Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N05AX15 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CARIPRAZINE

Καριπραζίνη

### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της **καριπραζίνης** δεν είναι πλήρως γνωστός.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • F20 Σχιζοφρένεια
search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως, την ίδια ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
1,5 mg μία φορά ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξάνεται αργά με προσαυξήσεις των 1,5 mg έως τη μέγιστη δόση των 6 mg/ημέρα.
  • Ενήλικες
    Δόση1,5 mg μία φορά ημερησίως
    Μέγ. δόση6 mg/ημέρα
    Η δόση μπορεί να αυξάνεται αργά με προσαυξήσεις των 1,5 mg. Η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να διατηρείται. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη ή αλλαγή δοσολογίας, για ανεπιθύμητες ενέργειες και ανταπόκριση στη θεραπεία.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (CrCl ≥ 30 ml/min και < 89 ml/min)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 ml/min)
    Η χρήση της καριπραζίνης δεν συνιστάται.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία κατά Child-Pugh μεταξύ 5-9)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία κατά Child-Pugh μεταξύ 10 και 15)
    Η χρήση της καριπραζίνης δεν συνιστάται.
  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
    Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι επαρκή. Η επιλογή της δόσης πρέπει να γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4
  • Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών ή μέτριας ισχύος επαγωγέων του CYP3A4
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου με ψυχωσικές ασθένειες
    Στενή παρακολούθηση.
  • Ακαθησία και ανησυχία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν την προδιάθεση ή έχουν ήδη εκδηλώσει συμπτώματα ακαθησίας
    Να χρησιμοποιείται προσεκτικά. Στενή παρακολούθηση κατά την πρώτη φάση της θεραπείας. Βραδεία τιτλοποίηση προς τα πάνω. Ελαφρώς χαμηλή τιτλοποίηση της καριπραζίνης ή χορήγηση φαρμακευτικού προϊόντος κατά των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων (ΕΠΣ).
  • Βραδυκινησία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με καριπραζίνη και παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας
    Να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
  • Νόσος του Parkinson
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του Parkinson
    Οι γιατροί θα πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των οφελών όταν συνταγογραφούν την καριπραζίνη.
  • Οφθαλμικά συμπτώματα / Καταρράκτης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα πιθανώς σχετιζόμενα με καταρράκτη
    Συνιστάται οφθαλμολογική εξέταση και εκ νέου αξιολόγηση για τη συνέχιση της θεραπείας.
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (ΚΝΣ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του ΚΝΣ ή ανεξήγητο υψηλό πυρετό
    Να διακόψει αμέσως την καριπραζίνη.
  • Επιληπτικές κρίσεις και σπασμοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή με καταστάσεις οι οποίες δυνητικά μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων
    Να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
  • Θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με άνοια
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
    Δεν συνιστάται λόγω του αυξημένου κινδύνου γενικής θνησιμότητας.
  • Κίνδυνος αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (ΑΕΕ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση (ορθοστατική υπόταση και υπέρταση)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο η οποία προδιαθέτει σε μεταβολές στην αρτηριακή πίεση
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται.
  • Παράταση διαστήματος QT
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT και ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν παράταση του διαστήματος QT
    Να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
  • Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αντιψυχωσικά
    Να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καριπραζίνη.
  • Υπεργλυκαιμία και σακχαρώδης διαβήτης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη
    Να παρακολουθούνται ως προς τα επίπεδα της γλυκόζης ορού.
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά ως προς το βάρος τους.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4
    Παρακολούθηση της ανταπόκρισης και της ανεκτικότητας. Εάν είναι απαραίτητο, μείωση (προσωρινή) της δόσης της καριπραζίνης.
  • Αλλεργικές αντιδράσεις λόγω έκδοχου Allura red AC (E129)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Καριπραζίνη σκληρά καψάκια των 3 mg, 4,5 mg και 6 mg
    Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αύξηση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη στο πλάσμα.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
  • Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη στο πλάσμα (κατά μέσο όρο 1,4 φορές).
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της ανταπόκρισης και της ανεκτικότητας. Εάν είναι απαραίτητο, η δόση της καριπραζίνης θα πρέπει να μειωθεί (προσωρινά). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες και ανταπόκριση στη θεραπεία για αρκετές εβδομάδες μετά την έναρξη, διακοπή ή αλλαγή δόσης.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    προσοχή
    Αλληλεπίδραση (ως αναστολέας CYP3A4).
    ΣύστασηΗ κατανάλωση θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Ισχυροί ή μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, υπερικό (βαλσαμόχορτο, Hypericum perforatum), βοσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μοδαφινίλη, ναφσιλλίνη)
    αντένδειξη
    Σημαντική μείωση της έκθεσης στην ολική καριπραζίνη.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
  • Αναστολείς του CYP2D6
    παρακολούθηση
    Απίθανο να έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στο μεταβολισμό της καριπραζίνης.
  • Υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. δαβιγατράνη, διγοξίνη)
    προσοχή
    Η καριπραζίνη είναι in vitro αναστολέας της P-gp. Οι κλινικές συνέπειες δεν είναι πλήρως κατανοητές.
    ΣύστασηΘα μπορούσαν να απαιτήσουν επιπλέον παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης.
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)
    παρακολούθηση
    Δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
  • Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και οινοπνευματώδη
    προσοχή
    Δεδομένων των κύριων επιδράσεων της καριπραζίνης στο ΚΝΣ.
    ΣύστασηΤο Καριπραζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
  • Ουδετεροπενία
  • Ηωσινοφιλία
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Μειωμένα επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στο αίμα (Συχνές)
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
Μεταβολισμός
  • Δυσλιπιδαιμία
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Μειωμένη όρεξη
  • Αυξημένη όρεξη
  • Δίψα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Μη φυσιολογικά επίπεδα νατρίου στο αίμα (Όχι συχνές)
  • Σακχαρώδης διαβήτης (Σπάνιες)
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Διαταραχές ύπνου (Συχνές)
  • Αυτοκτονική συμπεριφορά (Όχι συχνές)
  • Παραλήρημα (Όχι συχνές)
  • Αυξημένη γενετήσια ορμή (Όχι συχνές)
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ακαθησία (Πολύ συχνές)
  • Παρκινσονισμός (Πολύ συχνές)
  • Καταστολή (Συχνές)
  • Δυσαισθησία (Συχνές)
  • Άλλα εξωπυραμιδικά νοσήματα και διαταραχές μη φυσιολογικών κινήσεων (Συχνές)
  • Επιληπτικές κρίσεις/Σπασμοί (Σπάνιες)
  • Αμνησία (Σπάνιες)
  • Αφασία (Σπάνιες)
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Δυστονία
  • Δυσκινησία
  • Λήθαργος
  • Όψιμη δυσκινησία
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
  • Φωτοφοβία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (Όχι συχνές)
  • Διαταραχή της προσαρμογής του οφθαλμού (Όχι συχνές)
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα (Όχι συχνές)
  • Ερεθισμός των οφθαλμών (Όχι συχνές)
  • Καταρράκτης (Σπάνιες)
Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυαρρυθμία (Συχνές)
  • Διαταραχές καρδιακής αγωγιμότητας (Όχι συχνές)
  • Βραδυαρρυθμία (Όχι συχνές)
  • Παρατεταμένο QT ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
  • Μη φυσιολογικό κύμα Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Λόξιγκας (Όχι συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσφαγία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (Συχνές)
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος (Όχι συχνές)
  • Τοξική ηπατίτιδα (Σπάνιες)
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
Μυοσκελετικό
  • Ραβδομυόλυση
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Δυσουρία
  • Πολλακιουρία
Καταστάσεις της κύησης, της λοχίας και της περιγεννητικής περιόδου
  • Στερητικό σύνδρομο νεογνού (Σπάνιες)
Γενικές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ακαθησία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Παρκινσονισμός
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Δίψα
    Γενικές
    Συχνές
  • Διαταραχές μη φυσιολογικών κινήσεων
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχές ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκινησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Δυστονία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Εξωπυραμιδικά νοσήματα
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Καταστολή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μειωμένα επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ταχυαρρυθμία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Όψιμη δυσκινησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυτοκτονική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βραδυαρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές καρδιακής αγωγιμότητας
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή προσαρμογής οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός οφθαλμών
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Λόξιγκας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικά επίπεδα νατρίου στο αίμα
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικό κύμα Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματος
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Παραλήρημα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένο QT ηλεκτροκαρδιογραφήματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Πολλακιουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αμνησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αφασία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Επιληπτικές κρίσεις
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Στερητικό σύνδρομο νεογνού
    Συγγενείς
    Σπάνιες
  • Τοξική ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Φωτοφοβία
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Αυξημένη γλυκόζη αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δεν συνιστάται
    Το Καριπραζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Μετά τη διακοπή της θεραπείας με καριπραζίνη, η αντισύλληψη θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τουλάχιστον 10 εβδομάδες λόγω της βραδείας αποβολής των ενεργών τμημάτων. Νεογνά που εκτέθηκαν σε αντιψυχωσικά κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. εξωπυραμιδικά και/ή στερητικά συμπτώματα, διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης τροφής). Τα νεογέννητα θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η καριπραζίνη ή οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η καριπραζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίθηκαν στο γάλα των αρουραίων κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπους
    Σε μελέτες σε θηλυκούς αρουραίους έχουν παρατηρηθεί μειωμένοι δείκτες γονιμότητας και σύλληψης.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • ορθόσταση
  • καταστολή
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας θα πρέπει να επικεντρώνεται στην υποστηρικτική θεραπεία συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της βατότητας των αεραγωγών, της επαρκούς οξυγόνωσης και του επαρκούς αερισμού και της διαχείρισης των συμπτωμάτων. Η καρδιαγγειακή παρακολούθηση θα πρέπει να ξεκινά αμέσως, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς ηλεκτροκαρδιογραφικής παρακολούθησης για πιθανές αρρυθμίες. Σε περίπτωση σοβαρών εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, θα πρέπει να χορηγούνται αντιχολινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα. Ο ασθενής θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται υπό στενή ιατρική επίβλεψη και παρακολούθηση έως ότου ανακάμψει.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι προσεκτικοί με τον χειρισμό επικίνδυνων μηχανημάτων, συμπεριλαμβανομένων των μηχανοκίνητων οχημάτων, έως ότου βεβαιωθούν επαρκώς ότι η θεραπεία με το Καριπραζίνη δεν τους επηρεάζει αρνητικά.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Περιεχόμενο καψακίου
Προζελατινοποημένο άμυλο (αραβοσίτου)
Στεατικό μαγνήσιο
Κέλυφος καψακίου (καψάκιο των 1,5 mg)
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171)
Ζελατίνη
Κέλυφος καψακίου (καψάκιο των 3 mg)
Allura red AC (E 129)
Brilliant blue FCF (E 133)
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171)
Οξείδιο του σιδήρου, κίτρινο (E 172)
Ζελατίνη
Κέλυφος καψακίου (καψάκιο των 4,5 mg)
Allura red AC (E 129)
Brilliant blue FCF (E 133)
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171)
Οξείδιο του σιδήρου, κίτρινο (E 172)
Ζελατίνη
Κέλυφος καψακίου (καψάκιο των 6 mg)
Brilliant blue FCF (E 133)
Allura red AC (E 129)
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171)
Ζελατίνη
Μελάνη εκτύπωσης (μαύρη: καψάκια των 1,5 mg, 3 mg και 6 mg)
Κόμμεα λάκας
Οξείδιο του σιδήρου, μαύρο (E 172)
Προπυλενογλυκόλη
Υδροξείδιο του καλίου
20
Μελάνη εκτύπωσης (λευκή: καψάκιο των 4,5 mg)
Κόμμεα λάκας
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε 171)
Προπυλενογλυκόλη
Διμεθικόνη
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15

Μηχανισμός δράσης

Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να επιτευχθεί με τη διαμεσολάβηση ενός συνδυασμού μερικής δράσης αγωνιστή στους υποδοχείς της ντοπαμίνης D3, D2 (τιμές Ki στα 0,085-0,3 nM έναντι 0,49-0,71 nM αντίστοιχα) και της σεροτονίνης 5-HT1A (τιμές Ki στα 1,4-2,6 nM), και μερικής δράσης ανταγωνιστή στους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-HT2B, 5-HT2A και της ισταμίνης H1 (τιμές Ki στα 0,58-1,1 nM, 18,8 nM και 23,3 nM, αντίστοιχα). Η καριπραζίνη έχει χαμηλή συγγένεια για τον υποδοχέα της σεροτονίνης 5-HT2C και τον α1-αδρενεργικό υποδοχέα (τιμές Ki στα 134 nM και 155 nM, αντίστοιχα). Η καριπραζίνη δεν έχει καμία υπολογίσιμη συγγένεια για τους χολινεργικούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (IC50 > 1.000 nM). Το προφίλ της in vitro σύνδεσης του υποδοχέα και της λειτουργικής δράσης των δύο κύριων ενεργών μεταβολιτών, της δεσμεθυλο-καριπραζίνης και της διδεσμεθυλο-καριπραζίνης, είναι παρόμοιο με εκείνο της μητρικής δραστικής ουσίας.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μη κλινικές μελέτες in vivo κατέδειξαν ότι η καριπραζίνη σε φαρμακολογικά αποτελεσματικές δόσεις καταλαμβάνει τους υποδοχείς D3 σε βαθμό παρόμοιο με εκείνο των υποδοχέων D2. Σε ασθενείς με σχιζοφρένεια που βρίσκονταν εντός του εύρους της θεραπευτικής δόσης της καριπραζίνης επί 15 ημέρες, η κατάληψη των υποδοχέων ντοπαμίνης D3 και D2 του εγκεφάλου ήταν δοσοεξαρτώμενη (με επιλεκτική κατάληψη των περιοχών με υψηλότερη έκφραση του D3).

Οι επιδράσεις της καριπραζίνης στο διάστημα QT αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναισθηματική διαταραχή. Ηλεκτροκαρδιογραφικές αξιολογήσεις ελήφθησαν από 129 ασθενείς μετά την παρακολούθησή τους με Holter για χρονικό διάστημα δώδεκα ωρών κατά την έναρξη της θεραπείας και σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Δεν ανιχνεύθηκε καμία παράταση του διαστήματος QT μετά τη χορήγηση υπερθεραπευτικών δόσεων (9 mg/ημέρα ή 18 mg/ημέρα). Κανένας ασθενής που έλαβε θεραπεία με καριπραζίνη δεν παρουσίασε αυξήσεις του QTc ≥ 60 msec από την έναρξη της θεραπείας και κανένας ασθενής δεν παρουσίασε QTc > 500 msec κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Αποτελεσματικότητα σε βραχυχρόνια χρήση Η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης στη θεραπεία της οξείας σχιζοφρένειας μελετήθηκε σε τρεις πολυκεντρικές, πολυεθνικές, τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες διάρκειας 6 εβδομάδων, στις οποίες συμμετείχαν 1.754 ασθενείς, ηλικίας 18 έως 60 ετών. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή κατά την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη συνολική βαθμολογία της Κλίμακας Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (PANSS) και το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή κατά την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη βαθμολογία στις κλίμακες κατάταξης της Συνολικής Κλινικής Εικόνας-Σοβαρότητας (CGI-S), σε όλες τις μελέτες οξείας σχιζοφρένειας. Σε μια πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές δόσεις των 1,5 mg, 3,0 mg και 4,5 mg καριπραζίνης και 4,0 mg ρισπεριδόνης για την ανάλυση ευαισθησίας, όλες οι δόσεις της καριπραζίνης και του ενεργού μάρτυρα έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Σε άλλη πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές δόσεις των 6,0 mg καριπραζίνης και 10 mg αριπιπραζόλης για τη δοκιμασία ευαισθησίας, τόσο οι δόσεις της καριπραζίνης όσο και του ενεργού μάρτυρα έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Σε τρίτη πολυεθνική, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, μελέτη που χρησιμοποιήθηκαν σταθερές/ευέλικτες δόσεις των 3,0-6,0 mg και 6,0-9,0 mg καριπραζίνης, αμφότερες οι ομάδες της καριπραζίνης έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση τόσο στο πρωτεύον όσο και στο δευτερεύον καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα για την παράμετρο κύριας έκβασης συνοψίζονται στον παρακάτω Πίνακα 2. Τα αποτελέσματα για την παράμετρο δευτερεύουσας έκβασης (CGI) και πρόσθετα τελικά σημεία υποστήριξαν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο.

Πίνακας 2. Αλλαγή από την έναρξη έως την εβδομάδα 6 στη συνολική βαθμολογία PANSS σε μελέτες οξέων εξάρσεων σχιζοφρένειας-πληθυσμός ITT

Μεταβολή από την έναρξη Μέση τιμή ± SD Μέση τιμή LS (SE) Διαφορά θεραπείας έναντι εικονικού φαρμάκου (95% CI) Τιμή P
Συνολική PANSS (MMRM)
RGH-MD-16 (n=711)
Εικονικό φάρμακο 97,3 ± 9,22 -13,29 (1,82) - -
Καριπραζίνη 1,5 mg/ημέρα 97,1 ± 9,13 -21,27 (1,77) -7,97 (-12,94, -3,01) 0,0017
Καριπραζίνη 3 mg/ημέρα 97,2 ± 8,66 -21,45 (1,74) -8,16 (-13,09, -3,22) 0,0013
Καριπραζίνη 4,5 mg/ημέρα 96,7 ± 9,01 -23,77 (1,74) -10,48 (-15,41, -5,55) < 0,0001
Ρισπεριδόνη 4 mg/ημέρα 98,1 ± 9,50 -29,27 (1,74) -15,98 (-20,91, -11,04) < 0,0001*
RGH-MD-04 (n=604)
Εικονικό φάρμακο 96,5 ± 9,1 -14,3 (1,5) - -
Καριπραζίνη 3 mg/ημέρα 96,1 ± 8,7 -20,2 (1,5) -6,0 (-10,1, -1,9) 0,0044
Καριπραζίνη 6 mg/ημέρα 95,7 ± 9,4 -23,0 (1,5) -8,8 (-12,9, -4,7) < 0,0001
Αριπιπραζόλη 10 mg/ημέρα 95,6 ± 9,0 -21,2 (1,4) -7,0 (-11,0, -2,9) 0,0008*
RGH-MD-05 (n=439)
Εικονικό φάρμακο 96,6 ± 9,3 -16,0 (1,6) - -
Καριπραζίνη 3 έως 6 mg/ημέρα 96,3 ± 9,3 -22,8 (1,6) -6,8 (-11,3, -2,4) 0,0029
Καριπραζίνη 6 έως 9 mg/ημέρα 96,3 ± 9,0 -25,9 (1,7) -9,9 (-14,5, -5,3) < 0,0001

CI = διάστημα εμπιστοσύνης· ITT = με πρόθεση θεραπείας· μέση τιμή LS = μέση τιμή ελάχιστων τετραγώνων· PANSS = κλίμακα θετικού και αρνητικού συνδρόμου. *σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο

Αποτελεσματικότητα σε μακροχρόνια χρήση Σε μια μακροχρόνια κλινική μελέτη τυχαιοποιημένης απόσυρσης διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης για τη διατήρηση της αντιψυχωσικής επίδρασης. Συνολικά, 751 ασθενείς με οξεία συμπτώματα σχιζοφρένειας έλαβαν καριπραζίνη 3-9 mg/ημέρα για 20 εβδομάδες, εκ των οποίων 337 έλαβαν καριπραζίνη στο εύρος δόσης 3 ή 6 mg/ημέρα. Κατόπιν, οι σταθεροποιημένοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν σταθερές δόσεις καριπραζίνης (n=101) ή εικονικού φαρμάκου (n=51) με διπλά τυφλό τρόπο για έως 72 εβδομάδες. Η κύρια έκβαση της μελέτης ήταν ο χρόνος υποτροπής. Μέχρι το τέλος της κλινικής μελέτης, υποτροπή των σχιζοφρενικών συμπτωμάτων εμφάνισε το 49,0% των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με το εικονικό φάρμακο έναντι του 21,6% των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με καριπραζίνη. Συνεπώς, ο χρόνος για την υποτροπή (92 έναντι 326 ημερών με βάση το 25ο εκατοστημόριο) ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της καριπραζίνης απ’ ότι στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο (p=0,009).

Αποτελεσματικότητα σε κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας Σε μια πολυκεντρική, διπλά τυφλή και ενεργά ελεγχόμενη κλινική μελέτη 26 εβδομάδων, διερευνήθηκε η αποτελεσματικότητα της καριπραζίνης για τη θεραπεία των κυρίαρχων αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. Η καριπραζίνη (εύρος δόσης 3-6 mg, δόση στόχος 4,5 mg) διερευνήθηκε σε σύγκριση με τη ρισπεριδόνη (εύρος δόσης 3-6 mg, δόση στόχος 4 mg) σε ασθενείς με επιμένοντα, κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας (n=461). Το 86% των ασθενών ήταν ηλικίας μικρότερης των 55 ετών, ενώ το 54% αυτών ήταν άνδρες. Τα επιμένοντα κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα ορίστηκαν ως συμπτώματα που διαρκούν για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών με υψηλό επίπεδο αρνητικών συμπτωμάτων και χαμηλό επίπεδο θετικών συμπτωμάτων [βαθμολογία του παράγοντα PANSS για αρνητικά συμπτώματα ≥ 24, βαθμολογία ≥ 4 σε 2 τουλάχιστον από τα 3 στοιχεία PANSS (Ν1: επίπεδο συναίσθημα, Ν4: έλλειψη κινήτρων και N6: ένδεια λόγου) και βαθμολογία του παράγοντα PANSS για θετικά συμπτώματα ≤ 19]. Αποκλείστηκαν ασθενείς με δευτερεύοντα αρνητικά συμπτώματα, όπως μέτρια έως σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα και συμπτώματα κλινικώς συναφή παρκινσονισμό (ΕΠΣ). Τόσο οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με καριπραζίνη όσο και οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρισπεριδόνη έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για την πρωτεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν η βαθμολογία του παράγοντα PANSS για αρνητικά συμπτώματα (PANSS-FSNS) ((p< 0,001). Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική διαφορά (p=0,002) υπέρ της καριπραζίνης έναντι της ρισπεριδόνης παρατηρήθηκε από την Εβδομάδα 14 και μετά (Πίνακας 3). Τόσο οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με καριπραζίνη όσο και οι ομάδες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ρισπεριδόνη έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας για τη δευτερεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας, η οποία ήταν η συνολική βαθμολογία στην κλίμακα Προσωπικής και Κοινωνικής Επίδοσης (PSP (p< 0,001). Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική διαφορά (p< 0,001) υπέρ της καριπραζίνης έναντι της ρισπεριδόνης παρατηρήθηκε από την Εβδομάδα 10 και μετά (Πίνακας 3). Οι διαφορές στις κλίμακες Συνολικής Κλινικής Εικόνας-Σοβαρότητας (p=0.005) και Βελτίωσης (p<0,001), καθώς και στα ποσοστά ανταπόκρισης PANSS FSNS (PANSS FSNS ≥ 30% βελτίωση την Εβδομάδα 26· p=0,003) υποστήριξαν τα πορίσματα σχετικά με την πρωτεύουσα και τη δευτερεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας.

Πίνακας 3 Σύνοψη αποτελεσμάτων μελέτης RGH-188-005

Παράμετρος αποτελεσματικότητας Μέση τιμή LS καριπραζίνης Μέση τιμή LS ρισπεριδόνης Εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας 95%CI τιμή p
PANSS-FSNS κατά την έναρξη της θεραπείας 27,8 27,5 - - -
PANSS-FSNS την Εβδομάδα 26 18,5 19,6 - - -
PANSS-FSNS CfB έως την Εβδομάδα 26 -8,9 -7,4 -1,5 -2,4, -0,5 0,002
Συνολική PSP κατά την έναρξη 48,8 48,2 - - -
Συνολική PSP την Εβδομάδα 26 64,0 59,7 - - -
Συνολική PSP CfB έως την Εβδομάδα 26 14,3 9,7 4,6 2,7, 6,6 < 0,001

CfB= μεταβολή από την έναρξη της θεραπείας

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή για την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την καριπραζίνη σε ένα ή όλα τα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Η καριπραζίνη έχει δύο φαρμακολογικά ενεργούς μεταβολίτες με παρόμοιες δραστικότητες με την καριπραζίνη, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη (DCAR) και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη (DDCAR). Η συνολική έκθεση στην καριπραζίνη (άθροισμα καριπραζίνης + DCAR και DDCAR) προσεγγίζει το 50% της έκθεσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε ~1 εβδομάδα ημερήσιας δοσολογίας, ενώ το 90% της σταθεροποιημένης κατάστασης επιτεύχθηκε στις 3 εβδομάδες. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η έκθεση στην DDCAR είναι περίπου δύο έως τρεις φορές υψηλότερη από εκείνη της καριπραζίνης, ενώ η έκθεση στην DCAR είναι περίπου το 30% της έκθεσης της καριπραζίνης.

Απορρόφηση

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της καριπραζίνης δεν είναι γνωστή. Η καριπραζίνη απορροφάται καλά μετά την από στόματος χορήγηση. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι μέγιστες συγκεντρώσεις για την καριπραζίνη και τους κύριους ενεργούς μεταβολίτες στο πλάσμα, γενικότερα εμφανίζονται στις 3-8 περίπου ώρες μετά τη δόση. Η χορήγηση εφάπαξ δόσης καριπραζίνης 1,5 mg μαζί με γεύμα υψηλών λιπαρών (900 έως 1.000 θερμίδων) δεν επηρέασε σημαντικά την Cmax ή την AUC της καριπραζίνης (η AUC0-∞ αυξήθηκε κατά 12%, η Cmax μειώθηκε κατά < 5% υπό συνθήκες πρόσληψης τροφής έναντι συνθηκών νηστείας). Η επίδραση της τροφής στην έκθεση των μεταβολιτών DCAR και DDCAR ήταν επίσης ελάχιστη. Η καριπραζίνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.

Κατανομή

Με βάση φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, ο φαινόμενικός όγκος κατανομής (V/F) ήταν 916 L για την καριπραζίνη, 475 L για την DCAR και 1.568 L για την DDCAR, δεικνύοντας εκτεταμένη κατανομή της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της συνδέονται σε υψηλό βαθμό (96 έως 97% για CAR, 94% έως 97% για DCAR και 92% έως 97% για DDCAR) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της καριπραζίνης περιλαμβάνει απομεθυλίωση (DCAR και DDCAR), υδροξυλίωση (υδροξυ-καριπραζίνη, HCAR) και έναν συνδυασμό απομεθυλίωσης και υδροξυλίωσης (υδροξυ-δεσμεθυλο-καριπραζίνη, HDCAR και υδροξυ-διδεσμεθυλο-καριπραζίνη, HDDCAR). Ακολούθως, οι μεταβολίτες HCAR, HDCAR και HDDCAR βιομετασχηματίζονται στα αντίστοιχά τους θειικά συζεύγματα και συζεύγματα γλυκουρονιδίου. Από την απαλκυλίωση και την επακόλουθη οξείδωση της καριπραζίνης παράγεται ένας επιπρόσθετος μεταβολίτης, το οξύ της δεσδιχλωροφαινυλοπιπεραζινο-καριπραζίνης (DDCPPCAR). Η καριπραζίνη μεταβολίζεται από το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2D6, σε DCAR και HCAR. Η DCAR μεταβολίζεται από το CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό, από το CYP2D6 σε DDCAR και HDCAR. Η DDCAR μεταβολίζεται περαιτέρω σε HDDCAR από το CYP3A4. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν αποτελούν υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp), του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 και 1B3 (OATP1B1 και OATP1B3) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP). Αυτό υποδηλώνει ότι είναι απίθανο να υπάρξει αλληλεπίδραση της καριπραζίνης με αναστολείς των P-gp, OATP1B1, OATP1B3 και BCRP.

Αποβολή

Η αποβολή της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της γίνεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού. Μετά τη χορήγηση σε ασθενείς με σχιζοφρένεια 12,5 mg/ημέρα καριπραζίνης, το 20,8% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως καριπραζίνη και ως μεταβολίτες αυτής. Η αμετάβλητη καριπραζίνη απεκκρίνεται από το 1,2% της δόσης στα ούρα και το 3,7% της δόσης στα κόπρανα. Η μέση τιμή του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής (1 έως 3 ημέρες για την καριπραζίνη και την DCAR και 13 έως 19 ημέρες για την DDCAR) δεν αποτελεί πρόβλεψη του χρόνου επίτευξης σταθεροποιημένης κατάστασης ή της πτώσης της συγκέντρωσης στο πλάσμα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Για τη διαχείριση των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με την καριπραζίνη, ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περισσότερο σημαντικός από τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής. Ο αποτελεσματικός (λειτουργικός) χρόνος ημίσειας ζωής είναι ~2 ημέρες για την καριπραζίνη και την DCAR, 8 ημέρες για την DDCAR και ~1 εβδομάδα για τη συνολική καριπραζίνη. Μετά τη μόνιμη ή την προσωρινή διακοπή της δόσης μειώνεται σταδιακά η συγκέντρωση της συνολικής καριπραζίνης στο πλάσμα. Η συγκέντρωση της συνολικής καριπραζίνης στο πλάσμα μειώνεται κατά 50% σε ~1 εβδομάδα ενώ σε ~3 εβδομάδες η μείωση της συγκέντρωσης της συνολικής καριπραζίνης είναι μεγαλύτερη από 90%.

Γραμμικότητα

Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, αυξάνεται αναλογικά η έκθεση στο πλάσμα της καριπραζίνης και των δύο βασικών ενεργών μεταβολιτών της, της δεσμεθυλο-καριπραζίνης (DCAR) και της διδεσμεθυλο-καριπραζίνης (DDCAR), στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων από 1,5 έως 6 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία Πραγματοποιήθηκε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μοντελοποίηση, χρησιμοποιώντας δεδομένα από ασθενείς εγγεγραμμένους στο κλινικό πρόγραμμα της καριπραζίνης για τη σχιζοφρένεια οι οποίοι εμφάνιζαν διαφορετικά επίπεδα νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας [κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) ≥ 90 mL/min], καθώς και της ήπιας (CrCl 60 έως 89 mL/min) και μέτριας (CrCl 30 έως 59 mL/min) νεφρικής δυσλειτουργίας. Δεν βρέθηκε καμία σημαντική σχέση μεταξύ της κάθαρσης της καριπραζίνης στο πλάσμα και της κάθαρσης της κρεατινίνης. Η καριπραζίνη δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή (CrCl < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ποικίλους βαθμούς μειωμένης ηπατικής λειτουργίας (κατηγορίες Α και Β κατά Child-Pugh) πραγματοποιήθηκε μια μελέτη 2-μερών (μια εφάπαξ δόση καριπραζίνης του 1 mg [Μέρος A] και μια ημερήσια δόση καριπραζίνης των 0,5 mg επί 14 ημέρες [Μέρος B]). Σε σύγκριση με υγιή άτομα, οι ασθενείς είτε με ήπια είτε με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν έως 25% περίπου υψηλότερη έκθεση (Cmax και AUC) στην καριπραζίνη και έως περίπου 45% χαμηλότερη έκθεση στους κύριους ενεργούς μεταβολίτες, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη, μετά την εφάπαξη δόση 1 mg καριπραζίνης ή 0,5 mg καριπραζίνης για 14 ημέρες. Η έκθεση (AUC και Cmax) στο συνολικό ενεργό τμήμα (CAR+DCAR+DDCAR) μειώθηκε κατά 21-22% και 13-15% στην ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (HI) αντιστοίχως, σε σύγκριση με υγιή άτομα όταν υπολογίστηκαν οι αδέσμευτες + δεσμευμένες συγκεντρώσεις, ενώ για το αδέσμευτο συνολικό τμήμα υπολογίστηκε μια μείωση του 12-13% και μια αύξηση του 20-25% σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (HI) αντιστοίχως, μετά από πολλαπλές δόσεις καριπραζίνης. Η καριπραζίνη δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh) (βλ. Δοσολογία).

Ηλικία, φύλο και εθνικότητα Στην πληθυσμιακή ΦΚ ανάλυση δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές στις παραμέτρους ΦΚ (AUC και Cmax του αθροίσματος της καριπραζίνης και των κύριων ενεργών μεταβολιτών της) με βάση την ηλικία, το φύλο και την εθνικότητα. Η παραπάνω ανάλυση περιελάμβανε 2.844 ασθενείς διαφορετικών εθνικοτήτων, μεταξύ αυτών 536 ασθενείς ηλικίας μεταξύ 50 και 65 ετών. Εκ των 2.844 ασθενών, οι 933 ήταν γυναίκες (βλ. Δοσολογία). Σε ηλικιωμένους ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, τα δεδομένα είναι περιορισμένα.

Κατάσταση καπνίσματος Επειδή η καριπραζίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα για το CYP1A2, το κάπνισμα δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της καριπραζίνης.

Δυνητικές επιδράσεις της καριπραζίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν επήγαγαν τα ένζυμα CYP1A2, CYP2B6 και CYP3A4 ενώ δεν ήταν αναστολείς των CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP219, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4 in vitro. Η καριπραζίνη και οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της δεν είναι αναστολείς των μεταφορέων OATP1B1, OATP1B3, BCRP, του μεταφορέα 2 οργανικού κατιόντος (OCT2) και των μεταφορέων 1 και 3 οργανικού ανιόντος (OAT1 και OAT3) in vitro. Οι DCAR και DDCAR δεν ήταν αναστολείς του μεταφορέα της P-gp, παρ’ότι η καριπραζίνη ήταν ένας αναστολέας της P-gp στο έντερο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC: N05AX15 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της καριπραζίνης δεν είναι πλήρως γνωστός. Παρόλα αυτά η θεραπευτική επίδραση της καριπραζίνης μπορεί να…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Η καριπραζίνη έχει δύο φαρμακολογικά ενεργούς μεταβολίτες με παρόμοιες δραστικότητες με την καριπραζίνη, τη δεσμεθυλο-καριπραζίνη (DCAR) και τη διδεσμεθυλο-καριπραζίνη (DDCAR). Η συνολική έκθεση στην καριπραζίνη (άθροισμα…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκόζη ορού glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Γνωστή καρδιαγγειακή νόσο με μεταβολές στην αρτηριακή πίεση
Οφθαλμολογική εξέταση visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Συμπτώματα καταρράκτη
Βάρος monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Τακτικά
Ανεκτικότητα στη θεραπεία stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4
Ανταπόκριση στη θεραπεία stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Συγχορήγηση με μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Στενή Υψηλός κίνδυνος αυτοκτονικότητας
Στενή Πρώτη φάση θεραπείας (ακαθησία)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

caps

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 40 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
11154555
Μοριακός τύπος
C21H32Cl2N4O
Μοριακό βάρος
427.4
IUPAC
3-[4-[2-[4-(2,3-dichlorophenyl)piperazin-1-yl]ethyl]cyclohexyl]-1,1-dimethylurea
InChIKey
KPWSJANDNDDRMB-UHFFFAOYSA-N