Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 11.78 € | |
| 100 / TAB | 22.35 € | |
| 100 / TAB | 41.73 € | |
| 200 / TAB | 34.68 € | |
| 200 / TAB | 63.77 € | |
| 50 / TAB | 17.29 € | |
| 50 / TAB | 31.18 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N48 Άλλες διαταραχές του πέους
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Στυτική δυσλειτουργία
SPEDRA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: περίπου 15 με 30 λεπτά πριν από τη σεξουαλική δραστηριότητα
- Δόση έναρξης: 100 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg το μέγιστο ή να μειωθεί σε 50 mg, ανάλογα με την αποτελεσματικότητα και ανεκτικότητα που παρατηρείται σε κάθε ασθενή.
-
Ενήλικες άνδρεςΔόση100 mgΜέγ. δόση200 mgΛαμβάνεται ανάλογα με τις ανάγκες περίπου 15-30 λεπτά πριν από τη σεξουαλική δραστηριότητα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg το μέγιστο ή να μειωθεί σε 50 mg. Μέγιστη συχνότητα χορήγησης μία φορά την ημέρα. Απαιτείται σεξουαλική διέγερση.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Τα διαθέσιμα δεδομένα για ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 70 ετών ή μεγαλύτερους είναι περιορισμένα.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 mL/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Μειωμένη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)Αντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh στάδιο C)Αντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh στάδιο Α ή Β)ΔόσηΕλάχιστη αποτελεσματική δόσηΠρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με την ελάχιστη αποτελεσματική δόση και να προσαρμόζουν τη δόση ανάλογα με την ανεκτικότητά τους.
-
Ασθενείς με διαβήτηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για την ένδειξη της στυτικής δυσλειτουργίας.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αποκλειστές CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, σακουιναβίρη και τελιθρομυκίνη)Αντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν μέτριους αποκλειστές CYP3A4 (ερυθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, διλτιαζέμη, φλουκοναζόλη, φοσαμπρεναβίρη και βεραπαμίλη)Μέγ. δόση100 mgΗ μέγιστη συνιστώμενη δόση αβαναφίλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg, ενώ μεταξύ των δόσεων πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 48 ωρών.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Χρήση οποιασδήποτε μορφής οργανικού νιτρικού ή δοτών μονοξειδίου του αζώτου (όπως νιτρώδες αμύλιο)ΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν
-
Συγχορήγηση αποκλειστών της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5), συμπεριλαμβανομένης της αβαναφίλης, με διεγέρτες της γουανιλικής κυκλάσης, όπως η ριοσιγουάτηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο ή απειλητική για τη ζωή αρρυθμία κατά τους 6 τελευταίους μήνεςΠληθυσμόςΑσθενείς που υπέστησαν
-
Υπόταση (αρτηριακή πίεση < 90/50 mmHg) ή υπέρταση (αρτηριακή πίεση > 170/100 mmHg) σε κατάσταση ηρεμίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Ασταθής στηθάγχη, στηθάγχη επερχόμενη στη διάρκεια της σεξουαλικής συνουσίας, ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας 2 ή και μεγαλύτερης κατά New York Heart AssociationΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)ΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)ΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Απώλεια όρασης στον έναν οφθαλμό λόγω μη αρτηριτιδικής πρόσθιας ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας (NAION)ΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Γνωστές κληρονομικές διαταραχές εκφύλισης του αμφιβληστροειδούςΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Λήψη ισχυρών αποκλειστών CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, σακουιναβίρη και τελιθρομυκίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιατρικό ιστορικό και φυσική κατάστασηΠριν από την εξέταση του ενδεχομένου χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής πρέπει να λαμβάνεται το ιατρικό ιστορικό και να ελέγχεται η φυσική κατάσταση του ασθενή για να διαγνωστεί η στυτική δυσλειτουργία και να καθοριστούν τα πιθανά υποκείμενα αίτια.
-
Καρδιαγγειακή κατάστασηπροσοχήΟ γιατρός πρέπει να αξιολογήσει την καρδιαγγειακή κατάσταση του ασθενή πριν από την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας για τη στυτική δυσλειτουργία, εφόσον υπάρχει κάποια πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων σχετιζόμενων με τη σεξουαλική δραστηριότητα (βλ. Αντενδείξεις). Η αβαναφίλη ενισχύει την υποτασική επίδραση των νιτρικών (βλ. Αντενδείξεις).
-
Καρδιαγγειακή κατάστασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με απόφραξη του χώρου εξώθησης αριστερής κοιλίας (π.χ. στένωση αορτής και ιδιοπαθή υπερτροφική υποαορτική στένωση)Ενδέχεται να παρουσιάζουν ευαισθησία στη δράση των αγγειοδιασταλτικών, περιλαμβανομένων των αποκλειστών PDE5.
-
ΠριαπισμόςΆμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας εάν η στύση διαρκεί για 4 ώρες ή και περισσότερο. Εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, ενδέχεται να προκληθεί βλάβη στον ιστό του πέους και μόνιμη απώλεια της σεξουαλικής ικανότητας.
-
ΠριαπισμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν ανατομική παραμόρφωση του πέους (όπως γωνίωση, ίνωση των σηραγγωδών σωμάτων ή νόσo τoυ Peyronie), ή σε ασθενείς με παθήσεις οι οποίες ενδέχεται να αποτελούν παράγοντα προδιάθεσης για πριαπισμό (όπως δρεπανοκυτταρική αναιμία, πολλαπλό μυέλωμα ή λευχαιμία)Χορήγηση με προσοχή
-
Προβλήματα όρασηςΔιακοπή λήψης Αβαναφίλη και άμεση προσφυγή σε γιατρό σε περίπτωση αιφνίδιας αλλαγής στην όραση (π.χ. Κεντρική Ορώδης Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR) και μη αρτηριτιδική πρόσθια ισχαιμική οπτική νευροπάθεια (NAION)) (βλ. Αντενδείξεις).
-
Επίδραση στην αιμορραγίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές αιμορραγίας ή ενεργό πεπτικό έλκοςΧορήγηση μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου
-
Μείωση ή ξαφνική απώλεια της ακοήςΣε περίπτωση αιφνίδιας μείωσης ή απώλειας της ακοής, συνιστάται διακοπή λήψης αποκλειστών PDE5, συμπεριλαμβανομένης της αβαναφίλης, και άμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Τέτοια περιστατικά μπορεί να συνοδεύονται από εμβοές και ζάλη.
-
Συντρέχουσα χρήση άλφα αποκλειστώνπροσοχήΙδιαίτερη προσοχή. Η συντρέχουσα χρήση ενδέχεται να προκαλέσει συμπτωματική υπόταση. Οι ασθενείς πρέπει να είναι σταθεροί σε θεραπεία με άλφα αποκλειστές πριν από την έναρξη της θεραπείας με Αβαναφίλη. Οι ασθενείς που επιδεικνύουν αιμοδυναμική αστάθεια στη μονοθεραπεία με άλφα αποκλειστές διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης με τη συντρέχουσα χορήγηση αβαναφίλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συντρέχουσα χρήση άλφα αποκλειστώνΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι σταθεροί στη θεραπεία με άλφα αποκλειστέςΗ χορήγηση αβαναφίλης πρέπει να ξεκινάει με τη μικρότερη δόση των 50 mg.
-
Συντρέχουσα χρήση άλφα αποκλειστώνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ήδη βελτιστοποιημένη δόση ΑβαναφίληΗ θεραπεία με άλφα αποκλειστές πρέπει να ξεκινάει με τη χορήγηση της μικρότερης δόσης. Η σταδιακή αύξηση της δόσης των άλφα αποκλειστών ενδέχεται να σχετίζεται με περαιτέρω μείωση της πίεσης αίματος κατά την ταυτόχρονη λήψη αβαναφίλης.
-
Συντρέχουσα χρήση με αποκλειστές CYP3A4αντένδειξηΗ συγχορήγηση αβαναφίλης και ισχυρών αποκλειστών CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, σακουιναβίρη και τελιθρομυκίνη) αντενδείκνυται (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Συντρέχουσα χρήση με άλλες θεραπείες για τη στυτική δυσλειτουργίαΟι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν Αβαναφίλη σε συνδυασμό με άλλους αποκλειστές PDE5 ή άλλες θεραπείες για τη στυτική δυσλειτουργία.
-
Συντρέχουσα κατανάλωση οινοπνεύματοςΗ κατανάλωση οινοπνεύματος σε συνδυασμό με τη λήψη αβαναφίλης μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα συμπτωματικής υπότασης, ζάλης ή συγκοπής (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Οι γιατροί οφείλουν να συμβουλεύουν τους ασθενείς σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση που εμφανίσουν συμπτώματα ορθοστατικής υπότασης.
-
Πληθυσμοί που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με στυτική δυσλειτουργία οφειλόμενη σε τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης ή σε άλλες νευρολογικές διαταραχές, ούτε σε υποκείμενα με σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.Η αβαναφίλη δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους πληθυσμούς.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Νιτρικά (οργανικά νιτρικά ή δότες μονοξειδίου του αζώτου)αντένδειξηΑυξάνει τις υποτασικές επιδράσεις των νιτρικών. Αυξημένη πιθανότητα σημαντικής και δυνητικά επικίνδυνης πτώσης της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΗ χορήγηση αβαναφίλης αντενδείκνυται. Σε περίπτωση που η χορήγηση νιτρικών κρίνεται ιατρικώς αναγκαία εντός 12 ωρών από τη λήψη αβαναφίλης, χορηγούνται μόνο υπό στενή ιατρική επίβλεψη με κατάλληλη αιμοδυναμική παρακολούθηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη συστημική αρτηριακή πίεση (άλλα αγγειοδιασταλτικά)προσοχήΠρόσθετες υποτασικές επιδράσεις ενδέχεται να προκαλέσουν συμπτωματική υπόταση (π.χ. ζάλη, τάση λιποθυμίας, συγκοπή ή οιονεί συγκοπή).ΣύστασηΑσθενείς με απόφραξη του χώρου εξώθησης αριστερής κοιλίας ή με σημαντικό πρόβλημα στον αυτόνομο έλεγχο της αρτηριακής πίεσης ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι.
-
Δοξαζοσίνη (άλφα αποκλειστής)προσοχήΜείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε όρθια και ύπτια θέση (μέση μέγιστη μείωση 2,5 mmHg και 6,0 mmHg αντίστοιχα). Κλινικά σημαντικές τιμές ή μειώσεις σε 7 από 24 υποκείμενα.
-
Ταμσουλοσίνη (άλφα αποκλειστής)προσοχήΜείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε όρθια και ύπτια θέση (μέση μέγιστη μείωση 3,6 mmHg και 3,1 mmHg αντίστοιχα). Κλινικά σημαντικές τιμές ή μειώσεις σε 5 από 24 υποκείμενα.
-
παρακολούθησηΑύξηση της Cmax και της συνολικής έκθεσης στην αβαναφίλη κατά 28% και 60% αντίστοιχα. Η αβαναφίλη δεν επηρέασε τα φαρμακοκινητικά δεδομένα της αμλοδιπίνης.ΣύστασηΟι αλλαγές στην έκθεση δεν κρίνονται κλινικά σημαντικές.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την πιθανότητα συμπτωματικής υπότασης. Σημαντικά μεγαλύτερη μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε συνδυασμό με αβαναφίλη.
-
Άλλοι αποκλειστές PDE5 ή άλλες θεραπείες για τη στυτική δυσλειτουργίαπροσοχήΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δεν έχουν μελετηθεί.
-
Ισχυροί αποκλειστές CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, σακουιναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, αταζαναβίρη, τελιθρομυκίνη)αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην αβαναφίλη (π.χ., κετοκοναζόλη αύξησε Cmax και AUC κατά 3 και 14 φορές αντίστοιχα).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αβαναφίλης και ισχυρών αποκλειστών CYP3A4 αντενδείκνυται.
-
Μέτριοι αποκλειστές CYP3A4 (ερυθρομυκίνη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, διλτιαζέμη, φλουκοναζόλη, φοσαμπρεναβίρη, βεραπαμίλη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην αβαναφίλη (π.χ., ερυθρομυκίνη αύξησε Cmax και AUC κατά 2 και 3 φορές αντίστοιχα).ΣύστασηΗ μέγιστη συνιστώμενη δόση της αβαναφίλης είναι 100 mg, και η χορήγηση της αβαναφίλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τη μία δόση ανά 48 ώρες.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΕνδέχεται να αυξήσει την έκθεση στην αβαναφίλη.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τον χυμό γκρέιπφρουτ εντός των 24 ωρών που προηγούνται της λήψης αβαναφίλης.
-
Επαγωγείς CYP (ιδιαίτερα CYP3A4, π.χ. βοσεντάνη, καρβαμαζεπίνη, εφαβιρένζη, φαινοβαρβιτάλη, ριφαμπικίνη)προσοχήΕνδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα της αβαναφίλης.ΣύστασηΗ συντρέχουσα χορήγηση αβαναφίλης και επαγωγέων της δράσης του CYP δεν συνιστάται.
-
αντένδειξηΠρόσθετη δράση μείωσης της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Ενισχύει τις υποτασικές δράσεις των αποκλειστών PDE5.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση της ριοσιγουάτης με αποκλειστές PDE5, συμπεριλαμβανομένης της αβαναφίλης αντενδείκνυται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Γρίπη
- Εποχική αλλεργία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Απρόσφορο συναίσθημα
- Πρόωρη εκσπερμάτιση
- Διαταραχές πέους
- Αυτόματη στύση πέους
- Κνησμός γεννητικών οργάνων
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία από παραρρινοκολπίτιδα
- Ψυχοκινητική υπερκινητικότητα
- Θαμπή όραση
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Ρινική συμφόρηση
- Συμφόρηση παραρρίνιων κοιλοτήτων
- Δύσπνοια μετά από κόπωση
- Ρινόρροια
- Συμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Επίσταξη
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσφορία στομάχου
- Ξηροστομία
- Γαστρίτιδα
- Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας
- Διάρροια
- Εξάνθημα
- Οσφυαλγία
- Μυϊκό σφίξιμο
- Πόνος στα λαγόνια
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πολλακιουρία
- Αιματουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Γριπώδης συνδρομή
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Καρδιακό φύσημα
- Αύξηση ειδικού προστατικού αντιγόνου
- Μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣυμφόρηση παραρρίνιων κοιλοτήτωνΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆλγος κάτω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές πέουςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοια μετά από κόπωσηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕποχική αλλεργίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγία από παραρρινοκολπίτιδαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκό σφίξιμοΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΠρόωρη εκσπερμάτισηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στα λαγόνιαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑπρόσφορο συναίσθημαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυτόματη στύση πέουςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑύξηση ειδικού προστατικού αντιγόνουΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΚαρδιακό φύσημαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΚνησμός γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΨυχοκινητική υπερκινητικότηταΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Αβαναφίλη δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες.Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση της αβαναφίλης σε έγκυες. Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση και στην εμβρυική/νεογνική και μεταγεννητική ανάπτυξη του εμβρύου καθώς και στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν υπάρχουν δεδομέναΔεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση της αβαναφίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΧωρίς επιπτώσειςΔεν υπάρχουν επιδράσεις στην κινητικότητα ή στη μορφολογία του σπέρματος σε υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων 200 mg αβαναφίλης από το στόμα. Σε μία κλινική δοκιμή που διενεργήθηκε σε υγιείς εθελοντές και ενήλικες άντρες με ήπια στυτική δυσλειτουργία, η ημερήσια χορήγηση δόσεων 100 mg αβαναφίλης από του στόματος για μία περίοδο 26 εβδομάδων δεν συσχετίστηκε με οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες επιδράσεις στην συγκέντρωση, τον αριθμό, την κινητικότητα, ή την μορφολογία των σπερματοζωαρίων.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ουρολογικά: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας Κωδικός ATC: G04BE10
Μηχανισμός δράσης
Η αβαναφίλη αποτελεί έναν εξαιρετικά ισχυρό και εκλεκτικό αναστρέψιμο αποκλειστή της ειδικής για την κυκλική µονοφωσφορική γουανοσίνης (cGMP) φωσφοδιεστεράσης τύπου 5. Όταν η σεξουαλική διέγερση προκαλεί την τοπική αποδέσμευση μονοξειδίου του αζώτου, η αναστολή της PDE5 από την αβαναφίλη προκαλεί αυξημένα επίπεδα cGMP στο σηραγγώδες σώμα του πέους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση των λείων μυών και την εισροή αίματος στους ιστούς του πέους, προκαλώντας κατά συνέπεια στύση. Η αβαναφίλη δεν έχει καμία επίδραση σε περίπτωση μη ύπαρξης σεξουαλικής διέγερσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μελέτες in vitro κατέδειξαν ότι η αβαναφίλη δρα εξαιρετικά εκλεκτικά ως προς την PDE5. Η επίδρασή της στην PDE5 είναι πιο ισχυρή σε σχέση με άλλες γνωστές φωσφοδιεστεράσες (περισσότερο από 100 φορές πιο ισχυρή σε σχέση με την PDE6, περισσότερο από 1.000 φορές πιο ισχυρή σε σχέση με τις PDE4, PDE8 και PDE10, περισσότερο από 5.000 πιο ισχυρή σε σχέση με τις PDE2 και PDE7, περισσότερο από 10.000 πιο ισχυρή σε σχέση με τις PDE1, PDE3, PDE9 και PDE11). Η αβαναφίλη είναι πάνω από εκατό φορές πιο δραστική σε σχέση με την PDE5 σε σύγκριση με την PDE6 που υπάρχει στον αμφιβληστροειδή και είναι υπεύθυνη για τη φωτομετατροπή. Η επιλεκτικότητα για την PDE5 είναι κατά 20.000 φορές περίπου μεγαλύτερη έναντι της PDE3, τα δε ένζυμα που υπάρχουν στα αγγεία της καρδιάς και στα αιμοφόρα αγγεία είναι σημαντικά, καθώς η PDE3 συμμετέχει στον έλεγχο της καρδιακής συσταλτικότητας. Σε μια μελέτη πληθυσμογραφίας του πέους (RigiScan), η αβαναφίλη σε δόση 200 mg προκαλούσε στύσεις που κρίθηκαν επαρκείς για διείσδυση (60% ακαμψία κατά την RigiScan) σε ορισμένους ασθενείς σε περίπου 20 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης και η συνολική απόκριση των εν λόγω υποκειμένων στην αβαναφίλη κατά το χρονικό διάστημα 20-40 λεπτών μετά τη χορήγηση ήταν στατιστικά σημαντική σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Στις κλινικές δοκιμές, αξιολογήθηκε η επίδραση της αβαναφίλης στην ικανότητα των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία να επιτύχουν και να διατηρήσουν στύση κατάλληλη για ικανοποιητική σεξουαλική δραστηριότητα. Η αβαναφίλη αξιολογήθηκε σε 4 τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές με παράλληλη ομάδα, διάρκειας έως 3 μηνών στον γενικό πληθυσμό με στυτική δυσλειτουργία, σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 ή 2 και στυτική δυσλειτουργία, καθώς και σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία μετά από αμφίπλευρη ριζική προστατεκτομή με διατήρηση των αγγειονευρωδών δεματίων. Η τέταρτη μελέτη διερεύνησε την έναρξη δράσης της αβαναφίλης σε δύο δόσεις (100 και 200mg) όσον αφορά την ανά-υποκείμενο αναλογία των σεξουαλικών προσπαθειών που κατέληξαν σε ικανοποιητική ολοκλήρωση της σεξουαλικής συνουσίας. Συνολικά, 1.774 ασθενείς έλαβαν αβαναφίλη, σε δόσεις των 50 mg (μία μελέτη), 100 mg και 200 mg (τέσσερις μελέτες), ανάλογα με την περίπτωση, αντίστοιχα. Στους ασθενείς δόθηκε η οδηγία να λάβουν 1 δόση του υπό μελέτη φαρμακευτικού προϊόντος 30 λεπτά περίπου πριν από την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Στην τέταρτη μελέτη οι ασθενείς ενθαρρύνθηκαν να προσπαθήσουν σεξουαλική συνουσία περίπου 15 λεπτά μετά τη δόση, για να εκτιμηθεί η έναρξη της στυσιγόνου επίδρασης της αβαναφίλης, λαμβανόμενη με βάση τις ανάγκες, σε δόση 100 και 200mg. Επιπλέον, μια υποομάδα ασθενών μετείχε σε μια ανοιχτή δοκιμή επέκτασης στην οποία 493 ασθενείς έλαβαν αβαναφίλη για τουλάχιστον 6 μήνες και 153 ασθενείς για τουλάχιστον 12 μήνες. Οι ασθενείς κατανεμήθηκαν αρχικά στην ομάδα των 100 mg αβαναφίλης, ενώ σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της δοκιμής μπορούσαν να ζητήσουν αύξηση της δόσης αβαναφίλης στα 200 mg ή μείωση της δόσης στα 50 mg, ανάλογα με την ατομική τους απόκριση στη θεραπεία. Σε όλες τις δοκιμές παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική βελτίωση όλων των πρωτευόντων δεικτών μέτρησης αποτελεσματικότητας και για τις τρεις δόσεις της αβαναφίλης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Οι διαφορές αυτές διατηρήθηκαν και στη μακροχρόνια θεραπεία (όπως σε μελέτες στον γενικό πληθυσμό με στυτική δυσλειτουργία, σε διαβητικούς με στυτική δυσλειτουργία και σε άντρες με στυτική δυσλειτουργία μετά από αμφοτερόπλευρη ριζική προστατεκτομή με διατήρηση των αγγειονευρωδών δεματίων και στην ανοιχτή δοκιμή επέκτασης). Στον γενικό πληθυσμό με στυτική δυσλειτουργία, ο μέσος όρος προσπαθειών που οδήγησαν σε επιτυχή συνουσία ήταν περίπου 47%, 58% και 59% για τις ομάδες των 50 mg, 100 mg και 200 mg αβαναφίλης, αντίστοιχα, σε σύγκριση με 28% περίπου που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για το εικονικό φάρμακο. Στους άνδρες με σακχαρώδη διαβήτη είτε Τύπου 1 ή Τύπου 2, ο μέσος όρος των προσπαθειών που οδήγησαν σε επιτυχή συνουσία ήταν περίπου 34% και 40% για τις ομάδες των 100 mg και 200 mg αβαναφίλης αντίστοιχα, σε σύγκριση με 21% περίπου που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για την ομάδα εικονικού φαρμάκου. Στους άνδρες με στυτική δυσλειτουργία μετά από αμφίπλευρη ριζική προστατεκτομή με διατήρηση των αγγειονευρωδών δεματίων, ο μέσος όρος προσπαθειών που οδήγησαν σε επιτυχή συνουσία ήταν περίπου 23% και 26% για τις ομάδες των 100 mg και 200 mg αβαναφίλης αντίστοιχα, σε σύγκριση με 9% περίπου που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για το εικονικό φάρμακο. Στην μελέτη του Χρόνου έναρξης, η αβαναφίλη κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην πρωτεύουσα μεταβλητή αποτελεσματικότητας (μέσος όρος της ανά υποκείμενο αναλογίας επιτυχημένων αποκρίσεων σε σχέση με τον μετά την χορήγηση της δόσης χρόνο, στο Προφίλ Σεξουαλικής Συνεύρεσης 3 - SEP3) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, καταλήγοντας σε επιτυχημένη συνουσία σε 24.71% προσπαθειών για την δόση των 100mg και 28.18% για την δόση των 200mg σε περίπου 15 λεπτά μετά την δόση σε σύγκριση με 13.78% για το εικονικό φάρμακο. Σε όλες τις βασικές δοκιμές για την αβαναφίλη, ο μέσος όρος προσπαθειών που οδήγησαν σε επιτυχή συνουσία ήταν σημαντικά υψηλότερος με όλες τις δόσεις αβαναφίλης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε όλες τις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τη χορήγηση της δόσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Αβαναφίλη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη στυτική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Η αβαναφίλη απορροφάται ταχέως μετά από χορήγηση από το στόμα, με μέσο χρόνο Tmax 30 έως 45 λεπτά. Η φαρμακοκινητική της είναι ανάλογη της δόσης σε όλο το εύρος των συνιστώμενων δόσεων. Αποβάλλεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού (κυρίως μέσω του CYP3A4). Η συντρέχουσα χρήση ισχυρών αποκλειστών του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη και ριτοναβίρη) σχετίζεται με αυξημένη έκθεση του πλάσματος στην αβαναφίλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η αβαναφίλη έχει τελική διάρκεια ημιζωής περίπου 6-17 ώρες.
Απορρόφηση
Η αβαναφίλη απορροφάται ταχέως. Οι μέγιστες παρατηρούμενες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 0,5 έως 0,75 ωρών μετά τη χορήγηση από το στόμα υπό καθεστώς νηστείας. Όταν η αβαναφίλη λαμβάνεται με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά, το ποσοστό απορρόφησης μειώνεται με μέση καθυστέρηση στην Tmax κατά 1,25 ώρες και μέση μείωση στη Cmax κατά 39% (200 mg). Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στο εύρος της έκθεσης (AUC). Οι μικρές αλλαγές στη Cmax της αβαναφίλης θεωρούνται ελάχιστης κλινικής σημασίας.
Κατανομή
Η αβαναφίλη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό περίπου 99%. Η προσκόλληση στις πρωτεΐνες είναι ανεξάρτητη από τη συνολική συγκέντρωση της δραστικής ουσίας, την ηλικία, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία. Η αβαναφίλη σε δόσεις 200 mg δύο φορές την ημέρα για χρονικό διάστημα 7 ημερών δεν φαίνεται να συσσωρεύεται στο πλάσμα. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της αβαναφίλης στο σπέρμα υγιών εθελοντών 45-90 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης, ποσοστό μικρότερο του 0,0002% της χορηγούμενης δόσης ενδέχεται να ανιχνευθεί στο σπέρμα ασθενών.
Βιομετασχηματισμός
Η αβαναφίλη αποβάλλεται κυρίως μέσω των ισοενζύμων CYP3A4 (κύρια οδός) και του CYP2C9 (δευτερεύουσα οδός) των ηπατικών μικροσωμάτων. Οι συγκεντρώσεις των κύριων κυκλοφορούντων μεταβολιτών στο πλάσμα, M4 και M16, ανέρχονται σε περίπου 23% και 29% αντίστοιχα της αρχικής ένωσης. Ο μεταβολίτης M4 καταδεικνύει εικόνα επιλεκτικότητας στη φωσφοδιεστεράση παρόμοια με αυτήν της αβαναφίλης και μια in vitro ανασταλτική δραστικότητα για την PDE5 σε ποσοστό 18% αυτής της αβαναφίλης. Ως εκ τούτου, ο M4 αντιστοιχεί στο 4% περίπου της συνολικής φαρμακολογικής δραστηριότητας. Ο μεταβολίτης M16 ήταν ανενεργός έναντι της PDE5.
Αποβολή
Η αβαναφίλη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στους ανθρώπους. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, η αβαναφίλη απεκκρίνεται με τη μορφή μεταβολιτών κυρίως μέσω των κοπράνων (σε ποσοστό περίπου 63% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης) και σε μικρότερο βαθμό μέσω των ούρων (σε ποσοστό περίπου 21% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης).
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας 65 ετών ή άνω) είχαν παρόμοια έκθεση με αυτήν που παρατηρείται σε νεότερους ασθενείς (18-45 ετών). Ωστόσο, τα δεδομένα για άτομα ηλικίας άνω των 70 ετών είναι περιoρισμένα.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε υποκείμενα με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 - < 80 mL/min) και μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 - < 50 mL/min) νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης αβαναφίλης των 200 mg δεν παρουσίασε μεταβολές. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τα υποκείμενα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.
Ηπατική δυσλειτουργία Με τη χορήγηση εφάπαξ δόσης αβαναφίλης των 200 mg, τα υποκείμενα που πάσχουν από ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A) είχαν συγκρίσιμη έκθεση με τα υποκείμενα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Με τη χορήγηση δόσης αβαναφίλης των 200 mg, η έκθεση 4 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν μικρότερη σε υποκείμενα που πάσχουν από μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B) σε σύγκριση με υποκείμενα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η μέγιστη συγκέντρωση και έκθεση ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε μετά τη χορήγηση αποτελεσματικής δόσης 100 mg αβαναφίλης σε υποκείμενα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.