο φαινόμενος όγκος της κατανομής σε σταθερή κατάσταση εκτιμάται ότι είναι 42-90 L. Η επλερενόνη δεν συνδέεται εκλεκτικά στα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της επλερενόνης μεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP3A4. Δεν έχουν ταυτοποιηθεί ενεργοί μεταβολίτες της επλερενόνης στο πλάσμα του ανθρώπινου οργανισμού.

Αποβολή

Λιγότερο από το 5% της δόσης της επλερενόνης ανακτάται ως αναλλοίωτο φάρμακο στα ούρα και τα κόπρανα. Ακολούθως μεμονωμένης από στόματος δόσης ραδιοσημασμένου φαρμάκου, περίπου 32% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα και περίπου 67% απεκκρίθηκε στα ούρα. Η ημιζωή αποβολής της επλερενόνης είναι περίπου 3 έως 6 ώρες. Η φαινόμενη κάθαρση στο πλάσμα είναι περίπου 10 L/ώρα.

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

Ηλικία, Φύλο και Φυλή: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της επλερενόνης σε δόση 100 mg άπαξ ημερησίως, έχουν μελετηθεί σε ηλικιωμένους (≥ 65 ετών), σε άνδρες και γυναίκες και σε άτομα της μαύρης φυλής. Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της επλερενόνης ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Σε σταθερή κατάσταση, οι ηλικιωμένοι συμμετέχοντες εμφάνισαν αύξηση των Cmax (22%) και AUC (45%) σε σύγκριση με τους νεότερους συμμετέχοντες (18 έως 45 ετών). Σε σταθερή κατάσταση, το Cmax ήταν 19% χαμηλότερο και το AUC 26% χαμηλότερο στα άτομα της μαύρης φυλής (βλ. Δοσολογία).

Παιδιατρικός πληθυσμός: Από ένα φαρμακοκινητικό μοντέλο πληθυσμού για τις συγκεντρώσεις της επλερενόνης από δύο μελέτες σε 51 παιδιατρικούς υπερτασικούς ασθενείς διαπιστώθηκε ότι το σωματικό βάρος του ασθενούς έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στην κατανομή του όγκου της επλερενόνης, αλλά όχι στην κάθαρασή της. Η κατανομή του όγκου της επλερενόνης και η μέγιστη έκθεση σε έναν βαρύτερο παιδιατρικό ασθενή αναμένεται ότι θα είναι παρόμοιες με εκείνες ενός ενήλικα με παρόμοιο σωματικό βάρος. Σε έναν ελαφρύτερο ασθενή, 45 kg, ο όγκος της κατανομής είναι περίπου 40% χαμηλότερος και η μέγιστη συγκέντρωση αναμένεται να είναι υψηλότερη απ’ ό,τι σε έναν μέσο ενήλικα. Η θεραπεία με επλερενόνη ξεκίνησε με 25 mg μια φορά την ημέρα σε παιδιατρικούς ασθενείς και αυξήθηκε σε 25 mg δύο φορές την ημέρα έπειτα από 2 εβδομάδες για να φθάσει τελικά τα 50 mg δύο φορές την ημέρα, εφόσον ενδεικνυόταν κλινικά. Σε αυτές τις δόσεις, οι υψηλότερες παρατηρούμενες συγκεντρώσεις επλερενόνης σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν ήταν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες των ενηλίκων και ξεκινούσαν από 50 mg μια φορά την ημέρα.

Νεφρική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της επλερενόνης αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με διάφορα επίπεδα νεφρικής ανεπάρκειας και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιάλυση. Σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες ελέγχου, τα AUC και Cmax σταθερής κατάστασης αυξήθηκαν κατά 38% και 24%, αντίστοιχα, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και μειώθηκαν κατά 26% και 3%, αντίστοιχα, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιάλυση. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση ανάμεσα στην κάθαρση της επλερενόνης και την κάθαρση της κρεατινίνης στο πλάσμα. Η επλερενόνη δεν απομακρύνεται μέσω αιμοδιάλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της επλερενόνης 400 mg έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με μέτρια (Κατηγορία Child-Pugh B) ηπατική δυσλειτουργία και σε σύγκριση με φυσιολογικούς συμμετέχοντες. Τα AUC και Cmax σταθερής κατάστασης αυξήθηκαν κατά 3,6% και 42%, αντιστοίχως (βλ. Δοσολογία). Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση της επλερενόνης δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η χρήση της επλερενόνης αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. Αντενδείξεις).

Καρδιακή ανεπάρκεια: Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της επλερενόνης 50 mg έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία NYHA II-IV). Σε σύγκριση με τους υγιείς συμμετέχοντες με αντίστοιχη ηλικία, βάρος και φύλο, τα AUC και Cmax σταθερής κατάστασης στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν 38% και 30% υψηλότερα, αντιστοίχως. Σε συμφωνία με αυτά τα αποτελέσματα, μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού της επλερενόνης με βάση ένα υποσύνολο των ασθενών της EPHESUS, υποδεικνύει ότι η κάθαρση της επλερενόνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόμοια με αυτή στους υγιείς ηλικιωμένους συμμετέχοντες.

Μηχανισμός δράσης
Η επλερενόνη δεσμεύεται στον υποδοχέα αλατοκορτικοειδών και έτσι αναστέλλει τη δέσμευση της αλδοστερόνης (συστατικό του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, ή RAAS). Η σύνθεση αλδοστερόνης, η οποία συμβαίνει κυρίως στα επινεφρίδια, ρυθμίζεται…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Διουρητικά, ανταγωνιστές αλδοστερόνης Κωδικός ATC: C03DA04 ### Μηχανισμός δράσης Η επλερενόνη έχει σχετική εκλεκτικότητα στη σύνδεσή της με υποδοχείς ανασυνδυασμένων ανθρώπινων μεταλλοκορτικοειδών σε σύγκριση με τη σύνδεση με…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επλερενόνης είναι 69% μετά από χορήγηση 100 mg δισκίου από του στόματος. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από περίπου 1,5 με 2 ώρες. Τόσο το μέγιστο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) όσο και η…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η επλερενόνη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, ωστόσο, δεν έχουν αναγνωριστεί δραστικοί μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα. Ο μεταβολισμός της επλερενόνης μεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP3A4. Δεν έχουν αναγνωριστεί δραστικοί μεταβολίτες στο…
Απέκκριση
Οδός απέκκρισης: —