Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 4.17 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I49 Άλλες καρδιακές αρρυθμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού
-
E05 Θυρεοτοξίκωση [υπερθυρεοειδισμός]
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπερθυρεοειδισμός
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
I20 Στηθάγχη
LOPRESOR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: σε καθορισμένη σχέση με τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 100 mg την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για στηθάγχη και διαταραχές καρδιακού ρυθμού, η ημερήσια δοσολογία μπορεί να αυξηθεί έως 400 mg και 300 mg αντίστοιχα. Για ηπατική δυσλειτουργία, απαιτείται προσεκτική σταδιακή τιτλοποίηση της δόσης.
-
ΥπέρτασηΔόση100 - 200 mg την ημέραΕίτε εφάπαξ το πρωί είτε σε δύο διαιρεμένες δόσεις (πρωί και βράδυ). Μπορεί να χορηγηθεί επιπρόσθετα άλλο αντιυπερτασικό.
-
ΣτηθάγχηΔόση100 - 200 mg την ημέραΜέγ. δόση400 mg την ημέραΣε δύο διαιρεμένες δόσεις. Η ημερήσια δοσολογία μπορεί να αυξηθεί έως 400 mg σε διαιρεμένες δόσεις.
-
Διαταραχές καρδιακού ρυθμούΔόση100 - 150 mgΜέγ. δόση300 mg την ημέραΣε 2 - 3 διαιρεμένες δόσεις. Η ημερήσια δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι 300 mg σε διαιρεμένες δόσεις.
-
ΥπερθυρεοειδισμόςΔόση150 - 200 mg την ημέραΧορηγούμενα σε 3 - 4 διαιρεμένες δόσεις.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔεν συνιστάται η χορήγηση σε παιδιά.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠρέπει να χορηγηθεί σε χαμηλές δόσεις με προσεκτική σταδιακή τιτλοποίηση της δόσης σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης, αλλά πρέπει να δίνεται προσοχή λόγω αυξημένης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία και στα συγγενή παράγωγα ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε άλλους β-αναστολείς
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού
-
Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
-
Κλινικά σημαντική φλεβοκομβική βραδυκαρδία (καρδιακός ρυθμός λιγότερο από 45 έως 50 παλμοί/λεπτό)
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Βαριές περιφερικές αρτηριακές διαταραχές
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Φαιοχρωμοκύττωμα μη υποβληθέν σε θεραπεία
-
Υπόταση
-
Σοβαρό βρογχικό άσθμα ή ιστορικό σοβαρού βρογχόσπασμου
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακό ρυθμό λιγότερο από 45 έως 50 παλμούς/λεπτό, διάστημα P - R μεγαλύτερο από 0,24 δευτερόλεπτα, συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 100 mm Hg, και/ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Βρογχοσπαστικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπιες ή μέτριες βρογχοσπαστικές διαταραχές, που δεν ανταποκρίνονται ή δε μπορούν να ανεχθούν άλλες κατάλληλες θεραπείεςχορήγηση με προσοχή, β2-αγωνιστής ταυτόχρονα, χρήση χαμηλότερης δυνατής δόσης
-
Διαβητικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, ιδιαίτερα όσοι λαμβάνουν ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντεςνα χρησιμοποιείται με προσοχή, να προειδοποιούνται οι ασθενείς για συγκάλυψη ταχυκαρδίας, να παρακολουθούνται για έλεγχο διαβήτη
-
Καρδιακή ανεπάρκειααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια για την οποία δε λαμβάνουν θεραπείαδεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, η κατάσταση πρέπει πρώτα να σταθεροποιηθεί
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμόςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμούνα δίνονται μόνο με προσοχή
-
ΒραδυκαρδίαΠληθυσμόςασθενής που αναπτύσσει αυξανόμενη βραδυκαρδία (καρδιακοί παλμοί λιγότερο από 50 έως 55 παλμοί/λεπτό)η δοσολογία πρέπει να μειωθεί σταδιακά ή η θεραπεία να διακοπεί σταδιακά
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου και υπότασηΠληθυσμόςασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου, εάν επέλθει σημαντική υπότασητο Μετοπρολόλη πρέπει να διακόπτεται, να αξιολογούνται αιμοδυναμική κατάσταση και έκταση ισχαιμίας, εντατική αιμοδυναμική παρακολούθηση, αντιστροφή βραδυκαρδίας/αποκλεισμού εάν σχετίζεται με υπόταση
-
Περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με περιφερική αγγειοπάθεια (π.χ. ασθένεια ή φαινόμενο Raynaud, διαλείπουσα χωλότητα)να χρησιμοποιείται με προσοχή, γιατί η θεραπεία μπορεί να επιδεινώσει τέτοιες καταστάσεις
-
ΦαιοχρωμοκύττωμαΠληθυσμόςασθενείς που έχουν ή υπάρχει υποψία ότι έχουν φαιοχρωμοκύττωμαπάντα σε συνδυασμό με άλφα-αναστολείς και μόνο αφού έχει ξεκινήσει η χορήγηση άλφα-αναστολέων
-
Αναισθησία και χειρουργικές επεμβάσειςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Μετοπρολόλη και χρειάζονται γενική αναισθησίαχρόνια θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται κανονικά, αναισθησιολόγος να ενημερώνεται, χρήση αναισθητικού με μικρότερο δυνατό αποτέλεσμα στον καρδιακό μυ. Αν αναγκαία διακοπή, σταδιακά, να ολοκληρωθεί ~48 ώρες πριν την αναισθησία.
-
Απότομη διακοπήΠληθυσμόςασθενείς, ιδιαίτερα με ισχαιμικές καρδιοπάθειεςδεν πρέπει να διακόπτεται απότομα, δοσολογία να μειώνεται σταδιακά, εναλλακτική θεραπεία να ξεκινήσει ταυτόχρονα αν κρίνεται απαραίτητο
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο αναφυλαξίαςόποτε είναι δυνατόν, οι β-αναστολείς πρέπει να αποφεύγονται
-
Στηθάγχη PrinzmetalπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στηθάγχη Prinzmetalσχετικά εκλεκτικοί αναστολείς των β1-υποδοχέων, όπως το Μετοπρολόλη, μπορεί να χρησιμοποιηθούν μόνο με εξαιρετική προσοχή
-
ΘυροτοξίκωσηΠληθυσμόςασθενείς που έχουν ή υπάρχει υποψία ότι αναπτύσσουν θυροτοξίκωσηπρέπει να ελέγχεται στενά η θυρεοειδική και η καρδιακή λειτουργία
-
Οφθαλμοβλεννοδερματικό σύνδρομοοι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για πιθανές οφθαλμολογικές επιδράσεις, εάν εμφανισθούν, να εξετασθεί η διακοπή του Μετοπρολόλη
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς διαύλων ασβεστίουαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Μετοπρολόληαναστολείς διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης (phenylalkylamine) ή διλτιαζέμης δεν πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαη ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να αυξήσει τη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα και να μειώσει τη συνολική κάθαρση
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςηλικιωμένα άτομαεφιστάται προσοχή, καθώς μία σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης ή του καρδιακού ρυθμού μπορεί να προκαλέσει μείωση της παροχής αίματος σε ζωτικά όργανα
-
Έκδοχα: Πολυοξυλιωμένο κικέλαιο υδρογονωμένομπορεί να προκαλέσει στομαχική διαταραχή και διάρροια
-
Έκδοχα: Νάτριοασφαλέςτο φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου ανά δισκίο και είναι «ελεύθερο νατρίου»
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (ενδοφλέβια χορήγηση) (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη)αντένδειξηΕνίσχυση των κατασταλτικών επιδράσεων στην αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό παλμό, την καρδιακή συσταλτικότητα και την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Κίνδυνος καρδιακής ανακοπής.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως.
-
Φάρμακα που μειώνουν τις κατεχολαμίνεςπαρακολούθησηΑθροιστικές αντιυπερτασικές επιδράσεις.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Άλλοι βήτα-αναστολείς (συμπεριλαμβανομένων οφθαλμικών σταγόνων όπως η τιμολόλη)παρακολούθησηΑθροιστικές αντιυπερτασικές επιδράσεις.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ)παρακολούθησηΑθροιστικές αντιυπερτασικές επιδράσεις. Σημαντική υπέρταση μπορεί να συμβεί έως 14 ημέρες μετά τη διακοπή ενός μη αναστρέψιμου αναστολέα ΜΑΟ.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου (από στόματος χρήση) (τύπου βεραπαμίλης)παρακολούθησηΑθροιστική μείωση της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου λόγω αρνητικής χρονότροπης και ινότροπης δράσης.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα (π.χ. αμιωδαρόνη, κινιδίνη, τοκαϊνίδη, προκαϊναμίδη, αζμαλίνη, φλεκαϊνίδη, δισοπυραμίδη)προσοχήΕνίσχυση της αρνητικής ινότροπης δράσης και επίδραση στο χρόνο της αρτηριακής αγωγιμότητας. Μπορεί να οδηγήσει σε βραδυκαρδία, φλεβοκομβική ανακοπή, κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
-
ΝιτρογλυκερίνηπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης του Μετοπρολόλη.
-
Γενικά αναισθητικάπροσοχήΕνίσχυση της καρδιοκατασταλτικής δράσης των β-αναστολέων.
-
Αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. φλουβοξαμίνη, φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη, βουπροπιόνη, χλωμιπραμίνη, δεσιπραμίνη, χλωροπρομαζίνη, φλουφαιναζίνη, αλοπεριδόλη, θειοριδαζίνη, κινιδίνη, προπαφενόνη, ριτοναβίρη, διφενυδραμίνη, υδροξυχλωροκίνη, τερβιναφίνη)προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης της μετοπρολόλης στο πλάσμα, αλλαγή του φαινοτύπου σε άτομα με πτωχό μεταβολισμό.ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή όταν συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP2D6.
-
ΥδραλαζίνηπροσοχήΑναστολή του προσυστηματικού μεταβολισμού της μετοπρολόλης, οδηγώντας σε αυξημένες συγκεντρώσεις μετοπρολόλης.
-
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδαςπαρακολούθησηΥπερβολική βραδυκαρδία και/ή αύξηση του χρόνου κολποκοιλιακής αγωγιμότητας.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καρδιακού παλμού και του διαστήματος PR.
-
Συμπαθομιμητικά (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη, ισοπρεναλίνη, εφεδρίνη, φαινυλοπροπανολαμίνη, παράγωγα ξανθίνης)προσοχήΕνίσχυση της απόκρισης της αρτηριακής πίεσης οδηγώντας σε υπέρταση.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένων αναστολέων COX-2)προσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης της μετοπρολόλης.
-
Επαγωγείς ηπατικών ενζύμων (π.χ. ριφαμπικίνη)προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της μετοπρολόλης στο πλάσμα.
-
προσοχήΤο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί. Ενίσχυση της ορθοστατικής υποτασικής δράσης της πραζοσίνης. Ενίσχυση της υπερτασικής ανταπόκρισης στην απόσυρση της κλονιδίνης.ΣύστασηΕάν διακοπεί η κλονιδίνη, το Μετοπρολόλη πρέπει να σταματήσει αρκετές ημέρες πριν.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακα και ινσουλίνηπαρακολούθησηΕπηρεάζουν την αιμοδυναμική ανταπόκριση στην υπογλυκαιμία, αυξημένη ή παρατεταμένη υπογλυκαιμία, ανταγωνίζονται τις υπογλυκαιμικές επιδράσεις των σουλφονυλουριών.ΣύστασηΟι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τη διατήρηση του διαβητικού ελέγχου.
-
Λιδοκαΐνη (ξυλοκαΐνη)προσοχήΜείωση της κάθαρσης της λιδοκαΐνης, οδηγώντας σε αυξημένες επιδράσεις.
-
προσοχήΑύξηση της οξείας ορθοστατικής υπότασης που μπορεί να ακολουθήσει την πρώτη δόση της πραζοσίνης.
-
Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυραςπροσοχήΕνίσχυση της αγγειοσυσπαστικής δράσης.
-
προσοχήΜπορεί να επηρεάσει την ανταπόκριση στη δοκιμή διπυριδαμόλης.ΣύστασηΗ χορήγηση ενός β-αναστολέα πρέπει να διακόπτεται πριν από τη δοκιμή διπυριδαμόλης, με προσεκτική παρακολούθηση του καρδιακού παλμού μετά την ένεση.
-
ΑλκοόλπαρακολούθησηΗ μετοπρολόλη μπορεί να τροποποιήσει τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους του αλκοόλ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Κατάθλιψη
- Εφιάλτης
- Ψευδαισθήσεις
- Αϋπνία
- Διαταραχές γενετήσιας ορμής
- διαταραχή προσωπικότητας
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Μειωμένο επίπεδο συνείδησης
- Παραισθησία
- Συγκοπτικό επεισόδιο
- υπνημία
- διαταραχές της όρασης (θαμπή όραση)
- Ξηροφθαλμία
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Εμβοές
- Διαταραχή ακοής
- Υποακοΐα
- Κώφωση
- Βραδυκαρδία
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Διαταραχές αγωγιμότητας
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Κόπωση
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Γάγγραινα
- Δύσπνοια μετά από κόπωση
- Βρογχόσπασμος
- Ρινίτιδα
- ναυτία και έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ψωρίαση
- Δυστροφικές λύσεις του δέρματος
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Αυξημένη εφίδρωση
- Αλωπεκία
- Επιδείνωση ψωρίασης
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αρθρίτιδα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Νόσος Peyronie
- Αύξηση σωματικού βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔύσπνοια μετά από κόπωσηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΣυγκοπτικό επεισόδιοΝευρικό
-
Συχνέςναυτία και έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυστροφικές λύσεις του δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένο επίπεδο συνείδησηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΨωρίασηΔέρμα
-
ΣπάνιεςυπνημίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΓάγγραιναΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές αγωγιμότηταςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΚώφωσηΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΝόσος PeyronieΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΟπισθοπεριτοναϊκή ίνωσηΆλλο
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΥποακοΐαΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςδιαταραχές της όρασης (θαμπή όραση)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςδιαταραχή προσωπικότηταςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςαύξηση των τριγλυκεριδίων στο αίμα
-
Μη γνωστέςμείωση της υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (HDL)
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Μετοπρολόλη πρέπει να δίνεται σε εγκύους, μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για τη χρήση της μετοπρολόλης σε εγκύους. Η εμπειρία με τη μετοπρολόλη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης είναι περιορισμένη, αλλά δεν έχουν αναφερθεί εμβρυικές δυσπλασίες που να αποδίδονται στη μετοπρολόλη. Ωστόσο, οι β-αναστολέες μπορεί να μειώσουν τη διάχυση μέσω του πλακούντα. Περιορισμένες μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για το έμβρυο και τη μητέρα δεν είναι γνωστός. Σε περίπτωση θεραπείας με Μετοπρολόλη κατά τη διάρκεια της κύησης, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση και πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας 2 με 3 μέρες πριν τον τοκετό για να αποφευχθεί η αύξηση συσταλτικότητας της μήτρας και οι επιδράσεις του β-αποκλεισμού στο νεογνό.
-
ΓαλουχίαΤα θηλάζοντα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία β-αποκλεισμού.Μικρές ποσότητες μετοπρολόλης εκκρίνονται στο μητρικό γάλα: σε θεραπευτικές δόσεις, ένα νεογνό καταναλώνοντας 1 l μητρικού γάλατος ημερησίως θα λάβει λιγότερο από 1 mg μετοπρολόλης.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν μελετηθεί οι επιδράσεις του Μετοπρολόλη στη γονιμότητα στον άνθρωπο.Στα επίπεδα των θεραπευτικών δόσεων, η τρυγική μετοπρολόλη έδειξε επιδράσεις στη σπερματογένεση σε αρσενικούς αρουραίους, αλλά δεν είχε καμία επίδραση στα ποσοστά σύλληψης σε πολύ μεγαλύτερες δόσεις σε μελέτες γονιμότητας σε ζώα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- βαριά υπόταση
- κολπική βραδυκαρδία
- κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- έμφραγμα του μυοκαρδίου
- καρδιακή ανεπάρκεια
- καρδιογενής καταπληξία
- καρδιακή ανακοπή
- βρογχόσπασμο
- απώλεια συνείδησης
- κώμα
- σπασμούς
- ναυτία
- έμετο
- κυάνωση
- θάνατο
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: καρδιοεκλεκτικός β-αναστολέας, κωδικός ATC: C07A B02
Μηχανισμός δράσης
H μετοπρολόλη είναι ένας καρδιοεκλεκτικός β-αναστολέας, αναστέλλει τους β1-αδρενεργικούς υποδοχείς (που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στην καρδιά) σε χαμηλότερες δόσεις από αυτές που χρειάζονται για να αναστείλουν τους β2-υποδοχείς, που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στους βρόγχους και στα περιφερικά αγγεία. Η μετοπρολόλη δεν έχει σταθεροποιητική δράση στην κυτταρική μεμβράνη, ούτε ασκεί μερική αγωνιστική δράση (δηλ. ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η διεγερτική δράση των κατεχολαμινών στην καρδιά μειώνεται ή αναστέλλεται από τη μετοπρολόλη. Αυτό οδηγεί σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου και της καρδιακής παροχής. Η μετοπρολόλη μειώνει την αυξημένη αρτηριακή πίεση, τόσο στην όρθια, όσο και στην ύπτια θέση. Επίσης μειώνει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, που εμφανίζεται μετά από άσκηση. Η θεραπεία επιφέρει μία αρχική αύξηση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης, που ομαλοποιείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία ή και σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνεται. Όπως με όλους τους β-αναστολείς, ο ακριβής μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της μετοπρολόλης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ωστόσο, η μακροχρόνια μείωση της αρτηριακής πίεσης που παρατηρείται με τη μετοπρολόλη φαίνεται να συμβαδίζει με τη σταδιακή μείωση της ολικής περιφερικής αντίστασης. Σε ασθενείς με στηθάγχη, η μετοπρολόλη μειώνει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ισχαιμικών επεισοδίων και αυξάνει τη ικανότητα σωματικής εργασίας. Αυτές οι ευεργετικές δράσεις μπορεί να οφείλονται σε μειωμένη ζήτηση του μυοκαρδίου σε οξυγόνο, ως αποτέλεσμα του μειωμένου καρδιακού ρυθμού και της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου. Σε ασθενείς με υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, ή κοιλιακές έκτακτες συστολές ή άλλες κοιλιακές αρρυθμίες, η μετοπρολόλη έχει ρυθμιστική δράση στον καρδιακό ρυθμό. Η αντιαρρυθμική δράση της οφείλεται κυρίως στην αναστολή του αυτοματισμού των κυττάρων βηματοδοτών και στην παράταση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Σε ασθενείς με υποψία ή επιβεβαιωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου, η μετοπρολόλη μειώνει τη θνησιμότητα. Η δράση αυτή μπορεί ενδεχομένως να αποδοθεί στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών, καθώς και στον περιορισμό του μεγέθους του εμφράγματος. Η μετοπρολόλη έχει επίσης αποδειχθεί ότι μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης μη θανατηφόρων νέων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου. Μέσω της β-ανασταλτικής δράσης, η μετοπρολόλη είναι κατάλληλη για τη θεραπεία λειτουργικών δυσλειτουργιών της καρδιάς με αίσθημα παλμών, για την πρόληψη της ημικρανίας και τη συμπληρωματική θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού. Η μακροχρόνια θεραπεία με μετοπρολόλη μπορεί να μειώσει την ευαισθησία σε ινσουλίνη. Ωστόσο, η μετοπρολόλη παρεμβαίνει λιγότερο στην αποδέσμευση ινσουλίνης και στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, από όσο οι μη εκλεκτικοί β-αναστολείς. Σε βραχυχρόνιες μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η μετοπρολόλη μπορεί να αλλάξει το προφίλ των λιπιδίων του αίματος. Μπορεί να προκαλέσει αύξηση των τριγλυκεριδίων και μείωση των ελεύθερων λιπαρών οξέων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια μικρή μείωση του κλάσματος υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (HDL) έχει παρατηρηθεί, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό, τι με μη-εκλεκτικούς β-αναστολείς. Σε μια μακροχρόνια μελέτη που διήρκεσε μερικά χρόνια, τα επίπεδα χοληστερόλης βρέθηκαν να μειώνονται. Φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές μελέτες δείχνουν ότι το 30% της μέγιστης ανταγωνιστικής δραστηριότητας επί των β1- αδρενεργικών υποδοχέων είναι απαραίτητη για την ελάχιστη φαρμακοδυναμική επίδραση που παρατηρείται με περίπου 45 nmol/l μετοπρολόλης στο πλάσμα.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Μετά από την από στόματος χορήγηση της συμβατικής μορφής δισκίου, η μετοπρολόλη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Το φάρμακο απορροφάται ομοιόμορφα από ολόκληρο το γαστρεντερικό σωλήνα. Επιτυγχάνονται μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από 1,5 έως 2 ώρες περίπου με τις συμβατικές μορφές δισκίων. Οι συγκεντρώσεις μετοπρολόλης στο πλάσμα αυξάνονται σχεδόν αναλογικά με τη δόση για ένα εύρος δόσεων 50 mg έως 200 mg. Λόγω του εκτενούς ηπατικού μεταβολισμού πρώτης διόδου, περίπου το 50% μίας εφάπαξ δόσης μετοπρολόλης χορηγούμενης από το στόμα φθάνει στη συστημική κυκλοφορία. Η έκταση της προ-συστηματικής απομάκρυνσης διαφέρει μεταξύ των ατόμων λόγω των γενετικών διαφορών στον οξειδωτικό μεταβολισμό. Παρά το γεγονός ότι τα προφίλ πλάσματος παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ατόμων, είναι αναπαραγώγιμα για το ίδιο άτομο. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση, το συστηματικά διαθέσιμο ποσοστό της δόσης είναι περίπου 40% υψηλότερο από ό, τι μετά από μια εφάπαξ δόση (δηλαδή, περίπου 70%). Αυτό μπορεί να οφείλεται σε μερικό κορεσμό του μεταβολισμού πρώτης διόδου, ή σε μειωμένη κάθαρση, ως αποτέλεσμα της μειωμένης ηπατικής ροής αίματος. Η λήψη μαζί με τροφή μπορεί να αυξήσει τη συστηματική διαθεσιμότητα μίας εφάπαξ δόσης από το στόμα κατά περίπου 20 - 40%.
Κατανομή Η μετοπρολόλη κατανέμεται εκτενώς και ταχέως, με ένα αναφερόμενο όγκο κατανομής 3,2 έως 5,6 l/kg. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό είναι σχετικά υψηλότερος (4,84 l/kg) από ό, τι άτομα με φτωχό μεταβολισμό (2,83 l/kg). Ο χρόνος ημίσειας ζωής δεν είναι δοσοεξαρτώμενος και δεν μεταβάλλεται κατά την επαναλαμβανόμενη δοσολογία. Περίπου το 10% της μετοπρολόλης στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με τις πρωτεΐνες. Η μετοπρολόλη διαπερνά τον πλακούντα, και ανευρίσκεται στο μητρικό γάλα. Σε ασθενείς με υπέρταση, οι συγκεντρώσεις μετοπρολόλης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι παρόμοιες με αυτές στο πλάσμα. Η μετοπρολόλη δεν είναι ένα σημαντικό υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της μετοπρολόλης μπορεί κυρίως να οφείλεται στο μεταβολισμό του CYP2D6.
Βιομετασχηματισμός/Μεταβολισμός Η μετοπρολόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ. Οι κύριες μεταβολικές οδοί της μετοπρολόλης είναι η α-υδροξυλίωση, η Ο-απομεθυλίωση, και η οξειδωτική απαμίνωση. Η α-υδροξυλίωση της μετοπρολόλης είναι στερεοεκλεκτική. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός της μετοπρολόλης είναι γενετικά ελεγχόμενος με μεγάλη συνεισφορά της ισομορφής 2D6 (CYP2D6) του πολυμορφικού κυτοχρώματος P450. Ωστόσο, ο εξαρτώμενος από το κυτόχρωμα P450 2D6 μεταβολισμός της μετοπρολόλης φαίνεται να έχει μικρή ή καμία επίδραση στην ασφάλεια ή στην ανοχή στο φαρμάκου. Κανένας από τους μεταβολίτες της μετοπρολόλης δεν συνεισφέρει αποτελεσματικά στη β-ανασταλτική δράση της.
Αποβολή Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της μετοπρολόλης είναι 3 έως 4 ώρες. Σε άτομα με πτωχό μεταβολισμό ο χρόνος ημιζωής μπορεί να είναι 7 έως 9 ώρες. Μετά από την εφάπαξ από στόματος χορήγηση 100 mg μετοπρολόλης η διάμεση κάθαρση ήταν 31, 168, και 367 l/h σε άτομα με πτωχό μεταβολισμό, με εκτεταμένο μεταβολισμό, και με υπερ-ταχείο μεταβολισμό αντίστοιχα. Η νεφρική κάθαρση των στερεοισομερών δεν παρουσιάζει στερεοεκλεκτικότητα στη νεφρική αποβολή τους. Περίπου το 95% της δόσης μπορεί να ανακτηθεί στα ούρα. Στα περισσότερα άτομα (με εκτενή μεταβολισμό), λιγότερο από το 5% της από του στόματος δόσης, και λιγότερο από το 10% της ενδοφλέβιας δόσης, αποβάλλεται ως αμετάβλητο φάρμακο. Σε άτομα με πτωχό μεταβολισμό, μέχρι το 30% ή 40% της από του στόματος ή ενδοφλέβιας δόσης, αντίστοιχα, μπορεί να απεκκρίνεται αμετάβλητη.
Αναλογικότητα της δόσης Η μετοπρολόλη παρουσιάζει προ-συστηματικό κορεσμένο μεταβολισμό που οδηγεί σε μη αναλογική αύξηση στην έκθεση με αυξημένη δόση. Ωστόσο, μια αναλογική της δόση φαρμακοκινητική αναμένεται με τις μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Επίδραση τροφής Η τροφή φαίνεται να αυξάνει το ρυθμό απορρόφησης της μετοπρολόλης οδηγώντας σε ελαφρώς υψηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε μικρότερο χρόνο. Ωστόσο, αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά την κάθαρση ή το χρόνο κατά τον οποίο παρατηρείται η μέγιστη συγκέντρωση. Με σκοπό να μειωθούν οι μεταβολές στην δράση του φαρμάκου στο άτομο, συστήνεται να λαμβάνεται πάντα το Μετοπρολόλη σε καθορισμένη σχέση με την τροφή. Εάν ο γιατρός ζητήσει από τον ασθενή να λαμβάνει το Μετοπρολόλη είτε πριν το πρωινό ή είτε με το πρωινό τότε ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει το Μετοπρολόλη με το ίδιο πρόγραμμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς Ο πληθυσμός των ηλικιωμένων μπορεί να εμφανίσει ελαφρώς υψηλότερες συγκεντρώσεις μετοπρολόλης στο πλάσμα ως ένα συνδυασμένο αποτέλεσμα του μειωμένου μεταβολισμού του φαρμάκου στον ηλικιωμένο πληθυσμό και της μειωμένης αιματικής ροής. Ωστόσο, αυτή η αύξηση δεν είναι κλινικώς σημαντική ή θεραπευτικώς σχετική. Η μετοπρολόλη δεν συσσωρεύεται κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση και δεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της δοσολογίας στους ηλικιωμένους.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της μετοπρολόλης δεν επηρεάζεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα συσσώρευσης ενός από τους λιγότερο ενεργούς μεταβολίτες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης λιγότερο από 5 ml/min και η συσσώρευση αυτή δεν επηρεάζει την ανασταλτική επίδραση της μετοπρολόλης στους β-υποδοχείς. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συνήθως αντιμετωπίζονται με συνήθεις δόσεις.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεδομένου ότι το φάρμακο αποβάλλεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού, η ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της μετοπρολόλης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της μετοπρολόλης είναι αρκετά παρατεταμένος σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ανάλογα με τη σοβαρότητα (έως 7,2 ώρες).
Ασθενείς με αναστόμωση της πυλαίας και της κάτω κοίλης φλέβας Ασθενείς με αναστόμωση της πυλαίας και της κάτω κοίλης φλέβας είχαν συστηματική κάθαρση μίας ενδοφλέβιας ένεσης περίπου 0,3 l/min και τιμές στην περιοχή κάτω από την καμπύλη μέχρι 6 φορές υψηλότερες από ό,τι σε υγιή άτομα.
Ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο Η φλεγμονώδης νόσος δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της μετοπρολόλης.
Ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό Ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να αυξήσει την προ-συστηματική κάθαρση της μετοπρολόλης.
Εθνοτικές διαφορές Ο οξειδωτικός μεταβολισμός της μετοπρολόλης είναι γενετικά ελεγχόμενος με μεγάλη συνεισφορά της ισομορφής 2D6 (CYP2D6) του πολυμορφικού κυτοχρώματος P450. Υπάρχουν σημαντικές εθνοτικές διαφορές στην επικράτηση του φαινότυπου του πτωχού μεταβολισμού. Περίπου το 7% των Καυκάσιων και λιγότερο από 1% των Ασιατών είναι άτομα με πτωχό μεταβολισμό. Τα άτομα με πτωχό μεταβολισμό μέσω του CYP2D6 παρουσιάζουν πολλαπλάσιες υψηλότερες συγκεντρώσεις μετοπρολόλης στο πλάσμα από ότι τα άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμούς με κανονική δραστηριότητα του CYP2D6.
Επίδραση φύλου Δεν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που να υποδηλώνουν πιθανή διαφορά στην αποβολή μεταξύ ανδρικού και γυναικείου πληθυσμού. Δεν είναι απαραίτητες φυλο-εξαρτώμενες δοσολογικές συστάσεις για τη μετοπρολόλη.