Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 14 / TAB | 572.60 € | |
| 7 / TAB | 351.22 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
G35 Πολλαπλή σκλήρυνση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υποτροπιάζουσα διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση
AUBAGIO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 14 mg άπαξ ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόση14 mg άπαξ ημερησίως
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 10 ετών και άνω)Συνιστώμενη δόση εξαρτάται από το σωματικό βάρος. Εάν σωματικό βάρος >40 kg: 14 mg άπαξ ημερησίως. Εάν σωματικό βάρος ≤ 40 kg: 7 mg άπαξ ημερησίως. Οι παιδιατρικοί ασθενείς που επιτυγχάνουν σταθερό σωματικό βάρος άνω των 40 kg θα πρέπει να μεταβούν σε 14 mg άπαξ ημερησίως.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμός (≥65 ετών)Χρήση με προσοχή λόγω μη επαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (χωρίς αιμοκάθαρση)Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (με αιμοκάθαρση)Αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας <10 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Εγκυμοσύνη ή γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, οι οποίες δεν χρησιμοποιούν αξιόπιστες μεθόδους αντισύλληψης στη διάρκεια της αγωγής με τεριφλουνομίδη και μετά την ολοκλήρωσή της, εφόσον τα επίπεδά της στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 0,02 mg/l. Η εγκυμοσύνη πρέπει να αποκλειστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας.ΠληθυσμόςΓυναίκες
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΓυναίκες
-
Σοβαρές καταστάσεις ανοσοανεπάρκειας, π.χ. Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας (AIDS)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σημαντική δυσλειτουργία του μυελού των οστών ή σοβαρή αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία ή θρομβοπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σοβαρή ενεργή λοίμωξη (μέχρι να υποχωρήσει)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που υποβάλλεται σε αιμοκάθαρσηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σοβαρή υποπρωτεϊναιμία, π.χ. νεφρωσικό σύνδρομοΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαδικασία ταχείας απομάκρυνσηςΜπορεί να εφαρμοστεί ανά πάσα στιγμή μετά τη διακοπή λήψης της τεριφλουνομίδης.
-
Αύξηση ηπατικών ενζύμων / Φαρμακογενής ηπατική βλάβη (DILI)ΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΗ θεραπεία με τεριφλουνομίδη πρέπει να διακόπτεται άμεσα με σταδιακή μείωση εάν υπάρχει υποψία ηπατικής βλάβης. Εάν επιβεβαιωθούν αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (τιμές υψηλότερες από 3 φορές το ULN) η θεραπεία με τεριφλουνομίδη θα πρέπει να διακόπτεται. Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται ηπατικός έλεγχος έως ότου τα ηπατικά ένζυμα να φτάσουν σε φυσιολογικά επίπεδα.
-
Αυξημένος κίνδυνος αύξησης ηπατικών ενζύμων και DILIΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προ-υπάρχουσα ηπατική πάθηση, σε συνδυασμό με άλλα ηπατοτοξικά φάρμακα ή/και με κατανάλωση μεγάλης ποσότητας οινοπνευματωδώνΝα παρακολουθούνται στενά για τυχόν σημεία και συμπτώματα ηπατικής βλάβης.
-
ΥποπρωτεϊναιμίαΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υποπρωτεϊναιμία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο)Η τεριφλουνομίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Αύξηση της αρτηριακής πίεσηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΗ αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται πριν από την έναρξη της αγωγής με τεριφλουνομίδη και στη συνέχεια ανά τακτά διαστήματα. Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της αγωγής με τεριφλουνομίδη, η αύξηση της αρτηριακής πίεσης πρέπει να αντιμετωπίζεται κατάλληλα.
-
Σοβαρή ενεργή λοίμωξηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΗ έναρξη της θεραπείας με τεριφλουνομίδη πρέπει να καθυστερεί μέχρι την υποχώρησή της.
-
Σοβαρές λοιμώξεις (π.χ. λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα, ερπητική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, διασπορά του έρπητα)ΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν ένας ασθενής εμφανίσει οποιαδήποτε σοβαρή λοίμωξη, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Τεριφλουνομίδη και να αξιολογηθούν εκ νέου τα οφέλη έναντι των κινδύνων πριν από την επανέναρξη της θεραπείας. Μπορεί να εξεταστεί η ταχεία απομάκρυνση. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Τεριφλουνομίδη θα πρέπει να αναφέρουν τυχόν συμπτώματα λοιμώξεων στον θεράποντα ιατρό.
-
Λανθάνουσα φυματίωσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι θετικοί στον προσυμπτωματικό έλεγχο για φυματίωσηΘα πρέπει να λάβουν θεραπεία σύμφωνα με την καθιερωμένη ιατρική πρακτική πριν από τη θεραπεία.
-
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) και πνευμονική υπέρτασηΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς (ο κίνδυνος μπορεί να είναι αυξημένος σε ασθενείς με ιστορικό ILD)Νέα εμφάνιση ή επιδείνωση των πνευμονικών συμπτωμάτων, όπως επίμονος βήχας και δύσπνοια, ενδέχεται να αποτελέσουν αιτία διακοπής της θεραπείας και περαιτέρω διερεύνησης. Εάν η διακοπή είναι απαραίτητη, θα πρέπει να εξεταστεί η έναρξη μιας επιταχυνόμενης διαδικασίας απομάκρυνσης.
-
Αιματολογικές διαταραχέςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα αναιμία, λευκοπενία ή/και θρομβοπενία, καθώς και σε ασθενείς με δυσλειτουργία του μυελού των οστών ή με κίνδυνο καταστολής του μυελού των οστώνΕάν εμφανιστούν τέτοιες επιδράσεις, θα πρέπει να εξεταστεί η εφαρμογή της διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης.
-
Σοβαρές αιματολογικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της πανκυτταροπενίας)ΣοβαρόΠρέπει να διακοπεί η θεραπεία με Τεριφλουνομίδη και άλλων μυελοκατασταλτικών αγωγών και να εξεταστεί η εφαρμογή μιας διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης της τεριφλουνομίδης.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SJS, TEN, DRESS)ΣοβαρόΕάν παρατηρηθούν αντιδράσεις στο δέρμα ή/και τους βλεννογόνους (ελκώδης στοματίτιδα), οι οποίες θέτουν υποψία για σοβαρές γενικευμένες δερματικές αντιδράσεις, η τεριφλουνομίδη και οποιαδήποτε άλλη πιθανόν σχετιζόμενη αγωγή πρέπει να διακοπεί και να αρχίσει άμεσα μια διαδικασία ταχείας απομάκρυνσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ασθενείς δεν πρέπει να επανεκτεθούν στην τεριφλουνομίδη.
-
Ψωρίαση (συμπεριλαμβανομένης της φλυκταινώδους) και επιδείνωση προϋπάρχουσας ψωρίασηςΠροσοχήΑνάλογα με τη νόσο και το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας και έναρξης μιας διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης.
-
Δερματικά έλκη και μειωμένη επούλωση τραύματοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν υπάρχει υποψία δερματικού έλκους που σχετίζεται με το Τεριφλουνομίδη, εάν τα δερματικά έλκη επιμένουν παρά την κατάλληλη θεραπεία, ή εάν υπάρχει υψηλός κίνδυνος μειωμένης επούλωσης τραύματος μετά από χειρουργική επέμβαση, εξετάστε το ενδεχόμενο διακοπής του Τεριφλουνομίδη και εφαρμογής διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης. Η απόφαση για επανέναρξη θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική κρίση περί επαρκούς επούλωσης του τραύματος.
-
Περιφερική νευροπάθειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν ένας ασθενής που λαμβάνει Τεριφλουνομίδη εμφανίσει επιβεβαιωμένη περιφερική νευροπάθεια, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Τεριφλουνομίδη και εφαρμογής της διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης.
-
Χρήση εξασθενημένων εμβολίωνΑντένδειξηΗ χρήση των εξασθενημένων εμβολίων ενέχει κίνδυνο λοίμωξης και για αυτό το λόγο θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Συγχορήγηση τεριφλουνομίδης με λεφλουνομίδηΠροσοχήΔε συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Συγχορήγηση με αντινεοπλασματικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες για ΠΣΠροσοχήΔεν έχει αξιολογηθεί. Παρατηρήθηκε υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία τεριφλουνομίδης με ιντερφερόνη β ή οξική γλατιραμέρη. Η μακροχρόνια ασφάλεια αυτών των συνδυασμών δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Αλλαγή από ναταλιζουμάμπη σε ΤεριφλουνομίδηΠροσοχήΑπαιτείται προσοχή λόγω πιθανής ταυτόχρονης έκθεσης και ταυτόχρονων ανοσολογικών επιδράσεων.
-
Έναρξη Τεριφλουνομίδη μετά φινγκολιμόδηΠροσοχήΗ έναρξη χορήγησης του Τεριφλουνομίδη εντός του διαστήματος που απαιτείται για την κάθαρση της φινγκολιμόδης ή την επάνοδο των λεμφοκυττάρων, μπορεί να οδηγήσει σε ταυτόχρονη έκθεση και αθροιστική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα. Ενδείκνυται προσοχή.
-
Έναρξη άλλων θεραπειών μετά τη διακοπή του ΤεριφλουνομίδηΠροσοχήΕάν η αγωγή με Τεριφλουνομίδη διακοπεί και εντός 5 ημίσειων ζωών (περίπου 3,5 μήνες) ξεκινήσουν άλλες θεραπείες, ενδέχεται να προκύψει ταυτόχρονη έκθεση στο Τεριφλουνομίδη και αθροιστική επίδραση στο ανοσοποιητικό σύστημα. Ενδείκνυται προσοχή.
-
Παρεμβολή στον προσδιορισμό των επιπέδων ιονισμένου ασβεστίουΠροσοχήΣτην περίπτωση αμφισβητούμενων μετρήσεων, συνιστάται ο προσδιορισμός της συνολικής συγκέντρωσης των επιπέδων ασβεστίου ορού διορθωμένων ως προς τη λευκωματίνη.
-
ΠαγκρεατίτιδαΣοβαρόΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της παγκρεατίτιδας. Σε περίπτωση που πιθανολογείται, θα πρέπει να μετρώνται τα παγκρεατικά ένζυμα και οι σχετιζόμενες εργαστηριακές παράμετροι. Εάν επιβεβαιωθεί, η τεριφλουνομίδη θα πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει διαδικασία ταχείας απομάκρυνσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλλειψη λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί επαγωγείς CYP, μεταφορέων (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, υπερικό)προσοχήΜείωση της έκθεσης στην τεριφλουνομίδη κατά 40% περίπου (με ριφαμπικίνη).ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Χολεστυραμίνη ή ενεργοποιημένος άνθρακαςαντένδειξηΤαχεία και σημαντική μείωση της συγκέντρωσης τεριφλουνομίδης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται οι ασθενείς που λαμβάνουν τεριφλουνομίδη να μην αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, εκτός εάν επιδιώκεται ταχεία απομάκρυνση.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στη ρεπαγλινίδη (Cmax κατά 1,7x, AUC κατά 2,4x). Η τεριφλουνομίδη είναι αναστολέας του CYP2C8 in vivo.ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (π.χ. αιθινυλοιστραδιόλη, λεβονοργεστρέλη)Αύξηση της Cmax και AUC0-24 της αιθινυλοιστραδιόλης (κατά 1,58x και 1,54x) και της λεβονοργεστρέλης (κατά 1,33x και 1,41x). Δεν αναμένεται δυσμενής επίδραση στην αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή ή προσαρμογή της θεραπείας των από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
προσοχήΜείωση της Cmax και AUC της καφεΐνης (υποστρώματος CYP1A2) κατά 18% και 55%. Η τεριφλουνομίδη ενδέχεται να είναι ασθενής επαγωγέας του CYP1A2 in vivo.ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αποτελεσματικότητας.
-
παρακολούθησηΜείωση κατά 25% της μέγιστης τιμής INR. Καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της S-βαρφαρίνης.ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση και έλεγχος του INR.
-
Υποστρώματα OAT3 (π.χ. κεφακλόρη, βενζυλοπενικιλλίνη, σιπροφλοξασίνη, ινδομεθακίνη, κετοπροφαίνη, φουροσεμίδη, σιμετιδίνη, μεθοτρεξάτη, ζιδοβουδίνη)προσοχήΑύξηση της Cmax και AUC της κεφακλόρης (κατά 1,43x και 1,54x). Η τεριφλουνομίδη είναι αναστολέας του OAT3 in vivo.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Υποστρώματα BCRP ή, και OATP1B1, B3 (π.χ. ροσουβαστατίνη, σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, πραβαστατίνη, μεθοτρεξάτη, νατεγλινίδη, ρεπαγλινίδη, ριφαμπικίνη)προσοχήΑύξηση της Cmax και AUC της ροσουβαστατίνης (κατά 2,65x και 2,51x). Η τεριφλουνομίδη είναι αναστολέας.ΣύστασηΓια ροσουβαστατίνη, συνιστάται μείωση της δόσης κατά 50%. Για άλλα υποστρώματα, η χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα υπερβολικής έκθεσης και να εξετάζεται η μείωση της δόσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γρίππη
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Κυστίτιδα
- Ιογενής γαστρεντερίτιδα
- Οδοντική λοίμωξη
- Λαρυγγίτιδα
- Τριχοφυτία των ποδιών
- Λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα
- Σοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίας
- Λοιμώξεις (σε παιδιατρικό πληθυσμό)
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Μείωση ουδετεροφίλων
- Μείωση λευκοκυττάρων
- Ήπιας μορφής θρομβοπενία (αιμοπετάλια <100 G/l)
- Αλλεργική αντίδραση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (άμεσες ή όψιμες) συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και του αγγειοοιδήματος
- Άγχος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ισχιαλγία
- Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
- Υπεραισθησία
- Νευραλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παραισθησία (σε παιδιατρικό πληθυσμό)
- Αίσθημα παλμών
- Υπέρταση
- Πνευμονική υπέρταση
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Διάρροια
- Ναυτία
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Έμετος
- Οδονταλγία
- Στοματίτιδα
- Κολίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Κοιλιακό άλγος (σε παιδιατρικό πληθυσμό)
- Αύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT)
- Φαρμακευτικά επαγόμενη ηπατική βλάβη (DILI)
- Αύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσης
- Οξεία ηπατίτιδα
- Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης
- Αύξηση κρεατινοφωσφοκινάσης αίματος
- Δυσλιπιδαιμία
- Απώλεια βάρους
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Ακμή
- Διαταραχές ονύχων
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
- Ψωρίαση (περιλαμβανομένης της φλυκταινώδους ψωρίασης)
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Πολυουρία
- Μηνορραγία
- Άλγος
- Εξασθένιση
- Αύξηση της CPK (σε παιδιατρικό πληθυσμό)
- Μετατραυματικός πόνος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγος (σε παιδιατρικό πληθυσμό)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις (σε παιδιατρικό πληθυσμό)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησία (σε παιδιατρικό πληθυσμό)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινοφωσφοκινάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση της CPK (σε παιδιατρικό πληθυσμό)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓρίππηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΙογενής γαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΙσχιαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις από τον ιό του έρπηταΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΜείωση λευκοκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜείωση ουδετεροφίλωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜετατραυματικός πόνοςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟδοντική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο καρπιαίου σωλήναΝευρικό
-
ΣυχνέςΤριχοφυτία των ποδιώνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΉπιας μορφής θρομβοπενία (αιμοπετάλια <100 G/l)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ονύχωνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝευραλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΟξεία ηπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική υπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣοβαρές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίαςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΨωρίαση (περιλαμβανομένης της φλυκταινώδους ψωρίασης)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (άμεσες ή όψιμες) συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και του αγγειοοιδήματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικά επαγόμενη ηπατική βλάβη (DILI)Ηπατοχολικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΕνδέχεται να προκαλέσει σοβερές συγγενείς ανωμαλίες. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης, διακοπή αγωγής και εφαρμογή διαδικασίας ταχείας απομάκρυνσης.
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα έδειξαν απέκκριση της τεριφλουνομίδης στο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν αναμένεται επίδρασηΤα αποτελέσματα μελετών σε ζώα δεν καταδεικνύουν καμία επίδραση στη γονιμότητα. Δεν αναμένεται επίδραση στην ανδρική και στη γυναικεία γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, Αναστολείς της διϋδροοροτικής αφυδρογονάσης (DHODH), κωδικός ATC: L04AK02
Μηχανισμός δράσης
Η τεριφλουνομίδη είναι ένας ανοσοτροποποιητικός παράγοντας με αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που εκλεκτικά και αναστρέψιμα αναστέλλει το μιτοχονδριακό ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση (DHO-DH), το οποίο λειτουργικά συνδέεται με την αναπνευστική αλυσίδα. Ως συνέπεια της αναστολής, η τεριφλουνομίδη γενικά μειώνει τον πολλαπλασιασμό των ταχέως διαιρούμενων κυττάρων που εξαρτώνται από την de novo σύνθεση της πυριμιδίνης για να επεκταθούν. Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο η τεριφλουνομίδη ασκεί τη θεραπευτική της δράση στην ΠΣ δεν είναι πλήρως κατανοητός, αλλά διαμεσολαβείται από ένα μειωμένο αριθμό λεμφοκυττάρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ανοσοποιητικό σύστημα Επιδράσεις στον αριθμό των κυττάρων του ανοσοποιητικού στο αίμα: Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, η τεριφλουνομίδη 14 mg μία φορά την ημέρα οδήγησε σε ήπια μείωση του μέσου αριθμού των λεμφοκυττάρων, της τάξης του 0,3 x 109/l, η οποία σημειώθηκε κατά τους πρώτους 3 μήνες της αγωγής και τα επίπεδα αυτά διατηρήθηκαν μέχρι το τέλος της αγωγής.
Δυνατότητα παράτασης του διαστήματος QT Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο ενδελεχή μελέτη του διαστήματος QT που πραγματοποιήθηκε σε υγιή άτομα, η τεριφλουνομίδη σε μέσες συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης δεν έδειξε δυνατότητα παράτασης του διαστήματος QTcF σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο: η μεγαλύτερη μέση διαφορά μεταξύ τεριφλουνομίδης και εικονικού φαρμάκου μετά από χρονική αντιστοίχιση ήταν 3,45 ms, με το ανώτατο όριο του 90% CI να βρίσκεται στα 6,45 ms.
Επίδραση στη λειτουργία των νεφρικών σωληναρίων Στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, μέση μείωση του ουρικού οξέος του ορού σε μια κλίμακα 20% έως 30% παρατηρήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν τεριφλουνομίδη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η μέση μείωση του φωσφόρου ορού ήταν κοντά στο 10% στην ομάδα τεριφλουνομίδης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι επιδράσεις αυτές θεωρείται ότι σχετίζονται με την αύξηση στη νεφρική σωληναριακή απέκκριση και δεν σχετίζονται με μεταβολές στη λειτουργία της σπειραματικής διήθησης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα του Τεριφλουνομίδη καταδείχτηκε σε δύο μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, στη μελέτη TEMSO και την TOWER, στις οποίες αξιολογήθηκαν οι άπαξ ημερήσιες δόσεις τεριφλουνομίδης 7 mg και 14 mg σε ενήλικες ασθενείς με ΥΠΣ.
Συνολικά 1.088 ασθενείς με ΥΠΣ τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη TEMSO να λάβουν 7 mg (n=366) ή 14 mg (n=359) τεριφλουνομίδης ή εικονικού φαρμάκου (n= 363) για διάστημα 108 εβδομάδων. Όλοι οι ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη διάγνωση ΠΣ [βάσει των κριτηρίων McDonald (2001)], παρουσίαζαν υποτροπιάζουσα κλινική πορεία, με ή χωρίς εξέλιξη της νόσου, και είχαν εμφανίσει τουλάχιστον 1 υποτροπή κατά το έτος πριν τη διεξαγωγή της δοκιμής ή τουλάχιστον 2 υποτροπές κατά τα δύο έτη πριν τη διεξαγωγή της δοκιμής. Κατά την είσοδό τους, οι ασθενείς είχαν βαθμολογία ≤5,5 στη Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS). Η μέση ηλικία του πληθυσμού της μελέτης ήταν 37,9 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών είχαν υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (91,5%), αλλά μια υποομάδα ασθενών είχε δευτερεύουσα εξελισσόμενη (4,7%) ή εξελισσόμενη υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (3,9%). Ο μέσος αριθμός υποτροπών εντός του έτους πριν την εισαγωγή στη μελέτη ήταν 1,4 με 36,2% των ασθενών να έχουν βλάβες που προσλαμβάνουν γαδολίνιο κατά την έναρξη. Η διάμεση βαθμολογία EDSS κατά την αρχική αξιολόγηση ήταν 2,50, ενώ 249 ασθενείς (22,9%) είχαν βαθμολογία EDSS > 3,5 κατά την αρχική αξιολόγηση. Η μέση διάρκεια της νόσου, από τα πρώτα συμπτώματα, ήταν 8,7 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών (73%) δεν είχε λάβει θεραπεία τροποποιητική της νόσου κατά τη διάρκεια των 2 ετών πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.
Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα παρακολούθησης από τη μακροπρόθεσμη επέκταση της μελέτης TEMSO (συνολική μέση διάρκεια θεραπείας περίπου 5 έτη, μέγιστη διάρκεια θεραπείας περίπου 8,5 έτη) δεν παρουσίασαν κάποια νέα ή μη αναμενόμενα ευρήματα ασφάλειας.
Συνολικά 1.169 ασθενείς με ΥΠΣ τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη TOWER να λάβουν 7 mg (n=408) ή 14 mg (n=372) τεριφλουνομίδης ή εικονικού φαρμάκου (n= 389) για μεταβλητό διάστημα αγωγής που ολοκληρώθηκε 48 εβδομάδες μετά την τυχαιοποίηση του τελευταίου ασθενούς. Όλοι οι ασθενείς είχαν επιβεβαιωμένη διάγνωση ΠΣ [βάσει των κριτηρίων McDonald (2005)], παρουσίαζαν υποτροπιάζουσα κλινική πορεία, με ή χωρίς εξέλιξη της νόσου, και είχαν εμφανίσει τουλάχιστον 1 υποτροπή κατά το έτος πριν τη διεξαγωγή της δοκιμής ή τουλάχιστον 2 υποτροπές κατά τα δύο έτη πριν τη διεξαγωγή της δοκιμής. Κατά την είσοδό τους, οι ασθενείς είχαν βαθμολογία ≤5,5 στη Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS). Η μέση ηλικία του πληθυσμού της μελέτης ήταν 37,9 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών είχαν υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (97,5%), αλλά μια υποομάδα ασθενών είχε δευτερεύουσα εξελισσόμενη (0,8%) ή εξελισσόμενη υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (1,7%). Ο μέσος αριθμός υποτροπών εντός του έτους πριν την εισαγωγή στη μελέτη ήταν 1,4. Βλάβες που προσλαμβάνουν γαδολίνιο κατά την αρχική αξιολόγηση: χωρίς δεδομένα. Η διάμεση βαθμολογία EDSS κατά την αρχική αξιολόγηση ήταν 2,50, ενώ 298 ασθενείς (25,5%) είχαν βαθμολογία EDSS > 3,5 κατά την αρχική αξιολόγηση. Η μέση διάρκεια της νόσου, από τα πρώτα συμπτώματα, ήταν 8,0 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών (67,2%) δεν είχε λάβει θεραπεία τροποποιητική της νόμου κατά τη διάρκεια των 2 ετών πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1 - Κύρια αποτελέσματα (για την εγκεκριμένη δόση, πληθυσμός ITT)
| Μελέτη TEMSO | Μελέτη TOWER | |
|---|---|---|
| N | Τεριφλουνομίδη 14 mg / Εικονικό φάρμακο | Τεριφλουνομίδη 14 mg / Εικονικό φάρμακο |
| 358 / 363 | 370 / 388 | |
| Κλινικές Εκβάσεις | ||
| Ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών | 0,37 / 0,54 | 0,32 / 0,50 |
| Διαφορά κινδύνου (CI95%) | -0,17 (-0,26, -0,08)**** | -0,18 (-0,27, -0,09)**** |
| Ελεύθεροι υποτροπών εβδομάδα 108 | 56,5% / 45,6% | 57,1% / 46,8% |
| Λόγος κινδύνου (CI95%) | 0,72, (0,58, 0,89)** | 0,63, (0,50, 0,79)**** |
| 3μηνη Διατηρούμενη Εξέλιξη Αναπηρίας εβδομάδα 108 | 20,2% / 27,3% | 15,8% / 19,7% |
| Λόγος κινδύνου (CI95%) | 0,70 (0,51, 0,97)* | 0,68 (0,47, 1,00)* |
| 6μηνη Διατηρούμενη Εξέλιξη Αναπηρίας εβδομάδα 108 | 13,8% / 18,7% | 11,7% / 11,9% |
| Λόγος κινδύνου (CI95%) | 0,75 (0,50, 1,11) | 0,84 (0,53, 1,33) |
| Τελικά σημεία MRI | ||
| Μεταβολή στο BOD (1) εβδομάδα 108 | 0,72 / 2,21 | Δεν μετρήθηκε |
| Μεταβολή σε σχέση με το εικονικό φάρμακο | 67%*** | |
| Μέσος Αριθμός βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο την εβδομάδα 108 | 0,38 / 1,18 | |
| Μεταβολή σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (CI95%) | -0,80 (-1,20, -0,39)**** | |
| Αριθμός μοναδικών ενεργών βλαβών/απεικόνιση | 0,75 / 2,46 | |
| Μεταβολή σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (CI95%) | 69%, (59%· 77%)**** |
**** p<0,0001 *** p<0,001 ** p<0,01 * p<0,05 συγκρινόμενο με το εικονικό φάρμακο (1) BOD: φορτίο νόσου: συνολικός όγκος βλαβών (υπόπυκνες στις T2 και T1) σε ml
Αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με υψηλή δραστηριότητα της νόσου: Παρατηρήθηκε μια σταθερή επίδραση της αγωγής στις υποτροπές και το χρόνο έως την 3μηνη διατηρούμενη εξέλιξη της αναπηρίας σε μια υποομάδα ασθενών στην TEMSO (n=127) με υψηλή δραστηριότητα της νόσου. Λόγω του σχεδιασμού της μελέτης, υψηλή δραστηριότητα της νόσου ορίστηκε ως 2 ή περισσότερες υποτροπές σε ένα έτος και με μία ή περισσότερες βλάβες που προσλαμβάνουν γαδολίνιο σε MRI εγκεφάλου. Δεν πραγματοποιήθηκε παρόμοια ανάλυση υποομάδας στην TOWER αφού δεν ελήφθησαν δεδομένα MRI.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς που απέτυχαν να ανταποκριθούν σε ένα πλήρες και επαρκές σχήμα (κανονικά τουλάχιστον ένα έτος αγωγής) ιντερφερόνης β, έχοντας τουλάχιστον μία υποτροπή το προηγούμενο έτος ενώ ήταν σε θεραπεία και τουλάχιστον 9 υπόπυκνες βλάβες στις Τ2 σε MRI κρανίου ή τουλάχιστον 1 βλάβη που προσλαμβάνει γαδολίνιο ή ασθενείς που έχουν ένα μη μεταβληθέν ή αυξημένο ποσοστό υποτροπών το προηγούμενο έτος όπως συγκρίνονται με τα προηγούμενα 2 έτη.
Η μελέτη TOPIC ήταν μια διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που αξιολογούσε τις άπαξ ημερήσιες δόσεις τεριφλουνομίδης 7 mg και 14 mg για έως και 108 εβδομάδες σε ασθενείς με ένα πρώτο κλινικό επεισόδιο απομυελίνωσης (μέσος όρος ηλικίας 32,1 έτη). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το χρονικό διάστημα μέχρι την εμφάνιση ενός δεύτερου κλινικού επεισοδίου (υποτροπή). Συνολικά 618 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν 7 mg (n=205) ή 14 mg (n=216) τεριφλουνομίδης ή εικονικό φάρμακο (n=197). Ο κίνδυνος για ένα δεύτερο κλινικό επεισόδιο σε διάστημα 2 ετών ήταν 35,9% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 24,0% στην ομάδα της τεριφλουνομίδης 14 mg (πηλίκο κινδύνου: 0,57, 95% διάστημα εμπιστοσύνης: από 0,38 έως 0,87, p=0,0087). Τα αποτελέσματα της μελέτης TOPIC επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της τεριφλουνομίδης στην υποτροπιάζουσα διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RRMS) (περιλαμβανομένης και της αρχόμενης RRMS με πρώτο κλινικό απομυελινωτικό επεισόδιο και βλάβες στην MRI με διασπορά στο χρόνο και στο χώρο).
Η αποτελεσματικότητα της τεριφλουνομίδης συγκρίθηκε με αυτή της υποδόριας ιντερφερόνης β-1α (στη συνιστώμενη δόση των 44 µg τρεις φορές την εβδομάδα) σε 324 τυχαιοποιημένους ασθενείς, σε μια μελέτη (TENERE) με ελάχιστη διάρκεια αγωγής 48 εβδομάδες (μέγιστη διάρκεια 114 εβδομάδες). Ο κίνδυνος αποτυχίας (επιβεβαιωμένη υποτροπή ή μόνιμη διακοπή αγωγής, όποιο από τα δύο προηγείται χρονικά) ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο. Ο αριθμός των ασθενών με μόνιμη διακοπή της αγωγής στην ομάδα τεριφλουνομίδης 14 mg ήταν 22 από τους 111 (19,8%), με αιτίες να είναι οι ανεπιθύμητες ενέργειες (10,8%), έλλειψη αποτελεσματικότητας (3,6%), άλλος λόγος (4,5%) και εγκατάλειψης της θεραπείας (0,9%). Ο αριθμός των ασθενών με μόνιμη διακοπή της αγωγής στην ομάδα ιντερφερόνης β-1α ήταν 30 από τους 104 (28,8%), με τις αιτίες να είναι ανεπιθύμητες ενέργειες (21,2%), έλλειψη αποτελεσματικότητας (1,9%), άλλος λόγος (4,8%) και χαμηλή συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο (1%). Η τεριφλουνομίδη 14 mg/ημέρα δεν ήταν ανώτερη σε σχέση με την ιντερφερόνη β-1α ως προς το πρωτεύον τελικό σημείο: το εκτιμώμενο ποσοστό των ασθενών με αποτυχία αγωγής στις 96 εβδομάδες με χρήση της μεθόδου Kaplan-Meier ήταν 41,1% έναντι 44,4% (τεριφλουνομίδη 14 mg έναντι ιντερφερόνης β-1α, p=0,595).
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 10 έως 17 ετών) Η EFC11759/TERIKIDS ήταν μία διεθνής, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 10 έως 17 ετών με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα ΠΣ, στην οποία αξιολογήθηκαν άπαξ ημερησίως χορηγούμενες δόσεις τεριφλουνομίδης (προσαρμοσμένες για την επίτευξη έκθεσης ισοδύναμης με τη δόση των 14 mg σε ενήλικες) για μία περίοδο 96 εβδομάδων ακολουθούμενη από μία ανοικτή περίοδο επέκτασης. Όλοι οι ασθενείς είχαν εμφανίσει τουλάχιστον 1 υποτροπή το τελευταίο 1 έτος ή τουλάχιστον 2 υποτροπές τα τελευταία 2 έτη πριν από τη μελέτη. Νευρολογικές αξιολογήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση και κάθε 24 εβδομάδες έως την ολοκλήρωση, καθώς και σε μη προγραμματισμένες επισκέψεις σε περίπτωσης πιθανολογούμενης υποτροπής. Οι ασθενείς με κλινική υποτροπή ή υψηλή ενεργότητα στην MRI με τουλάχιστον 5 νέες ή αυξανόμενες σε μέγεθος T2 βλάβες σε 2 διαδοχικές τομογραφίες, μεταπήδησαν πριν από τις 96 εβδομάδες στην ανοικτή περίοδο επέκτασης προκειμένου να διασφαλιστεί η θεραπεία με δραστικό φάρμακο. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος έως την πρώτη κλινική υποτροπή μετά την τυχαιοποίηση. Ο χρόνος έως την πρώτη επιβεβαιωμένη κλινική υποτροπή ή την υψηλή ενεργότητα στην MRI, αναλόγως με το τι συνέβη πρώτο, είχε προκαθοριστεί ως ανάλυση ευαισθησίας, επειδή περιλαμβάνει τόσο τις κλινικές προϋποθέσεις όσο και τις προϋποθέσεις στην MRI για τη μεταπήδηση στην ανοικτή περίοδο.
Συνολικά 166 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 σε λήψη τεριφλουνομίδης (n=109) ή εικονικού φαρμάκου (n=57). Κατά την είσοδο, οι ασθενείς της μελέτης είχαν βαθμολογία EDSS ≤5,5, η μέση ηλικία ήταν 14,6 έτη, το μέσο σωματικό βάρος ήταν 58,1 kg, η μέση διάρκεια της νόσου από τη διάγνωση ήταν 1,4 έτη και ο μέσος αριθμός T1 βλαβών που προσλαμβάνουν Gd ήταν 3,9 βλάβες ανά τομογραφία MRI κατά την έναρξη της μελέτης. Όλοι οι ασθενείς είχαν υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα ΠΣ με διάμεση βαθμολογία EDSS 1,5 στην έναρξη της μελέτης. Ο μέσος χρόνος θεραπείας ήταν 362 ημέρες με εικονικό φάρμακο και 488 ημέρες με τεριφλουνομίδη. Μεταπήδηση από τη διπλά τυφλή στην ανοιχτή περίοδο θεραπείας λόγω υψηλής ενεργότητας στην MRI πραγματοποιήθηκε πιο συχνά από ότι αναμενόταν, καθώς και πιο συχνά και πιο νωρίς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου σε σύγκριση με την ομάδα της τεριφλουνομίδη (26% για το εικονικό φάρμακο, 13% για την τεριφλουνομίδη).
Η τεριφλουνομίδη μείωσε τον κίνδυνο κλινικής υποτροπής κατά 34% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, χωρίς επίτευξη στατιστικής σημαντικότητας (p = 0,29) (Πίνακας 2). Στην προκαθορισμένη ανάλυση ευαισθησίας, η τεριφλουνομίδη πέτυχε στατιστικά σημαντική μείωση του συνδυασμένου κινδύνου κλινικής υποτροπής ή υψηλής ενεργότητας στην MRI κατά 43% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (p = 0,04) (Πίνακας 2).
Η τεριφλουνομίδη μείωσε σημαντικά τον αριθμό των νέων και αυξανόμενων σε μέγεθος T2 βλαβών ανά τομογραφία κατά 55% (p=0,0006) (post-hoc ανάλυση προσαρμοσμένη επίσης ως προς τις αρχικές T2 μετρήσεις: 34%, p=0,0446) και τον αριθμό των T1 βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο ανά τομογραφία κατά 75% (p <0,0001) (Πίνακας 2).
Πίνακας 2 - Κλινικά αποτελέσματα και αποτελέσματα MRI της μελέτης EFC11759/TERIKIDS
| Τεριφλουνομίδη (N=109) | Εικονικό φάρμακο (N=57) | |
|---|---|---|
| Κλινικά καταληκτικά σημεία | ||
| Χρόνος έως την πρώτη επιβεβαιωμένη κλινική υποτροπή, Πιθανότητα (95%CI) επιβεβαιωμένης υποτροπής την Εβδομάδα 96 | 0,39 (0,29, 0,48) | 0,53 (0,36, 0,68) |
| Πιθανότητα (95%CI) επιβεβαιωμένης υποτροπής την Εβδομάδα 48 | 0,30 (0,21, 0,39) | 0,39 (0,30, 0,52) |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,66 (0,39, 1,11)^ | |
| Χρόνος έως την πρώτη επιβεβαιωμένη κλινική υποτροπή ή την υψηλή ενεργότητα στην MRI, Πιθανότητα (95%CI) επιβεβαιωμένης υποτροπής ή υψηλής ενεργότητας στην MRI την Εβδομάδα 96 | 0,51 (0,41, 0,60) | 0,72 (0,58, 0,82) |
| Πιθανότητα (95%CI) επιβεβαιωμένης υποτροπής ή υψηλής ενεργότητας στην MRI την Εβδομάδα 48 | 0,38 (0,29, 0,47) | 0,56 (0,42, 0,68) |
| Αναλογία κινδύνου (95% CI) | 0,57 (0,37, 0,87)* | |
| Κύρια καταληκτικά σημεία στην MRI | ||
| Προσαρμοσμένος αριθμός νέων ή αυξανόμενων σε μέγεθος T2 βλαβών, Εκτίμηση (95% CI) | 4,74 (2,12, 10,57) | 10,52 (4,71, 23,50) |
| Εκτίμηση (95% CI), post-hoc ανάλυση προσαρμοσμένη επίσης ως προς τις αρχικές T2 μετρήσεις | 3,57 (1,97, 6,46) | 5,37 (2,84, 10,16) |
| Σχετικός κίνδυνος (95% CI) | 0,45 (0,29, 0,71)** | |
| Σχετικός κίνδυνος (95% CI), post-hoc ανάλυση προσαρμοσμένη επίσης ως προς τις αρχικές T2 μετρήσεις | 0,67 (0,45, 0,99)* | |
| Προσαρμοσμένος αριθμός T1 βλαβών που προσλαμβάνουν Gd, Εκτίμηση (95% CI) | 1,90 (0,66, 5,49) | 7,51 (2,48, 22,70) |
| Σχετικός κίνδυνος (95% CI) | 0,25 (0,13, 0,51)*** |
^p≥0,05 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, * p<0,05, ** p<0,001, *** p<0,0001 Η πιθανότητα βασίστηκε σε εκτίμηση Kaplan-Meier και η Εβδομάδα 96 ήταν το τέλος της θεραπείας της μελέτης (EOT).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Τεριφλουνομίδη σε παιδιά ηλικίας από τη γέννησή τους έως μικρότερα των 10 ετών στην αντιμετώπιση της πολλαπλής σκλήρυνσης (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες στην παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Ο διάμεσος χρόνος έως την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα κυμαίνεται από 1 έως 4 ώρες μετά τη δόση, έπειτα από επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση τεριφλουνομίδης, με υψηλή βιοδιαθεσιμότητα (περίπου 100%). Η τροφή δεν έχει κλινικώς σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της τεριφλουνομίδης. Σύμφωνα με τις μέσες προβλεπόμενες παραμέτρους φαρμακοκινητικής που υπολογίστηκαν από την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση (PopPK) με τη χρήση δεδομένων από υγιείς εθελοντές και ασθενείς με ΠΣ, η συγκέντρωση σταθερής κατάστασης προσεγγίζεται αργά [δηλαδή περίπου 100 ημέρες (3,5 μήνες) μέχρι την επίτευξη του 95% των συγκεντρώσεων σταθερής κατάστασης] και ο εκτιμώμενος λόγος άθροισης της AUC είναι περίπου 34 φορές επιπλέον.
Κατανομή
Η τεριφλουνομίδη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό σε πρωτεΐνες του πλάσματος (>99%), πιθανότατα στη λευκωματίνη και κατανέμεται κυρίως στο πλάσμα. Ο όγκος κατανομής είναι 11 l μετά από μία ενδοφλέβια (IV) χορήγηση. Ωστόσο, αυτό αποτελεί πιθανότατα υποεκτίμηση, δεδομένου ότι παρατηρήθηκε εκτεταμένη κατανομή στα όργανα αρουραίων.
Βιομετασχηματισμός
Η τεριφλουνομίδη μεταβολίζεται σε μέτριο βαθμό και αποτελεί το μόνο συστατικό που ανιχνεύεται στο πλάσμα. Η κύρια οδός βιομετασχηματισμού της τεριφλουνομίδης είναι η υδρόλυση, με δευτερεύουσα οδό την οξείδωση. Οι δευτερεύουσες οδοί είναι η οξείδωση, η N-ακετυλίωση και η σύζευξη με θειικά.
Αποβολή
Η τεριφλουνομίδη απεκκρίνεται στη γαστρεντερική οδό, κυρίως μέσω της χολής, ως αμετάβλητη δραστική ουσία και πιθανότατα με άμεση έκκριση. Η τεριφλουνομίδη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής BCRP, ο οποίος πιθανόν να συμβάλλει στην άμεση έκκριση. Σε διάστημα 21 ημερών, το 60,1% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται με τα κόπρανα (37,5%) και τα ούρα (22,6%). Μετά τη διαδικασία ταχείας απομάκρυνσης με χολεστυραμίνη, ανακτήθηκε επιπλέον ποσοστό 23,1% (κυρίως στα κόπρανα). Βάσει μεμονωμένης πρόβλεψης των φαρμακοκινητικών παραμέτρων με χρήση του μοντέλου PopPK της τεριφλουνομίδης σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με ΠΣ, η διάμεση τιμή t1/2z ήταν περίπου 19 ημέρες μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις των 14 mg. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση, η συνολική κάθαρση της τεριφλουνομίδης είναι 30,5 ml/h.
Διαδικασία ταχείας απομάκρυνσης: χολεστυραμίνη και ενεργοποιημένος άνθρακας Η αποβολή της τεριφλουνομίδης από την κυκλοφορία μπορεί να επιταχυνθεί με τη χορήγηση χολεστυραμίνης ή ενεργοποιημένου άνθρακα, πιθανότατα μέσω της διακοπής των διαδικασιών επαναπορρόφησης σε επίπεδο εντέρου. Οι συγκεντρώσεις τεριφλουνομίδης που μετρήθηκαν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας 11 ημερών με σκοπό την επιτάχυνση της απομάκρυνσης της τεριφλουνομίδης με 8 g χολεστυραμίνης, τρεις φορές την ημέρα, 4 g χολεστυραμίνης, τρεις φορές την ημέρα ή 50 g ενεργοποιημένου άνθρακα, δύο φορές την ημέρα, έπειτα από διακοπή της αγωγής με τεριφλουνομίδη κατέδειξαν ότι τα συγκεκριμένα δοσολογικά σχήματα ήταν αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της απομάκρυνσης της τεριφλουνομίδης, οδηγώντας σε πάνω από 98% μείωση των συγκεντρώσεων τεριφλουνομίδης στο πλάσμα και με τη χολεστυραμίνη να επιδεικνύει ταχύτερη δράση από τον άνθρακα. Μετά τη διακοπή της τεριφλουνομίδης και τη χορήγηση χολεστυραμίνης 8 g τρεις φορές την ημέρα, η συγκέντρωση τεριφλουνομίδης στο πλάσμα μειώθηκε κατά 52% στο τέλος της ημέρας 1, κατά 91% στο τέλος της ημέρας 3, κατά 99,2% στο τέλος της ημέρας 7 και κατά 99,9% με την ολοκλήρωση της ημέρας 11. Η επιλογή μεταξύ των 3 διαδικασιών αποβολής εξαρτάται από την ανοχή του ασθενούς. Εάν η χορήγηση χολεστυραμίνης 8 g, τρεις φορές ημερησίως, δεν είναι καλώς ανεκτή, μπορεί να χορηγηθεί δόση χολεστυραμίνης 4 g τρεις φορές την ημέρα. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενεργοποιημένος άνθρακας (οι 11 ημέρες δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι διαδοχικές, εκτός εάν επιβάλλεται η ταχεία μείωση των συγκεντρώσεων τεριφλουνομίδης στο πλάσμα).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η συστηματική έκθεση αυξάνεται αναλογικά με τη δόση μετά την από του στόματος χορήγηση τεριφλουνομίδης 7 έως 14 mg.
Χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών
Φύλο και ηλικιωμένοι Ορισμένες πηγές ενδογενούς μεταβλητότητας αναγνωρίστηκαν σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με ΠΣ βάσει της ανάλυσης PopPK: ηλικία, σωματικό βάρος, φύλο, φυλή και επίπεδα λευκωματίνης και χολερυθρίνης. Εντούτοις, η επίδραση αυτών των παραγόντων παραμένει περιορισμένη (≤31%).
Ηπατική δυσλειτουργία Η ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της τεριφλουνομίδης. Συνεπώς, δεν προβλέπεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η τεριφλουνομίδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Νεφρική δυσλειτουργία Η σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε επίδραση στη φαρμακοκινητική της τεριφλουνομίδης. Συνεπώς, δεν προβλέπεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος >40 kg που έλαβαν αγωγή με δόση 14 mg άπαξ ημερησίως, οι εκθέσεις σε σταθερή κατάσταση ήταν στο εύρος που παρατηρείται σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με το ίδιο δοσολογικό σχήμα. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος ≤40 kg, η αγωγή με δόση 7 mg άπαξ ημερησίως (βάσει περιορισμένων κλινικών δεδομένων και προσομοιώσεων) οδήγησε σε εκθέσεις σταθερής κατάστασης στο εύρος που παρατηρείται σε ενήλικες ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με 14 mg άπαξ ημερησίως. Οι παρατηρούμενες κατώτατες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση ποίκιλαν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των ατόμων, όπως έχει παρατηρηθεί σε ενήλικες ασθενείς με ΠΣ.