CARIPRAZINE
Καριπραζίνη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της **καριπραζίνης** δεν είναι πλήρως γνωστός.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F20 Σχιζοφρένεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως, την ίδια ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 1,5 mg μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξάνεται αργά με προσαυξήσεις των 1,5 mg έως τη μέγιστη δόση των 6 mg/ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση1,5 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση6 mg/ημέραΗ δόση μπορεί να αυξάνεται αργά με προσαυξήσεις των 1,5 mg. Η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να διατηρείται. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη ή αλλαγή δοσολογίας, για ανεπιθύμητες ενέργειες και ανταπόκριση στη θεραπεία.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (CrCl ≥ 30 ml/min και < 89 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 ml/min)Η χρήση της καριπραζίνης δεν συνιστάται.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία κατά Child-Pugh μεταξύ 5-9)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία κατά Child-Pugh μεταξύ 10 και 15)Η χρήση της καριπραζίνης δεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι επαρκή. Η επιλογή της δόσης πρέπει να γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών ή μέτριας ισχύος επαγωγέων του CYP3A4
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφοράΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου με ψυχωσικές ασθένειεςΣτενή παρακολούθηση.
-
Ακαθησία και ανησυχίαΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν την προδιάθεση ή έχουν ήδη εκδηλώσει συμπτώματα ακαθησίαςΝα χρησιμοποιείται προσεκτικά. Στενή παρακολούθηση κατά την πρώτη φάση της θεραπείας. Βραδεία τιτλοποίηση προς τα πάνω. Ελαφρώς χαμηλή τιτλοποίηση της καριπραζίνης ή χορήγηση φαρμακευτικού προϊόντος κατά των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (ΕΠΣ).
-
ΒραδυκινησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καριπραζίνη και παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίαςΝα εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
-
Νόσος του ParkinsonΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του ParkinsonΟι γιατροί θα πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των οφελών όταν συνταγογραφούν την καριπραζίνη.
-
Οφθαλμικά συμπτώματα / ΚαταρράκτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα πιθανώς σχετιζόμενα με καταρράκτηΣυνιστάται οφθαλμολογική εξέταση και εκ νέου αξιολόγηση για τη συνέχιση της θεραπείας.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (ΚΝΣ)ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του ΚΝΣ ή ανεξήγητο υψηλό πυρετόΝα διακόψει αμέσως την καριπραζίνη.
-
Επιληπτικές κρίσεις και σπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή με καταστάσεις οι οποίες δυνητικά μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεωνΝα χρησιμοποιείται προσεκτικά.
-
Θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με άνοιαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΔεν συνιστάται λόγω του αυξημένου κινδύνου γενικής θνησιμότητας.
-
Κίνδυνος αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (ΑΕΕ)ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση (ορθοστατική υπόταση και υπέρταση)ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο η οποία προδιαθέτει σε μεταβολές στην αρτηριακή πίεσηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται.
-
Παράταση διαστήματος QTΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT και ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν παράταση του διαστήματος QTΝα χρησιμοποιείται προσεκτικά.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιψυχωσικάΝα προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καριπραζίνη.
-
Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτηΝα παρακολουθούνται ως προς τα επίπεδα της γλυκόζης ορού.
-
Αύξηση σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά ως προς το βάρος τους.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4Παρακολούθηση της ανταπόκρισης και της ανεκτικότητας. Εάν είναι απαραίτητο, μείωση (προσωρινή) της δόσης της καριπραζίνης.
-
Αλλεργικές αντιδράσεις λόγω έκδοχου Allura red AC (E129)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Καριπραζίνη σκληρά καψάκια των 3 mg, 4,5 mg και 6 mgΜπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη)αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη στο πλάσμα.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη στο πλάσμα (κατά μέσο όρο 1,4 φορές).ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της ανταπόκρισης και της ανεκτικότητας. Εάν είναι απαραίτητο, η δόση της καριπραζίνης θα πρέπει να μειωθεί (προσωρινά). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες και ανταπόκριση στη θεραπεία για αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη, διακοπή ή αλλαγή δόσης.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑλληλεπίδραση (ως αναστολέας CYP3A4).ΣύστασηΗ κατανάλωση θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Ισχυροί ή μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, υπερικό (βαλσαμόχορτο, Hypericum perforatum), βοσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μοδαφινίλη, ναφσιλλίνη)αντένδειξηΣημαντική μείωση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη.ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
Αναστολείς του CYP2D6παρακολούθησηΑπίθανο να έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στο μεταβολισμό της καριπραζίνης.
-
Υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. δαβιγατράνη, διγοξίνη)προσοχήΗ καριπραζίνη είναι in vitro αναστολέας της P-gp. Οι κλινικές συνέπειες δεν είναι πλήρως κατανοητές.ΣύστασηΘα μπορούσαν να απαιτήσουν επιπλέον παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και οινοπνευματώδηπροσοχήΔεδομένων των κύριων επιδράσεων της καριπραζίνης στο ΚΝΣ.ΣύστασηΤο Καριπραζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένα επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στο αίμα (Συχνές)
- Υποθυρεοειδισμός
- Δυσλιπιδαιμία
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Αυξημένη όρεξη
- Δίψα
- Μη φυσιολογικά επίπεδα νατρίου στο αίμα (Όχι συχνές)
- Σακχαρώδης διαβήτης (Σπάνιες)
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος (Μη γνωστές)
- Διαταραχές ύπνου (Συχνές)
- Αυτοκτονική συμπεριφορά (Όχι συχνές)
- Παραλήρημα (Όχι συχνές)
- Αυξημένη γενετήσια ορμή (Όχι συχνές)
- Κατάθλιψη
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Στυτική δυσλειτουργία
- Ακαθησία (Πολύ συχνές)
- Παρκινσονισμός (Πολύ συχνές)
- Καταστολή (Συχνές)
- Δυσαισθησία (Συχνές)
- Άλλα εξωπυραμιδικά νοσήματα και διαταραχές μη φυσιολογικών κινήσεων (Συχνές)
- Επιληπτικές κρίσεις/Σπασμοί (Σπάνιες)
- Αμνησία (Σπάνιες)
- Αφασία (Σπάνιες)
- Ζάλη
- Δυστονία
- Δυσκινησία
- Λήθαργος
- Όψιμη δυσκινησία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Ίλιγγος
- Θαμπή όραση
- Φωτοφοβία
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (Όχι συχνές)
- Διαταραχή της προσαρμογής του οφθαλμού (Όχι συχνές)
- Μειωμένη οπτική οξύτητα (Όχι συχνές)
- Ερεθισμός των οφθαλμών (Όχι συχνές)
- Καταρράκτης (Σπάνιες)
- Ταχυαρρυθμία (Συχνές)
- Διαταραχές καρδιακής αγωγιμότητας (Όχι συχνές)
- Βραδυαρρυθμία (Όχι συχνές)
- Παρατεταμένο QT ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογικό κύμα Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Λόξιγκας (Όχι συχνές)
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσφαγία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (Συχνές)
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος (Όχι συχνές)
- Τοξική ηπατίτιδα (Σπάνιες)
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Ραβδομυόλυση
- Δυσουρία
- Πολλακιουρία
- Στερητικό σύνδρομο νεογνού (Σπάνιες)
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές μη φυσιολογικών κινήσεωνΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδικά νοσήματαΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένα επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤαχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒραδυαρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές καρδιακής αγωγιμότηταςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή προσαρμογής οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΛόξιγκαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά επίπεδα νατρίου στο αίμαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό κύμα Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματοςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένο QT ηλεκτροκαρδιογραφήματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑφασίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣτερητικό σύνδρομο νεογνούΣυγγενείς
-
ΣπάνιεςΤοξική ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΤο Καριπραζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Μετά τη διακοπή της θεραπείας με καριπραζίνη, η αντισύλληψη θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τουλάχιστον 10 εβδομάδες λόγω της βραδείας αποβολής των ενεργών τμημάτων. Νεογνά που εκτέθηκαν σε αντιψυχωσικά κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. εξωπυραμιδικά και/ή στερητικά συμπτώματα, διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής). Τα νεογέννητα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεταιΔεν είναι γνωστό εάν η καριπραζίνη ή οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η καριπραζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίθηκαν στο γάλα των αρουραίων κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπουςΣε μελέτες σε θηλυκούς αρουραίους έχουν παρατηρηθεί μειωμένοι δείκτες γονιμότητας και σύλληψης.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ορθόσταση
- καταστολή
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να επιτευχθεί με τη διαμεσολάβηση ενός συνδυασμού μερικής δράσης αγωνιστή στους υποδοχείς της ντοπαμίνης D3, D2 (τιμές Ki στα 0,085-0,3 nM έναντι 0,49-0,71 nM αντίστοιχα) και της σεροτονίνης 5-HT1A (τιμές Ki στα 1,4-2,6 nM), και μερικής δράσης ανταγωνιστή στους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2B, 5-HT2A και της ισταμίνης H1 (τιμές Ki στα 0,58-1,1 nM, 18,8 nM και 23,3 nM, αντίστοιχα). Η καριπραζίνη έχει χαμηλή συγγένεια για τον υποδοχέα της σεροτονίνης 5-HT2C και τον α1-αδρενεργικό υποδοχέα (τιμές Ki στα 134 nM και 155 nM, αντίστοιχα). Η καριπραζίνη δεν έχει καμία υπολογίσιμη συγγένεια για τους χολινεργικούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (IC50 > 1.000 nM). Το προφίλ της in vitro σύνδεσης του υποδοχέα και της λειτουργικής δράσης των δύο κύριων ενεργών μεταβολιτών, της δεσμεθυλο-καριπραζίνης και της διδεσμεθυλο-καριπραζίνης, είναι παρόμοιο με εκείνο της μητρικής δραστικής ουσίας.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μη κλινικές μελέτες in vivo κατέδειξαν ότι η καριπραζίνη σε φαρμακολογικά αποτελεσματικές δόσεις καταλαμβάνει τους υποδοχείς D3 σε βαθμό παρόμοιο με εκείνο των υποδοχέων D2. Σε ασθενείς με σχιζοφρένεια που βρίσκονταν εντός του εύρους της θεραπευτικής δόσης της καριπραζίνης επί 15 ημέρες, η κατάληψη των υποδοχέων ντοπαμίνης D3 και D2 του εγκεφάλου ήταν δοσοεξαρτώμενη (με επιλεκτική κατάληψη των περιοχών με υψηλότερη έκφραση του D3).
Οι επιδράσεις της καριπραζίνης στο διάστημα QT αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναισθηματική διαταραχή. Ηλεκτροκαρδιογραφικές αξιολογήσεις ελήφθησαν από 129 ασθενείς μετά την παρακολούθησή τους με Holter για χρονικό διάστημα δώδεκα ωρών κατά την έναρξη της θεραπείας και σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Δεν ανιχνεύθηκε καμία παράταση του διαστήματος QT μετά τη χορήγηση υπερθεραπευτικών δόσεων (9 mg/ημέρα ή 18 mg/ημέρα). Κανένας ασθενής που έλαβε θεραπεία με καριπραζίνη δεν παρουσίασε αυξήσεις του QTc ≥ 60 msec από την έναρξη της θεραπείας και κανένας ασθενής δεν παρουσίασε QTc > 500 msec κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Αποτελεσματικότητα σε βραχυχρόνια χρήση Η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης στη θεραπεία της οξείας σχιζοφρένειας μελετήθηκε σε τρεις πολυκεντρικές, πολυεθνικές, τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες διάρκειας 6 εβδομάδων, στις οποίες συμμετείχαν 1.754 ασθενείς, ηλικίας 18 έως 60 ετών. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή κατά την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη συνολική βαθμολογία της Κλίμακας Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (PANSS) και το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή κατά την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη βαθμολογία στις κλίμακες κατάταξης της Συνολικής Κλινικής Εικόνας-Σοβαρότητας (CGI-S), σε όλες τις μελέτες οξείας σχιζοφρένειας. Σε μια πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές δόσεις των 1,5 mg, 3,0 mg και 4,5 mg καριπραζίνης και 4,0 mg ρισπεριδόνης για την ανάλυση ευαισθησίας, όλες οι δόσεις της καριπραζίνης και του ενεργού μάρτυρα έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Σε άλλη πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές δόσεις των 6,0 mg καριπραζίνης και 10 mg αριπιπραζόλης για τη δοκιμασία ευαισθησίας, τόσο οι δόσεις της καριπραζίνης όσο και του ενεργού μάρτυρα έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Σε τρίτη πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές/ευέλικτες δόσεις των 3,0-6,0 mg και 6,0-9,0 mg καριπραζίνης, αμφότερες οι ομάδες της καριπραζίνης έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα για την παράμετρο κύριας έκβασης συνοψίζονται στον παρακάτω Πίνακα 2. Τα αποτελέσματα για την παράμετρο δευτερεύουσας έκβασης (CGI) και πρόσθετα τελικά σημεία υποστήριξαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο.
Πίνακας 2. Αλλαγή από την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη συνολική βαθμολογία PANSS σε μελέτες οξέων εξάρσεων σχιζοφρένειας-πληθυσμός ITT
| Μεταβολή από την έναρξη Μέση τιμή ± SD | Μέση τιμή LS (SE) | Διαφορά θεραπείας έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) | Τιμή P |
|---|---|---|---|
| Συνολική PANSS (MMRM) | |||
| RGH-MD-16 (n=711) | |||
| Εικονικό φάρμακο 97,3 ± 9,22 | -13,29 (1,82) | - | - |
| Καριπραζίνη 1,5 mg/ημέρα 97,1 ± 9,13 | -21,27 (1,77) | -7,97 (-12,94, -3,01) | 0,0017 |
| Καριπραζίνη 3 mg/ημέρα 97,2 ± 8,66 | -21,45 (1,74) | -8,16 (-13,09, -3,22) | 0,0013 |
| Καριπραζίνη 4,5 mg/ημέρα 96,7 ± 9,01 | -23,77 (1,74) | -10,48 (-15,41, -5,55) | < 0,0001 |
| Ρισπεριδόνη 4 mg/ημέρα 98,1 ± 9,50 | -29,27 (1,74) | -15,98 (-20,91, -11,04) | < 0,0001* |
| RGH-MD-04 (n=604) | |||
| Εικονικό φάρμακο 96,5 ± 9,1 | -14,3 (1,5) | - | - |
| Καριπραζίνη 3 mg/ημέρα 96,1 ± 8,7 | -20,2 (1,5) | -6,0 (-10,1, -1,9) | 0,0044 |
| Καριπραζίνη 6 mg/ημέρα 95,7 ± 9,4 | -23,0 (1,5) | -8,8 (-12,9, -4,7) | < 0,0001 |
| Αριπιπραζόλη 10 mg/ημέρα 95,6 ± 9,0 | -21,2 (1,4) | -7,0 (-11,0, -2,9) | 0,0008* |
| RGH-MD-05 (n=439) | |||
| Εικονικό φάρμακο 96,6 ± 9,3 | -16,0 (1,6) | - | - |
| Καριπραζίνη 3 έως 6 mg/ημέρα 96,3 ± 9,3 | -22,8 (1,6) | -6,8 (-11,3, -2,4) | 0,0029 |
| Καριπραζίνη 6 έως 9 mg/ημέρα 96,3 ± 9,0 | -25,9 (1,7) | -9,9 (-14,5, -5,3) | < 0,0001 |
CI = διάστημα εμπιστοσύνης· ITT = με πρόθεση θεραπείας· μέση τιμή LS = μέση τιμή ελάχιστων τετραγώνων· PANSS = κλίμακα θετικού και αρνητικού συνδρόμου. *σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο
Αποτελεσματικότητα σε μακροχρόνια χρήση Σε μια μακροχρόνια κλινική μελέτη τυχαιοποιημένης απόσυρσης διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης για τη διατήρηση της αντιψυχωσικής επίδρασης. Συνολικά, 751 ασθενείς με οξεία συμπτώματα σχιζοφρένειας έλαβαν καριπραζίνη 3-9 mg/ημέρα για 20 εβδομάδες, εκ των οποίων 337 έλαβαν καριπραζίνη στο εύρος δόσης 3 ή 6 mg/ημέρα. Κατόπιν, οι σταθεροποιημένοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν σταθερές δόσεις καριπραζίνης (n=101) ή εικονικού φαρμάκου (n=51) με διπλά τυφλό τρόπο για έως 72 εβδομάδες. Η κύρια έκβαση της μελέτης ήταν ο χρόνος υποτροπής. Μέχρι το τέλος της κλινικής μελέτης, υποτροπή των σχιζοφρενικών συμπτωμάτων εμφάνισε το 49,0% των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με το εικονικό φάρμακο έναντι του 21,6% των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με καριπραζίνη. Συνεπώς, ο χρόνος για την υποτροπή (92 έναντι 326 ημερών με βάση το 25ο εκατοστημόριο) ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της καριπραζίνης απ’ ότι στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο (p=0,009).
Αποτελεσματικότητα σε κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας Σε μια πολυκεντρική, διπλά τυφλή και ενεργά ελεγχόμενη κλινική μελέτη 26 εβδομάδων, διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης για τη θεραπεία των κυρίαρχων αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. Η καριπραζίνη (εύρος δόσης 3-6 mg, δόση στόχος 4,5 mg) διερευνήθηκε σε σύγκριση με τη ρισπεριδόνη (εύρος δόσης 3-6 mg, δόση στόχος 4 mg) σε ασθενείς με επιμένοντα, κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας (n=461). Το 86% των ασθενών ήταν ηλικίας μικρότερης των 55 ετών, ενώ το 54% αυτών ήταν άνδρες. Τα επιμένοντα κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα ορίστηκαν ως συμπτώματα που διαρκούν για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών με υψηλό επίπεδο αρνητικών συμπτωμάτων και χαμηλό επίπεδο θετικών συμπτωμάτων [βαθμολογία του παράγοντα PANSS για αρνητικά συμπτώματα ≥ 24, βαθμολογία ≥ 4 σε 2 τουλάχιστον από τα 3 στοιχεία PANSS (Ν1: επίπεδο συναίσθημα, Ν4: έλλειψη κινήτρων και N6: ένδεια λόγου) και βαθμολογία του παράγοντα PANSS για θετικά συμπτώματα ≤ 19]. Αποκλείστηκαν ασθενείς με δευτερεύοντα αρνητικά συμπτώματα, όπως μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα και συμπτώματα κλινικώς συναφή παρκινσονισμό (ΕΠΣ). Τόσο οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με καριπραζίνη όσο και οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρισπεριδόνη έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για την πρωτεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν η βαθμολογία του παράγοντα PANSS για αρνητικά συμπτώματα (PANSS-FSNS) ((p< 0,001). Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική διαφορά (p=0,002) υπέρ της καριπραζίνης έναντι της ρισπεριδόνης παρατηρήθηκε από την Εβδομάδα 14 και μετά (Πίνακας 3). Τόσο οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με καριπραζίνη όσο και οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρισπεριδόνη έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για τη δευτερεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν η συνολική βαθμολογία στην κλίμακα Προσωπικής και Κοινωνικής Επίδοσης (PSP (p< 0,001). Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική διαφορά (p< 0,001) υπέρ της καριπραζίνης έναντι της ρισπεριδόνης παρατηρήθηκε από την Εβδομάδα 10 και μετά (Πίνακας 3). Οι διαφορές στις κλίμακες Συνολικής Κλινικής Εικόνας-Σοβαρότητας (p=0.005) και Βελτίωσης (p<0,001), καθώς και στα ποσοστά ανταπόκρισης PANSS FSNS (PANSS FSNS ≥ 30% βελτίωση την Εβδομάδα 26· p=0,003) υποστήριξαν τα πορίσματα σχετικά με την πρωτεύουσα και τη δευτερεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας.
Πίνακας 3 Σύνοψη αποτελεσμάτων μελέτης RGH-188-005
| Παράμετρος αποτελεσματικότητας | Μέση τιμή LS καριπραζίνης | Μέση τιμή LS ρισπεριδόνης | Εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας | 95%CI | τιμή p |
|---|---|---|---|---|---|
| PANSS-FSNS κατά την έναρξη της θεραπείας | 27,8 | 27,5 | - | - | - |
| PANSS-FSNS την Εβδομάδα 26 | 18,5 | 19,6 | - | - | - |
| PANSS-FSNS CfB έως την Εβδομάδα 26 | -8,9 | -7,4 | -1,5 | -2,4, -0,5 | 0,002 |
| Συνολική PSP κατά την έναρξη | 48,8 | 48,2 | - | - | - |
| Συνολική PSP την Εβδομάδα 26 | 64,0 | 59,7 | - | - | - |
| Συνολική PSP CfB έως την Εβδομάδα 26 | 14,3 | 9,7 | 4,6 | 2,7, 6,6 | < 0,001 |
CfB= μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή για την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την καριπραζίνη σε ένα ή όλα τα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Φαρμακοκινητικές
Η καριπραζίνη έχει δύο φαρμακολογικά ενεργούς μεταβολίτες με παρόμοιες δραστικότητες με την καριπραζίνη, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη (DCAR) και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη (DDCAR). Η συνολική έκθεση στην καριπραζίνη (άθροισμα καριπραζίνης + DCAR και DDCAR) προσεγγίζει το 50% της έκθεσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε ~1 εβδομάδα ημερήσιας δοσολογίας, ενώ το 90% της σταθεροποιημένης κατάστασης επιτεύχθηκε στις 3 εβδομάδες. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η έκθεση στην DDCAR είναι περίπου δύο έως τρεις φορές υψηλότερη από εκείνη της καριπραζίνης, ενώ η έκθεση στην DCAR είναι περίπου το 30% της έκθεσης της καριπραζίνης.
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της καριπραζίνης δεν είναι γνωστή. Η καριπραζίνη απορροφάται καλά μετά την από στόματος χορήγηση. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι μέγιστες συγκεντρώσεις για την καριπραζίνη και τους κύριους ενεργούς μεταβολίτες στο πλάσμα, γενικότερα εμφανίζονται στις 3-8 περίπου ώρες μετά τη δόση. Η χορήγηση εφάπαξ δόσης καριπραζίνης 1,5 mg μαζί με γεύμα υψηλών λιπαρών (900 έως 1.000 θερμίδων) δεν επηρέασε σημαντικά την Cmax ή την AUC της καριπραζίνης (η AUC0-∞ αυξήθηκε κατά 12%, η Cmax μειώθηκε κατά < 5% υπό συνθήκες πρόσληψης τροφής έναντι συνθηκών νηστείας). Η επίδραση της τροφής στην έκθεση των μεταβολιτών DCAR και DDCAR ήταν επίσης ελάχιστη. Η καριπραζίνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Με βάση φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, ο φαινόμενικός όγκος κατανομής (V/F) ήταν 916 L για την καριπραζίνη, 475 L για την DCAR και 1.568 L για την DDCAR, δεικνύοντας εκτεταμένη κατανομή της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της συνδέονται σε υψηλό βαθμό (96 έως 97% για CAR, 94% έως 97% για DCAR και 92% έως 97% για DDCAR) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της καριπραζίνης περιλαμβάνει απομεθυλίωση (DCAR και DDCAR), υδροξυλίωση (υδροξυ-καριπραζίνη, HCAR) και έναν συνδυασμό απομεθυλίωσης και υδροξυλίωσης (υδροξυ-δεσμεθυλο-καριπραζίνη, HDCAR και υδροξυ-διδεσμεθυλο-καριπραζίνη, HDDCAR). Ακολούθως, οι μεταβολίτες HCAR, HDCAR και HDDCAR βιομετασχηματίζονται στα αντίστοιχά τους θειικά συζεύγματα και συζεύγματα γλυκουρονιδίου. Από την απαλκυλίωση και την επακόλουθη οξείδωση της καριπραζίνης παράγεται ένας επιπρόσθετος μεταβολίτης, το οξύ της δεσδιχλωροφαινυλοπιπεραζινο-καριπραζίνης (DDCPPCAR). Η καριπραζίνη μεταβολίζεται από το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2D6, σε DCAR και HCAR. Η DCAR μεταβολίζεται από το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό, από το CYP2D6 σε DDCAR και HDCAR. Η DDCAR μεταβολίζεται περαιτέρω σε HDDCAR από το CYP3A4. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν αποτελούν υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp), του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 και 1B3 (OATP1B1 και OATP1B3) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP). Αυτό υποδηλώνει ότι είναι απίθανο να υπάρξει αλληλεπίδραση της καριπραζίνης με αναστολείς των P-gp, OATP1B1, OATP1B3 και BCRP.
Αποβολή
Η αποβολή της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της γίνεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού. Μετά τη χορήγηση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια 12,5 mg/ημέρα καριπραζίνης, το 20,8% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως καριπραζίνη και ως μεταβολίτες αυτής. Η αμετάβλητη καριπραζίνη απεκκρίνεται από το 1,2% της δόσης στα ούρα και το 3,7% της δόσης στα κόπρανα. Η μέση τιμή του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής (1 έως 3 ημέρες για την καριπραζίνη και την DCAR και 13 έως 19 ημέρες για την DDCAR) δεν αποτελεί πρόβλεψη του χρόνου επίτευξης σταθεροποιημένης κατάστασης ή της πτώσης της συγκέντρωσης στο πλάσμα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Για τη διαχείριση των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με την καριπραζίνη, ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περισσότερο σημαντικός από τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής. Ο αποτελεσματικός (λειτουργικός) χρόνος ημίσειας ζωής είναι ~2 ημέρες για την καριπραζίνη και την DCAR, 8 ημέρες για την DDCAR και ~1 εβδομάδα για τη συνολική καριπραζίνη. Μετά τη μόνιμη ή την προσωρινή διακοπή της δόσης μειώνεται σταδιακά η συγκέντρωση της συνολικής καριπραζίνης στο πλάσμα. Η συγκέντρωση της συνολικής καριπραζίνης στο πλάσμα μειώνεται κατά 50% σε ~1 εβδομάδα ενώ σε ~3 εβδομάδες η μείωση της συγκέντρωσης της συνολικής καριπραζίνης είναι μεγαλύτερη από 90%.
Γραμμικότητα
Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, αυξάνεται αναλογικά η έκθεση στο πλάσμα της καριπραζίνης και των δύο βασικών ενεργών μεταβολιτών της, της δεσμεθυλο-καριπραζίνης (DCAR) και της διδεσμεθυλο-καριπραζίνης (DDCAR), στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων από 1,5 έως 6 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Πραγματοποιήθηκε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μοντελοποίηση, χρησιμοποιώντας δεδομένα από ασθενείς εγγεγραμμένους στο κλινικό πρόγραμμα της καριπραζίνης για τη σχιζοφρένεια οι οποίοι εμφάνιζαν διαφορετικά επίπεδα νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας [κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 90 mL/min], καθώς και της ήπιας (CrCl 60 έως 89 mL/min) και μέτριας (CrCl 30 έως 59 mL/min) νεφρικής δυσλειτουργίας. Δεν βρέθηκε καμία σημαντική σχέση μεταξύ της κάθαρσης της καριπραζίνης στο πλάσμα και της κάθαρσης της κρεατινίνης. Η καριπραζίνη δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή (CrCl < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ποικίλους βαθμούς μειωμένης ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίες Α και Β κατά Child-Pugh) πραγματοποιήθηκε μια μελέτη 2-μερών (μια εφάπαξ δόση καριπραζίνης του 1 mg [Μέρος A] και μια ημερήσια δόση καριπραζίνης των 0,5 mg επί 14 ημέρες [Μέρος B]). Σε σύγκριση με υγιή άτομα, οι ασθενείς είτε με ήπια είτε με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν έως 25% περίπου υψηλότερη έκθεση (Cmax και AUC) στην καριπραζίνη και έως περίπου 45% χαμηλότερη έκθεση στους κύριους ενεργούς μεταβολίτες, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη, μετά την εφάπαξη δόση 1 mg καριπραζίνης ή 0,5 mg καριπραζίνης για 14 ημέρες. Η έκθεση (AUC και Cmax) στο συνολικό ενεργό τμήμα (CAR+DCAR+DDCAR) μειώθηκε κατά 21-22% και 13-15% στην ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (HI) αντιστοίχως, σε σύγκριση με υγιή άτομα όταν υπολογίστηκαν οι αδέσμευτες + δεσμευμένες συγκεντρώσεις, ενώ για το αδέσμευτο συνολικό τμήμα υπολογίστηκε μια μείωση του 12-13% και μια αύξηση του 20-25% σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (HI) αντιστοίχως, μετά από πολλαπλές δόσεις καριπραζίνης. Η καριπραζίνη δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) (βλ. Δοσολογία).
Ηλικία, φύλο και εθνικότητα Στην πληθυσμιακή ΦΚ ανάλυση δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές στις παραμέτρους ΦΚ (AUC και Cmax του αθροίσματος της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της) με βάση την ηλικία, το φύλο και την εθνικότητα. Η παραπάνω ανάλυση περιελάμβανε 2.844 ασθενείς διαφορετικών εθνικοτήτων, μεταξύ αυτών 536 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 50 και 65 ετών. Εκ των 2.844 ασθενών, οι 933 ήταν γυναίκες (βλ. Δοσολογία). Σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, τα δεδομένα είναι περιορισμένα.
Κατάσταση καπνίσματος Επειδή η καριπραζίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα για το CYP1A2, το κάπνισμα δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της καριπραζίνης.
Δυνητικές επιδράσεις της καριπραζίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν επήγαγαν τα ένζυμα CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4 ενώ δεν ήταν αναστολείς των CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP219, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4 in vitro. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν είναι αναστολείς των μεταφορέων OATP1B1, OATP1B3, BCRP, του μεταφορέα 2 οργανικού κατιόντος (OCT2) και των μεταφορέων 1 και 3 οργανικού ανιόντος (OAT1 και OAT3) in vitro. Οι DCAR και DDCAR δεν ήταν αναστολείς του μεταφορέα της P-gp, παρ’ότι η καριπραζίνη ήταν ένας αναστολέας της P-gp στο έντερο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να…
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να…
Φαρμακοκινητικές Η καριπραζίνη έχει δύο φαρμακολογικά ενεργούς μεταβολίτες με παρόμοιες δραστικότητες με την καριπραζίνη, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη (DCAR) και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη (DDCAR). Η συνολική έκθεση στην καριπραζίνη (άθροισμα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη ορού | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Γνωστή καρδιαγγειακή νόσο με μεταβολές στην αρτηριακή πίεση |
| Οφθαλμολογική εξέταση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Συμπτώματα καταρράκτη |
| Βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Τακτικά | — |
| Ανεκτικότητα στη θεραπεία | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4 |
| Ανταπόκριση στη θεραπεία | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4 |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενή | Υψηλός κίνδυνος αυτοκτονικότητας |
| Στενή | Πρώτη φάση θεραπείας (ακαθησία) |