LAMIVUDINE + DOLUTEGRAVIR(λαμιβουδινε ανδ δολουτεγραβιρ)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: ντολουτεγκραβίρη: περίπου 14 ώρες, λαμιβουδίνη: 18 έως 19 ώρες (τελική ενδοκυτταρική: 16 έως 19 ώρες)
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1)
σε: Ενήλικες και εφήβους ηλικίας άνω των 12 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg
Χωρίς γνωστή ή πιθανολογούμενη αντοχή στην κατηγορία των αναστολέων της ιντεγκράσης ή στη λαμιβουδίνη
- B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο των 50 mg/300 mg μία φορά ημερησίως
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας άνω των 12 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg)Δόσηένα δισκίο των 50 mg/300 mgμία φορά ημερησίως
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν συνιστάταιγια ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσηςσε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσηςσε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α ή Β κατά Child-Pugh)
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΜε προσοχήσε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών και σε έφηβους με σωματικό βάρος κάτω των 40 kg δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό εύρος που είναι υποστρώματα του μεταφορέα οργανικών κατιόντων (OCT) 2, συμπεριλαμβανομένης, ενδεικτικά, της φαμπριδίνης (γνωστή επίσης ως δαλφαμπριδίνη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή Lamivudine And Dolutegravir και άλλων ύποπτων φαρμακευτικών προϊόντων αμέσως σε περίπτωση εμφάνισης σημείων ή συμπτωμάτων αντιδράσεων υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβάνονται, ενδεικτικά, σοβαρό εξάνθημα ή εξάνθημα που συνοδεύεται από αυξημένα ηπατικά ένζυμα, πυρετός, αίσθημα γενικής κακουχίας, κόπωση, μυϊκό άλγος ή αρθραλγία, φλύκταινες, στοματικές βλάβες, επιπεφυκίτιδα, οίδημα προσώπου, ηωσινοφιλία, αγγειοοίδημα). Καθυστέρηση στη διακοπή μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή αλλεργική αντίδραση.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊική θεραπείαΠαρακολούθηση λιπιδίων και γλυκόζης αίματος σύμφωνα με καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες. Αντιμετώπιση διαταραχών λιπιδίων σύμφωνα με κλινικές ενδείξεις.
-
Ηπατική νόσος - Χρόνια ηπατίτιδα B ή CΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B ή C που λαμβάνουν αντιρετροϊική θεραπείαΔιατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, ανατρέξτε στις πληροφορίες του προϊόντος για αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Ηπατική νόσος - Συλλοίμωξη με ηπατίτιδα BΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας BΜονοθεραπεία με λαμιβουδίνη δεν επαρκής για ηπατίτιδα B, απαιτείται πρόσθετος αντι-ιικός παράγοντας. Αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας. Εάν διακοπεί το Lamivudine And Dolutegravir, συνιστάται περιοδική παρακολούθηση δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας και δεικτών αντιγραφής HBV λόγω κινδύνου οξείας επιδείνωσης της ηπατίτιδας.
-
Ηπατική νόσος - Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδαςΈχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών ηπατικής λειτουργίας. Πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν υπάρχουν ενδείξεις επιδεινούμενης ηπατικής νόσου, εξετάστε προσωρινή ή οριστική διακοπή της θεραπείας.
-
Σύνδρομο ανοσολογικής επανενεργοποίησηςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη από HIV και σοβαρή ανοσοανεπάρκεια κατά την έναρξη συνδυασμένης αντιρετροϊικής θεραπείας (CART)Μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση. Αξιολόγηση φλεγμονωδών συμπτωμάτων και έναρξη θεραπείας όταν απαιτείται. Έχουν αναφερθεί αυτοάνοσες διαταραχές. Παρακολούθηση ηπατικών βιοχημικών εξετάσεων σε ασθενείς με συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B και/ή C.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργίαΣοβαρήΠληθυσμόςHIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομητρικά και/ή μεταγεννητικά σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΛάβετε υπόψη για κάθε παιδί με σοβαρά κλινικά ευρήματα άγνωστης αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Δεν επηρεάζει τις εθνικές συστάσεις για χρήση αντιρετροϊικής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες.
-
ΟστεονέκρωσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε CARTΕνημερώστε τους ασθενείς να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν ενοχλήσεις, άλγος ή δυσκαμψία στις αρθρώσεις, ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη από HIVΕνημερώστε τους ασθενείς ότι η θεραπεία δεν θεραπεύει τον HIV και υπάρχει κίνδυνος ευκαιριακών λοιμώξεων. Συνεχής στενή κλινική παρακολούθηση.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (μέτρια)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 mL/minΠαρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη λαμιβουδίνη, ιδίως αιματολογικές τοξικότητες. Εάν εμφανιστεί νέα ή επιδεινούμενη ουδετεροπενία ή αναιμία, το Lamivudine And Dolutegravir πρέπει να διακόπτεται και να χρησιμοποιούνται τα επιμέρους συστατικά για προσαρμογή δόσης λαμιβουδίνης.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - Αναστολείς ενζύμων / Επαγωγείς ενζύμωνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που συγχορηγούνται με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, υπερικόν το διάτρητον, ετραβιρίνη (χωρίς ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσης), εφαβιρένζη, νεβιραπίνη ή τιπραναβίρη/ριτοναβίρηΗ συνιστώμενη δόση της ντολουτεγκραβίρης είναι 50 mg δις ημερησίως (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - Αντιόξινα με πολυσθενή κατιόνταΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιόξινα με πολυσθενή κατιόνταΤο Lamivudine And Dolutegravir δεν πρέπει να συγχορηγείται. Συνιστάται να λαμβάνονται 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν από το Lamivudine And Dolutegravir (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - Συμπληρώματα/πολυβιταμίνες με ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συμπληρώματα ή πολυβιταμίνες που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο ή μαγνήσιοΕάν λαμβάνεται με τροφή, μπορούν να λαμβάνονται ταυτόχρονα. Εάν χορηγείται σε κατάσταση νηστείας, συνιστάται να λαμβάνονται 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν από το Lamivudine And Dolutegravir (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - ΜετφορμίνηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που συγχορηγούνται με μετφορμίνηΕξέταση αναπροσαρμογής δόσης μετφορμίνης κατά την έναρξη και διακοπή συγχορήγησης για γλυκαιμικό έλεγχο. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης σταδίου 3a, 45-59 mL/min). Συνιστάται προσεκτική προσέγγιση και μείωση δόσης μετφορμίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - ΚλαδριβίνηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείςΟ συνδυασμός του Lamivudine And Dolutegravir με κλαδριβίνη δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - Άλλα προϊόντα με ντολουτεγκραβίρη, λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν πρέπει να λαμβάνεται με άλλα οποιαδήποτε φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ντολουτεγκραβίρη, λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνη, εκτός από την περίπτωση στην οποία ενδείκνυται αναπροσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης λόγω φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ετραβιρίνη χωρίς ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσηςπροσοχήμείωση της συγκέντρωσης της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα (AUC ↓ 71%, Cmax ↓ 52%, Cτ ↓ 88%)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
Λοπιναβίρη + ριτοναβίρη + ετραβιρίνηπαρακολούθησηΑύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 11%, Cmax ↑ 7%, Cτ ↑ 28%), χωρίς αλλαγή σε λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, ετραβιρίνηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Δαρουναβίρη + ριτοναβίρη + ετραβιρίνηπαρακολούθησημείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 25%, Cmax ↓ 12%, Cτ ↓ 36%), χωρίς αλλαγή σε δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, ετραβιρίνηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 57%, Cmax ↓ 39%, Cτ ↓ 75%)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται παρόμοια μείωση της έκθεσης με την εφαβιρένζη λόγω επαγωγής)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
παρακολούθησηαύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 12%, Cmax ↑ 13%, Cτ ↑ 22%), χωρίς αλλαγή σε ριλπιβιρίνηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Δισοπροξιλική τενοφοβίρηπαρακολούθησημικρή μεταβολή στη ντολουτεγκραβίρη (AUC ↑ 1%, Cmax ↓ 3%, Cτ ↓ 8%), χωρίς αλλαγή σε τενοφοβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης κατά το συνδυασμό του Lamivudine And Dolutegravir με τενοφοβίρη, διδανοσίνη, σταβουδίνη ή ζιδοβουδίνη.
-
κίνδυνος για ενδοκυτταρικές αλληλεπιδράσεις (εμτρισιταβίνη και λαμιβουδίνη είναι ανάλογα κυτιδίνης)ΣύστασηΤο Lamivudine And Dolutegravir δεν συνιστάται για χρήση σε συνδυασμό με προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη.
-
παρακολούθησηαύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 91%, Cmax ↑ 50%, Cτ ↑ 180%), χωρίς αλλαγή σε αταζαναβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Αταζαναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησηαύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 62%, Cmax ↑ 34%, Cτ ↑ 121%), χωρίς αλλαγή σε αταζαναβίρη, ριτοναβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Τιπραναβίρη + ριτοναβίρηπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 59%, Cmax ↓ 47%, Cτ ↓ 76%), χωρίς αλλαγή σε τιπραναβίρη, ριτοναβίρηΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
Φοσαμπρεναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησημείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 35%, Cmax ↓ 24%, Cτ ↓ 49%), χωρίς αλλαγή σε φοσαμπρεναβίρη, ριτοναβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Λοπιναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησημικρή μείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 4%, C24 ↓ 6%), χωρίς αλλαγή σε λοπιναβίρη, ριτοναβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Δαρουναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησημείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 22%, Cmax ↓ 11%, Cτ ↓ 38%), χωρίς αλλαγή σε δαρουναβίρη, ριτοναβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηαύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 33%, Cmax ↑ 29%, Cτ ↑ 45%), χωρίς αλλαγή σε ντακλατασβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Λεντιπασβίρη, Σοφοσμπουβίρηπαρακολούθησηκλινικά σημαντική επίδραση δεν είναι πιθανή σε λαμιβουδίνη, λεντιπασβίρη, σοφοσμπουβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
Σοφοσμπουβίρη, Βελπατασβίρηπαρακολούθησηχωρίς αλλαγή σε ντολουτεγκραβίρη, σοφοσμπουβίρη, βελπατασβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
παρακολούθησηη κλινικά σημαντική επίδραση δεν είναι πιθανήΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
Τριμεθοπρίμη/Σουλφομεθοξαζόλη (Κο-τριμοξαζόλη)παρακολούθησηαύξηση της λαμιβουδίνης (AUC ↑ 43%, Cmax ↑ 7%), χωρίς αλλαγή σε τριμεθοπρίμη, σουλφαμεθοξαζόληΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 54%, Cmax ↓ 43%, Cτ ↓ 72%)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
παρακολούθησημικρή μείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 5%, Cmax ↑ 16%, Cτ ↓ 30%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 49%, Cmax ↓ 33%, Cτ ↓ 73%)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται μείωση της έκθεσης παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται με την καρβαμαζεπίνη)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται μείωση της έκθεσης παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται με την καρβαμαζεπίνη)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
Οξκαρβαζεπίνηπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται μείωση της έκθεσης παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται με την καρβαμαζεπίνη)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
παρακολούθησηη κλινικά σημαντική επίδραση δεν είναι πιθανήΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
παρακολούθησηη κλινικά σημαντική επίδραση δεν είναι πιθανήΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
προσοχήη λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης, δυνητικός κίνδυνος απώλειας αποτελεσματικότητας της κλαδριβίνηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του Lamivudine And Dolutegravir με κλαδριβίνη.
-
προσοχήμείωση της λαμιβουδίνης (AUC ↓ 14-36%, Cmax ↓ 28-55%)ΣύστασηΌταν είναι εφικτό, αποφεύγετε τη χρόνια συγχορήγηση. Να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η χρόνια συγχορήγηση.
-
Φαμπριδίνη (δαλφαμπριδίνη)αντένδειξηαύξηση της φαμπριδίνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του μεταφορέα OCT2, δυνητικά σπασμοίΣύστασηΗ συγχορήγηση φαμπριδίνης με Lamivudine And Dolutegravir αντενδείκνυται.
-
Αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο/αργίλιοπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 74%, Cmax ↓ 72%) λόγω σύνθετης σύνδεσης με πολυσθενή ιόνταΣύστασηΤα αντιόξινα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν από τη χορήγηση του Lamivudine And Dolutegravir.
-
Συμπληρώματα ασβεστίουπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 39%, Cmax ↓ 37%, C24 ↓ 39%) λόγω σύνθετης σύνδεσης με πολυσθενή ιόντα όταν λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείαςΣύστασηΕάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται με τροφή, τα συμπληρώματα μπορούν να λαμβάνονται την ίδια στιγμή. Εάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας, τα συμπληρώματα θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν.
-
Συμπληρώματα σιδήρουπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 54%, Cmax ↓ 57%, C24 ↓ 56%) λόγω σύνθετης σύνδεσης με πολυσθενή ιόντα όταν λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείαςΣύστασηΕάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται με τροφή, τα συμπληρώματα μπορούν να λαμβάνονται την ίδια στιγμή. Εάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας, τα συμπληρώματα θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν.
-
Πολυβιταμίνες (που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο και μαγνήσιο)προσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↓ 33%, Cmax ↓ 35%, C24 ↓ 32%) λόγω σύνθετης σύνδεσης με πολυσθενή ιόντα όταν λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείαςΣύστασηΕάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται με τροφή, οι πολυβιταμίνες μπορούν να λαμβάνονται την ίδια στιγμή. Εάν το Lamivudine And Dolutegravir λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας, οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν.
-
παρακολούθησηχωρίς αλλαγή στη ντολουτεγκραβίρηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
παρακολούθησηαύξηση της ντολουτεγκραβίρης (AUC ↑ 11%, Cmax ↑ 6%, Cτ ↑ 17%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήαύξηση της μετφορμίνης (AUC ↑ 79-145%, Cmax ↑ 66-111%)ΣύστασηΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης κατά την έναρξη και τη διακοπή της συγχορήγησης του Lamivudine And Dolutegravir με μετφορμίνη. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης.
-
Υπερικόν το διάτρητονπροσοχήμείωση της ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται μείωση της έκθεσης παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται με την καρβαμαζεπίνη)ΣύστασηΧορηγείται ένα επιπλέον δισκίο ντολουτεγκραβίρης των 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine And Dolutegravir καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης.
-
Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά (Αιθινυλοιστραδιόλη, Norgestromin)παρακολούθησημικρές μεταβολές στην αιθινυλοιστραδιόλη (AUC ↑ 3%, Cmax ↓ 1%) και στη Norgestromin (AUC ↓ 2%, Cmax ↓ 11%)ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης των από στόματος λαμβανόμενων αντισυλληπτικών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ουδετεροπενία (Όχι συχνές)
- αναιμία (Όχι συχνές)
- θρομβοπενία (Όχι συχνές)
- αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία (Πολύ σπάνιες)
- σιδηροβλαστική αναιμία (Μη γνωστές)
- Υπερευαισθησία
- σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης (Όχι συχνές)
- γαλακτική οξέωση (Πολύ σπάνιες)
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Αϋπνία
- μη φυσιολογικά όνειρα (Συχνές)
- αυτοκτονικός ιδεασμός* (Όχι συχνές)
- απόπειρα αυτοκτονίας* (Όχι συχνές)
- προσβολή πανικού (Όχι συχνές)
- συντελεσθείσα αυτοκτονία* (Σπάνιες)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- περιφερική νευροπάθεια (Πολύ σπάνιες)
- παραισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- κοιλιακό άλγος/ενόχληση (Συχνές)
- παγκρεατίτιδα (Σπάνιες)
- αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και/ή της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) (Συχνές)
- οξεία ηπατική ανεπάρκεια (Σπάνιες)
- αυξημένη χολερυθρίνη (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- αγγειοοίδημα (Σπάνιες)
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- μυϊκές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης της μυαλγίας) (Συχνές)
- Κόπωση
- αυξήσεις της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) (Συχνές)
- αυξημένο σωματικό βάρος (Συχνές)
- αυξήσεις της αμυλάσης (Σπάνιες)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνέςαυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Συχνέςαυξήσεις της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Συχνέςκοιλιακό άλγος/ενόχλησηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Συχνέςμυϊκές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης της μυαλγίας)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςαπόπειρα αυτοκτονίας*Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςαυτοκτονικός ιδεασμός*Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςπροσβολή πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςσύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασηςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Σπάνιεςαυξήσεις της αμυλάσηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Σπάνιεςοξεία ηπατική ανεπάρκειαΗπατοχολικές διαταραχές
-
Σπάνιεςσυντελεσθείσα αυτοκτονία*Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑμιγής ερυθροκυτταρική απλασίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςσιδηροβλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Lamivudine And Dolutegravir μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν είναι κλινικά απαραίτητο.Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων (περισσότερες από 1.000 εκτεθειμένες εκβάσεις) δεν υποδεικνύει δυσμορφία ή τοξικότητα για το έμβρυο/νεογνό με τη ντολουτεγκραβίρη ή τη λαμιβουδίνη μεμονωμένα. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα (< 300 εκτεθειμένες εκβάσεις) από τη χρήση του διπλού συνδυασμού. Μελέτες επιτήρησης στη Μποτσουάνα (Tsepamo) και το Εσουατίνι, καθώς και το Μητρώο Καταγραφής Κυήσεων υπό Αντιρετροϊική αγωγή (ΜΚΚΑ), δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο για βλάβες του νευρικού σωλήνα ή σοβαρές συγγενείς διαμαρτίες με τη ντολουτεγκραβίρη ή τη λαμιβουδίνη. Η ντολουτεγκραβίρη και η λαμιβουδίνη διαπερνούν τον πλακούντα. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΘηλασμόςΣυνιστάται οι γυναίκες που έχουν HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.Η ντολουτεγκραβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της ντολουτεγκραβίρης στα νεογνά/βρέφη. Οι συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης στον ορό σε βρέφη που θηλάζουν είναι πολύ χαμηλές και μειώνονται σταδιακά. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται σε βρέφη ηλικίας κάτω των τριών μηνών.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους.Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επίδραση της ντολουτεγκραβίρης ή της λαμιβουδίνης στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά για την αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον HIV, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: J05AR25
Μηχανισμός δράσης
Η ντολουτεγκραβίρη αναστέλλει την ιντεγκράση του HIV μέσω σύνδεσης στην ενεργό θέση της ιντεγκράσης και παρεμπόδισης του σταδίου μεταφοράς του κλώνου κατά την ενσωμάτωση του ρετροϊικού δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) που είναι απαραίτητο για τον κύκλο αντιγραφής του HIV. Η λαμιβουδίνη, μέσω του ενεργού της μεταβολίτη 5’-τριφωσφορική (TP) λαμιβουδίνη (ανάλογο της κυτιδίνης), αναστέλλει την ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 και του HIV-2 μέσω της ενσωμάτωσης της μονοφωσφορικής μορφής στην ιική άλυσο του DNA, που οδηγεί στον τερματισμό της αλύσου. Η τριφωσφορική λαμιβουδίνη έχει σημαντικά χαμηλότερη συγγένεια για τις πολυμεράσες του DNA των κυττάρων του ξενιστή.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντι-ιική δράση σε καλλιέργεια κυττάρων Η ντολουτεγκραβίρη και η λαμιβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλουν την αντιγραφή εργαστηριακών στελεχών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV σε μία σειρά τύπων κυττάρων, περιλαμβανομένων μετασχηματισμένων Τ-κυτταρικών σειρών, κυτταρικών σειρών προερχόμενων από μονοκύτταρα/μακροφάγα και πρωτογενών καλλιεργειών ενεργοποιημένων μονοπύρηνων περιφερικού αίματος (PBMC) και μονοκυττάρων/μακροφάγων. Η συγκέντρωση της δραστικής ουσίας που απαιτείται για να επηρεάσει την αντιγραφή του ιού κατά 50% (IC50 - το ήμισυ της μέγιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης) διέφερε ανάλογα με τον ιό και τον τύπο του κυττάρου του ξενιστή. Η IC50 για τη ντολουτεγκραβίρη σε διάφορα εργαστηριακά στελέχη με τη χρήση PBMC ήταν 0,5 nM, και κατά τη χρήση κυττάρων MT-4 κυμαινόταν από 0,7-2 nM. Παρόμοιες IC50 παρατηρήθηκαν για κλινικά απομονωθέντα στελέχη χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ των υποτύπων. Σε μία σειρά 24 απομονωθέντων στελεχών HIV-1 υποτύπων A, B, C, D, E, F και G και της ομάδας O, η μέση τιμή της IC50 ήταν 0,2 nM (εύρος 0,02-2,14). Η μέση IC50 για 3 απομονωθέντα στελέχη HIV-2 ήταν 0,18 nM (εύρος 0,09-0,61). Οι διάμεσες ή μέσες τιμές της IC50 για τη λαμιβουδίνη έναντι εργαστηριακών στελεχών HIV-1 κυμάνθηκαν από 0,007 έως 2,3 μM. Η μέση IC50 έναντι εργαστηριακών στελεχών HIV-2 (LAV2 και EHO) κυμάνθηκε από 0,16 έως 0,51 μM για τη λαμιβουδίνη. Οι τιμές IC50 της λαμιβουδίνης έναντι υποτύπων του HIV-1 (A-G) κυμάνθηκαν από 0,001 έως 0,170 μM, έναντι της Ομάδας O από 0,030 έως 0,160 μM και έναντι απομονωθέντων στελεχών του HIV-2 από 0,002 έως 0,120 μM σε μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος. Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 (CRF01_AE, n=12, CRF02_AG, n=12 και Υπότυπος C ή CRF_AC, n=13) από 37 μη αντιμετωπισμένους ασθενείς στην Αφρική και την Ασία ήταν ευαίσθητα στη λαμιβουδίνη (πολλαπλάσια μεταβολής IC50 < 3,0). Τα απομονωθέντα στελέχη της ομάδας O από ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αντι-ιικά και εξετάστηκαν για τη δράση της λαμιβουδίνης ήταν εξαιρετικά ευαίσθητα.
Επίδραση του ανθρώπινου ορού Σε 100% ανθρώπινο ορό, παρατηρήθηκε μέση μεταβολή για τη δράση της ντολουτεγκραβίρης κατά 75 φορές, με αποτέλεσμα η προσαρμοσμένη για την πρωτεΐνη IC90 να είναι 0,064 μg/mL. Η λαμιβουδίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος και χαμηλή σύνδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος (κάτω από 36%).
Αντοχή Το Lamivudine And Dolutegravir ενδείκνυται επί απουσίας τεκμηριωμένης ή πιθανολογούμενης αντοχής στην κατηγορία των αναστολέων της ιντεγκράσης και στη λαμιβουδίνη (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις). Για πληροφορίες σχετικά με την in vitro αντοχή και τη διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους παράγοντες της κατηγορίας των αναστολέων της ιντεγκράσης και των NRTI, ανατρέξτε στις ΠΧτΠ της ντολουτεγκραβίρης και της λαμιβουδίνης. Κανένας από τους δώδεκα συμμετέχοντες στην ομάδα της ντολουτεγκραβίρης με λαμιβουδίνη ή τους εννέα συμμετέχοντες στην ομάδα της ντολουτεγκραβίρης με FDC δισοπροξιλικής τενοφοβίρης/εμτρισιταβίνης που πληρούσαν τα κριτήρια ιολογικής απόσυρσης έως την Εβδομάδα 144 στις μελέτες GEMINI-1 (204861) και GEMINI-2 (205543) δεν εμφάνισε αντοχή στην κατηγορία των αναστολέων της ιντεγκράσης ή των NRTI κατά τη θεραπεία. Σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν και έλαβαν ντολουτεγκραβίρη + 2 NRTI στις μελέτες Φάσης IIb και III, δεν παρατηρήθηκε ανάπτυξη αντοχής στις κατηγορίες των αναστολέων της ιντεγκράσης ή των NRTI (n=1.118, παρακολούθηση διάρκειας 48-96 εβδομάδων).
Επιδράσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις στο διάστημα QTc με τη ντολουτεγκραβίρη σε δόσεις που υπερέβαιναν την κλινική δόση περίπου κατά τρεις φορές. Δεν πραγματοποιήθηκε ανάλογη μελέτη με τη λαμιβουδίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Άτομα που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκά Η αποτελεσματικότητα του Lamivudine And Dolutegravir υποστηρίζεται από δεδομένα από 2 πανομοιότυπες, διάρκειας 148 εβδομάδων, Φάσης III, τυχαιοποιημένων, διπλά τυφλών, πολυκεντρικών, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενων μελετών μη κατωτερότητας, τη GEMINI-1 (204861) και τη GEMINI-2 (205543). Συνολικά, 1.433 ενήλικοι συμμετέχοντες με μη αντιμετωπισμένη στο παρελθόν λοίμωξη από HIV-1 έλαβαν θεραπεία στις μελέτες. Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν με επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση 1.000 c/mL έως ≤500,000 c/mL. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε λήψη ενός σχήματος δύο φαρμάκων με ντολουτεγκραβίρη 50 mg και λαμιβουδίνη 300 mg άπαξ ημερησίως ή ντολουτεγκραβίρης 50 mg και δισοπροξιλικής τενοφοβίρης/εμτρισιταβίνης 245/200 mg άπαξ ημερησίως. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας για κάθε μελέτη GEMINI ήταν το ποσοστό των συμμετεχόντων με HIV-1 RNA στο πλάσμα <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος Snapshot για τον πληθυσμό ITT-E). Η διπλά τυφλή θεραπεία συνεχίστηκε έως την εβδομάδα 96 και ακολούθησε ανοικτή θεραπεία έως την εβδομάδα 148. Στην έναρξη της μελέτης, στη συγκεντρωτική ανάλυση, η διάμεση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 33 έτη, το 15% ήταν γυναίκες, το 69% ήταν λευκοί, το 9% ήταν Σταδίου 3 κατά CDC (AIDS), το 20% είχαν HIV-1 RNA >100.000 αντίγραφα/mL και το 8% είχαν αριθμό CD4+ κυττάρων κάτω από 200 κύτταρα ανά mm³. Αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια μεταξύ των μελετών και των σκελών θεραπείας. Στην αρχική ανάλυση κατά την εβδομάδα 48, ο συνδυασμός ντολουτεγκραβίρης και λαμιβουδίνης ήταν μη κατώτερος του συνδυασμού σταθερών δόσεων FDC ντολουτεγκραβίρης και δισοπροξιλικής τενοφοβίρης/εμτρισιταβίνης στις μελέτες GEMINI-1 και GEMINI-2. Αυτό υποστηρίχθηκε από τη συγκεντρωτική ανάλυση, βλ. Πίνακα 3.
Πίνακας 3: Ιολογικές εκβάσεις της τυχαιοποιημένης θεραπείας από τις μελέτες GEMINI την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος Snapshot)
| Συγκεντρωτικά δεδομένα των μελετών GEMINI-1 και GEMINI-2 * | |
|---|---|
| DTG + 3TC (N=716) | |
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL | 91% |
| Διαφορά της θεραπείας† (95% διάστημα εμπιστοσύνης) | -1,7 (-4,4, 1,1) |
| Ιολογική μη ανταπόκριση | 3% |
| Αιτίες | |
| Δεδομένα στο χρονικό περιθώριο και ≥50 αντίγραφα/mL | 1% |
| Διακοπή λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας | <1% |
| Διακοπή για άλλους λόγους και ≥50 αντίγραφα/mL | <1% |
| Αλλαγή στην ART | <1% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 48 | 6% |
| Αιτίες | |
| Διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη λόγω ανεπιθύμητου συμβάματος ή θανάτου | 1% |
| Διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη για άλλους λόγους | 4% |
| Έλλειψη δεδομένων κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | <1% |
- HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL με βάση τις αρχικές συμμεταβλητές:
| n/N (%) (DTG + 3TC) | n/N (%) (DTG + TDF/FTC) | |
|---|---|---|
| Αρχικό επίπεδο ιικού φορτίου στο πλάσμα (αντίγραφα/mL) | ||
| ≤100.000 | 526 / 576 (91%) | 531 / 564 (94%) |
| >100.000 | 129 / 140 (92%) | 138 / 153 (90%) |
| Αρχικές τιμές CD4+ (κύτταρα/ mm³) | ||
| ≤200 | 50 / 63 (79%) | 51 / 55 (93%) |
| >200 | 605 / 653 (93%) | 618 / 662 (93%) |
| HIV-1 υποτύπος | ||
| B | 424 / 467 (91%) | 452 / 488 (93%) |
| A | 84 / 86 (98%) | 74 / 78 (95%) |
| Άλλος | 147 / 163 (90%) | 143 / 151 (95%) |
| Φύλο | ||
| Άνδρες | 555 / 603 (92%) | 580 / 619 (94%) |
| Γυναίκες | 100 / 113 (88%) | 89 / 98 (91%) |
| Φυλή | ||
| Λευκοί | 451 / 484 (93%) | 473 / 499 (95%) |
| Αφροαμερικανοί/Αφρικανικής καταγωγής/Άλλο | 204 / 232 (88%) | 196 / 218 (90%) |
- Τα αποτελέσματα της συγκεντρωτικής ανάλυσης συμφωνούν με εκείνα των επιμέρους μελετών, στις οποίες επετεύχθη το κύριο καταληκτικό σημείο (διαφορά στο ποσοστό ασθενών με HIV-1 RNA στο πλάσμα <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 με βάση τον αλγόριθμό Snapshot για τον συνδυασμό ντολουτεγκραβίρης και λαμιβουδίνης έναντι του FDC ντολουτεγκραβίρης και δισοπροξιλικής τενοφοβίρης/εμτρισιταβίνης). Η προσαρμοσμένη διαφορά ήταν -2,6 (95% CI: -6,7, 1,5) στη GEMINI-1 και -0,7 (95% CI: -4,3, 2,9) στη GEMINI-2 με προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας 10%. † Βάσει διαστρωματωμένης ανάλυσης κατά CMH με προσαρμογή ως προς τους ακόλουθους παράγοντες διαστρωμάτωσης στην έναρξη: HIV-1 RNA στο πλάσμα (≤100.000 αντίγραφα/mL έναντι >100.000 αντίγραφα/mL) και αριθμός CD4+ κυττάρων (≤200 κύτταρα/mm³ έναντι >200 κύτταρα/mm³). Η συγκεντρωτική ανάλυση διαστρωματώθηκε επίσης με βάση τη μελέτη. Αξιολόγηση με χρήση περιθωρίου μη κατωτερότητας 10%. N = Αριθμός συμμετεχόντων σε κάθε ομάδα θεραπείας
Στις 96 εβδομάδες και στις 144 εβδομάδες στις μελέτες GEMINI, το κατώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95% για την προσαρμοσμένη διαφορά θεραπείας του ποσοστού των ατόμων με HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL (Snapshot) ήταν μεγαλύτερο από το περιθώριο μη κατωτερότητας -10%, για τις μεμονωμένες μελέτες καθώς και τη συγκεντρωτική ανάλυση, βλ. Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Ιολογικές εκβάσεις της τυχαιοποιημένης θεραπείας από τις μελέτες GEMINI την Εβδομάδα 96 και 144 (αλγόριθμος Snapshot)
| Εβδομάδα 96 | Εβδομάδα 144 | |
|---|---|---|
| DTG + 3TC (N=716) | DTG + TDF/FTC (N=717) | |
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL | 86% | 90% |
| Διαφορά της θεραπείας† (95% διάστημα εμπιστοσύνης) | -3,4% (-6,7, 0,0) | -1.8% (-5,8, 2,1) |
| Ιολογική μη ανταπόκριση | 3% | 2% |
| Αιτίες | ||
| Δεδομένα στο χρονικό περιθώριο, ≥50 αντίγραφα/mL | <1% | <1% |
| Διακοπή λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας | 1% | <1% |
| Διακοπή για άλλους λόγους, ≥50 αντίγραφα/mL | <1% | 2% |
| Αλλαγή στην ART | <1% | <1% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 96/Εβδομάδας 144 | 11% | 9% |
| Αιτίες | ||
| Διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη λόγω ανεπιθύμητου συμβάματος ή θανάτου | 3% | 3% |
| Διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη για άλλους λόγους | 8% | 5% |
| Απώλεια παρακολούθησης | 3% | 1% |
| Απόσυρση συγκατάθεσης | 3% | 2% |
| Απόκλιση από το πρωτόκολλο | 1% | 1% |
| Απόφαση γιατρών | 1% | <1% |
| Έλλειψη δεδομένων στο χρονικό περιθώριο της μελέτης, ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | 0% | <1% |
- Τα αποτελέσματα της συγκεντρωτικής ανάλυσης συμφωνούν με εκείνα των επιμέρους μελετών. † Βάσει διαστρωματωμένης ανάλυσης κατά CMH με προσαρμογή ως προς τους ακόλουθους παράγοντες διαστρωμάτωσης στην έναρξη: HIV-1 RNA στο πλάσμα (≤100.000 αντίγραφα/mL έναντι >100.000 αντίγραφα/mL) και αριθμός CD4+ κυττάρων (≤ 200 κύτταρα/mm³ έναντι >200 κύτταρα/mm³). Η συγκεντρωτική ανάλυση διαστρωματώθηκε επίσης με βάση τη μελέτη. Αξιολόγηση με χρήση περιθωρίου μη κατωτερότητας 10%. N = Αριθμός συμμετεχόντων σε κάθε ομάδα θεραπείας
Η μέση αύξηση του αριθμού των CD4 + Τ κυττάρων κατά την εβδομάδα 144 ήταν 302 κύτταρα/mm³ στο σκέλος της ντολουτεγκραβίρης συν λαμιβουδίνη και 300 κύτταρα/mm³ στο σκέλος ντολουτεγκραβίρης συν τενοφοβίρη/εμτρισιταβίνη.
Άτομα με ιολογική καταστολή Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης σε ιολογικώς κατεσταλμένα άτομα υποστηρίζεται από δεδομένα μίας τυχαιοποιημένης, ανοικτής μελέτης (TANGO [204862]). Συνολικά, 741 ενήλικα άτομα με λοίμωξη HIV-1, χωρίς καμία ένδειξη αντοχής στην κατηγορία των NRTI ή των αναστολέων ιντεγκράσης (INSTI), οι οποίοι βρίσκονταν σε σταθερή κατασταλτική αγωγή με σχήμα βασιζόμενο στην τενοφοβίρη αλαφεναμίδη (TBR), έλαβαν θεραπεία στις μελέτες. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνη ή να συνεχίσουν με TBR για έως και 200 εβδομάδες. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση την φαρμακευτική κατηγορία του τρίτου παράγοντα στην αρχή της θεραπείας (αναστολέας πρωτεάσης [ΡΙ], αναστολέας ιντεγκράσης [INSTI] ή μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης [NNRTI]). Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η αναλογία των ατόμων με HIV-1 RNA πλάσματος ≥50 c/mL (ιολογική μη ανταπόκριση) σύμφωνα με την κατηγορία Snapshot του FDA κατά την Εβδομάδα 48 (προσαρμοσμένη για τον παράγοντα στρωματοποίησης της τυχαιοποίησης). Κατά την έναρξη της μελέτης, η μέση ηλικία των ατόμων ήταν 39 έτη, το 8% ήταν γυναίκες και το 21% μη λευκοί, το 5% ήταν κατηγορίας C κατά CDC (AIDS) και το 98% των ατόμων είχαν αρχικό αριθμό κυττάρων CD4 + ≥200 κύτταρα/mm³. Αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών. Τα άτομα λάμβαναν αντιρετροική θεραπεία (ART) για ένα μέσο όρο περίπου 3 ετών πριν από την Ημέρα 1. Περίπου το 80% λάμβαναν TBR με τρίτο παράγοντα έναν αναστολέα ιντεγκράσης [INSTI] (κυρίως ελβιτεγκραβίρη/ c) κατά την έναρξη. Στην αρχική ανάλυση 48 εβδομάδων, ο συνδυασμός ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης δεν ήταν κατώτερος από την TBR, με <1% των ατόμων και στα δύο σκέλη να παρουσιάζουν ιολογική αποτυχία (HIV-1 RNA ≥50 c/mL) (Πίνακας 5).
Πίνακας 5: Ιολογικά αποτελέσματα της τυχαιοποιημένης θεραπείας από την μελέτη TANGO την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος Snapshot)
| DTG/3TC (N=369) | TBR (N=372) | |
|---|---|---|
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL* | 93% | 93% |
| Μη ιολογική ανταπόκριση (≥50 αντίγραφα/mL)** | <1% | <1% |
| Διαφορά Θεραπείας † (95% διαστήματα εμπιστοσύνης) | -0,3 (-1,2, 0,7) | |
| Λόγοι για μη ιολογική ανταπόκριση: | ||
| Δεδομένα στο χρονικό περιθώριο και ≥50 αντίγραφα/mL | 0% | 0% |
| Διακοπή λόγω μη αποτελεσματικότητας | 0% | <1% |
| Διακοπή για άλλους λόγους και ≥50 αντίγραφα/mL | <1% | 0% |
| Αλλαγή στην ART | 0% | 0% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 48 | 7% | 6% |
| Αιτίες | ||
| Διακοπή μελέτης λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας ή θανάτου | 3% | <1% |
| Διακοπή μελέτης για άλλους λόγους | 3% | 6% |
| Έλλειψη δεδομένων στο χρονικό περιθώριο αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | 0% | <1% |
*Με βάση ένα περιθώριο μη-κατωτερότητας 8%, το DTG/3TC δεν είναι κατώτερο από την TBR την Εβδομάδα 48 στη δευτερογενή ανάλυση (ποσοστό ατόμων που επιτυγχάνουν <50 αντίγραφα/mL HIV-1 RNA πλάσματος). **Με βάση ένα περιθώριο μη-κατωτερότητας 4%, ο συνδυασμός DTG/3TC δεν είναι κατώτερο από την TBR την 48η εβδομάδα στην αρχική ανάλυση (ποσοστό ατόμων με HIV-1 RNA πλάσματος ≥50 c/mL). †Με βάση την διαστρωματωμένη ανάλυση κατά CMH προσαρμοσμένη για την κατηγορία του τρίτου παράγοντα στην αρχή της θεραπείας (PI, NNRTI, INSTI). N = Αριθμός ατόμων σε κάθε ομάδα θεραπείας. TBR = σχήμα με βάση την τενοφοβίρη αλαφεναμίδη.
Τα αποτελέσματα της θεραπείας μεταξύ των θεραπευτικών σκελών την 48η εβδομάδα ήταν παρόμοια με βάση τον παράγοντα διαστρωμάτωσης, τη φαρμακευτική κατηγορία του τρίτου παράγοντα στην αρχή της θεραπείας, τις υποομάδες κατά ηλικία, φύλο, φυλή, αρχική καταμέτρηση κυττάρων CD4+, στάδιο νόσου HIV κατά CDC και χώρας. Η μέση μεταβολή από την αρχική τιμή του αριθμού των CD4+ την εβδομάδα 48 ήταν 22,5 κύτταρα ανά mm³ σε άτομα που άλλαξαν σε ντολουτεγκραβίρη/λαμιβουδίνη και 11,0 κύτταρα ανά mm³ σε άτομα που παρέμειναν σε TBR. Στις 96 εβδομάδες της μελέτης TANGO, το ποσοστό των ατόμων με HIV-1 RNA ≥50 c / mL (Snapshot) ήταν 0,3% και 1,1% στις ομάδες του συνδυασμού ντουλοτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης και της TBR, αντίστοιχα. Με βάση ένα περιθώριο μη κατωτερότητας 4%, ο συνδυασμός ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης παρέμεινε μη κατώτερος από την TBR, καθώς το άνω όριο του 95% CI για την προσαρμοσμένη διαφορά θεραπείας (-2,0%, 0,4%) ήταν λιγότερο από 4% για τον Πληθυσμό ITT E. Η διάμεση μεταβολή από την αρχική τιμή του αριθμού των CD4 + Τ κυττάρων την εβδομάδα 96 ήταν 61κύτταρα/mm³ στο σκέλος του συνδυασμού ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης και 45 κύτταρα/mm³ στο σκέλος της TBR. Στις 144 εβδομάδες, το ποσοστό των ατόμων με HIV-1 RNA ≥50 c/mL (Snapshot) ήταν 0,3% και 1,3% στις ομάδες του συνδυασμού ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης και της TBR, αντίστοιχα. Με βάση ένα περιθώριο μη κατωτερότητας 4%, ο συνδυασμός ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης παρέμεινε μη κατώτερος από την TBR, καθώς το άνω όριο του 95% CI για την προσαρμοσμένη διαφορά θεραπείας (-2,4%, 0,2%) ήταν λιγότερο από 4% για τον Πληθυσμό ITT E. Η διάμεση μεταβολή από την αρχική τιμή του αριθμού των CD4+ Τ-κυττάρων την Εβδομάδα 144 ήταν 36 κύτταρα/mm³ στο σκέλος του συνδυασμού ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης και 35 κύτταρα/mm³ στο σκέλος της TBR.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα του Lamivudine And Dolutegravir ή του διπλού συνδυασμού της ντολουτεγκραβίρης με λαμιβουδίνη (ως μεμονωμένοι παράγοντες) δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά ή εφήβους. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Lamivudine And Dolutegravir σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της λοίμωξης από HIV.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Κατά τη σύγκριση του Lamivudine And Dolutegravir με ντολουτεγκραβίρη 50 mg συγχορηγούμενη με λαμιβουδίνη 300 mg σε κατάσταση νηστείας, επιτεύχθηκε βιοϊσοδυναμία για τη ντολουτεγκραβίρη όσον αφορά τη Cmax. Η AUC0-t της ντολουτεγκραβίρης ήταν 16% υψηλότερη για το Lamivudine And Dolutegravir σε σύγκριση με τη ντολουτεγκραβίρη 50 mg συγχορηγούμενη με λαμιβουδίνη 300 mg. Αυτή η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Κατά τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας, επιτεύχθηκε βιοϊσοδυναμία για την AUC της λαμιβουδίνης, κατά τη σύγκριση του Lamivudine And Dolutegravir με λαμιβουδίνη 300 mg συγχορηγούμενη με ντολουτεγκραβίρη 50 mg. Η Cmax της λαμιβουδίνης για το Lamivudine And Dolutegravir ήταν 32% υψηλότερη σε σύγκριση με τη λαμιβουδίνη 300 mg συγχορηγούμενη με ντολουτεγκραβίρη 50 mg. Η υψηλότερη Cmax της λαμιβουδίνης δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.
Απορρόφηση
Η ντολουτεγκραβίρη και η λαμιβουδίνη απορροφώνται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ντολουτεγκραβίρης δεν έχει καθοριστεί. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος χορηγούμενης λαμιβουδίνης σε ενήλικες είναι 80-85% περίπου. Για το Lamivudine And Dolutegravir, ο διάμεσος χρόνος έως την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) είναι 2,5 ώρες για την ντολουτεγκραβίρη και 1,0 ώρα για τη λαμιβουδίνη, κατά τη χορήγηση υπό συνθήκες νηστείας. Η έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια μεταξύ υγιών ατόμων και ατόμων με λοίμωξη από τον HIV-1. Σε ενήλικα άτομα με λοίμωξη από τον HIV-1 μετά από άπαξ ημερησίως χορήγηση ντολουτεγκραβίρης 50 mg, οι παράμετροι φαρμακοκινητικής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (γεωμετρική μέση τιμή [%CV]) βάσει αναλύσεων πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής ήταν AUC(0-24) = 53,6 (27) μg.h/mL, Cmax = 3,67 (20) μg/mL και Cmin = 1,11 (46) μg/mL. Μετά από άπαξ ημερησίως από στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων λαμιβουδίνης 300 mg για επτά ημέρες, η μέση (CV) Cmax σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 2,04 μg/mL (26%) και η μέση (CV) AUC(0-24) είναι 8,87 μg.h/mL (21%). Η χορήγηση ενός δισκίου Lamivudine And Dolutegravir μαζί με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αύξησε την AUC(0-∞) και τη Cmax της ντολουτεγκραβίρης κατά 33% και 21%, αντίστοιχα και μείωσε τη Cmax της λαμιβουδίνης κατά 30%, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Η AUC(0-∞) της λαμιβουδίνης δεν επηρεάστηκε από το γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Αυτές οι μεταβολές δεν είναι κλινικά σημαντικές. Το Lamivudine And Dolutegravir μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της ντολουτεγκραβίρης (Vd/F) είναι 17-20 L. Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης λαμιβουδίνης έδειξαν ότι ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής είναι 1,3 L/kg. Η ντολουτεγκραβίρη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (>99%) με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος βάσει δεδομένων in vitro. Η σύνδεση της ντολουτεγκραβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης. Οι αναλογίες των σχετιζόμενων με το φάρμακο συγκεντρώσεων ραδιενέργειας στο ολικό αίμα και το πλάσμα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο από 0,441 έως 0,535, υποδεικνύοντας ελάχιστη συσχέτιση της ραδιενέργειας με τα κυτταρικά στοιχεία του αίματος. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα αυξάνεται με τα χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης ορού (<35 g/L) όπως παρατηρείται σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η λαμιβουδίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική στο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος και περιορισμένη σύνδεση σε πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro (< 16%-36% στη αλβουμίνη ορού). Η ντολουτεγκραβίρη και η λαμιβουδίνη ανιχνεύονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ). Σε 13 ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν και υποβλήθηκαν σε θεραπεία με σταθερό δοσολογικό σχήμα με ντολουτεγκραβίρη συν αβακαβίρη/λαμιβουδίνη, η συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης στο ΕΝΥ ήταν κατά μέσο όρο 18 ng/mL (συγκρίσιμη με τη συγκέντρωση της μη συνδεδεμένης ουσίας στο πλάσμα και πάνω από την IC50). Η μέση αναλογία των συγκεντρώσεων της λαμιβουδίνης στο ΕΝΥ/ στον ορό 2-4 ώρες μετά από την από στόματος χορήγηση, ήταν περίπου 12%. Ο πραγματικός βαθμός διείσδυσης της λαμιβουδίνης στο ΚΝΣ και η συσχέτιση του με οποιαδήποτε κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστα. Η ντολουτεγκραβίρη ανιχνεύεται στο γυναικείο και στο ανδρικό γεννητικό σύστημα. Οι AUC σε τραχηλοκολπικό υγρό, σε ιστό του τραχήλου της μήτρας και σε κολπικό ιστό ήταν στο 6-10% εκείνων που επιτεύχθηκαν αντιστοίχως στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Οι AUC στο σπέρμα και στον ιστό του ορθού ήταν στο 7% και 17% εκείνων που επιτεύχθηκαν αντιστοίχως στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση.
Βιομετασχηματισμός
Η ντολουτεγκραβίρη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του UGT1A1 με μικρή συμμετοχή του CYP3A (9,7% της συνολικής χορηγούμενης δόσης σε μία μελέτη ισοζυγίου μάζας στον άνθρωπο). Η ντολουτεγκραβίρη αποτελεί το κύριο κυκλοφορούν συστατικό στο πλάσμα. Η νεφρική αποβολή της αμετάβλητης δραστικής ουσίας είναι χαμηλή (< 1% της δόσης). Το πενήντα τρία τοις εκατό της συνολικής από στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα κόπρανα. Δεν είναι γνωστό εάν το σύνολο ή μέρος αυτού οφείλεται στη μη απορροφημένη δραστική ουσία ή στην χολική απέκκριση του προϊόντος σύζευξης της γλυκουρονιδίωσης το οποίο μπορεί να υποστεί περαιτέρω διάσπαση για τη δημιουργία της μητρικής ένωσης στον αυλό του εντέρου. Το 32% της συνολικής από στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και αντιπροσωπεύεται από γλυκουρονιδικό αιθέρα της ντολουτεγκραβίρης (18,9% της συνολικής δόσης), από μεταβολίτη N-απαλκυλίωσης (3,6% της συνολικής δόσης) και από ένα μεταβολίτη που σχηματίζεται από οξείδωση στο βενζυλικό άνθρακα (3,0% της συνολικής δόσης). Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί δευτερεύουσα οδό αποβολής. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης αμετάβλητης λαμιβουδίνης. Η πιθανότητα μεταβολικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με τη λαμιβουδίνη είναι χαμηλή λόγω του μικρού βαθμού ηπατικού μεταβολισμού (5-10%).
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν επέδειξε άμεση ή επέδειξε ασθενή αναστολή (IC50>50 μM) των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP)1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 CYP3A, UGT1A1 ή UGT2B7 ή των μεταφορέων P-gp, BCRP, BSEP, του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP) 1B1, OATP1B3, OCT1, MATE2-K, της πρωτεΐνης που σχετίζεται με αντοχή σε πολλαπλά φάρμακα (MRP) 2 ή MRP4. In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν επήγαγε τα CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4. Βάσει αυτών των στοιχείων, η ντολουτεγκραβίρη δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα κύριων ενζύμων ή μεταφορέων (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν ήταν υπόστρωμα των ανθρώπινων OATP 1B1, OATP 1B3 ή OCT 1. In vitro, η λαμιβουδίνη δεν ανέστειλε ή επήγαγε ένζυμα του CYP (όπως τα CYP3A4, CYP2C9 ή CYP2D6) και δεν επέδειξε ή επέδειξε ασθενή αναστολή των OATP1B1, OAT1B3, OCT3, BCRP, P-gp, MATE1 ή MATE2-K. Ως εκ τούτου, η λαμιβουδίνη δεν αναμένεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα αυτών των ενζύμων ή των μεταφορέων. Η λαμιβουδίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά από τα ένζυμα του CYP.
Αποβολή
Η ντολουτεγκραβίρη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 14 ώρες. Η φαινομενική από στόματος κάθαρση (CL/F) είναι περίπου 1 L/ώρα σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV βάσει ανάλυσης πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής. Η παρατηρούμενη ημίσεια ζωή αποβολής της λαμιβουδίνης είναι 18 έως 19 ώρες. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν λαμιβουδίνη 300 mg άπαξ ημερησίως, η τελική ενδοκυτταρική ημίσεια ζωή της λαμιβουδίνης-TP ήταν 16 έως 19 ώρες. Η μέση συστηματική κάθαρση της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 L/h/kg, κυρίως μέσω νεφρικής κάθαρσης (> 70%) μέσω του συστήματος μεταφοράς οργανικών κατιόντων. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη κυμαινόμενων δόσεων, ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 που έλαβαν μονοθεραπεία με ντολουτεγκραβίρη (ING111521) επέδειξαν ταχεία και δοσοεξαρτώμενη αντι-ιική δράση με μέση μείωση του HIV-1 RNA 2,5 log10 την ημέρα 11 για τη δόση των 50 mg. Αυτή η αντι-ιική ανταπόκριση διατηρήθηκε για 3 έως 4 ημέρες μετά την τελευταία δόση στην ομάδα των 50 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιά Η φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης σε 10 εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) με λοίμωξη από HIV-1 που είχαν λάβει αντιρετροϊική θεραπεία στο παρελθόν έδειξε ότι η από του στόματος χορήγηση δόσης ντολουτεγκραβίρης 50 mg άπαξ ημερησίως οδήγησε σε έκθεση στη ντολουτεγκραβίρη συγκρίσιμη με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν ντολουτεγκραβίρη 50 mg άπαξ ημερησίως. Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα σε εφήβους που λαμβάνουν ημερήσια δόση λαμιβουδίνης 300 mg. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής είναι συγκρίσιμες με εκείνες που έχουν αναφερθεί σε ενήλικες.
Ηλικιωμένοι Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής για την ντολουτεγκραβίρη με χρήση δεδομένων από ενήλικες με λοίμωξη από HIV-1 έδειξε ότι δεν υπήρχε κλινικά σημαντική επίδραση της ηλικίας στην έκθεση στη ντολουτεγκραβίρη. Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής για τη ντολουτεγκραβίρη και τη λαμιβουδίνη σε άτομα ηλικίας > 65 ετών είναι περιορισμένα.
Νεφρική δυσλειτουργία Έχουν ληφθεί δεδομένα φαρμακοκινητικής για τη ντολουτεγκραβίρη και τη λαμιβουδίνη ξεχωριστά. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης δραστικής ουσίας αποτελεί ελάσσονα οδό αποβολής της ντολουτεγκραβίρης. Πραγματοποιήθηκε μία μελέτη φαρμακοκινητικής της ντολουτεγκραβίρης σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min). Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική μεταξύ ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min) και αντίστοιχων υγιών ατόμων. Η ντολουτεγκραβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, αν και δεν αναμένονται διαφορές στην έκθεση. Οι μελέτες με λαμιβουδίνη δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC) αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω μειωμένης κάθαρσης. Με βάση τα δεδομένα για τη λαμιβουδίνη, το Lamivudine And Dolutegravir δεν συνιστάται για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min.
Ηπατική δυσλειτουργία Έχουν ληφθεί δεδομένα φαρμακοκινητικής για τη ντολουτεγκραβίρη και τη λαμιβουδίνη ξεχωριστά. Η ντολουτεγκραβίρη μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος. Χορηγήθηκε εφάπαξ δόση ντολουτεγκραβίρης των 50 mg σε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) και σε 8 αντίστοιχα υγιή άτομα. Παρότι η συνολική συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα ήταν παρόμοια, παρατηρήθηκε αύξηση κατά 1,5 έως 2 φορές της έκθεσης στην μη δεσμευμένη ντολουτεγκραβίρη στα άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα υγιή άτομα ελέγχου. Δεν θεωρείται απαραίτητη η τροποποίηση της δόσης για ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης δεν έχει μελετηθεί. Τα δεδομένα που ελήφθησαν σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία.
Πολυμορφισμοί σε ένζυμα μεταβολισμού των φαρμάκων Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι συνήθεις πολυμορφισμοί σε ένζυμα μεταβολισμού των φαρμάκων μεταβάλλουν τη φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Σε μία μετα-ανάλυση στην οποία χρησιμοποιήθηκαν δείγματα φαρμακογενωμικής που συλλέχτηκαν σε κλινικές μελέτες οι οποίες διεξήχθησαν σε υγιή άτομα, τα άτομα με γονότυπους UGT1A1 (n=7) που εμφανίζουν μειωμένο μεταβολισμό της ντολουτεγκραβίρης εμφάνισαν κατά 32% χαμηλότερη κάθαρση της ντολουτεγκραβίρης και κατά 46% υψηλότερη AUC σε σύγκριση με άτομα με γονότυπους που σχετίζονται με φυσιολογικό μεταβολισμό μέσω του UGT1A1 (n=41).
Φύλο Οι αναλύσεις πληθυσμιακής PK με χρήση συγκεντρωτικών δεδομένων φαρμακοκινητικής από κλινικές μελέτες στις οποίες η ντολουτεγκραβίρη ή η λαμιβουδίνη χορηγήθηκαν σε ενήλικες σε συνδυασμό με άλλα ARV, δεν αποκάλυψαν κλινικά σημαντική επίδραση του φύλου στην έκθεση στη ντολουτεγκραβίρη ή στη λαμιβουδίνη. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης ή της λαμιβουδίνης με βάση τις επιδράσεις του φύλου στις παραμέτρους PK.
Φυλή Οι αναλύσεις πληθυσμιακής PK με χρήση συγκεντρωτικών δεδομένων φαρμακοκινητικής από κλινικές μελέτες στις οποίες η ντολουτεγκραβίρη χορηγήθηκε σε ενήλικες σε συνδυασμό με άλλα ARV, δεν αποκάλυψαν κλινικά σημαντική επίδραση της φυλής στην έκθεση στη ντολουτεγκραβίρη. Η φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης μετά την από στόματος εφάπαξ χορήγηση δόσης σε Ιάπωνες φαίνεται παρόμοια με τις παρατηρούμενες παραμέτρους σε άτομα του Δυτικού Κόσμου (ΗΠΑ). Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης ή της λαμιβουδίνης με βάση τις επιδράσεις της φυλής στις παραμέτρους PK.
Συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B ή C Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής έδειξε ότι η συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στη ντολουτεγκραβίρη. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής για άτομα με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Όταν συγχορηγείται με μετφορμίνη |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Περιοδική | Μετά τη διακοπή του Dovato σε ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B |
| — | Σε ασθενείς με συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B και/ή C κατά την έναρξη της θεραπείας με ντολουτεγκραβίρη | ||
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | — |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με λαμιβουδίνη (ιδίως αιματολογικές τοξικότητες) | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 mL/min |
| Δείκτες αντιγραφής του HBV | more_horizΆλλο / λοιπά | Περιοδική | Μετά τη διακοπή του Dovato σε ασθενείς με συλλοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B |
| Κλινική κατάσταση (ηπατικές αμινοτρανσφεράσες, χολερυθρίνη) | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Εμφάνιση σημείων ή συμπτωμάτων αντιδράσεων υπερευαισθησίας |