Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Πρωτότυπο

TRIZIVIR

zidovudine, lamivudine and abacavir

τρηζηβηρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
300+150+300 / TAB 513.94 €

TRIZIVIR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
δύο φορές την ημέρα
Δόση έναρξης:
ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα
  • Ενήλικες (18 ετών και άνω)
    Δόσηένα δισκίο δύο φορές την ημέρα
  • Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία
    Συνιστάται η χορήγηση ξεχωριστών παρασκευασμάτων αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης.
  • Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου
    Δεν πρέπει να χορηγείται.
  • Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται εκτός εάν κριθεί απαραίτητο.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κλίμακα 5-6)
    Απαιτείται στενή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των επιπέδων της αβακαβίρης στο πλάσμα, αν είναι εφικτό.
  • Ηλικιωμένοι
    Ιδιαίτερη προσοχή λόγω πιθανής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας και αλλαγών στις αιματολογικές παραμέτρους.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Ασθενείς με αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
    Επειδή η ρύθμιση της δόσης του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δεν είναι δυνατή, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ξεχωριστά παρασκευάσματα αβακαβίρης, ζιδοβουδίνης και λαμιβουδίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Νεφρική νόσο τελικού σταδίου
  • Μη φυσιολογικά χαμηλό αριθμό ουδετερόφιλων (< 0,75 x 109/l)
  • Αντικανονικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (< 7,5 g/dl ή 4,65 mmol/l)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντιδράσεις Υπερευαισθησίας (HSR) στην αβακαβίρη
    Απειλητική για τη ζωή, θανατηφόρα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV λοίμωξη
    Πρέπει να γίνεται εξέταση για παρουσία αλληλίου HLA-B*5701 πριν την έναρξη της θεραπείας. Δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς θετικούς σε HLA-B*5701 ή αρνητικούς με ιστορικό HSR. Σε υποψία HSR, η χορήγηση πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Δεν πρέπει να επαναχορηγείται μετά διακοπή λόγω HSR. Οι ασθενείς πρέπει να απορρίπτουν τα απομένοντα δισκία.
  • Γαλακτική οξέωση
    Υψηλή θνησιμότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ζιδοβουδίνη, ιδιαίτερα παχύσαρκες γυναίκες, ασθενείς με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση (συμπεριλαμβανομένων φαρμακευτικών προϊόντων και αλκοόλης). Ειδικός κίνδυνος σε ασθενείς με ηπατίτιδα C και θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη.
    Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να διακόπτεται με την εμφάνιση συμπτωματικής υπεργαλακταιμίας και μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας, ή ραγδαία αυξανόμενων επιπέδων αμινοτρανσφεράσης. Χρειάζεται προσοχή και στενή παρακολούθηση σε ασθενείς αυξημένου κινδύνου.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    ΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη εκτεθειμένα in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (ιδίως ζιδοβουδίνη).
    Τα ευρήματα (αιματολογικές/μεταβολικές/νευρολογικές διαταραχές) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
  • Λιποατροφία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία με ζιδοβουδίνη και προϊόντα που περιέχουν ζιδοβουδίνη (Combivir και Zidovudine, Lamivudine And Abacavir).
    Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται τακτικά για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία, θα πρέπει να γίνεται μετάβαση σε ένα εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε αντιρετροϊκή θεραπεία.
    Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ζιδοβουδίνη, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις, με πτωχή μυελική εφεδρεία ή προχωρημένη HIV νόσο.
    Πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά οι αιματολογικές παράμετροι. Μπορεί να χρειασθεί ρύθμιση της δόσης της ζιδοβουδίνης σε περίπτωση σοβαρής αναιμίας ή καταστολής του μυελού. Επειδή η ρύθμιση της δόσης του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δεν είναι δυνατή, πρέπει να χρησιμοποιηθούν ξεχωριστά παρασκευάσματα αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης.
  • Παγκρεατίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη.
    Η θεραπεία με το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν τα κλινικά σημεία, συμπτώματα ή μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις υποδηλώνουν την ύπαρξη παγκρεατίτιδας.
  • Ηπατική νόσος και δυσλειτουργία
    Σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές δυσλειτουργίες, μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, χρόνια ηπατίτιδα Β ή C, ή ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β.
    Το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που λαμβάνουν συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρών ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir διακοπεί σε ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από HBV, συνιστάται περιοδικός έλεγχος ηπατικής λειτουργίας και δεικτών πολλαπλασιασμού του HBV. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται. Αν επιδεινωθεί η ηπατική νόσος, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
  • Συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β ή C.
    Δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας.
  • Χρήση σε παιδιά και εφήβους
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι.
    Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης επαρκών δεδομένων και δυσκολίας αναγνώρισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    Σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση συμπτωμάτων
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART).
    Πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART).
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV λοίμωξη.
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παραμένουν υπό στενή παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στην αντιμετώπιση σχετικών με HIV παθήσεων.
  • Έμφραγμα του Μυοκαρδίου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αβακαβίρη.
    Όταν συνταγογραφείται το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir, πρέπει να γίνονται οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να γίνει προσπάθεια ελαχιστοποίησης όλων των παραγόντων κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν (π.χ. κάπνισμα, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία).
  • Μετάδοση του ιού HIV
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV λοίμωξη.
    Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
    Το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δεν θα πρέπει να λαμβάνεται με οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνη. Η συγχορήγηση σταβουδίνης και ζιδοβουδίνης θα πρέπει να αποφεύγεται. Ο συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη δεν συνιστάται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • παρακολούθηση
    Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • παρακολούθηση
    Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • παρακολούθηση
    Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • In vitro ανταγωνισμός της αντι HIV δράσης μεταξύ σταβουδίνης και ζιδοβουδίνης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα και των δύο φαρμάκων.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Καθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
  • Αύξηση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 33%.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Μείωση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 12%.
    ΣύστασηΞεχωριστή χορήγηση Zidovudine, Lamivudine And Abacavir και κλαριθρομυκίνης με διαφορά τουλάχιστον 2 ωρών.
  • Τριμεθοπρίμη, σουλφομεθοξαζόλη (Κο-τριμοξαζόλη), Λαμιβουδίνη
    προσοχή
    Αύξηση της AUC της λαμιβουδίνης κατά 40%.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir, εκτός αν ο ασθενής έχει νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία). Όταν απαιτείται η συγχορήγηση με κο-τριμοξαζόλη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά. Οι υψηλές δόσεις για τη θεραπεία της πνευμονίας από *Pneumocystis jirovecii* (PCP) και της τοξοπλάσμωσης δεν έχουν μελετηθεί και θα πρέπει να αποφεύγονται.
  • Αύξηση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 74%.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Μείωση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 48%.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Πιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων αβακαβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGT.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Πιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων ζιδοβουδίνης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGT.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Πιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων αβακαβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGT.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Μεταβολή της AUC της φαινυτοΐνης (↑↓).
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης.
  • Αύξηση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 80%.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • παρακολούθηση
    Κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση είναι απίθανη.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • παρακολούθηση
    Κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση είναι απίθανη.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • In vitro η λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης που οδηγεί σε δυνητικό κίνδυνο απώλειας της αποτελεσματικότητας της κλαδριβίνης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση λαμιβουδίνης και κλαδριβίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Μείωση της Cmax της αβακαβίρης κατά 35% και αύξηση της φαινομενικής από του στόματος κάθαρσης της μεθαδόνης κατά 22%.
    ΣύστασηΗ ρύθμιση της δοσολογίας της μεθαδόνης δεν είναι πιθανή στους περισσότερους ασθενείς. Περιστασιακά μπορεί να χρειασθεί επαναρύθμιση της μεθαδόνης.
  • Αύξηση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 43%.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Ρετινοειδείς ενώσεις (π.χ. ισοτρετινοΐνη), Αβακαβίρη
    προσοχή
    Πιθανή αλληλεπίδραση λόγω κοινής οδού αποβολής μέσω αλκοολικής διυδρογονάσης.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Προβενεσίδη, Ζιδοβουδίνη
    προσοχή
    Αύξηση της AUC της ζιδοβουδίνης κατά 106%.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • παρακολούθηση
    Αύξηση της AUC της αβακαβίρης κατά 41% λόγω αναστολής της αλκοολικής διυδρογονάσης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • Διάλυμα σορβιτόλης, Λαμιβουδίνη
    προσοχή
    Μείωση της AUC της λαμιβουδίνης κατά 14-36% και της Cmax κατά 28-55%.
    ΣύστασηΌπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται η χρόνια συγχορήγηση Zidovudine, Lamivudine And Abacavir με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σορβιτόλη ή άλλες πολυαλκοόλες οσμωτικής δράσης ή μονοσακχαριδικές αλκοόλες. Να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν η χρόνια συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί.
  • Παρόξυνση της αναιμίας.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δε συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης.
  • Δυνητικά νεφροτοξικά ή μυελοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. πενταμιδίνη, δαψόνη, πυριμεθαμίνη, κο-τριμοξαζόλη, αμφοτερικίνη, φλουκυτοκίνη, γκανσικλοβίρη, ιντερφερόνη, βινκριστίνη, βινβλαστίνη, δοξορουβικίνη)
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη ζιδοβουδίνη.
    ΣύστασηΛήψη επιπλέον μέτρων ελέγχου της νεφρικής λειτουργίας και των αιματολογικών παραμέτρων. Εφόσον χρειασθεί, μείωση της δοσολογίας ενός ή περισσοτέρων παραγόντων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Ουδετεροπενία (Όχι συχνές, Συχνές)
  • Αναιμία (Όχι συχνές, Συχνές)
  • Θρομβοπενία (Όχι συχνές, Όχι συχνές)
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς (Πολύ σπάνιες, Σπάνιες)
  • Παγκυτταροπενία με υποπλασία του μυελού (Όχι συχνές)
Αίμα
  • Λευκοπενία
  • Απλαστική αναιμία
  • Λεμφοπενία
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Ανορεξία (Συχνές, Σπάνιες)
  • Γαλακτική οξέωση (Πολύ σπάνιες, Πολύ σπάνιες, Σπάνιες)
  • Γαλακτική οξέωση απουσία υποξαιμίας (Σπάνιες)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ανησυχία (Σπάνιες)
  • Κατάθλιψη (Σπάνιες)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Σπασμοί
  • Διαταραχή της γεύσης
  • Λήθαργος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Αϋπνία (Συχνές, Σπάνιες)
  • Περιφερική νευροπάθεια (παραισθησίες) (Πολύ σπάνιες)
  • Υπνηλία (Σπάνιες)
  • Απώλεια διανοητικής ικανότητας (Σπάνιες)
Καρδιά
  • Καρδιομυοπάθεια
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Βήχας (Συχνές, Σπάνιες)
Αναπνευστικό
  • Ρινικά συμπτώματα
  • Δύσπνοια
  • Πονόλαιμος
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ναυτία (Συχνές, Συχνές, Πολύ συχνές)
  • Έμετος (Συχνές, Συχνές)
  • Διάρροια (Συχνές, Συχνές, Συχνές)
  • Παγκρεατίτιδα (Σπάνιες, Σπάνιες, Σπάνιες)
  • Κοιλιακό άλγος (Συχνές, Συχνές)
  • Αυξήσεις της αμυλάσης ορού (Σπάνιες)
  • Υπέρχρωση του βλεννογόνου του στόματος (Σπάνιες)
Γαστρεντερικό
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Εξέλκωση στόματος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Παροδικές αυξήσεις ηπατικών ενζύμων (AST, ALT) (Όχι συχνές)
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης στο αίμα (Συχνές)
  • Ηπατικές διαταραχές όπως σοβαρή ηπατομεγαλία με στεάτωση (Σπάνιες)
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα (χωρίς συστηματικά συμπτώματα) (Συχνές)
  • Εξάνθημα (Συχνές, Όχι συχνές)
  • Υπέρχρωση δέρματος και ονύχων (Σπάνιες)
  • Εφίδρωση (Σπάνιες)
Δέρμα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αλωπεκία
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Ραβδομυόλυση
  • Μυαλγία
  • Οστεονέκρωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκές διαταραχές (Συχνές)
  • Μυοπάθεια (Όχι συχνές)
  • Μυόλυση (Σπάνιες)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση
  • Αυξημένη κρεατινίνη
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Συχνουρία (Σπάνιες)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Γυναικομαστία (Σπάνιες)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Πυρετός (Συχνές, Συχνές, Όχι συχνές)
  • Αίσθημα κόπωσης (Συχνές, Συχνές)
  • Κακουχία (Συχνές, Συχνές)
  • Γενικευμένο άλγος (Όχι συχνές)
  • Αίσθημα αδιαθεσίας (Όχι συχνές)
  • Γριππώδης συνδρομή (Σπάνιες)
Γενικές
  • Ρίγη
  • Θωρακικό άλγος
  • Οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα κόπωσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κακουχία
    Γενικές
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκές διαταραχές
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινικά συμπτώματα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Αίσθημα αδιαθεσίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Παγκυτταροπενία με υποπλασία του μυελού
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Απώλεια διανοητικής ικανότητας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αυξήσεις της αμυλάσης ορού
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Γριππώδης συνδρομή
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή γεύσης
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εφίδρωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατομεγαλία με στεάτωση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Καρδιομυοπάθεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Μυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Συχνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση δέρματος και ονύχων
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση του βλεννογόνου του στόματος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένες τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη κρεατινίνη
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Λεμφοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Πονόλαιμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η χρήση της ζιδοβουδίνης σε έγκυες γυναίκες, με επακόλουθη θεραπεία των νεογέννητων βρεφών, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά το ποσοστό μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Ένας μέτριος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες που έλαβαν τις επιμέρους δραστικές ουσίες αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη σε συνδυασμό, δεν υποδεικνύουν δυσμορφική τοξικότητα (περισσότερες από 300 εκβάσεις από εκθέσεις κατά το πρώτο τρίμηνο). Τα δραστικά συστατικά του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir είναι δυνατόν να αναστείλουν την αντιγραφή του DNA, η ζιδοβουδίνη έχει δείξει καρκινογόνο δράση δια μέσου του πλακούντα σε μελέτη με ζώα και η αβακαβίρη είναι καρκινογόνος σε μοντέλα ζώων. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Υπάρχουν αναφορές μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί κατά την ενδομήτρια ζωή και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Η αβακαβίρη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα θηλαζόντων αρουραίων και στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται οι γυναίκες που έχουν μολυνθεί από τον HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.
  • Γονιμότητα
    Ασφαλές
    Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι ούτε η αβακαβίρη ούτε η λαμιβουδίνη ούτε η ζιδοβουδίνη είχαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα. Στον άνδρα η ζιδοβουδίνη δεν έχει δείξει ότι επηρεάζει τον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα του σπέρματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά την θεραπεία λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR04.

Μηχανισμός δράσης

Η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη είναι NRTI και ισχυροί, εκλεκτικοί αναστολείς του HIV-1 και HIV-2. Και τα τρία φάρμακα μεταβολίζονται διαδοχικά από ενδοκυτταρικές κινάσες σε 5-τριφωσφορικά (TP). Η λαμιβουδίνη-TP, η καρβοβίρη-TP (η δραστική τριφωσφορική μορφή της αβακαβίρης) και η ζιδοβουδίνη-TP είναι υποστρώματα για, αλλά και ανταγωνιστικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV. Όμως η κύρια αντι-ιική λειτουργία γίνεται μέσω της ενσωμάτωσης των μονοφωσφορικών μορφών στην άλυσο του ιικού DNA, με τον επακόλουθο τερματισμό της αλύσου. Τα τριφωσφορικά των αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης έχουν σημαντικά μικρότερη συγγένεια για τις DNA πολυμεράσες των κυττάρων του ξενιστή.

Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με λαμιβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη και νεβιραπίνη). Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με ζιδοβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη και ιντερφερόνη άλφα). Η αντιιική δράση της αβακαβίρης σε κυτταρική καλλιέργεια δεν ανταγωνίστηκε όταν συνδυάσθηκε με τους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, σταβουδίνη ή τενοφοβίρη, τον μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) νεβιραπίνη, ή τον αναστολέα πρωτεάσης (PI) αμπρεναβίρη.

In vitro αντοχή

Η αντοχή του HIV-1 στη λαμιβουδίνη συσχετίζεται με τη μετάλλαξη Μ184Ι, ή πιο συχνά τη μετάλλαξη M184V, κοντά στην ενεργή περιοχή της ιικής RT. Έχουν απομονωθεί in vitro στελέχη του HIV-1, ανθεκτικά στην αβακαβίρη, τα οποία συνδέονται με ειδικές γονοτυπικές αλλαγές στην περιοχή του RT κωδικονίου (κωδικόνια M184V, K65R, L74V και Y115F). Η ιική αντοχή στην αβακαβίρη αναπτύσσεται σχετικά αργά in vitro και απαιτεί πολλαπλές μεταλλάξεις για μία κλινικά σχετική αύξηση του ΕC50 ως προς τον αρχέγονο τύπο του ιού.

In vivo αντοχή (ασθενείς που δεν είχαν λάβει ποτέ θεραπεία)

Οι μεταλλάξεις M184V ή M184I εμφανίζονται σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 που αντιμετωπίσθηκαν με αντιρετροϊκή αγωγή που περιελάμβανε λαμιβουδίνη. Οι περισσότεροι ασθενείς που παρουσίασαν ιολογική αποτυχία με σχήμα που περιελάμβανε αβακαβίρη σε μία βασική κλινική μελέτη με Combivir (συνδυασμός σταθερής δόσης λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης) έδειξαν είτε μεταβολές από τη βασική τιμή που δεν σχετίζονταν με τη χρήση NRTI (15%) είτε μόνο επιλογή της M184V ή της M184I (78%). Η συνολική συχνότητα επιλογής για την M184V ή την M184I ήταν υψηλή (85%) ενώ δεν παρατηρήθηκε επιλογή για την L74V, την K65R και την Y115F (βλέπε Πίνακα). Βρέθηκαν επίσης μεταλλάξεις αναλόγων θυμιδίνης (ΤΑΜ) οι οποίες επιλέχθηκαν από τη ζιδοβουδίνη (8%).

Θεραπεία Αριθμός ασθενών Αριθμός Ιολογικών Αποτυχιών Αριθμός των Γονότυπων υπό Θεραπεία K65R L74V Y115F M184V/I TAMs¹
Αβακαβίρη + Combivir 282 43 40 (100%) 0 0 0 34 (85%) 3 (8%)

¹Αριθμός ασθενών με ≥1 TAM.

Οι μεταλλάξεις TAM μπορεί να επιλεχθούν όταν τα ανάλογα θυμιδίνης συσχετίζονται με αβακαβίρη. Σε μία μετά-ανάλυση έξη κλινικών μελετών, οι μεταλλάξεις TAM δεν επιλέχθηκαν σε σχήματα που περιείχαν αβακαβίρη χωρίς ζιδοβουδίνη (0/127), αλλά επιλέχθηκαν σε σχήματα που περιείχαν αβακαβίρη και το ανάλογο θυμιδίνης ζιδοβουδίνη (22/86, 26%). Επιπρόσθετα η επιλογή της L74V και της K65R μειώθηκε όταν συγχορηγήθηκαν με ZDV (K65R: χωρίς ZDV: 13/127, 10%; με ZDV: 1/86, 1%; L74V: χωρίς ZDV: 51/127, 40%; με ZDV: 2/86, 2%).

In vivo αντοχή (ασθενείς που είχαν ήδη λάβει κάποια θεραπεία)

Οι μεταλλάξεις M184V ή M184I εμφανίζονται σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 που αντιμετωπίσθηκαν με αντιρετροϊκή αγωγή που περιελάμβανε λαμιβουδίνη και συνεπάγονται υψηλού επιπέδου αντοχή στη λαμιβουδίνη. Στοιχεία in vitro, τείνουν να υποδείξουν ότι η συνέχιση της λαμιβουδίνης σε αντιρετροϊκό σχήμα, παρά την ανάπτυξη της μετάλλαξης M184V, μπορεί να παρέχει υπολειπόμενη αντιρετροϊκή δράση (πιθανώς μέσω εξασθένηση της ιικής λειτουργικότητας). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί. Πράγματι, τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα και καθιστούν αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πάντοτε να προτιμάται η έναρξη ευαίσθητων NRTI έναντι της διατήρησης της θεραπείας με λαμιβουδίνη. Επομένως, η διατήρηση της θεραπείας με λαμιβουδίνη παρά την εμφάνιση της μετάλλαξης M184V, θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άλλοι δραστικοί NRTI. Παρομοίως η παρουσία μεταλλάξεων ΤΑΜ προκαλεί αντοχή στη ZDV.

Κλινικά σημαντική μείωση της ευαισθησίας στην αβακαβίρη αναδείχθηκε σε στελέχη που απομονώθηκαν κατά την κλινική πράξη σε ασθενείς με ανεξέλεγκτο ιικό πολλαπλασιασμό, οι οποίοι είχαν ήδη λάβει θεραπεία και ήταν ανθεκτικοί σε άλλους νουκλεοσιδικούς αναστολείς. Σε μία μετά-ανάλυση πέντε κλινικών μελετών όπου προστέθηκε ABC για να εντατικοποιήσει τη θεραπεία 166 ατόμων, 123 (74%) είχαν M184V/I, 50 (30%) είχαν T215Y/F, 45 (27%) είχαν M41L, 30 (18%) είχαν K70R και 25 (15%) είχαν D67N. Η K65R απουσίαζε ενώ οι L74V και Y115F δεν ήταν συχνές (≤3%). Η στατιστική λογιστική ανάλυση για την προγνωστική αξία του γονοτύπου (προσαρμοσμένη στις αρχικές τιμές HIV-1RNA [vRNA] πλάσματος, αριθμού CD4+ κυττάρων, αριθμού και διάρκειας προηγούμενων αντιρετροϊκών θεραπειών) έδειξε ότι η παρουσία 3 ή περισσότερων NRTI σχετιζόμενων μεταλλάξεων συνδέθηκε με μειωμένη ανταπόκριση την 4η Εβδομάδα (p=0,015) ή 4 ή περισσότερες μεταλλάξεις κατά την μέση 24η Εβδομάδα (p≤0.012).

| Αρχική Μετάλλαξη της Ανάστροφης Μεταγραφάσης | Εβδομάδα 4 (n = 166) Μέση Μεταβολή vRNA (log10 c/mL) | N | Ποσοστό με <400 αντίγραφα/mL vRNA | | :—- | :———————————— | : | :———————————- | | Καμία | -0.96 | 15 | 40% | | M184V μόνο | -0.74 | 75 | 64% | | Οποιαδήποτε NRTI μετάλλαξη | -0.72 | 82 | 65% | | Όποιες δύο NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | -0.82 | 32 | 19% | | Όποιες τρεις NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | -0.30 | 28 | 5% | | Τέσσερις ή περισσότερες NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | -0.07 | 11 | 2% |

Επιπρόσθετα, η εισαγωγή συμπλόκου στη θέση 69 ή η μετάλλαξη Q151M, συνήθως βρέθηκαν σε συνδυασμό με A62V, V751, F77L και F116Y, προκαλώντας υψηλού επιπέδου αντίσταση στην αβακαβίρη.

Φαινοτυπική αντοχή και διασταυρούμενη ανθεκτικότητα

Η φαινοτυπική αντοχή στην αβακαβίρη απαιτεί M184V με τουλάχιστον άλλη μία εκλεκτική μετάλλαξη στην αβακαβίρη, ή M184V με πολλαπλές ΤΑΜ. Η φαινοτυπική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα σε άλλους NRTI με μετάλλαξη M184V ή Μ184Ι μόνο, είναι περιορισμένη. Η ζιδοβουδίνη, η διδανοσίνη, η σταβουδίνη και η τενοφοβίρη διατηρούν την αντιρετροϊκή δράση τους έναντι τέτοιων στελέχών HIV-1. Η παρουσία της M184V μαζί με K65R αυξάνει την διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ αβακαβίρης τενοφοβίρης, διδανοσίνης και λαμιβουδίνης και η M184V μαζί με L74V αυξάνει την διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ αβακαβίρης διδανοσίνης και λαμιβουδίνης. Η παρουσία της M184V μαζί με Y115F αυξάνει την διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ αβακαβίρης και λαμιβουδίνης Με τη χρήση των υπαρχόντων συνιστώμενων αλγορίθμων ανθεκτικότητας μπορεί να καθοδηγηθεί η κατάλληλη χρήση της αβακαβίρης.

Διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αβακαβίρης, λαμιβουδίνης ή ζιδοβουδίνης και αντιρετροϊκών από άλλες κατηγορίες π.χ. των αναστολέων πρωτεάσης ή των μη νουκλεοσιδικών αναλόγων της ανάστροφης μεταγραφάσης, δεν είναι πιθανή.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Στα πλαίσια μίας διπλής - τυφλής, τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής, ελεγχόμενης ως προς το εικονικό φάρμακο, μελετήθηκε συγκριτικά ο συνδυασμός αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης, έναντι του συνδυασμού ινδιναβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης. Λόγω του υψηλού ποσοστού των περιπτώσεων πρόωρης αποχώρησης από την δοκιμή (το 42% των ασθενών είχε διακόψει την τυχαιοποιημένη αγωγή έως την Εβδομάδα 48), δεν ήταν δυνατόν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα ως προς την ισοδυναμία των δύο σχημάτων κατά την Εβδομάδα 48. Μολονότι η αντι-ιική δράση των δύο συνδυασμών αποδείχθηκε συγκρίσιμη από άποψη αναλογίας ασθενών με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο (≤ 400 αντίγραφα/ml, αρχικός πληθυσμός: 47% έναντι 49%, πληθυσμός ασθενών που υποβλήθηκαν σε αγωγή: 86% έναντι 94% για τους συνδυασμούς αβακαβίρης και ινδιναβίρης αντίστοιχα), τα αποτελέσματα στο υποσύνολο των ασθενών με αρχικό υψηλό ιικό φορτίο (> 100.000 αντίγραφα/ml) είναι υπέρ του συνδυασμού της ινδιναβίρης (αρχικός πληθυσμός: 46% έναντι 55%, πληθυσμός ασθενών που υποβλήθηκαν σε αγωγή: 84% έναντι 93% για τους συνδυασμούς αβακαβίρης και ινδιναβίρης αντίστοιχα).

Η ACTG5095 ήταν μία τυχαιοποιημένη (1:1:1), διπλή, τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που διεξήχθη σε 1147 naïve HIV-1 ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή αγωγή στο παρελθόν, συγκρίνοντας 3 σχήματα: ζιδοβουδίνη (ZDV), λαμιβουδίνη (3TC), αβακαβίρη (ABC), εφαβιρένζη (EFV) έναντι ZDV/3TC/EFV έναντι ZDV/3TC/ABC. Μετά από μια μέση παρακολούθηση 32 εβδομάδων, το τριπλό σχήμα με τα τρία νουκλεοσιδικά ανάλογα ZDV/3TC/ABC έδειξε να μειονεκτεί ιολογικά των άλλων δύο σκελών, ανεξάρτητα από το ιικό φορτίο στην αρχή της μελέτης (< ή > 100 000 αντίγραφα/ml). 26% των ατόμων στο σκέλος ZDV/3TC/ABC, 16% στο σκέλος ZDV/3TC/EFV και 13% στο σκέλος των 4 φαρμάκων εμφάνισαν ιολογική αποτυχία (HIV RNA >200 αντίγραφα/ml). Την 48η εβδομάδα η αναλογία ατόμων με HIV RNA <50 αντίγραφα/ml ήταν 63%, 80% και 86% για τα σκέλη ZDV/3TC/ABC, ZDV/3TC/EFV και ZDV/3TC/ABC/EFV αντίστοιχα. Η επιτροπή παρακολούθησης των στοιχείων ασφαλείας της μελέτης διέκοψε το σκέλος ZDV/3TC/ABC σε εκείνο το χρονικό σημείο βάσει της μεγαλύτερης αναλογίας ασθενών με ιολογική αποτυχία. Τα υπόλοιπα σκέλη συνέχισαν σε τυφλή μορφή. Μετά από μία μέση περίοδο παρακολούθησης 144 εβδομάδων, 25% των ατόμων του σκέλους ZDV/3TC/ABC/EFV και 26% του σκέλους ZDV/3TC/EFV κατηγοριοποιήθηκαν ως έχοντα ιολογική αποτυχία. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά ως προς το χρόνο της πρώτης ιολογικής αποτυχίας (p=0.73, δοκιμασία λογαριθμικής κατάταξης) μεταξύ των 2 σκελών. Σε αυτή τη μελέτη, η προσθήκη ABC στo ZDV/3TC/EFV δεν βελτίωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα.

32 εβδομάδες 144 εβδομάδες
Ιολογική αποτυχία (HIV RNA >200 αντίγραφα/ml)
ZDV/3TC/ABC 26% -
ZDV/3TC/EFV 16% 26%
ZDV/3TC/ABC/EFV 13% 25%
Ιολογική επιτυχία (48 εβδομάδες HIV RNA < 50 αντίγραφα/ml)
ZDV/3TC/ABC 63% -
ZDV/3TC/EFV 80% -
ZDV/3TC/ABC/EFV 86% -

Σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ποτέ αντιρετροϊκή θεραπεία, συνδυασμός αβακαβίρης, λαμιβουδίνης ζιδοβουδίνης και εφαβιρένζη, σε μία μικρή ανοικτή μελέτη, η αναλογία ασθενών με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο (< 400 αντίγραφα/ml) ήταν περίπου 90% με 80% να έχουν < 50 αντίγραφα/ml, μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας.

Επί του παρόντος δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρήση του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir σε ασθενείς που είχαν λάβει πολλές γραμμές θεραπείας, ασθενείς στους οποίους απέτυχαν άλλες προηγούμενες θεραπείες, ή σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο (κύτταρα CD4 < 50 κύτταρα/mm³).

Ο βαθμός του θεραπευτικού οφέλους αυτού του νουκλεοσιδικού συνδυασμού σε ασθενείς που έχουν λάβει πολλές γραμμές θεραπείας εξαρτάται από τη φύση και τη διάρκεια της προηγούμενης θεραπείας η οποία μπορεί να είχε επιλεχθεί για στελέχη του ιού HIV-1 με διασταυρούμενη αντοχή στην αβακαβίρη, λαμιβουδίνη ή ζιδοβουδίνη.

Σήμερα υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir όταν συγχορηγείται με NNRTI ή PI.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση Η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη όταν χορηγούνται από το στόμα, απορροφώνται άμεσα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης όταν χορηγούνται από το στόμα στους ενήλικους είναι περίπου 83%, 80 - 85% και 60 - 70% αντίστοιχα.

Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε HIV-1 μολυσμένους ασθενείς οι σταθερής κατάστασης φαρμακοκινητικές παράμετροι της αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοιες είτε δόθηκαν σαν Zidovudine, Lamivudine And Abacavir ή σαν δισκίο συνδυασμού λαμιβουδίνης/ζιδοβουδίνης και αβακαβίρης, ενώ επίσης ήταν παρόμοιες με τις τιμές που επιτεύχθηκαν στη μελέτη βιοϊσοδυναμίας του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir σε υγιείς εθελοντές.

Μια μελέτη βιοϊσοδυναμίας συνέκρινε το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir με αβακαβίρη 300 mg, λαμιβουδίνη 150 mg και ζιδοβουδίνη 300 mg σε δισκία χορηγούμενα μαζί. Η επίδραση της τροφής στο ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης μελετήθηκαν επίσης. Το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir βρέθηκε ότι ήταν βιοϊσοδύναμο με αβακαβίρη 300 mg, λαμιβουδίνη, 150 mg και ζιδοβουδίνη 300 mg, όταν δόθηκαν σε ξεχωριστά δισκία ως προς την AUC0- και Cmax. Η τροφή μείωσε το ρυθμό απορρόφησης του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir (ελαφρά μείωση Cmax (κατά μέσο όρο 18 - 32%) και αύξηση tmax (περίπου 1 ώρα), αλλά όχι το μέγεθος της απορρόφηση (AUC0-). Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές για αυτό δεν προτείνονται περιορισμοί ως προς τη λήψη τροφής σχετικά με τη χορήγηση του Zidovudine, Lamivudine And Abacavir.

Σε θεραπευτική δόση σε ασθενείς (ένα δισκίο Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δύο φορές την ημέρα), η μέση (CV) Cmax της αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 3.49 µg/ml (45%), 1.33 µg/ml (33%) και 1.56 µg/ml (83%), αντίστοιχα. Αντίστοιχες τιμές για τη Cmin δεν μπορούν να καθιερωθούν για την αβακαβίρη και είναι 0.14 µg/ml (70%) για τη λαμιβουδίνη και 0.01 µg/ml (64%) για τη ζιδοβουδίνη. Οι μέσες (CV) AUC για την αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη σε ένα δοσολογικό διάστημα 12 ωρών είναι 6.39 µg.h/ml (31%), 5.73 µg.h/ml (31%) και 1.50 µg.h/ml (47%), αντίστοιχα.

Μία μέτρια αύξηση του Cmax (28%) παρατηρήθηκε για τη ζιδοβουδίνη όταν χορηγήθηκε με λαμιβουδίνη, πάντως η συνολική έκθεση (AUC) δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Η ζιδοβουδίνη δεν έχει δράση στη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνη. Μία δράση της αβακαβίρης παρατηρείται στη ζιδοβουδίνη (η Cmax μειώνεται κατά 20%) και στη λαμιβουδίνη (η Cmax μειώνεται κατά 35%).

Κατανομή Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης με αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη έδειξαν ότι ο μέσος όγκος κατανομής είναι 0,8, 1,3 και 1,6 l/kg αντίστοιχα. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική επάνω από τα όρια της θεραπευτικής δοσολογίας και επιδεικνύει περιορισμένη δέσμευση στην κυριότερη πρωτεΐνη του πλάσματος αλβουμίνη (< 36% με την αλβουμίνη του ορού σε in vitro μελέτες). Η σύνδεση της ζιδοβουδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 34 -38%. Μελέτες πρωτεϊνικής δέσμευσης στο πλάσμα in vitro υποδεικνύουν ότι η αβακαβίρη συνδέεται μόνο λίγο έως μέτρια (περίπου 49%) με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Αυτό υποδεικνύει μία μικρή πιθανότητα για αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, μέσω εκτόπισης της πρωτεϊνικής δέσμευσης στο πλάσμα.

Δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που να οφείλονται στην παρεκτόπιση από τις θέσεις της πρωτεϊνικής σύνδεσης με το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη διαπερνούν το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και διεισδύουν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η μέση αναλογία συγκέντρωσης της λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό/ορό, 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα, ήταν περίπου 0,12 και 0,5 αντίστοιχα. Η πραγματική έκταση διείσδυσης στο ΚΝΣ της λαμιβουδίνης και η σχέση με οποιαδήποτε κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη.

Μελέτες με αβακαβίρη δείχνουν αναλογία εγκεφαλονωτιαίου υγρού AUC προς το πλάσμα AUC, μεταξύ 30 - 44%. Οι παρατηρηθείσες τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων είναι 9 φορές υψηλότερες από την IC50 της αβακαβίρης σε συγκέντρωση 0,08 μg/ml ή 0,26 μΜ, όταν η αβακαβίρη χορηγείται σε δόση 600 mg δύο φορές ημερησίως.

Βιομετασχηματισμός Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί ελάσσονα οδό κάθαρσης. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως με νεφρική κάθαρση αναλλοίωτη. Η πιθανότητα των μεταβολικών αλληλεπιδράσεων της λαμιβουδίνης με άλλα φάρμακα είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5 - 10%) και της χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης.

Το 5’-γλυκουρονίδιο της ζιδοβουδίνης είναι ο βασικός μεταβολίτης και στον ορό και στα ούρα και αντιπροσωπεύει περίπου το 50 - 80% της χορηγούμενης δόσης που αποβάλλεται με νεφρική κάθαρση. Η 3’-αμινο-3’-δεοξυθυμιδίνη (ΑΜΤ) έχει αποδειχθεί ότι είναι ο μεταβολίτης της ζιδοβουδίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, ενώ περίπου 2% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται από τους νεφρούς ως αναλλοίωτο φάρμακο. Οι κύριες μεταβολικές οδοί στον άνθρωπο είναι αυτές της αλκοολικής αφυδρογενάσης και της γλυκουρονιδίωσης ώστε να παραχθεί το 5’-καρβοξυλικό οξύ και το 5’-γλυκουρονίδιο, τα οποία αποτελούν περίπου το 66% της δόσης που απεκκρίνεται στα ούρα.

Αποβολή Ο παρατηρηθείς χρόνος ημίσειας αποβολής της λαμιβουδίνης είναι 5 - 7 ώρες. Η μέση συστηματική κάθαρση της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0.32 l/h/kg, με κύρια νεφρική κάθαρση (> 70%) μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια έδειξαν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 50 ml/min (βλ. Δοσολογία).

Από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης ζιδοβουδίνης, ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής στον ορό είναι 1.1 ώρες και η μέση συστηματική κάθαρση είναι 1.6 l/h/kg. Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπολογίζεται σε 0.34 l/h/kg, υποδηλώνοντας σπειραματική διήθηση και σωληναριακή έκκριση από τους νεφρούς. Οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης αυξάνουν σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια.

Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αβακαβίρης είναι περίπου 1.5 ώρες. Μετά από πολλαπλές δόσεις από του στόματος 300 mg αβακαβίρης δύο φορές την ημέρα, δεν υπάρχει σημαντική συσσώρευση αβακαβίρης. Η αποβολή της αβακαβίρης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού με επακόλουθη απέκκριση των μεταβολιτών κυρίως στα ούρα. Οι μεταβολίτες και η αναλλοίωτη αβακαβίρη αποτελούν περίπου το 83% της χορηγηθείσας δόσης της αβακαβίρης στα ούρα ενώ η υπόλοιπη αποβάλλεται με τα κόπρανα.

Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών

Ηπατική δυσλειτουργία Φαρμακοκινητικά δεδομένα έχουν ληφθεί για την αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη ξεχωριστά. Περιορισμένα στοιχεία σε ασθενείς με κίρρωση δείχνουν ότι σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να υπάρξει συσσώρευση ζιδοβουδίνης λόγω μειωμένης γλυκουρονιδίωσης. Στοιχεία που λήφθηκαν από ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία.

Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κλίμακα 5-6) που έλαβαν εφάπαξ δόση 600 mg, η μέση (εύρος) τιμή της AUC ήταν 24.1 (10.4 έως 54.8) ug.h/ml. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρξε μια μέση αύξηση της AUC (90% Cl) της αβακαβίρης κατά 1.89 φορές [1.32; 2.70] και της ημιπεριόδου αποβολής της αβακαβίρης κατά 1.58 φορές [1.22; 2.04]. Δεν είναι δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη σύσταση για μείωση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία λόγω σημαντικής μεταβλητότητας στην έκθεση σε αβακαβίρη σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών. Με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν με την αβακαβίρη, το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία H παρατηρηθείσα ημιπερίοδος απέκκρισης της λαμιβουδίνης είναι 5 - 7 ώρες. Η μέση συστηματική απέκκριση της λαμιβουδίνη είναι περίπου 0.32 l/h/kg, κυρίως με νεφρική απέκκριση (> 70%) μέσω οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η απέκκριση της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία.

Από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης ζιδοβουδίνης, ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής στον ορό είναι 1.1 ώρες και η μέση συστηματική κάθαρση είναι 1.6 l/h/kg. Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπολογίζεται σε 0.34 l/h/kg, υποδηλώνοντας σπειραματική διήθηση και σωληναριακή έκκριση από τους νεφρούς. Οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης αυξάνουν σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια.

Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το ήπαρ με περίπου 2% της δόσης της αβακαβίρης να απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου είναι παρόμοια με εκείνη των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, επομένως δεν απαιτείται μείωση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Επειδή μπορεί να χρειασθεί ρύθμιση της δόσης της λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης, συνιστάται να χορηγούνται ξεχωριστά παρασκευάσματα αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 50 ml/min). Το Zidovudine, Lamivudine And Abacavir αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. Αντενδείξεις).

Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά στοιχεία διαθέσιμα για ασθενείς άνω των 65 ετών.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά την θεραπεία λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR04. ### Μηχανισμός δράσης Η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη είναι NRTI και ισχυροί,…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά την θεραπεία λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR04. ### Μηχανισμός δράσης Η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη είναι NRTI και ισχυροί,…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η αβακαβίρη, λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη όταν χορηγούνται από το στόμα, απορροφώνται άμεσα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της αβακαβίρης, λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης όταν χορηγούνται…

info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

zidovudine, lamivudine and abacavir

Κωδικός ATC5

J05AR04

Κάτοχος Άδειας

Viiv
pill