Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

VORICONAZOLE ACCORD

voriconazole

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
200 / TAB 162.79 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)

  1. Θεραπεία της εν τω βάθει ασπεργίλλωσης

    σε: ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

    • B44 Ασπεργίλλωση
  2. Θεραπεία της καντινταιμίας

    σε: μη ουδετεροπενικοί ασθενείς

    • B37 Καντιντίαση
    • D70 Ακοκκιοκυτταραιμία (πληθυσμός)
  3. Θεραπεία σοβαρών εν τω βάθει, ανθεκτικών στην φλουκοναζόλη, λοιμώξεων από Candida (συμπεριλαμβανομένης της C. krusei)

    σε: ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

    • B37 Καντιντίαση
  4. Θεραπεία σοβαρών μυκητιασικών λοιμώξεων που προκαλούνται από είδη Scedosporium και Fusarium

    σε: ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

    • B48 Άλλες μυκητιάσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού
  5. Προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις

    σε: υψηλού κινδύνου λήπτες αλλογενούς μοσχεύματος αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT)

    • B49 Μυκητίαση, μη καθορισμένη

Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη

VORICONAZOLE ACCORD — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια, από του στόματος
Χορήγηση:
δύο φορές ημερησίως, κάθε 12 ώρες, μία ώρα πριν ή μία ώρα μετά το γεύμα
Δόση έναρξης:
6 mg/kg κάθε 12 ώρες (ενδοφλέβια), 400 mg κάθε 12 ώρες (από του στόματος, ≥40 kg)
Τιτλοποίηση:
### Ενήλικες Στην περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης στη θεραπεία, η από του στόματος δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί στα 300 mg δύο φορές ημερησίως (σε ασθενείς <40 kg, στα 150 mg δύο φορές ημερησίως). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία σε υψηλότερη δόση, μειώστε την από του στόματος δόση κατά 50 mg σταδιακά μέχρι τη δόση συντήρησης των 200 mg δύο φορές την ημέρα (ή 100 mg δύο φορές την ημέρα για ασθενείς <40 kg). ### Παιδιά (2 έως <12 ετών) και νεαροί έφηβοι με χαμηλό σωματικό βάρος (12 έως 14 ετών και <50 kg) Εάν η ανταπόκριση στη θεραπεία δεν είναι επαρκής, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία, μειώστε τη δόση σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg).
  • Ενήλικες
    Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με την κατάλληλη δόση εφόδου είτε ενδοφλεβίως είτε από του στόματος. Η μετάβαση από την ενδοφλέβια στην από του στόματος χορήγηση είναι αποδεκτή όταν ενδείκνυται κλινικά. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την κλινική και μυκητολογική ανταπόκριση. Για μακροχρόνια έκθεση (>180 ημέρες) απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου.
  • Ενήλικες (≥ 40 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου: 6 mg/kg κάθε 12 ώρες (ενδοφλέβια), 400 mg κάθε 12 ώρες (από του στόματος). Δόση συντήρησης: 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως (ενδοφλέβια), 200 mg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος).
  • Ενήλικες (< 40 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου: 200 mg κάθε 12 ώρες (από του στόματος). Δόση συντήρησης: 100 mg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος).
  • Παιδιά (2 έως < 12 ετών) και νεαροί έφηβοι με χαμηλό σωματικό βάρος (12 έως 14 ετών και < 50 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου: 9 mg/kg κάθε 12 ώρες (ενδοφλέβια), από του στόματος δεν συνιστάται. Δόση συντήρησης: 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως (ενδοφλέβια), 9 mg/kg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος).
    Μέγ. δόση350 mg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος)
    Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με ενδοφλέβιο σχήμα. Οι από του στόματος δοσολογικές συστάσεις βασίζονται σε κόνις για πόσιμο εναιώρημα, η χρήση της οποίας συνιστάται σε παιδιά 2 έως <12 ετών λόγω πιθανών διαφορών στην απορρόφηση των δισκίων. Η χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί.
  • Όλοι οι υπόλοιποι έφηβοι (12 έως 14 ετών και ≥ 50 kg, 15 έως 17 ετών ανεξαρτήτως σωματικού βάρους)
    χορηγείται σύμφωνα με τη δοσολογία των ενηλίκων.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας στην από του στόματος χορήγηση. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκή ποσότητα βορικοναζόλης ώστε να δικαιολογεί αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Α και Β)
    Συνιστώνται οι συνήθεις δόσεις εφόδου, αλλά η δόση συντήρησης να μειωθεί στο μισό.
  • Ασθενείς με βαριά χρόνια ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C)
    Δεν έχει μελετηθεί. Να χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου, με προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα.
  • Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθοριστεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP3A4 (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη)
  • Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και φαινοβαρβιτάλη
  • Συγχορήγηση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης των 400 mg μία φορά ημερησίως ή υψηλότερες
  • Συγχορήγηση με υψηλή δόση ριτοναβίρης (400 mg και άνω δύο φορές ημερησίως)
  • Συγχορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη)
  • Συγχορήγηση με σιρόλιμους
  • Συγχορήγηση με St.John’s Wort
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία
    Πληθυσμόςασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλα σκευάσματα αζολών
    Απαιτείται προσοχή
  • Παράταση διαστήματος QTc
    Πληθυσμόςασθενείς με δυνητικές προαρρυθμικές καταστάσεις (Συγγενή ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QTc, Καρδιομυοπάθεια, Κολπική βραδυκαρδία, Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες, Παράλληλη λήψη φαρμακευτικού προϊόντος που παρατείνει το διάστημα QTc)
    Να χορηγείται με προσοχή. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές πρέπει να παρακολουθούνται και να αποκαθίστανται.
  • Ηπατική τοξικότητα (κλινική ηπατίτιδα, χολόσταση, κεραυνοβόλος ηπατική ανεπάρκεια)
    Πληθυσμόςασθενείς με άλλα σοβαρά υποκείμενα νοσήματα (κυριότερα αιματολογική κακοήθεια) ή χωρίς αναγνωρίσιμους παράγοντες κινδύνου
    Η ηπατική δυσλειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας.
  • Οπτικές ανεπιθύμητες ενέργειες
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςβαριά άρρωστοι ασθενείς, ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα ή έχουν καταστάσεις που μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα μειωμένη νεφρική λειτουργία
  • Αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson)
    Πληθυσμόςασθενείς
    Αν αναπτύξουν εξάνθημα, παρακολουθούνται στενά και διακόπτεται η χορήγηση αν οι βλάβες επιδεινωθούν.
  • Φωτοτοξικότητα και ψευδοπορφυρία
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών
    Να αποφεύγουν την έντονη ή παρατεταμένη έκθεση σε άμεσο ηλιακό φως και να χρησιμοποιούν προστατευτική ένδυση και αντιηλιακό με υψηλό SPF.
  • Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο (SCC)
    Σοβαρό
    Πληθυσμόςασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία, ορισμένοι με προηγούμενες φωτοτοξικές αντιδράσεις
    Εξέταση ανάγκης περιορισμού της έκθεσης. Αν εμφανιστούν φωτοτοξικές αντιδράσεις, ζητείται συμβουλή ιατρών, παραπομπή σε δερματολόγο, εξέταση διακοπής. Δερματολογική εκτίμηση σε συστηματική και τακτική βάση αν συνεχίζεται θεραπεία. Διακοπή αν αναγνωριστούν προκαρκινικές βλάβες ή SCC.
  • Μη λοιμώδης περιοστίτιδα
    Πληθυσμόςμεταμοσχευμένοι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα φθορίου και αλκαλικής φωσφατάσης
    Εάν αναπτύξει σκελετικό πόνο και ακτινολογικά ευρήματα συμβατά με περιοστίτιδα, εξέταση διακοπής μετά από συμβουλή ιατρών.
  • Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 2 ετών
    Πληθυσμόςπαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 2 ετών
    Δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Βιοδιαθεσιμότητα (περιορισμένη)
    Πληθυσμόςπαιδιατρικοί ασθενείς 2 έως <12 ετών με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος
    Συνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση.
  • Φωτοτοξικότητα (παιδιατρικός πληθυσμός)
    Πληθυσμόςπαιδιατρικός πληθυσμός
    Απαιτούνται αυστηρά μέτρα φωτοπροστασίας. Σε παιδιά με φωτογηραντικές βλάβες, συνιστάται αποφυγή ηλιακής ακτινοβολίας και δερματολογική παρακολούθηση ακόμη και μετά τη διακοπή.
  • Διακοπή βορικοναζόλης
    Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών (ηπατοτοξικότητα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, σοβαρές/παρατεταμένες οπτικές διαταραχές, περιοστίτιδα), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής και χρήσης εναλλακτικών.
  • Αλληλεπίδραση με φαινυτοΐνη
    Προσοχή
    Η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Αλληλεπίδραση με εφαβιρένζη
    Προσοχή
    Η δόση της βορικοναζόλης πρέπει να αυξάνεται στα 400 mg κάθε 12 ώρες και η δόση της εφαβιρένζης να μειώνεται στα 300 mg κάθε 24 ώρες.
  • Αλληλεπίδραση με ριφαμπουτίνη
    Προσοχή
    Η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Αλληλεπίδραση με ριτοναβίρη (χαμηλή δόση)
    Προσοχή
    Η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους δικαιολογεί τη χρήση.
  • Αλληλεπίδραση με εβερόλιμους
    Αντένδειξη
    Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
  • Αλληλεπίδραση με μεθαδόνη
    Προσοχή
    Η ελάττωση της δόσης της μεθαδόνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη.
  • Αλληλεπίδραση με οπιοειδή βραχείας δράσης (αλφαιντανίλη, φαιντανύλη, σουφαιντανίλη)
    Προσοχή
    Η μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
  • Αλληλεπίδραση με οπιοειδή μακράς δράσης (οξυκωδόνη, υδροκωδόνη)
    Προσοχή
    Η μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
  • Αλληλεπίδραση με φλουκοναζόλη
    Προσοχή
    Συνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη βορικοναζόλη εάν η χρήση γίνεται διαδοχικά, μετά τη χρήση της φλουκοναζόλης.
  • Λακτόζη (στα δισκία)
    Αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp, ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να χορηγούνται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    αυξημένες συγκεντρώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QTc και σπάνιες περιπτώσεις torsades de pointes
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • Καρβαμαζεπίνη, μακράς δράσης βαρβιτουρικά (π.χ., φαινοβαρβιτάλη, μεφοβαρβιτάλη)
    αντένδειξη
    πιθανό να μειώσουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • Εφαβιρένζη (Εφαβιρένζη 400 mg QD, συγχορηγούμενη με βορικοναζόλη 200 mg BID)
    αντένδειξη
    Εφαβιρένζη Cmax ↑ 38%, Εφαβιρένζη AUCτ ↑ 44%, Βορικοναζόλη Cmax ↓ 61%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 77%
    ΣύστασηΗ χρήση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης των 400 mg QD ή υψηλότερες αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • Εφαβιρένζη (Εφαβιρένζη 300 mg QD, συγχορηγούμενη με βορικοναζόλη 400 mg BID)
    προσοχή
    Εφαβιρένζη Cmax ↔, Εφαβιρένζη AUCτ ↑ 17%, Βορικοναζόλη Cmax ↑ 23%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 7%
    ΣύστασηΕπιτρέπεται η συγχορήγηση της βορικοναζόλης με εφαβιρένζη εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 400 mg BID και η δόση της εφαβιρένζης μειωθεί στα 300 mg QD. Όταν διακοπεί η θεραπεία με βορικοναζόλη, θα πρέπει να αποκατασταθεί η αρχική δόση εφαβιρένζης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ., εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη)
    αντένδειξη
    πιθανό να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα και να οδηγήσει σε εργοτισμό
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • προσοχή
    χωρίς βορικοναζόλη: Βορικοναζόλη Cmax ↓ 69%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 78%. με βορικοναζόλη 350 mg BID: Βορικοναζόλη Cmax ↓ 4%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 32%, Ριφαμπουτίνη Cmax ↑ 195%, Ριφαμπουτίνη AUCτ ↑ 331%
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση βορικοναζόλης και ριφαμπουτίνης θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης μπορεί αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 350 mg από του στόματος BID, (100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς με βάρος μικρότερο από 40 κιλά) (βλ. Δοσολογία). Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος και των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με την ριφαμπουτίνη (π.χ. ραγοειδίτιδα) όταν η ριφαμπουτίνη συγχορηγείται με βορικοναζόλη.
  • Ριφαμπικίνη (600 mg QD)
    αντένδειξη
    Βορικοναζόλη Cmax ↓ 93%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 96%
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • Ριτοναβίρη (υψηλή δόση - 400mg BID)
    αντένδειξη
    Ριτοναβίρη Cmax και AUCτ ↔, Βορικοναζόλη Cmax ↓ 66%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 82%
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της βορικοναζόλης με υψηλές δόσεις ριτοναβίρης (400 mg και άνω BID) αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • Ριτοναβίρη (χαμηλή δόση - 100mg BID)
    προσοχή
    Ριτοναβίρη Cmax ↓ 25%, Ριτοναβίρη AUCτ ↓ 13%, Βορικοναζόλη Cmax ↓ 24%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 39%
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της βορικοναζόλης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης (100 mg BID) θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης.
  • St. John’s Wort
    αντένδειξη
    Βορικοναζόλη AUC 0−∞ ↓ 59%
    ΣύστασηΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις)
  • προσοχή
    πιθανό να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις του εβερόλιμους στο πλάσμα
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση της βορικοναζόλης με εβερόλιμους επειδή η βορικοναζόλη αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις του εβερόλιμους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Φλουκοναζόλη (200 mg QD)
    παρακολούθηση
    Βορικοναζόλη Cmax ↑ 57%, Βορικοναζόλη AUCτ ↑ 79%, Φλουκοναζόλη Cmax ND, Φλουκοναζόλη AUCτ ND
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη βορικοναζόλη εάν η χρήση της βορικοναζόλης γίνεται διαδοχικά μετά τη χρήση της φλουκοναζόλης.
  • προσοχή
    χωρίς βορικοναζόλη: Βορικοναζόλη Cmax ↓ 49%, Βορικοναζόλη AUCτ ↓ 69%, Φαινυτοΐνη Cmax ↑ 67%, Φαινυτοΐνη AUCτ ↑ 81%. με βορικοναζόλη 400 mg BID: Βορικοναζόλη Cmax ↑ 34%, Βορικοναζόλη AUCτ ↑ 39%.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και φαινυτοΐνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Η φαινυτοΐνη μπορεί να συγχορηγηθεί με τη βορικοναζόλη, εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 400 mg από του στόματος BID, (100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς με βάρος μικρότερο από 40 κιλά) (βλ. Δοσολογία).
  • Βαρφαρίνη (30 mg εφάπαξ δόση)
    παρακολούθηση
    Η μέγιστη αύξηση του χρόνου προθρομβίνης ήταν περίπου διπλάσια.
    ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων κατάλληλων δοκιμασιών για την πήξη του αίματος και η δόση των αντιπηκτικών θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.
  • Άλλα από του στόματος χορηγούμενα κουμαρινικά (π.χ., φαινπροκουμόνη, ασενοκουμαρόλη)
    παρακολούθηση
    Η βορικοναζόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των κουμαρινικών στο πλάσμα, το οποίο μπορεί να προκαλέσει μία αύξηση στον χρόνο προθρομβίνης.
    ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων κατάλληλων δοκιμασιών για την πήξη του αίματος και η δόση των αντιπηκτικών θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.
  • Βενζοδιαζεπίνες (π.χ., μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη)
    προσοχή
    πιθανό να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των βενζοδιαζεπινών που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και να οδηγήσει σε παρατεταμένη κατασταλτική επίδραση.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των βενζοδιαζεπινών.
  • Σιρόλιμους (2 mg εφάπαξ δόση)
    αντένδειξη
    Σιρόλιμους Cmax ↑ 6,6 φορές, Σιρόλιμους AUC 0−∞ ↑ 11 φορές
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της βορικοναζόλης και του σιρόλιμους αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • προσοχή
    Κυκλοσπορίνη Cmax ↑ 13%, Κυκλοσπορίνη AUCτ ↑ 70%
    ΣύστασηΚατά την έναρξη της βορικοναζόλης σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ήδη κυκλοσπορίνη, συνιστάται η μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης κατά το ήμισυ και η προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης. Αυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα. Όταν διακόπτεται η βορικοναζόλη, τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και η δόση να αυξάνεται όπως απαιτείται.
  • Τακρόλιμους (0,1 mg/kg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    Τακρόλιμους Cmax ↑ 117%, Τακρόλιμους AUCt ↑ 221%
    ΣύστασηΚατά την έναρξη της θεραπείας με βορικοναζόλη σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ήδη τακρόλιμους, συνιστάται η μείωση της δόσης του τακρόλιμους στο ένα τρίτο της αρχικής δόσης και να παρακολουθείται προσεκτικά το επίπεδο του τακρόλιμους. Αυξημένα επίπεδα τακρόλιμους έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με βορικοναζόλη, τα επίπεδα του τακρόλιμους πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και η δόση να αυξάνεται όπως απαιτείται.
  • Οξυκωδόνη (10 mg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    Οξυκωδόνη Cmax ↑ 1,7 φορές, Οξυκωδόνη AUC 0−∞ ↑ 3,6 φορές
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της οξυκωδόνης και άλλων οπιοειδών μακράς δράσης που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ.,υδροκωδόνη). Ενδέχεται να απαιτείται συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Μεθαδόνη (32-100 mg QD)
    προσοχή
    R-μεθαδόνη (δραστική) Cmax ↑ 31%, R-μεθαδόνη (δραστική) AUCτ ↑ 47%, S-μεθαδόνη Cmax ↑ 65%, S-μεθαδόνη AUCτ ↑ 103%
    ΣύστασηΣυνιστάται η συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τη μεθαδόνη ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QTc. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης της μεθαδόνης.
  • Ιβουπροφαίνη (400 mg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    S-Ιβουπροφαίνη Cmax ↑ 20%, S-Ιβουπροφαίνη AUC 0−∞ ↑ 100%
    ΣύστασηΣυνιστάται η συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τα ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
  • Δικλοφενάκη (50 mg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    Δικλοφενάκη Cmax ↑ 114%, Δικλοφενάκη AUC 0−∞ ↑ 78%
    ΣύστασηΣυνιστάται η συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τα ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
  • Ομεπραζόλη (40mg QD)
    προσοχή
    Ομεπραζόλη Cmax ↑ 116%, Ομεπραζόλη AUCτ ↑ 280%, Βορικοναζόλη Cmax ↑ 15%, Βορικοναζόλη AUCτ ↑ 41%
    ΣύστασηΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης της βορικοναζόλης. Κατά την έναρξη της θεραπείας με βορικοναζόλη σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ήδη ομεπραζόλη σε δόσεις των 40 mg ή μεγαλύτερες, συνιστάται η μείωση της δόσης της ομεπραζόλης κατά το ήμισυ.
  • Άλλοι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων που είναι υποστρώματα του CYP2C19
    προσοχή
    μπορεί επίσης να ανασταλούν από τη βορικοναζόλη και μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΚατά την έναρξη της θεραπείας με βορικοναζόλη σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ήδη ομεπραζόλη σε δόσεις των 40 mg ή μεγαλύτερες, συνιστάται η μείωση της δόσης της ομεπραζόλης κατά το ήμισυ.
  • Από του στόματος Αντισυλληπτικά (Νοραιθιστερόνη/Αιθινυλοιστραδιόλη (1 mg/0,035 mg QD))
    παρακολούθηση
    Αιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↑ 36%, Αιθινυλοιστραδιόλη AUCτ ↑ 61%, Νοραιθιστερόνη Cmax ↑ 15%, Νοραιθιστερόνη AUCτ ↑ 53%, Βορικοναζόλη Cmax ↑ 14%, Βορικοναζόλη AUCτ ↑ 46%
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες, σχετιζόμενες με τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά, επιπλέον αυτών που σχετίζονται με τη βορικοναζόλη.
  • Αλφαιντανίλη (20 μg/kg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    Αλφαιντανίλη AUC 0−∞ ↑ 6-φορές
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της αλφαιντανίλης, της φαιντανύλης και άλλων βραχείας δράσης οπιοειδών που έχουν παρόμοια δομή με την αλφαιντανίλη και μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. σουφαιντανίλη). Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Φαιντανύλη (5g/kg εφάπαξ δόση)
    προσοχή
    Φαιντανύλη AUC 0−∞ ↑ 1,34-φορές
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της αλφαιντανίλης, της φαιντανύλης και άλλων βραχείας δράσης οπιοειδών που έχουν παρόμοια δομή με την αλφαιντανίλη και μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. σουφαιντανίλη). Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Στατίνες (π.χ., λοβαστατίνη)
    προσοχή
    πιθανό να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των στατινών, οι οποίες μεταβολίζονται από το CYP3A4 και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ραβδομυόλυση.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των στατινών.
  • Σουλφονυλουρίες (π.χ., τολβουταμίδη, γλιπιζίδη, γλιβουρίδη)
    προσοχή
    πιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των σουλφονυλουριών στο πλάσμα και να προκαλέσει υπογλυκαιμία.
    ΣύστασηΣυνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των σουλφονυλουριών.
  • Αλκαλοειδή της Vinca (π.χ. βινκριστίνη και βινμπλαστίνη)
    προσοχή
    πιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αλκαλοειδών της Vinca στο πλάσμα και να οδηγήσει σε νευροτοξικότητα.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των αλκαλοειδών της vinca.
  • Άλλοι Αναστολείς της HIV Πρωτεάσης (π.χ., σακουϊναβίρη, αμπρεναβίρη, νελφιναβίρη)
    παρακολούθηση
    Η βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό των αναστολέων της HIV πρωτεάσης και ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί επίσης να ανασταλεί από τους αναστολείς της HIV πρωτεάσης.
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για εμφάνιση φαρμακευτικής τοξικότητας και/ή έλλειψης αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
  • Άλλοι Μη-Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς της Αντίστροφης Μεταγραφάσης (NNRTIs) (π.χ., ντελαβιρδίνη, νεβιραπίνη)
    παρακολούθηση
    ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να ανασταλεί από τους NNRTIs και η βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό των NNRTIs. Τα ευρήματα σχετικά με την επίδραση της εφαβιρένζης στη βορικοναζόλη υποδεικνύουν ότι ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να επαχθεί από έναν NNRTI.
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για εμφάνιση φαρμακευτικής τοξικότητας και/ή έλλειψης αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
  • Σιμετιδίνη (400 mg BID)
    χωρίς προσαρμογή
    Βορικοναζόλη Cmax ↑ 18%, Βορικοναζόλη AUCτ ↑ 23%
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Διγοξίνη (0,25 mg QD)
    χωρίς προσαρμογή
    Διγοξίνη Cmax ↔, Διγοξίνη AUCτ ↔
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Ινδιναβίρη (800 mg TID)
    χωρίς προσαρμογή
    Ινδιναβίρη Cmax ↔, Ινδιναβίρη AUCτ ↔, Βορικοναζόλη Cmax ↔, Βορικοναζόλη AUCτ ↔
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Ερυθρομυκίνη (1 g BID)
    χωρίς προσαρμογή
    Βορικοναζόλη Cmax και AUCτ ↔. Η επίδραση της βορικοναζόλης στην ερυθρομυκίνη δεν είναι γνωστή.
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Αζιθρομυκίνη (500 mg QD)
    χωρίς προσαρμογή
    Βορικοναζόλη Cmax και AUCτ ↔. Η επίδραση της βορικοναζόλης στην αζιθρομυκίνη δεν είναι γνωστή.
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Μυκοφαινολικό οξύ (1 g εφάπαξ δόση)
    χωρίς προσαρμογή
    Μυκοφαινολικό οξύ Cmax ↔, Μυκοφαινολικό οξύ AUCt ↔
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Πρεδνιζολόνη (60 mg εφάπαξ δόση)
    χωρίς προσαρμογή
    Πρεδνιζολόνη Cmax ↑ 11%, Πρεδνιζολόνη AUC 0−∞ ↑ 34%
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • Ρανιτιδίνη (150 mg BID)
    χωρίς προσαρμογή
    Βορικοναζόλη Cmax και AUCτ ↔
    ΣύστασηΧωρίς προσαρμογή της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Η ασφάλεια της χρήσης της βορικοναζόλης βασίζεται σε μια ολοκληρωμένη βάση δεδομένων ασφάλειας σε πάνω από 2.000 άτομα (1.655 ασθενών σε θεραπευτικές μελέτες). Αυτή αντιπροσωπεύει ένα ετερογενή πληθυσμό, ο οποίος περιλαμβάνει ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες, ασθενείς προσβεβλημένους από HIV με οισοφαγική καντιντίαση και ανθεκτικές μυκητιασικές λοιμώξεις, μη ουδετεροπενικούς ασθενείς με καντινταιμία ή ασπεργίλλωση και υγιείς εθελοντές. Επτακόσιοι πέντε (705) ασθενείς είχαν διάρκεια θεραπείας με βορικοναζόλη μεγαλύτερη των 12 εβδομάδων, ενώ 164 ασθενείς λάμβαναν βορικοναζόλη για πάνω από 6 μήνες. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οπτικές διαταραχές, πυρεξία, εξάνθημα, έμετος, ναυτία, διάρροια, κεφαλαλγία, περιφερικό οίδημα, μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας, αναπνευστική δυσχέρεια και κοιλιακό άλγος. Η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικά ήπιου έως μέτριου βαθμού. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές όταν τα δεδομένα ασφαλείας αναλύθηκαν ανά ηλικία, φυλή ή φύλο.

Ταξινόμηση ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Στον πίνακα που ακολουθεί, λόγω του ότι οι περισσότερες μελέτες ήταν ανοικτού σχεδιασμού, αναφέρονται ταξινομημένες κατά οργανικό σύστημα και συχνότητα, όλες οι αιτιολογικά σχετιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι κατηγορίες συχνότητας εκφράζονται ως: Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε άτομα που λάμβαναν βορικοναζόλη:

| Οργανικό Σύστημα | Ανεπιθύμητες ενέργειες | | :—- | :—-``` The thought process involved parsing the input text according to the specified schema for PHARMACOLOGY_BUNDLE, extracting specific pieces of information, and formatting them correctly. Here’s a breakdown of the steps: Condition: (εάν ο συνδυασμός είναι απολύτως αναγκαίος) (if the combination is absolutely necessary). This logic holds. For other interactions, where a clear

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα για τη χρήση του Voriconazole Βορικοναζόλη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Το Voriconazole Βορικοναζόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα εμφανώς υπερτερούν των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Οι γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν πάντοτε αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η απέκκριση της βορικοναζόλης στο μητρικό γάλα δεν έχει μελετηθεί. Ο θηλασμός πρέπει να σταματά με την έναρξη της θεραπείας με το Voriconazole Βορικοναζόλη.
  • Γονιμότητα
    Ασφαλές
    Σε μία μελέτη σε πειραματόζωα, δεν καταδείχτηκε διαταραχή της γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • φωτοφοβία
Αντιμετώπιση
Σε υπερδοσολογία, η αιμοκάθαρση μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση της βορικοναζόλης από το σώμα.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΝαι
Μπορεί να προκαλέσει παροδικές και αναστρέψιμες διαταραχές της όρασης, που συμπεριλαμβάνουν θάμβο όρασης, διαφοροποιημένη/αυξημένη οπτική αντίληψη ή /και φωτοφοβία. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν εργασίες που μπορεί να αποβούν επικίνδυνες, όπως η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων, όταν αισθάνονται τέτοια συμπτώματα.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου:
Μονοϋδρική λακτόζη
Νατριούχος διασταυρούμενη καρμελλόζη
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου:
Πολυβινυλική αλκοόλη
Πολυαιθυλενογλυκόλη 8000
Τάλκη
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε171)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση - Παράγωγα τριαζολίου, Κωδικός ATC: J02A C03

Τρόπος δράσης

Η βορικοναζόλη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης. Ο κύριος τρόπος δράσης της βορικοναζόλης είναι η αναστολή της εξαρτημένης από το κυτόχρωμα P450 απομεθυλίωσης της 14α-λανοστερόλης, ενός απαραίτητου βήματος στη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στο μύκητα. Η συσσώρευση των 14α-μεθυλ στερολών συσχετίζεται με την επακόλουθη απώλεια εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα και μπορεί να ευθύνεται για την αντιμυκητιασική δράση της βορικοναζόλης. Έχει βρεθεί ότι η βορικοναζόλη είναι περισσότερο εκλεκτική στα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των μυκήτων, απ’ ότι στα διάφορα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των θηλαστικών.

Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής

Σε 10 θεραπευτικές μελέτες, η διάμεση τιμή των μέσων και των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα των ατόμων στις μελέτες αυτές ήταν 2425 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25% και 75% ήταν 1193 έως 4380 ng/ml) και 3742 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25% και 75% ήταν 2027 έως 6302 ng/ml), αντίστοιχα. Δεν βρέθηκε κάποια θετική συσχέτιση μεταξύ της μέσης, της μέγιστης ή της ελάχιστης συγκέντρωσης της βορικοναζόλης στο πλάσμα και της αποτελεσματικότητας σε θεραπευτικές μελέτες και αυτή η σχέση δεν έχει διερευνηθεί σε μελέτες προφύλαξης. Φαρμακοκινητικές - Φαρμακοδυναμικές αναλύσεις των δεδομένων κλινικών μελετών έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της βορικοναζόλης στο πλάσμα και τόσο των ανωμαλιών των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας όσο και των οπτικών διαταραχών.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης, με αντιμυκητιασική ισχύ έναντι ειδών Candida (συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικής στη φλουκοναζόλη C. krusei και ανθεκτικών στελεχών των C. glabrata και C. albicans) και μυκητοκτόνο δράση έναντι όλων των ειδών Aspergillus που μελετήθηκαν. Επιπροσθέτως, η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro μυκητοκτόνο δράση έναντι αναδυόμενων παθογόνων μυκήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων, όπως Scedosporium ή Fusarium, που παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στους υπάρχοντες αντιμυκητιασικούς παράγοντες. Κλινική αποτελεσματικότητα, η οποία ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση, έχει αποδειχθεί για είδη Aspergillus, συμπεριλαμβανομένων των A. flavus, A. fumigatus, A. terreus, Α. niger, A. nidulans, είδη Candida, συμπεριλαμβανομένων των C. albicans, C. glabrata, C. krusei, C. parapsilosis, C. tropicalis και περιορισμένων αριθμών των C. dubliniensis, C. inconspicua και C. guilliermondii, είδη Scedosporium, συμπεριλαμβανομένων των S. apiospermum, S. prolificans και είδη Fusarium. Άλλες θεραπευθείσες μυκητιασικές λοιμώξεις (συχνά με είτε μερική ή πλήρη ανταπόκριση) συμπεριελάμβαναν μεμονωμένες περιπτώσεις ειδών Alternaria, Blastomyces dermatitidis, Blastoschizomyces capitatus, ειδών Cladosporium, Cocciodioides immitis, Conidiobolus coronatus, Cryptococcus neoformans, Exserholium rostratum, Exophiala spinifera, Fonsecaea pedrosoi, Madurella mycetomatis, Paecilomyces lilacinus, ειδών Penicillium, συμπεριλαμβανομένου του P. marneffei, Phialophora richardsiae, Scopulariopsis brevicaulis και ειδών Trichosporon, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων από το T. beigelii. Έχει παρατηρηθεί in vitro δραστικότητα έναντι κλινικά απομονωθέντων στελεχών ειδών Acremonium, ειδών Alternaria, ειδών Bipolaris, ειδών Cladophialophora και Histoplasma capsulatum, με τα περισσότερα στελέχη να αναστέλλονται σε συγκεντρώσεις βορικοναζόλης εύρους από 0,05 έως 2μg/ml. Έχει εμφανιστεί in vitro δραστικότητα στα ακόλουθα παθογόνα, αλλά η κλινική της σημασία είναι άγνωστη: είδη Curvularia και είδη Sporothrix.

Κριτήρια ευαισθησίας

Δείγματα για καλλιέργειες μυκήτων και άλλες σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) πρέπει να λαμβάνονται πριν από τη θεραπεία, για να απομονωθούν και να ταυτοποιηθούν οι αιτιολογικώς υπεύθυνοι μικροοργανισμοί. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινά πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, όμως, όταν τα αποτελέσματα γίνουν γνωστά, η αντιμυκητιασική θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα. Τα είδη τα οποία ευθύνονται συχνότερα για την πρόκληση λοιμώξεων στους ανθρώπους περιλαμβάνουν C. albicans, C.parapsilosis, C.tropicalis, C. glabrata, C. krusei, εκ των οποίων όλα συνήθως εμφανίζουν ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MICs) μικρότερες του 1 mg/L για τη βορικοναζόλη. Ωστόσο, η in vitro δραστηριότητα της βορικοναζόλης έναντι των ειδών Candida δεν είναι ομοιόμορφη. Πιο συγκεκριμένα για τη C.glabrata, οι MICs της βορικοναζόλης για τα απομονωθέντα ανθεκτικά στελέχη στη φλουκοναζόλη, είναι αναλογικά υψηλότερες από εκείνες για τα απομονωθέντα ευαίσθητα στελέχη στη φλουκοναζόλη. Συνεπώς, πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να ταυτοποιηθεί η Candida σε επίπεδο είδους. Εάν είναι διαθέσιμος έλεγχος για την αντιμυκητιασική ευαισθησία, τα αποτελέσματα των MICs μπορούν να αξιολογηθούν χρησιμοποιώντας τα κριτήρια ευαισθησίας, όπως έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST).

EUCAST Κριτήρια ευαισθησίας

Candida Είδη MIC όριο ευαισθησίας (mg/L) ≤ S >R (Ανθεκτικό)
Candida albicans 0,125 0,125
Candida tropicalis 0,125 0,125
Candida parapsilosis 0,125 0,125
Candida glabrata Ανεπαρκή στοιχεία
Candida krusei Ανεπαρκή στοιχεία
Άλλα είδη Candida Ανεπαρκή στοιχεία

Στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όριο Ευαίσθητου (S) είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Οι έλεγχοι ταυτοποίησης και αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε οποιοδήποτε τέτοιο απομονωθέν στέλεχος πρέπει να επαναληφθούν και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί το απομονωθέν στέλεχος αποστέλλεται σε εργαστήριο αναφοράς. Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη, σε ασθενείς με λοιμώξεις C. glabrata ήταν 21% χαμηλότερη συγκριτικά με C. albicans, C.parapsilosis και C.tropicalis. Ωστόσο, αυτή η μειωμένη ανταπόκριση δε συσχετίστηκε με αυξημένες MICs. Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη σε λοιμώξεις C.krusei ήταν παρόμοια με τη C. albicans, C.parapsilosis και C. tropicalis. Ωστόσο, δεδομένου ότι υπήρχαν μόνο 9 περιπτώσεις διαθέσιμες για τη EUCAST ανάλυση, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ώστε να οριστούν κλινικά όρια ευαισθησίας για το C. krusei. Η EUCAST δεν έχει αποφασίσει τα όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με είδη, για τη βορικοναζόλη.

Κλινική εμπειρία

Σε αυτή την παράγραφο η επιτυχής έκβαση ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση.

Λοιμώξεις από Aspergillus - αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με ασπεργίλλωση και κακή πρόγνωση Η βορικοναζόλη έχει in vitro μυκητοκτόνο δραστικότητα έναντι ειδών Aspergillus. Η αποτελεσματικότητα και το όφελος επιβίωσης της βορικοναζόλης έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης Β στην αρχική θεραπεία της οξείας εν τω βάθει ασπεργίλλωσης καταδείχτηκε σε μια ανοιχτή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη σε 277 ανοσοκατασταλμένους ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά για 12 εβδομάδες. Η βορικοναζόλη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως με μία δόση εφόδου των 6 mg/kg κάθε 12 ώρες για τις πρώτες 24 ώρες ακολουθούμενη από μία δόση συντήρησης των 4 mg/kg κάθε 12 ώρες για ελάχιστη διάρκεια θεραπείας 7 ημερών. Μπορούσε τότε να γίνει μετάβαση στην από του στόματος μορφή με δόση τα 200 mg κάθε 12 ώρες. Η μέση διάρκεια της ενδοφλέβιας θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 10 ημέρες (εύρος 2-85 ημέρες). Μετά την ενδοφλέβια θεραπεία με βορικοναζόλη, η μέση διάρκεια της από του στόματος θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 76 ημέρες (εύρος 2-232 ημέρες). Παρατηρήθηκε μια ικανοποιητική ολική ανταπόκριση (πλήρης ή μερική υποχώρηση όλων των αποδιδόμενων συμπτωμάτων, σημείων, ακτινογραφικών/βρογχοσκοπικών διαταραχών που ήταν παρόντα στον αρχικό έλεγχο) στο 53% των ασθενών που έλαβαν βορικοναζόλη, συγκριτικά με το 31% των ασθενών που έλαβαν το συγκρινόμενο φάρμακο. Ο λόγος επιβίωσης 84 ημερών για τη βορικοναζόλη ήταν υψηλότερος με στατιστική σημαντικότητα σε σχέση με αυτόν του συγκριτικού φαρμάκου και ένα κλινικό και στατιστικά σημαντικό όφελος παρατηρήθηκε υπέρ της βορικοναζόλης τόσο ως προς τον χρόνο μέχρι την επέλευση θανάτου όσο ως προς το χρόνο διακοπής λόγω τοξικότητας. Η μελέτη αυτή επιβεβαίωσε τα ευρήματα από μία προγενέστερη, προοπτικά σχεδιασμένη μελέτη όπου υπήρχε θετική έκβαση σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για κακή πρόγνωση, συμπεριλαμβανομένης της νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή και, ειδικότερα, εγκεφαλικών λοιμώξεων (συνήθως σχετιζόμενες με σχεδόν 100% θνητότητα). Οι μελέτες έχουν συμπεριλάβει εγκεφαλική, των παραρρινίων κόλπων, πνευμονική και διάχυτη ασπεργίλλωση σε ασθενείς με μεταμόσχευση μυελού των οστών και συμπαγών οργάνων, αιματολογικές κακοήθειες, καρκίνο και AIDS.

Καντινταιμία σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς Η αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης σε σύγκριση με το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενη από φλουκοναζόλη ως πρωταρχική θεραπεία της καντινταιμίας αποδείχθηκε σε μία ανοιχτή, συγκριτική μελέτη. Τριακόσιοι εβδομήντα μη ουδετεροπενικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 12ετών) με διαπιστωμένη καντινταιμία συμπεριελήφθησαν στη μελέτη, 248 από τους οποίους έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη. Εννέα άτομα από την ομάδα της βορικοναζόλης και 5 από την ομάδα της αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν επίσης μυκητολογικά αποδεδειγμένη λοίμωξη σε εν τω βάθει ιστό. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια αποκλείσθηκαν από αυτή τη μελέτη. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 15 ημέρες και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της μελέτης. Στην αρχική ανάλυση, η επιτυχής ανταπόκριση, όπως εκτιμήθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Δεδομένων, τυφλοποιημένη ως προς το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης, ορίστηκε ως η αποδρομή/βελτίωση σε όλα τα κλινικά σημεία και συμπτώματα της λοίμωξης με εκρίζωση της Candida από το αίμα και τις επιμολυσμένες εστίες του εν τω βάθει ιστού 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας (ΤΘ). Ασθενείς οι οποίοι δεν εκτιμήθηκαν 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας υπολογίσθηκαν ως ανεπιτυχείς ανταποκρίσεις. Σε αυτή την ανάλυση, επιτυχής ανταπόκριση διαπιστώθηκε στο 41% των ασθενών και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της θεραπείας. Σε μία δεύτερη ανάλυση, όπου χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις της Επιτροπής Ελέγχου Δεδομένων στο τελευταίο αξιολογήσιμο χρονικό σημείο (ΤΘ ή 2, 6 ή 12 εβδομάδες μετά το ΤΘ) η βορικοναζόλη και το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν ποσοστό επιτυχούς ανταπόκρισης 65% και 71%, αντιστοίχως. Η εκτίμηση επιτυχούς ανταπόκρισης από τον Ερευνητή σε καθένα από αυτά τα χρονικά σημεία φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

Χρονικό σημείο Βορικοναζόλη (N=248) Αμφοτερικίνη B → φλουκοναζόλη (N=122)
ΤΘ 178 (72%) 88 (72%)
2 εβδομάδες μετά το ΤΘ 125 (50%) 62 (51%)
6 εβδομάδες μετά το ΤΘ 104 (42%) 55 (45%)
12 εβδομάδες μετά το ΤΘ 104 (42%) 51 (42%)

Σοβαρές ανθεκτικές λοιμώξεις από Candida Η μελέτη αποτελούνταν από 55 ασθενείς με σοβαρές ανθεκτικές συστηματικές λοιμώξεις από Candida (συμπεριλαμβανομένης της καντινταιμίας, της διάχυτης και άλλων εν τω βάθει καντιντιάσεων), όπου η προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία, ιδιαίτερα με φλουκοναζόλη, ήταν αναποτελεσματική. Επιτυχής ανταπόκριση παρατηρήθηκε σε 24 ασθενείς (15 πλήρεις, 9 μερικές ανταποκρίσεις). Σε ανθεκτικά στη φλουκοναζόλη στελέχη τα οποία δεν ανήκαν στο είδος albicans, επιτυχής έκβαση παρατηρήθηκε στις 3/3 λοιμώξεις από C. krusei (πλήρεις ανταποκρίσεις) και στις 6/8 λοιμώξεις από C. glabrata (5 πλήρεις, 1 μερική ανταπόκριση). Τα στοιχεία κλινικής αποτελεσματικότητας υποστηρίχτηκαν από περιορισμένα στοιχεία ευαισθησίας.

Λοιμώξεις από Scedosporium και Fusarium Η βορικοναζόλη έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματική έναντι των εξής σπανίων παθογόνων μυκήτων:

  • Είδη Scedosporium: Επιτυχής ανταπόκριση στη θεραπεία με βορικοναζόλη έχει παρατηρηθεί σε 16 (6 πλήρεις, 10 μερικές ανταποκρίσεις) από 28 ασθενείς με S. apiospermum και σε 2 (και οι δύο μερικές ανταποκρίσεις) από 7 ασθενείς με λοίμωξη από S. prolificans. Επιπροσθέτως, μια επιτυχής ανταπόκριση έχει παρατηρηθεί σε 1 από τους 3 ασθενείς με λοίμωξη που προκλήθηκε από περισσότερους του ενός μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένων ειδών Scedosporium.
  • Είδη Fusarium: Επτά (3 πλήρεις, 4 μερικές ανταποκρίσεις) από 17 ασθενείς θεραπεύτηκαν επιτυχώς με βορικοναζόλη. Από τους 7 αυτούς ασθενείς, 3 είχαν οφθαλμική, 1 παραρρινοκολπική και 3 είχαν διάχυτη λοίμωξη. Τέσσερις επιπλέον ασθενείς με φουζαρίωση είχαν λοίμωξη προκαλούμενη από περισσότερους μικροοργανισμούς, ενώ 2 από αυτούς είχαν επιτυχή έκβαση. Η πλειονότητα των ασθενών οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με βορικοναζόλη στις παραπάνω αναφερόμενες σπάνιες λοιμώξεις είχαν δυσανεξία, ή ήταν ανθεκτικοί στην προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία.

Πρωτογενής προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις - Αποτελεσματικότητα σε ασθενείς λήπτες HSCT χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI (διηθητική μυκητιασική λοίμωξη) Η βορικοναζόλη συγκρίθηκε με την ιτρακοναζόλη ως πρωτογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενηλίκων και εφήβων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Ως επιτυχία ορίστηκε η ικανότητα συνέχισης της προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης επί 100 ημέρες μετά από την HSCT (χωρίς διακοπή για διάστημα >14 ημερών) και η επιβίωση χωρίς αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI επί 180 ημέρες μετά από την HSCT. Ο τροποποιημένος πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία (modi-ed intent-to-treat, MITT group) περιελάμβανε 465 ασθενείς που έλαβαν αλλογενές μόσχευμα αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT), όπου το 45% των ασθενών είχε οξεία μυελογενή λευχαιμία (ΟΜΛ). Από όλους τους ασθενείς, το 58% υποβλήθηκε σε μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας. Η προφύλαξη με το φάρμακο της μελέτης άρχισε αμέσως μετά από την HSCT: 224 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη και 241 έλαβαν ιτρακοναζόλη. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 96 ημέρες για τη βορικοναζόλη και 68 ημέρες για την ιτρακοναζόλη στην ομάδα ΜΙΤΤ. Τα ποσοστά επιτυχίας και άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα:

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη N=224 Ιτρακοναζόλη N=241 Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) Τιμή P
Επιτυχία κατά την 180η ημέρα* 109 (48,7%) 80 (33,2%) 16,4% (7,7%, 25,1%)** 0,0002**
Επιτυχία κατά την ημέρα 100 121 (54,0%) 96 (39,8%) 15,4% (6,6%, 24,2%)** 0,0006**
Συμπλήρωση τουλάχιστον 100 ημερών προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης 120 (53,6%) 94 (39,0%) 14,6% (5,6%, 23,5%) 0,0015
Επιβίωση έως την 180η ημέρα 184 (82,1%) 197 (81,7%) 0,4% (-6,6%, 7,4%) 0,9107
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 180 3 (1,3%) 5 (2,1%) -0,7% (-3,1%, 1,6%) 0,5390
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 365 2 (0,9%) 4 (1,7%) -0,8% (-2,8%, 1,3%) 0,4589
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI κατά τη διάρκεια λήψης του φαρμάκου της μελέτης 0 3 (1,2%) -1,2% (-2,6%, 0,2%) 0,0813
  • Κύριο τελικό σημείο της μελέτης ** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% και οι τιμές p ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση Το ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI rate) έως την ημέρα 180 και το κύριο τελικό σημείο της μελέτης, το οποίο είναι η επιτυχία κατά την ημέρα 180, τόσο σε ασθενείς με ΟΜΛ όσο και σε ασθενείς που έλαβαν μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας, αντίστοιχα, παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα:

ΟΜΛ

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη (N=98) Ιτρακοναζόλη (N=109) Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI)
Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 1 (1,0%) 2 (1,8%) -0,8% (-4,0%, 2,4%)**
Επιτυχία κατά την ημέρα 180* 55 (56,1%) 45 (41,3%) 14,7% (1,7%, 27,7%)***
  • Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα ***Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση

Μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη (N=125) Ιτρακοναζόλη (N=143) Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI)
Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 2 (1,6%) 3 (2,1%) -0,5% (-3,7%, 2,7%)**
Επιτυχία κατά την ημέρα 180* 70 (56,0%) 53 (37,1%) 20,1% (8,5%, 31,7%)***
  • Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα *** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση

Δευτερογενής προφύλαξη για IFI - Αποτελεσματικότητα σε λήπτες HSCT με προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI Η βορικοναζόλη διερευνήθηκε ως δευτερογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, μη συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενήλικων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) με προηγούμενη αποδεδειγμένη (proven) ή πιθανή (probable) διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Το κύριο τελικό σημείο ήταν το ποσοστό εμφάνισης αποδεδειγμένης και πιθανής IFI κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT. Στην ομάδα MITT περιελήφθησαν 40 ασθενείς με προηγούμενη IFI, συμπεριλαμβανομένων 31 ασθενών με ασπεργίλλωση, 5 με καντιντίαση και 4 με άλλη IFI. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 95,5 ημέρες στην ομάδα MITT. Αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI αναπτύχθηκε στο 7,5% των ασθενών (3/40) κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT, συμπεριλαμβανομένης μίας καντινταιμίας, μίας σκεδοσπορίασης (και οι δύο ήταν υποτροπές προηγούμενης IFI) και μίας ζυγομυκητίασης. Το ποσοστό επιβίωσης κατά την ημέρα 180 ήταν 80,0% (32/40) και κατά το 1 έτος ήταν 70,0% (28/40).

Διάρκεια θεραπείας Σε κλινικές μελέτες, 705 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη για περισσότερο από 12 εβδομάδες, ενώ 164 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη για πάνω από 6 μήνες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Εξήντα ένας παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 9 μηνών έως και 15 ετών, οι οποίοι είχαν επιβεβαιωμένες ή πιθανές εν τω βάθει μυκητιασικές λοιμώξεις θεραπεύτηκαν με βορικοναζόλη. Ο πληθυσμός αυτός περιελάμβανε 34 ασθενείς ηλικίας 2 έως 12 ετών και 20 ασθενείς ηλικίας 12-15 ετών. Στην πλειονότητα τους (57/61) είχαν αποτύχει οι προηγούμενες αντιμυκητιασικές θεραπείες. Θεραπευτικές μελέτες συμπεριέλαβαν πέντε ασθενείς ηλικίας 12 έως 15 ετών, ενώ οι υπόλοιποι ασθενείς έλαβαν την βορικοναζόλη στα προγράμματα παρηγορητικής θεραπείας. Οι υποκείμενες νόσοι σ’ αυτούς τους ασθενείς συμπεριελάμβαναν κακοήθεις παθήσεις του αίματος (27 ασθενείς) και χρόνια κοκκιωματώδη νόσο (14 ασθενείς). Η μυκητιασική λοίμωξη που αντιμετωπίσθηκε πιο συχνά ήταν η ασπεργίλλωση (43/61, 70%).

Κλινικές μελέτες ελέγχου του διαστήματος QTc

Διεξήχθη μία συγκριτική με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη εφάπαξ δόσης για την αξιολόγηση της επίδρασης στο διάστημα QTc σε υγιείς εθελοντές με τρεις δόσεις από του στόματος βορικοναζόλης και κετοκοναζόλης. Η μέση μέγιστη αύξηση στο QTc προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο, από την τιμή αναφοράς μετά από 800, 1200 και 1600 mg βορικοναζόλης ήταν 5,1, 4,8 και 8,2 msec αντίστοιχα και 7,0 msec για τα 800 mg της κετοκοναζόλης. Κανείς εθελοντής σε καμία ομάδα δεν εμφάνισε αύξηση στο QTc ≥ των 60 msec από την τιμή αναφοράς. Κανείς εθελοντής δεν εμφάνισε διάστημα που να ξεπερνά το όριο των 500 msec, το οποίο δυνητικά έχει κλινική σημασία.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε ειδικούς πληθυσμούς και σε ασθενείς. Κατά την χορήγηση από το στόμα 200 mg ή 300 mg δύο φορές ημερησίως επί 14 ημέρες, σε ασθενείς με κίνδυνο ασπεργίλλωσης (κυρίως ασθενείς με κακοήθεις νεοπλασίες του λεμφικού ή του αιμοποιητικού συστήματος), τα παρατηρούμενα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ταχείας και συνεχούς απορρόφησης, συσσώρευσης και μη γραμμικής φαρμακοκινητικής ήταν σε συμφωνία με αυτά που παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές. Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν είναι γραμμική λόγω του κορεσμού στο μεταβολισμό της. Αυξανομένης της δόσης, παρατηρείται αύξηση στην ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία μεγαλύτερη από την αναλογική. Υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, αύξηση της από του στόματος δόσης από 200 mg, δύο φορές ημερησίως, σε 300 mg, δύο φορές ημερησίως, οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) κατά 2,5 φορές. Η από του στόματος δόση συντήρησης των 200 mg (ή 100 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 3 mg/kg ενδοφλεβίως. Μία από του στόματος δόση συντήρησης των 300 mg (ή 150 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 4 mg/kg ενδοφλεβίως. Όταν χορηγούνται οι προτεινόμενες δόσεις εφόδου ενδοφλεβίως ή από του στόματος, επιτυγχάνονται συγκεντρώσεις στο πλάσμα παραπλήσιες με αυτές σε σταθεροποιημένη κατάσταση εντός του πρώτου 24ώρου της χορήγησης. Χωρίς τη χορήγηση δόσης εφόδου, η βορικοναζόλη συσσωρεύεται μετά από πολλαπλή χορήγηση, δύο φορές ημερησίως, ενώ οι σταθεροποιημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται την Ημέρα 6 στην πλειονότητα των ατόμων που μελετήθηκαν.

Απορρόφηση

Η βορικοναζόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών από τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της βορικοναζόλης μετά την από του στόματος χορήγηση υπολογίζεται ότι είναι 96%. Όταν πολλαπλές δόσεις βορικοναζόλης χορηγούνται μαζί με πλούσια σε λιπαρά γεύματα, η Cmax και η AUCτ μειώνονται κατά 34% και 24% αντίστοιχα. Η απορρόφηση της βορικοναζόλης δεν επηρεάζεται από αλλαγές στο γαστρικό pH.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση για τη βορικοναζόλη υπολογίζεται ότι είναι 4,6 L/kg, υποδεικνύοντας κατανομή στους ιστούς σε μεγάλο βαθμό. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος υπολογίζεται ότι είναι 58%. Δείγματα εγκεφαλονωτιαίου υγρού από οκτώ ασθενείς σε ένα πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης έδειξε ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις βορικοναζόλης σε όλους τους ασθενείς.

Βιομετασχηματισμός

Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η βορικοναζόλη μεταβολίζεται από τα ισοένζυμα του ηπατικού κυτοχρώματος P450, CYP2C19, CYP2C9 και CYP3A4. Η μεταξύ των ατόμων μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της βορικοναζόλης είναι υψηλή. Μελέτες in vivo έδειξαν ότι το CYP2C19 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της βορικοναζόλης. Το ένζυμο αυτό εμφανίζει γενετικό πολυμορφισμό. Για παράδειγμα, 15-20% των Ασιατικών πληθυσμών πιθανά αναμένεται να έχουν πλημμελή μεταβολισμό. Για τους Καυκάσιους και τους Μαύρους ο επιπολασμός του πλημμελούς μεταβολισμού είναι 3-5%. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές Καυκάσιους και Ιάπωνες, έδειξαν ότι στα άτομα με πλημμελή μεταβολισμό η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) είναι κατά μέσο όρο 4 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Σε άτομα ετερόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό, η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία είναι κατά μέσο όρο 2 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό άτομα. Ο κύριος μεταβολίτης της βορικοναζόλης είναι το Ν-οξείδιο, το οποίο εκπροσωπεί το 72% των κυκλοφορούντων ραδιοεπισημασμένων μεταβολιτών στο πλάσμα. Ο μεταβολίτης αυτός έχει ελάχιστη αντιμυκητιασική δραστικότητα και δεν συνεισφέρει στη συνολική αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης.

Αποβολή

Η βορικοναζόλη εξαλείφεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με λιγότερο από το 2% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης βορικοναζόλης, το ποσοστό της ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα ούρα ήταν περίπου 80% μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες χορηγήσεις και 83% στα ούρα μετά από πολλαπλές χορηγήσεις από του στόματος. Το μέγιστο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας ( 94%) απεκκρίνεται τις πρώτες 96 ώρες μετά την από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της βορικοναζόλης είναι δοσοεξαρτώμενος και είναι περίπου 6 ώρες για δόση 200 mg (από του στόματος). Λόγω της μη-γραμμικής φαρμακοκινητικής, ο τελικός χρόνος ημιζωής δεν είναι χρήσιμος για την πρόβλεψη της συσσώρευσης ή της απομάκρυνσης της βορικοναζόλης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών

Φύλο Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς νέες γυναίκες ήταν 83% και 113% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Στην ίδια μελέτη δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και την AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων ανδρών και υγιών ηλικιωμένων γυναικών (≥ 65 ετών). Στο κλινικό πρόγραμμα δεν έγιναν προσαρμογές της δοσολογίας βάσει του φύλου. Η ασφάλεια και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς ήταν όμοιες. Επομένως δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης βάσει του φύλου.

Ηλικιωμένοι Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς ηλικιωμένους άνδρες, (≥ 65 ετών) ήταν 61% και 86% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και στην AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων γυναικών (≥ 65 ετών) και υγιών νέων γυναικών (18-45 ετών). Στις θεραπευτικές μελέτες δεν έγινε προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της ηλικίας. Η ασφάλεια της βορικοναζόλης μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ασθενών ήταν όμοια και επομένως δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους (βλ. Δοσολογία).

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι συνιστώμενες δόσεις σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς βασίζονται σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεδομένων που ελήφθησαν από πληθυσμό 112 ανοσοκατασταλμένων παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 2 έως <12 ετών και 26 ανοσοκατασταλμένων έφηβων ασθενών ηλικίας 12 έως <17 ετών. Σε 3 φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικό πληθυσμό, αξιολογήθηκαν πολλαπλές ενδοφλέβιες δόσεις των 3, 4, 6, 7 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως και πολλαπλές από του στόματος δόσεις (με τη χρήση του πόσιμου εναιωρήματος) των 4 mg/kg, 6 mg/kg και 200 mg δύο φορές ημερησίως. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε εφήβους, αξιολογήθηκαν ενδοφλέβιες δόσεις εφόδου των 6 mg/kg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα ακολουθούμενες από ενδοφλέβια δόση των 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως και 300 mg από του στόματος δισκία δύο φορές ημερησίως. Στους παιδιατρικούς ασθενείς παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων του πληθυσμού σε σύγκριση με τους ενήλικες. Μία σύγκριση των φαρμακοκινητικών δεδομένων των παιδιατρικών και ενήλικων πληθυσμών, κατέδειξε ότι η προβλεπόμενη ολική έκθεση (AUCτ) σε παιδιά, μετά τη χορήγηση μίας 9 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση μίας 6 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου. Οι προβλεπόμενες ολικές εκθέσεις σε παιδιά μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιων δόσεων συντήρησης των 4 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση ενδοφλεβίων δόσεων των 3 και 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως, αντίστοιχα. Η προβλεπόμενη ολική έκθεση σε παιδιά μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης συντήρησης των 9 mg/kg (μέγιστη των 350 mg) δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης των 200 mg δύο φορές ημερησίως. Μία ενδοφλέβια δόση των 8 mg/kg θα παράσχει έκθεση στη βορικοναζόλη περίπου 2 φορές υψηλότερη από μία από του στόματος δόση των 9 mg/kg. Η υψηλότερη ενδοφλέβια δόση συντήρησης σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σχέση με τους ενήλικες, αντανακλά την μεγαλύτερη δυνατότητα κάθαρσης στους παιδιατρικούς ασθενείς λόγω της υψηλότερης αναλογίας μάζας ήπατος προς μάζα σώματος. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση ενδέχεται ωστόσο να είναι περιορισμένη σε παιδιατρικούς ασθενείς με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος για την ηλικία τους. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση της βορικοναζόλης. Οι εκθέσεις στη βορικοναζόλη στην πλειονότητα των έφηβων ασθενών ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων οι οποίοι λάμβαναν τα ίδια δοσολογικά σχήματα. Ωστόσο, παρατηρήθηκε χαμηλότερη έκθεση στη βορικοναζόλη σε μερικούς νέους εφήβους με χαμηλό βάρος σώματος σε σύγκριση με τους ενήλικες. Είναι πιθανό αυτοί οι ασθενείς να μεταβολίζουν τη βορικοναζόλη με τρόπο πλέον παρόμοιο με αυτόν των παιδιών, από ότι με των ενηλίκων. Βάσει της φαρμακοκινητικής ανάλυσης επί του πληθυσμού, έφηβοι ηλικίας 12 έως 14 ετών με βάρος μικρότερο των 50 kg πρέπει να λαμβάνουν παιδιατρικές δόσεις (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη εφάπαξ δόσεως από το στόμα (200 mg) σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 41-60 ml/min) έως βαριά (κάθαρση κρεατινίνης < 20 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης στο πλάσμα ήταν παρόμοια στους ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης από το στόμα (200 mg), η AUC ήταν αυξημένη κατά 233% σε άτομα με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh A και B) σε σχέση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε από την επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η AUCτ ήταν όμοια σε άτομα με μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh Β), οι οποίοι έλαβαν μία δόση συντήρησης 100 mg δύο φορές την ημέρα και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, οι οποίοι έλαβαν 200 mg δύο φορές την ημέρα. Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με βαριά ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η βορικοναζόλη δεσμεύεται και αναστέλλει τη σύνθεση εργοστερόλης, αναστέλλοντας τη 14-άλφα στερολική δεμεθυλάση που εξαρτάται από το CYP450. Η αναστολή της 14-άλφα στερολικής δεμεθυλάσης οδηγεί σε μείωση της εργοστερόλης στη μεμβράνη…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση - Παράγωγα τριαζολίου, Κωδικός ATC: J02A C03 ### Τρόπος δράσης Η βορικοναζόλη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης. Ο κύριος τρόπος δράσης της βορικοναζόλης είναι η αναστολή…

Φαρμακοκινητική

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε ειδικούς πληθυσμούς και σε ασθενείς. Κατά την χορήγηση από το στόμα 200 mg ή 300 mg δύο φορές ημερησίως επί 14 ημέρες, σε ασθενείς με κίνδυνο…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η βορικοναζόλη υφίσταται εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό μέσω των ενζύμων του κυτοχρώματος CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4. Το CYP2C19 μεσολαβεί στην N-οξείδωση με φαινομενικό Km 14 μM και φαινομενικό Vmax 0.22 nmol/min/nmol CYP2C19. Η…
Απέκκριση
Ήπαρ
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

voriconazole

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

J02AC — Παράγωγα τριαζολίου

Κωδικός ATC5

J02AC03

Κάτοχος Άδειας

ACCORD HEALTHCARE S.L.U., SPAIN
pill
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →