Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
BIVOL 5MG/TAB
Διακοπή
|
5 / TAB | 5.21 € |
| 5 / TAB | 3.40 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Θεραπεία σταθερής χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας, ήπιας και μέτριας μορφής, επιπρόσθετα σε κλασσικές θεραπείες
σε: ηλικιωμένοι ασθενείς 70 ετών και άνω
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
BIVOL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: κατά προτίμηση την ίδια ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 5 mg ημερησίως (για υπέρταση)
- Τιτλοποίηση: Η θεραπεία της σταθερής χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας πρέπει να ξεκινά με προοδευτική αύξηση της δοσολογίας σε διαστήματα 1 - 2 εβδομάδων, με βάση την ανεκτικότητα του ασθενούς, μέχρι να επιτευχθεί η βέλτιμη ατομική δόση διατήρησης. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 10 mg μια φορά την ημέρα. Η έναρξη της θεραπείας και κάθε αύξηση της δόσης πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη έμπειρου ιατρού για τουλάχιστον 2 ώρες.
-
Ενήλικες (Υπέρταση)Δόση5 mg ημερησίωςΗ επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης γίνεται εμφανής μετά από 1-2 εβδομάδες θεραπείας. Βέλτιστη επίδραση επιτυγχάνεται περιστασιακά μόνο μετά από 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Υπέρταση)Δόση2,5 mg ημερησίως (δόση έναρξης)Μέγ. δόση5 mg ημερησίωςΕάν χρειάζεται, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σε 5mg.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Υπέρταση)Η χρήση των δισκίων Νεμπιβολόλη 2,5 mg ή Νεμπιβολόλη 5 mg σε αυτούς τους ασθενείς αντενδείκνυται.
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών) (Υπέρταση)Δόση2,5 mg ημερησίως (δόση έναρξης)Μέγ. δόση5 mg ημερησίωςΕάν χρειάζεται, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σε 5mg. Απαιτείται προσοχή και στενή παρακολούθηση σε ασθενείς άνω των 75 ετών.
-
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών) (Υπέρταση)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
-
Ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΔόσηΑτομική τιτλοποίηση, μέγιστη δόση διατήρησης 10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση10 mg ημερησίωςΗ έναρξη της θεραπείας και κάθε αύξηση της δόσης πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη έμπειρου ιατρού για χρονική περίοδο τουλάχιστον 2 ωρών. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια χωρίς οξεία ανεπάρκεια κατά τους τελευταίους 6 μήνες. Η δοσολογία άλλων καρδιαγγειακών φαρμάκων πρέπει να έχει σταθεροποιηθεί τις τελευταίες 2 εβδομάδες πριν την έναρξη.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια έως μέτρια μορφή. Η χρήση της νεμπιβολόλης σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού ≥ 250μmol/L) δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Η χρήση των δισκίων Νεμπιβολόλη 2,5 mg ή Νεμπιβολόλη 5 mg σε αυτούς τους ασθενείς αντενδείκνυται.
-
Ηλικιωμένοι (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, εφόσον η αύξηση της δόσης μέχρι τη μέγιστη ανεκτή δόση ρυθμίζεται σε ατομική βάση.
-
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών) (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης στοιχείων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ηπατική ανεπάρκεια ή μειωμένη ηπατική λειτουργία
-
Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενές σοκ ή επεισόδια αντιρρόπησης καρδιακής ανεπάρκειας που απαιτούν ενδοφλέβια θεραπεία με ινότροπα
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου, συμπεριλαμβανομένου φλεβοκομβοκολπικού αποκλεισμού
-
AV -αποκλεισμός δευτέρου και τρίτου βαθμού (χωρίς βηματοδότη)
-
Ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
-
Μη ελεγχόμενο φαιοχρωμοκύττωμα
-
Μεταβολική οξέωση
-
Βραδυκαρδία (καρδιακός ρυθμός < 60 παλμούς ανά λεπτό πριν την έναρξη της θεραπείας)
-
Υπόταση (συστολική πίεση < 90mmHg)
-
Σοβαρές περιφερικές διαταραχές κυκλοφορίας
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΑναισθησίαΗ συνέχιση του βήτα-αποκλεισμού μειώνει τον κίνδυνο αρρυθμιών κατά τη διάρκεια της επαγωγής και διασωλήνωσης. Εάν ο βήτα-αποκλεισμός διακοπεί κατά τη προετοιμασία για τη χειρουργική επέμβαση, ο βήτα-αδρενεργικός ανταγωνιστής πρέπει να διακοπεί τουλάχιστον 24 ώρες νωρίτερα.
-
ΑναισθησίαπροσοχήΑπαιτείται προσοχή με ορισμένα αναισθητικά που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου. Ο ασθενής μπορεί να προστατευθεί από αντιδράσεις από το παρασυμπαθητικό μέσω ενδοφλέβιας χορήγησης ατροπίνης.
-
Μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ)Πληθυσμόςασθενείς με μη ελεγχόμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ)δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, εκτός εάν η κατάστασή τους έχει σταθεροποιηθεί
-
Στεφανιαία καρδιακή νόσοςΠληθυσμόςασθενείς με στεφανιαία καρδιακή νόσοη θεραπεία με βήτα-αδερενεργικό ανταγωνιστή πρέπει να διακόπτεται προοδευτικά, δηλ. σε περίοδο 1-2 εβδομάδων. Εάν είναι απαραίτητο, πρέπει ταυτόχρονα να αρχίζει θεραπεία αντικατάστασης, για να αποφευχθεί η παρόξυνση της στηθάγχης.
-
Βραδυκαρδίαεάν ο ρυθμός παλμού πέσει κάτω από 50-55 παλμούς ανά λεπτό εν ηρεμία ή/και ο ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα που είναι ενδεικτικά βραδυκαρδίας, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί.
-
Περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχές (νόσος ή σύνδρομο Raynaud, διαλείπουσα χωλότητα)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχέςπρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να παρουσιαστεί επιδείνωση αυτών των διαταραχών
-
Καρδιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμούπρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, λόγω της αρνητικής δράσης των βήτα-αποκλειστών στο χρόνο αγωγής
-
Στηθάγχη PrinzmetalπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στηθάγχη Prinzmetalπρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, λόγω της μη αντισταθμιζόμενης μεσολαβούμενης από άλφα-υποδοχείς αγγειοσυστολής της στεφανιαίας αρτηρίας: οι βήτα-αδρενεργικοί ανταγωνιστές μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό και τη διάρκεια των επεισοδίων στηθάγχης
-
ΑλληλεπιδράσειςπροσοχήΟ συνδυασμός της νεμπιβολόλης με ανταγωνιστές των διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης και διλτιαζέμης, με αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας Ι, καθώς και με αντιυπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση γενικά δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείςαπαιτείται προσοχή, καθώς η νεμπιβολόλη μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα συμπτώματα υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).
-
ΥπερθυρεοειδισμόςΟι βήτα-αδρενεργικοί παράγοντες αποκλεισμού μπορεί να συγκαλύψουν συμπτώματα ταχυκαρδίας στον υπερθυρεοειδισμό. Η απότομη διακοπή μπορεί να εντείνει τα συμπτώματα.
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαπρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς η στένωση των αεραγωγών μπορεί να επιδεινωθεί.
-
ΨωρίασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ψωρίασηςπρέπει να παίρνουν βήτα-αδρενεργικούς ανταγωνιστές, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Αλλεργιογόνα και αναφυλακτικές αντιδράσειςΟι βήτα-αδρενεργικοί ανταγωνιστές, μπορεί να αυξήσουν την ευαισθησία σε αλλεργιογόνα και τη σοβαρότητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων.
-
Μειωμένη δακρύρροιαΟι βήτα-αποκλειστές μπορεί σπάνια να προκαλέσουν μειωμένη δακρύρροια.
-
Διακοπή θεραπείας για χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΗ διακοπή της θεραπείας δεν πρέπει να γίνεται απότομα, εκτός εάν ενδείκνυται σαφώς.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ι (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, κιβενζολίνη, φλεκαϊνίδη, δισοπυραμίδη, λιδοκαΐνη, μεξιλετίνη, προπαφενόνη)αντένδειξηΕνίσχυση της δράσης στον χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής και αύξηση της αρνητικής ινότροπης δράσης.
-
Ανταγωνιστές των διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης/διλτιαζέμηςαντένδειξηΑρνητική επίδραση στη συσταλτικότητα και στην κολποκοιλιακή αγωγή. Η ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά υπόταση και κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
-
αντένδειξηΕπιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας μέσω μείωσης στον κεντρικό συμπαθητικό τόνο. Η απότομη διακοπή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επανάκαμψης της υπέρτασης.
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (αμιοδαρόνη)προσοχήΕνίσχυση της επίδρασης στο χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής.
-
Αναισθητικά - πτητικά αλογονωμένα αναισθητικάπροσοχήΕξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αύξηση του κινδύνου υπότασης.ΣύστασηΑποφυγή αιφνίδιας διακοπής της θεραπείας με βήτα-αποκλειστές. Ενημέρωση του αναισθησιολόγου.
-
Ινσουλίνη και από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΣυγκάλυψη συμπτωμάτων υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών).
-
Βακλοφένη, αμιφοστίνηπροσοχήΠιθανή αύξηση της πτώσης της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΠροσαρμογή δοσολογίας του αντιυπερτασικού φαρμάκου.
-
προσοχήΘεωρητικά, επιμήκυνση του διαστήματος QTc.
-
Γλυκοζίτες της δακτυλίτιδαςπαρακολούθησηΠιθανή αύξηση του χρόνου κολποκοιλιακής αγωγής.ΣύστασηΔεν παρατηρήθηκαν κλινικές αλληλεπιδράσεις στις κλινικές δοκιμές. Η νεμπιβολόλη δεν επηρεάζει τις κινητικές ιδιότητες της διγοξίνης.
-
Ανταγωνιστές ασβεστίου του τύπου διυδροπυριδίνης (αμλοδιπίνη, φελοδιπίνη, λασιδιπίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιμοδιπίνη, νιτρονδιπίνη)παρακολούθησηΑύξηση του κινδύνου υπότασης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί αύξηση του κινδύνου περαιτέρω υποβάθμισης της κοιλιακής αντλητικής λειτουργίας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Αντιψυχωτικά, αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά (φαινοθειαζίνες, τρικυκλικά και βαρβιτουρικά), οργανικά νιτρικά, άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΕνίσχυση της υποτασικής δράσης των βήτα-αποκλειστών (προσθετική δράση).
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)παρακολούθησηΔεν επηρεάζουν τη δράση μείωσης της αρτηριακής πίεσης της νεμπιβολόλης.
-
Συμπαθητικομιμητικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΕξουδετέρωση της δράσης των βήτα-αδρενεργικών ανταγωνιστών. Κίνδυνος υπέρτασης, σοβαρής βραδυκαρδίας και κολποκοιλιακού αποκλεισμού.
-
CYP2D6 αναστολείς (παροξετίνη, φλουοξετίνη, θειοριδαζίνη, κινιδίνη, τερβιναφίνη, βουπροπιόνη, χλωροκίνη, λεβομεπρομαζίνη)προσοχήΑυξημένα επίπεδα νεμπιβολόλης στο πλάσμα, συσχετιζόμενα με αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής βραδυκαρδίας και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων νεμπιβολόλης στο πλάσμα, χωρίς κλινική αλλαγή.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
-
παρακολούθησηΕλαφρά αύξηση των επιπέδων πλάσματος και των δύο φαρμάκων, χωρίς κλινική αλλαγή.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης.
-
ΟυαρφαρίνηπαρακολούθησηΔεν επηρεάζει τις φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ουαρφαρίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Οφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότητα
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Κρύα/κυανωτικά άκρα
- Φαινόμενο Raynaud
- Ορθοστατική υπόταση
- Εφιάλτες
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχώσεις
- Σύγχυση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Λιποθυμία/συγκοπική κρίση
- Μειωμένη όραση
- Ξηροφθαλμία
- Μειωμένη δακρύρροια
- Βραδυκαρδία
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Επιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγής
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
- (Αύξηση) διαλείπουσα χωλότητα
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Ανικανότητα
- Κόπωση
- Οίδημα
- Δυσανεξία στο φάρμακο
- Οίδημα κάτω άκρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσανεξία στο φάρμακοΓενικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειαςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα κάτω άκρωνΓενικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνές(Αύξηση) διαλείπουσα χωλότηταΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπιβράδυνση κολποκοιλιακής αγωγήςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛιποθυμία/συγκοπική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚρύα/κυανωτικά άκραΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟφθαλμο-βλεννογονοδερματική τοξικότηταΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχώσειςΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητοΗ νεμπιβολόλη έχει επιβλαβείς φαρμακολογικές επιδράσεις στην εγκυμοσύνη και/ή στο έμβρυο/ νεογνό. Γενικά, οι αποκλειστές των βήτα-αδρενοϋποδοχέων μειώνουν την πλακουντιακή αιμάτωση, το οποίο έχει συσχετιστεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης, ενδομήτριο θάνατο, αποβολή ή πρόωρο τοκετό. Ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία) μπορεί να εμφανιστούν στο έμβρυο και στο νεογνό. Εάν η θεραπεία με αποκλειστές των βήτα-αδρενοϋποδοχέων είναι απαραίτητη, είναι προτιμότεροι οι αποκλειστές εκλεκτικών βήτα 1-αδρενοϋποδοχέων. Εάν η θεραπεία με νεμπιβολόλη θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να παρακολουθείται η μητροπλακουντιακή ροή και η ανάπτυξη του εμβρύου. Σε περίπτωση αρνητικών επιδράσεων στην κύηση ή στο έμβρυο, πρέπει να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το νεογνό πρέπει να παρακολουθείται στενά. Συμπτώματα υπογλυκαιμίας και βραδυκαρδίας είναι γενικά αναμενόμενα εντός των πρώτων 3 ημερών.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΜελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Οι περισσότεροι βήτα-αποκλειστές, ειδικά λιπόφιλες ενώσεις όπως η νεμπιβολόλη και οι ενεργοί μεταβολίτες της, περνούν στο μητρικό γάλα σε ποικίλο βαθμό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- βραδυκαρδία
- υπόταση
- βρογχόσπασμος
- οξεία καρδιακή ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Παράγοντες βήτα-αποκλεισμού, εκλεκτικοί. Κωδικός ATC: C07AB12.
Μηχανισμός δράσης
Η νεμπιβολόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, SRRR-νεμπιβολόλης (ή d-νεμπιβολόλης) και RSSS-νεμπιβολόλης (ή l-νεμπιβολόλης). Συνδυάζει δυο φαρμακολογικές δραστηριότητες:
- Είναι ένας ανταγωνιστικός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των βήτα-υποδοχέων: αυτή η δράση αποδίδεται στο SRRR-εναντιομερές (d-εναντιομερές).
- Έχει ήπιες αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες λόγω αλληλεπίδρασης με την οδό L-αργινίνης/ οξειδίου του αζώτου.
Μονήρεις και επαναλαμβανόμενες δόσεις νεμπιβολόλης μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης, τόσο σε άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση όσο και σε υπερτασικούς ασθενείς. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας.
Σε θεραπευτικές δόσεις, η νεμπιβολόλη στερείται άλφα-αδρενεργικού ανταγωνισμού. Κατά τη διάρκεια οξείας και χρόνιας θεραπευτικής αντιμετώπισης με νεμπιβολόλη σε υπερτασικούς ασθενείς, μειώνεται η συστηματική αγγειακή αντίσταση. Παρά τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, η μείωση της καρδιακής παροχής κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης και της άσκησης μπορεί να είναι περιορισμένη λόγω αύξησης στον όγκο εξώθησης. Το κατά πόσον αυτές οι αιμοδυναμικές διαφορές είναι κλινικά σημαντικές σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστές βήτα 1-υποδοχέων δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί.
Σε υπερτασικούς ασθενείς, η νεμπιβολόλη αυξάνει την μεσολαβούμενη από ΝΟ αγγειακή απόκριση στην ακετυλοχολίνη (Ach), η οποία είναι μειωμένη σε ασθενείς με ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.
Σε μια ελεγχόμενη με ψευδοφάρμακο δοκιμασία θνησιμότητας-νοσηρότητας που διενεργήθηκε σε 2128 ασθενείς ≥70 ετών (διάμεση ηλικία 75,2 έτη) με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (μέσο LVEF: 36±12,3%, με την ακόλουθη κατανομή: LVEF μικρότερο του 35% στο 56% των ασθενών, LVEF μεταξύ 35% και 45% στο 25% των ασθενών και LVEF μεγαλύτερο του 45% στο 19% των ασθενών) οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μέσο χρονικό διάστημα 20 μηνών, η νεμπιβολόλη, επιπρόσθετα στην τυπική θεραπεία, παρέτεινε σημαντικά το χρόνο εμφάνισης θανάτου ή νοσηλείας για καρδιαγγειακούς λόγους (κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας) με σχετική μείωση του κινδύνου 14% (απόλυτη μείωση: 4,2%). Αυτή η μείωση του κινδύνου αναπτύχθηκε μετά από 6 μήνες θεραπείας και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας (διάμεση διάρκεια: 18 μήνες). Η επίδραση της νεμπιβολόλης ήταν ανεξάρτητη από την ηλικία, το φύλο ή το κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας του υπό μελέτη πληθυσμού. Το όφελος στη θνησιμότητα από όλα τα αίτια δεν έφθασε σε βαθμό που να θεωρείται κλινικά σημαντικός σε σύγκριση με το ψευδοφάρμακο (απόλυτη μείωση: 2,3%).
Παρατηρήθηκε μείωση στη συχνότητα αιφνιδίου θανάτου σε ασθενείς υπό θεραπεία με νεμπιβολόλη (4,1% έναντι 6,6%, σχετική μείωση 38%).
In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι η νεμπιβολόλη δεν έχει ενδογενή συμπαθητικομιμητική δραστηριότητα.
In vitro και in vivo πειράματα σε ζώα κατέδειξαν ότι, σε φαρμακολογικές δόσεις, η νεμπιβολόλη δεν έχει σταθεροποιητική δράση στις μεμβράνες.
Σε υγιείς εθελοντές, η νεμπιβολόλη δεν έχει σημαντική επίδραση στη μέγιστη ικανότητα για άσκηση ή στην αντοχή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης απορροφώνται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζεται από την τροφή, συνεπώς η νεμπιβολόλη μπορεί να χορηγείται μαζί με το γεύμα ή ανεξαρτήτως αυτού.
Μεταβολισμός
Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα, μερικώς σε ενεργούς υδροξυμεταβολίτες. Η νεμπιβολόλη μεταβολίζεται μέσω αλικυκλικής και αρωματικής υδροξυλίωσης, Ν-απαλκυλίωσης και γλυκουρονιδίωσης. Επιπλέον, δημιουργούνται γλυκουρονίδια των υδροξυμεταβολιτών. Ο μεταβολισμός της νεμπιβολόλης μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης υπόκειται σε εξαρτώμενο από το CYP2D6 γενετικό οξειδωτικό πολυμορφισμό. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 12% στους ταχείς μεταβολίτες και είναι σχεδόν πλήρης στους βραδείς μεταβολίτες. Στη σταθεροποιημένη κατάσταση και στο ίδιο επίπεδο δόσης, η συγκέντρωση κορυφής στο πλάσμα της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι περίπου 23 φορές υψηλότερη στους πτωχούς μεταβολίτες από ότι στους εκτεταμένους μεταβολίτες. Όταν λαμβάνονται υπόψη το αμετάβλητο φάρμακο συν οι ενεργοί μεταβολίτες, η διαφορά στις συγκεντρώσεις κορυφής στο πλάσμα είναι 1,3 έως 1,4 φορές πολλαπλάσια. Λόγω της διακύμανσης στους ρυθμούς μεταβολισμού, η δόση των δισκίων Νεμπιβολόλη 2,5mg ή Νεμπιβολόλη 5mg πρέπει πάντοτε να προσαρμόζεται σύμφωνα με τις ατομικές απαιτήσεις του ασθενούς: οι πτωχοί μεταβολίτες μπορεί επομένως να απαιτούν χαμηλότερες δόσεις.
Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των εναντιομερών νεμπιβολόλης είναι κατά μέσο όρο 10 ώρες. Στους βραδείς μεταβολίτες, είναι 3-5 φορές μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, τα επίπεδα πλάσματος του RSSS-εναντιομερούς είναι ελαφρώς υψηλότερα από εκείνα του SRRR-εναντιομερούς. Στους βραδείς μεταβολίτες, αυτή η διαφορά είναι μεγαλύτερη. Στους ταχείς μεταβολίτες, η ημίσεια ζωή απέκκρισης των υδροξυμεταβολιτών αμφοτέρων των εναντιομερών είναι κατά μέσο όρο 24 ώρες, και είναι περίπου διπλάσια στους βραδείς μεταβολίτες.
Τα επίπεδα πλάσματος σταθεροποιημένης κατάστασης στους περισσότερους ασθενείς (ταχείς μεταβολίτες) επιτυγχάνονται εντός 24 ωρών για τη νεμπιβολόλη και εντός λίγων ημερών για τους υδροξυμεταβολίτες.
Οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι μεταξύ 1 και 30 mg, ανάλογα με τη δόση. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νεμπιβολόλης δεν επηρεάζονται από την ηλικία.
Κατανομή
Στο πλάσμα, αμφότερα τα εναντιομερή της νεμπιβολόλης δεσμεύονται κυρίως στη λευκωματίνη. Η δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος είναι 98,1% για την SRRR-νεμπιβολόλη και 97,9% για την RSSS-νεμπιβολόλη. Ο όγκος κατανομής είναι μεταξύ 10,1 και 39,4 l/kg.
Έκκριση
Μια εβδομάδα μετά τη χορήγηση, 38% της δόσης εκκρίνεται στα ούρα και 48% στα κόπρανα. Η έκκριση μέσω των ούρων της αμετάβλητης νεμπιβολόλης είναι μικρότερη από το 0,5% της δόσης.