TRIUMEQ(τρηuμεq)
lamivudine, abacavir and dolutegravir
Σκευάσματα και τιμές TRIUMEQ
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 50+600+300 / TAB | 674.17 € |
TRIUMEQ — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1)
σε: ενήλικες, εφήβους και παιδιά με σωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg
- B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο άπαξ ημερησίως
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιάΔόσηένα δισκίοΣωματικό βάρος τουλάχιστον 25 kg. Άπαξ ημερησίως.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται διαφορετική δόση από εκείνη των νεαρότερων ενηλίκων. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία (μείωση νεφρικής λειτουργίας, μεταβολές αιματολογικών παραμέτρων).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΑσφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά μικρότερης των 3 μηνών ή σωματικού βάρους λιγότερου από 6 kg δεν έχουν τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα με στενά θεραπευτικά παράθυρα που είναι υποστρώματα του μεταφορέα οργανικών κατιόντων 2 (OCT), συμπεριλαμβανομένης της φαμπριδίνης (δαλφαμπριδίνη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (HSR)απειλητική για τη ζωήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir ή άλλα προϊόντα που περιέχουν αβακαβίρη/ντολουτεγκραβίρηΠάντοτε να τεκμηριώνεται η κατάσταση ως προς το HLA-B*5701 πριν την έναρξη. Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεκινούν θεραπεία με το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir ασθενείς που είναι θετικοί στο HLA-B*5701, ούτε ασθενείς που είναι αρνητικοί στο HLA-B*5701 και είχαν εκδηλώσει πιθανολογούμενη αντίδραση υπερευαισθησίας στην αβακαβίρη στο παρελθόν. Η χορήγηση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir πρέπει να διακόπτεται χωρίς καθυστέρηση εάν πιθανολογείται αντίδραση υπερευαισθησίας. Μετά από διακοπή, δεν πρέπει ποτέ ξανά να γίνει επανέναρξη του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir ή οποιουδήποτε άλλου φαρμακευτικού προϊόντος που περιέχει αβακαβίρη ή ντολουτεγκραβίρη. Οι ασθενείς που εμφάνισαν πιθανολογούμενη αντίδραση υπερευαισθησίας να απορρίπτουν τα απομένοντα δισκία. Η επανέναρξη αβακαβίρης σε ασθενείς που σταμάτησαν για λόγους μη σχετιζόμενους με HSR πρέπει να γίνεται σε περιβάλλον με άμεσα διαθέσιμη ιατρική βοήθεια.
-
Σωματικό βάρος και παράμετροι του μεταβολισμούΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αντιρετροϊκή θεραπείαΟι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν συνιστάται.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΕπί ενδείξεων επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θεραπείας.
-
Χρόνια ηπατίτιδα B ή C (συνλοίμωξη HIV)σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B ή C που αντιμετωπίζονται με συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείαςΣε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντι-ιικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, να ανατρέξετε στις σχετικές πληροφορίες συνταγογράφησης. Εάν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir χρησιμοποιείται σε ασθενείς με συνλοίμωξη με ηπατίτιδα B, γενικά απαιτείται η χορήγηση ενός επιπλέον αντι-ιϊκού. Να γίνεται αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
-
Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος (IRIS)ΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV λοίμωξη και σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)Οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα θα πρέπει να αξιολογούνται και να ξεκινάει θεραπεία όταν είναι απαραίτητο.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεσηΠληθυσμόςHIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα και παρουσιάζουν σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
Καρδιαγγειακά επεισόδιαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αβακαβίρηΌταν συνταγογραφείται το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir θα πρέπει να γίνονται οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να ελαχιστοποιηθούν όλοι οι παράγοντες κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν (π.χ. κάπνισμα, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία).
-
Καρδιαγγειακά επεισόδιαΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνοΘα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές σε σχέση με το σχήμα που περιέχει αβακαβίρη.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη νόσο HIV και/ή μακροχρόνια έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV λοίμωξηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν θεραπεύει τη λοίμωξη από τον HIV. Οι ασθενείς θα πρέπει να παραμένουν υπό στενή κλινική παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στην αντιμετώπιση αυτών των νόσων που σχετίζονται με τον HIV.
-
Αντοχή σε αναστολείς της ιντεγκράσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με αντοχή σε αναστολείς της ιντεγκράσηςΔεν συνιστάται η χρήση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 mL/min που λαμβάνουν Lamivudine, Abacavir And DolutegravirΕάν εμφανιστεί νέα ή επιδεινούμενη ουδετεροπενία ή αναιμία, το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir θα πρέπει να διακόπτεται και τα επιμέρους συστατικά να χρησιμοποιούνται για την χορήγηση του θεραπευτικού σχήματος.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ντολουτεγκραβίρη με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, St. John’s wort, ετραβιρίνη (χωρίς ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσης), εφαβιρένζη, νεβιραπίνη ή τιπραναβίρη/ριτοναβίρηΗ συνιστώμενη δόση ντολουτεγκραβίρης είναι 50 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir με αντιόξινα που περιέχουν πολυσθενή κατιόνταΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα. Η χορήγηση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir συνιστάται να γίνεται 2 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά από αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir και συμπληρώματα ή πολυβιταμίνες που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο ή μαγνήσιοΕάν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir χορηγείται υπό συνθήκες νηστείας, συνιστάται η λήψη συμπληρωμάτων ή πολυβιταμινών που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο ή μαγνήσιο 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν από το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςαυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ντολουτεγκραβίρη με μετφορμίνηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης κατά την έναρξη και τη λήξη της συγχορήγησης. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl σταδίου 3a 45-59 mL/min), συνιστάται προσεκτική προσέγγιση και θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της μετφορμίνης.
-
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λαμιβουδίνη με κλαδριβίνηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται.
-
Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα που περιέχουν ντολουτεγκραβίρη, αβακαβίρη, λαμιβουδίνη ή εμτρισιταβίνηΤο Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν θα πρέπει να λαμβάνεται μαζί, εκτός εάν ενδείκνυται προσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης λόγω φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ετραβιρίνη χωρίς ενισχυμένους αναστολείς πρωτεάσηςπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Λοπιναβίρη + ριτοναβίρη + ετραβιρίνηπαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Δαρουναβίρη + ριτοναβίρη + ετραβιρίνηπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα (αναμένεται)ΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
ΤενοφοβίρηπαρακολούθησηΜικρές μεταβολές στις συγκεντρώσεις ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
αντένδειξηΚίνδυνος ενδοκυτταρικών αλληλεπιδράσεων (η λαμιβουδίνη και η εμτρισιταβίνη είναι ανάλογα κυτιδίνης)ΣύστασηΔεν συνιστάται η χρήση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε συνδυασμό με προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη.
-
παρακολούθησηΑναφορά κινδύνου ενδοκυτταρικών αλληλεπιδράσεων από την εμτρισιταβίνη (ως αναφορά για κυτιδινικά ανάλογα).ΣύστασηΔεν συνιστάται η χρήση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε συνδυασμό με προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Αταζαναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Τιπραναβίρη + ριτοναβίρηπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Φοσαμπρεναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Λοπιναβίρη + ριτοναβίρη (με ντολουτεγκραβίρη)παρακολούθησηΜικρή μείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Λοπιναβίρη + ριτοναβίρη (με αβακαβίρη)παρακολούθησηΜείωση AUC αβακαβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Δαρουναβίρη + ριτοναβίρηπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜικρή αύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα, χωρίς αλλαγή συγκεντρώσεων daclatasvirΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν έχει μελετηθεί αλληλεπίδρασηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir, εκτός εάν ο ασθενής έχει νεφρική δυσλειτουργία.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC και Cmax λαμιβουδίνηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir, εκτός εάν ο ασθενής έχει νεφρική δυσλειτουργία.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται)ΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
παρακολούθησηΚλινικά σημαντική αλληλεπίδραση απίθανηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΚλινικά σημαντική αλληλεπίδραση απίθανηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
αντένδειξηΠιθανός κίνδυνος απώλειας αποτελεσματικότητας κλαδριβίνηςΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir με κλαδριβίνη.
-
προσοχήΑύξηση κάθαρσης μεθαδόνηςΣύστασηΠεριστασιακά μπορεί να χρειαστεί εκ νέου τιτλοποίηση της μεθαδόνης.
-
Ρετινοειδείς ενώσεις (π.χ. ισοτρετινοΐνη)παρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση μέσω αλκοολικής αφυδρογενάσηςΣύστασηΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για συστάσεις αναπροσαρμογής της δόσης.
-
ΟινόπνευμαπαρακολούθησηΑύξηση AUC αβακαβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση AUC και Cmax λαμιβουδίνηςΣύστασηΝα αποφεύγεται η χρόνια συγχορήγηση. Εάν όχι, συχνότερη παρακολούθηση του ιικού φορτίου.
-
Αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο / αλουμίνιοπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμαΣύστασηΤα αντιόξινα να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Συμπληρώματα ασβεστίουπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΜε τροφή: ταυτόχρονη λήψη. Νηστεία: τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Συμπληρώματα σιδήρουπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΜε τροφή: ταυτόχρονη λήψη. Νηστεία: τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Πολυβιταμίνες (που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο ή μαγνήσιο)προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΜε τροφή: ταυτόχρονη λήψη. Νηστεία: τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Φαμπριδίνη (δαλφαμπριδίνη)αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων φαμπριδίνης στο πλάσμα, κίνδυνος σπασμώνΣύστασηΗ συγχορήγηση φαμπριδίνης με Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir αντενδείκνυται.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρηςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΑύξηση AUC και Cmax μετφορμίνηςΣύστασηΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της μετφορμίνης. Ιδιαίτερη προσοχή σε μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
-
Υπερικόν το διάτρητο (St. John's Wort)προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης (αναμένεται)ΣύστασηΠρόσθετο δισκίο ντολουτεγκραβίρης 50 mg περίπου 12 ώρες μετά το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir.
-
Από στόματος λαμβανόμενα αντισυλληπτικά (Αιθινυλοιστραδιόλη, Norgestromin)παρακολούθησηΔεν υπάρχουν φαρμακοδυναμικές επιδράσειςΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΑύξηση AUC riociguatΣύστασηΗ δόση του riociguat μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Αμιγής ερυθροκυτταρική απλασία
- σιδηροβλαστική αναιμία
- Υπερευαισθησία
- σύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασης
- Ανορεξία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Εφιάλτες
- Διαταραχή ύπνου
- αυτοκτονικός ιδεασμός, ή απόπειρα αυτοκτονίας (ιδίως σε ασθενείς με προϋπάρχον ιστορικό κατάθλιψης ή ψυχιατρικής νόσου)
- προσβολή πανικού
- συντελεσθείσα αυτοκτονία (ιδίως σε ασθενείς με προϋπάρχον ιστορικό κατάθλιψης ή ψυχιατρικής νόσου)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Λήθαργος
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Βήχας
- ρινικά συμπτώματα
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και/ή της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)
- οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- μυϊκές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας)
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Πυρετός
- Αίσθημα κακουχίας
- αυξήσεις CPK
- αυξήσεις αμυλάσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξήσεις CPKΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και/ή της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυϊκές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΡινικά συμπτώματαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμός, ή απόπειρα αυτοκτονίας (ιδίως σε ασθενείς με προϋπάρχον ιστορικό κατάθλιψης ή ψυχιατρικής νόσου)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠροσβολή πανικούΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανοσολογικής ανασύστασηςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις αμυλάσηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣυντελεσθείσα αυτοκτονία (ιδίως σε ασθενείς με προϋπάρχον ιστορικό κατάθλιψης ή ψυχιατρικής νόσου)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑμιγής ερυθροκυτταρική απλασίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣιδηροβλαστική αναιμίαΑίμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΜπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν είναι κλινικά απαραίτητο. Μεγάλος όγκος δεδομένων για ντολουτεγκραβίρη, αβακαβίρη και λαμιβουδίνη δεν υποδεικνύει δυσμορφία ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τον τριπλό συνδυασμό. Μελέτες Tsepamo και Eswatini δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο για βλάβες του νευρικού σωλήνα μετά από έκθεση σε ντολουτεγκραβίρη. Η ντολουτεγκραβίρη, αβακαβίρη και λαμιβουδίνη διαπερνούν τον πλακούντα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για τις επιδράσεις της ντολουτεγκραβίρης στα νεογνά. Μελέτες σε ζώα με αβακαβίρη και λαμιβουδίνη έδειξαν τοξικότητα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο σε αρουραίους και αυξημένους πρώιμους εμβρυϊκούς θανάτους σε κουνέλια αντίστοιχα. Υπάρχουν αναφορές μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ ντολουτεγκραβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της ντολουτεγκραβίρης στα νεογνά/βρέφη. Η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της ντολουτεγκραβίρης, της αβακαβίρης ή της λαμιβουδίνης στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα σε ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν επίδραση στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντι-ιικά για συστηματική χρήση, αντι-ιικά για τη θεραπεία λοιμώξεων από HIV, συνδυασμοί.
Μηχανισμός δράσης
Η ντολουτεγκραβίρη αναστέλλει την ιντεγκράση του HIV μέσω σύνδεσης στην ενεργό θέση της ιντεγκράσης και παρεμπόδισης του σταδίου μεταφοράς του κλώνου κατά την ενσωμάτωση του ρετροϊικού δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) που είναι απαραίτητο για τον κύκλο αντιγραφής του HIV. Η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη είναι ισχυροί εκλεκτικοί αναστολείς του HIV-1 και του HIV-2. Τόσο η αβακαβίρη όσο και η λαμιβουδίνη μεταβολίζονται διαδοχικά από ενδοκυτταρικές κινάσες στις αντίστοιχες 5’-τριφωσφορικές (ΤΡ) μορφές, οι οποίες είναι τα ενεργά τμήματα με παρατεταμένους χρόνους ενδοκυτταρικής ημίσειας ζωής που υποστηρίζουν τη χορήγηση μία φορά την ημέρα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η λαμιβουδίνη-TP (ένα ανάλογο της κυτιδίνης) και η καρμποβίρη-TP (η δραστική τριφωσφορική μορφή της αβακαβίρης, ένα ανάλογο της γουανοσίνης) είναι υποστρώματα για και ανταγωνιστικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV. Ωστόσο, η κύρια αντι-ική δράση λαμβάνει χώρα μέσω της ενσωμάτωσης της μονοφωσφορικής μορφής στην ιική αλυσίδα του DNA, καταλήγοντας σε τερματισμό της αλυσίδας. Οι τριφωσφορικές μορφές της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης καταδεικνύουν σημαντικά μικρότερη συγγένεια για τις πολυμεράσες του DNA των κυττάρων του ξενιστή.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντι-ιϊκή δραστικότητα in vitro Η ντολουτεγκραβίρη, η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλουν την αντιγραφή των εργαστηριακών στελεχών και των κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV σε μία σειρά τύπων κυττάρων, περιλαμβανομένων μετασχηματισμένων Τ-κυτταρικών σειρών, κυτταρικών σειρών προερχόμενων από μονοκύτταρα/μακροφάγα και πρωτογενών καλλιεργειών ενεργοποιημένων μονοπύρηνων περιφερικού αίματος (PBMC) και μονοκυττάρων/μακροφάγων. Η συγκέντρωση της δραστικής ουσίας που ήταν απαραίτητη για να έχει επίδραση στην αντιγραφή του ιού κατά 50% (IC50 - το ήμισυ της μέγιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης) ποίκιλε ανάλογα με τον ιό και το είδος του κυττάρου του ξενιστή. Η IC50 για την ντολουτεγκραβίρη σε εργαστηριακά στελέχη με τη χρήση PBMC ήταν 0,5 nM, και κατά τη χρήση κυττάρων MT-4 κυμαινόταν στο εύρος 0,7-2 nM. Παρόμοιες IC50 παρατηρήθηκαν για κλινικά στελέχη χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ των υποτύπων. Σε μία σειρά 24 στελεχών HIV-1 υποτύπων A, B, C, D, E, F και G και της ομάδας O, η μέση τιμή της IC50 ήταν 0,2 nM (εύρος 0,02-2,14). Η μέση IC50 για 3 στελέχη HIV-2 ήταν 0,18 nM (εύρος 0,09-0,61). Η μέση IC50 για την αβακαβίρη έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-1IIIB και HIV-1HXB2 κυμάνθηκε από 1,4 έως 5,8 μM. Οι διάμεσες ή μέσες τιμές IC50 για τη λαμιβουδίνη έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-1 κυμάνθηκαν από 0,007 έως 2,3 μM. Η μέση IC50 έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 (LAV2 και EHO) κυμάνθηκε από 1,57 έως 7,5 μM για την αβακαβίρη και από 0,16 έως 0,51 μM για τη λαμιβουδίνη. Οι τιμές IC50 της αβακαβίρης έναντι των υποτύπων της Ομάδας M (A-G) του HIV-1 κυμάνθηκαν από 0,002 έως 1,179 μM, έναντι της Ομάδας O από 0,022 έως 1,21 μM και έναντι των στελεχών του HIV-2, από 0,024 έως 0,49 μM. Για τη λαμιβουδίνη, οι τιμές IC50 έναντι των υποτύπων (A-G) του HIV-1 κυμάνθηκαν από 0,001 έως 0,170 μM, έναντι της Ομάδας O από 0,030 έως 0,160 μM και έναντι των στελεχών του HIV-2 από 0,002 έως 0,120 μM σε μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος. Στελέχη HIV-1 (CRF01_AE, n=12, CRF02_AG, n=12, και Υποτύπος C ή CRF_AC, n=13) από 37 ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στην Αφρική και την Ασία, ήταν ευαίσθητα στην αβακαβίρη (IC50 μεταβολή <2,5 φορές) και στη λαμιβουδίνη (IC50 μεταβολή <3,0 φορές), εκτός από δύο CRF02_AG στελέχη με μεταβολή 2,9 και 3,4 φορές για την αβακαβίρη. Στελέχη της Ομάδας O από ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊκή θεραπεία, τα οποία αξιολογήθηκαν ως προς τη δραστικότητα της λαμιβουδίνης ήταν εξαιρετικά ευαίσθητα. Ο συνδυασμός αβακαβίρης και λαμιβουδίνης έχει επιδείξει αντίστοιχη αντι-ιική δράση σε κυτταρικές καλλιέργειες έναντι μη-Β υπότυπων και στελεχών του HIV-2 με αντι-ιική δράση αντίστοιχη αυτής έναντι των στελεχών του υπότυπου Β.
Αντι-ιική δράση σε συνδυασμό με άλλους αντι-ιικούς παράγοντες Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με την ντολουτεγκραβίρη και άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες που ελέγχθηκαν: σταβουδίνη, αβακαβίρη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη, λοπιναβίρη, αμπρεναβίρη, ενφουβιρτίδη, μαραβιρόκη, αδεφοβίρη και ραλτεγκραβίρη. Επιπλέον, η ριμπαβιρίνη δεν έχει εμφανή επίδραση στη δράση της ντολουτεγκραβίρης. Ο συνδυασμός της αβακαβίρης με τους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, τενοφοβίρη, ζαλσιταβίνη ή ζιδοβουδίνη, το μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) νεβιραπίνη, ή τον αναστολέα πρωτεάσης (PI) αμπρεναβίρη δεν επέδειξε ανταγωνιστική δράση στην αντι-ιική δράση της αβακαβίρης σε κυτταρική καλλιέργεια. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με τη λαμιβουδίνη και άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες που ελέγχθηκαν: αβακαβίρη, διδανοσίνη, νεβιραπίνη, ζαλσιταβίνη και ζιδοβουδίνη.
Επίδραση του ανθρώπινου ορού Σε 100% ανθρώπινο ορό, η μέση δραστικότητα της ντολουτεγκραβίρης μεταβλήθηκε κατά 75 φορές, οδηγώντας σε προσαρμοσμένη ως προς την πρωτεΐνη IC90 0,064 ug/mL. Μελέτες σύνδεσης σε πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro δείχνουν ότι η αβακαβίρη συνδέεται μόλις σε χαμηλό έως μέτριο βαθμό (~49%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων και επιδεικνύει χαμηλή σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (μικρότερη από 36%).
Αντοχή
Αντοχή in vitro: (ντολουτεγκραβίρη) Για τη μελέτη της εξέλιξης της αντοχής in vitro χρησιμοποιείται η διαδοχική διέλευση. Όταν έγινε χρήση του εργαστηριακού στελέχους HIVIII σε διέλευση διάρκειας 112 ημερών, οι επιλεγμένες μεταλλάξεις εμφανίστηκαν αργά, με υποκαταστάσεις στις θέσεις S153Y και F. Οι μεταλλάξεις αυτές δεν επιλέχθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν ντολουτεγκραβίρη στις κλινικές μελέτες. Κατά τη χρήση του στελέχους NL432, οι μεταλλάξεις που επιλέχτηκαν ήταν οι E92Q (fold change 3) και G193E (fold change 3). Αυτές οι μεταλλάξεις έχουν επιλεχθεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αντοχή στη ραλτεγκραβίρη, οι οποίοι στη συνέχεια έλαβαν θεραπεία με ντολουτεγκραβίρη (αναφέρονται ως δευτερογενείς μεταλλάξεις για την ντολουτεγκραβίρη). Σε περαιτέρω πειράματα επιλογής με χρήση κλινικών στελεχών του υποτύπου B, παρατηρήθηκε η μετάλλαξη R263K και στα πέντε στελέχη (από τις 20 εβδομάδες και έπειτα). Για τα στελέχη των υποτύπων C (n=2) και A/G (n=2) επιλέχθηκαν σε ένα στέλεχος η υποκατάσταση ιντεγκράσης R263K και σε δύο στελέχη η G118R. Στο κλινικό πρόγραμμα για ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως ART αλλά όχι INI, η R263K αναφέρθηκε σε δύο μεμονωμένους ασθενείς με υπότυπο B και υπότυπο C, ωστόσο χωρίς επιδράσεις στην ευαισθησία στην ντολουτεγκραβίρη in vitro. Η G118R μειώνει την ευαισθησία στην ντολουτεγκραβίρη σε σημειακές μεταλλάξεις (fold change 10), αλλά δεν ανιχνεύτηκε σε ασθενείς που έλαβαν ντολουτεγκραβίρη στο πρόγραμμα Φάσης III. Οι πρωτογενείς μεταλλάξεις για τη ραλτεγκραβίρη/ελβιτεγκραβίρη (Q148H/R/K, N155H, Y143R/H/C, E92Q και T66I) δεν επηρεάζουν την in vitro ευαισθησία της ντολουτεγκραβίρης ως μεμονωμένες μεταλλάξεις. Όταν οι μεταλλάξεις που αναφέρονται ως δευτερογενείς μεταλλάξεις που σχετίζονται με τον αναστολέα της ιντεγκράσης (για τη ραλτεγκραβίρη/ελβιτεγκραβίρη) προστίθενται στις πρωτογενείς μεταλλάξεις (εκτός της μετάλλαξης Q148) σε πειράματα με ιούς με καθοδηγούμενες σημειακές μεταλλάξεις, η ευαισθησία στην ντολουτεγκραβίρη παραμένει στα επίπεδα του ιού φυσικού τύπου ή σχεδόν σε αυτά. Στην περίπτωση ιών με τη μετάλλαξη Q148, παρατηρείται αύξηση της ντολουτεγκραβίρης καθώς αυξάνεται ο αριθμός των δευτερογενών μεταλλάξεων. Η επίδραση των μεταλλάξεων Q148 (H/R/K) ήταν επίσης σε συμφωνία με in vitro πειράματα διέλευσης με ιούς με καθοδηγούμενες σημειακές μεταλλάξεις. Σε πειράματα διαδοχικής διέλευσης σε στελέχη NL432, με καθοδηγούμενες σημειακές μεταλλάξεις στα N155H ή E92Q, δεν παρατηρήθηκε περαιτέρω επιλογή αντοχής (fold change αμετάβλητο, περίπου 1). Αντίθετα, κατά την έναρξη διελεύσεων με ιούς με τη μετάλλαξη Q148H (fold change 1), συσσωρεύτηκαν μια ποικιλία από σχετιζόμενες με τη ραλτεγκραβίρη δευτερογενείς μεταλλάξεις με επακόλουθη αύξηση του fold change σε τιμές >10. Δεν έχει καθοριστεί ένα κλινικά σημαντικό όριο φαινοτυπικής αντοχής (fold change έναντι ιού φυσικού τύπου). Η γονοτυπική αντοχή ήταν καλύτερος προγνωστικός παράγοντας όσον αφορά το αποτέλεσμα. Επτακόσια πέντε στελέχη ανθεκτικά στη ραλτεγκραβίρη από ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με ραλτεγκραβίρη στο παρελθόν αναλύθηκαν ως προς την ευαισθησία στην ντολουτεγκραβίρη. Η ντολουτεγκραβίρη παρουσιάζει μεταβολή ευαισθησίας <10 φορές έναντι του 94% των 705 κλινικά στελεχών.
Αντοχή in vivo (ντολουτεγκραβίρη) Σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν και έλαβαν ντολουτεγκραβίρη + 2 NRTI στις μελέτες Φάσης IIb και III, δεν παρατηρήθηκε ανάπτυξη αντοχής σε παράγοντες της κατηγορίας των αναστολέων της ιντεγκράσης ή των NRTI (n=876, παρακολούθηση διάρκειας 48-96 εβδομάδων). Σε ασθενείς με αποτυχία σε προηγούμενες θεραπείες αλλά πρωτοθεραπευόμενους με παράγοντες της κατηγορίας των αναστολέων της ιντεγκράσης (μελέτη SAILING), παρατηρήθηκαν υποκαταστάσεις σχετιζόμενες με αναστολείς ιντεγκράσης σε 4/354 ασθενείς (παρακολούθηση διάρκειας 48 εβδομάδων) που έλαβαν θεραπεία με ντολουτεγκραβίρη, η οποία χορηγήθηκε σε συνδυασμό με βασικό θεραπευτικό σχήμα (BR) επιλεγμένο από τον ερευνητή. Από αυτούς τους τέσσερις ασθενείς, δύο εμφάνισαν μία μοναδική υποκατάσταση ιντεγκράσης R263K με μέγιστη μεταβολή 1,93 φορές, ένας ασθενής παρουσίασε πολυμορφική υποκατάσταση ιντεγκράσης V151V/I με μέγιστη μεταβολή 0,92 φορές και ένας ασθενής είχε προϋπάρχουσες μεταλλάξεις ιντεγκράσης και θεωρείται είτε ότι είχε λάβει προηγουμένως θεραπεία με ιντεγκράση είτε ότι είχε προσβληθεί από ανθεκτικό στην ιντεγκράση ιό μέσω μετάδοσης. Η μετάλλαξη R263K είχε επίσης επιλεχθεί in vitro (βλέπε παραπάνω).
Αντοχή in vitro και in vivo (αβακαβίρη και λαμιβουδίνη) Στελέχη του HIV-1 ανθεκτικά στην αβακαβίρη έχουν επιλεχθεί in vitro και in vivo και σχετίζονται με ειδικές γονοτυπικές μεταβολές στην περιοχή του κωδικονίου RT (κωδικόνια M184V, K65R, L74V και Y115). Κατά τη διάρκεια in vitro επιλογής της αβακαβίρης, η επιλογή της μετάλλαξης M184V εμφανίσθηκε πρώτη και οδήγησε σε αύξηση της IC50 κατά δύο φορές, η οποία είναι μικρότερη του κλινικού ορίου αντοχής της αβακαβίρης που είναι η μεταβολή της τάξης των 4,5 φορές. Η συνεχής κυτταρική διέλευση σε αυξανόμενες συγκεντρώσεις φαρμάκου είχε ως αποτέλεσμα την επιλογή διπλής RT μετάλλαξης 65R/184V και 74V/184V ή τριπλής RT μετάλλαξης 74V/115Y/184V. Δύο μεταλλάξεις μετέβαλαν 7 έως 8 φορές την ευαισθησία στην αβακαβίρη και χρειάσθηκαν συνδυασμοί τριών μεταλλάξεων για να μεταβληθεί η ευαισθησία κατά περισσότερο από 8 φορές. Η αντοχή του HIV-1 στη λαμιβουδίνη περιλαμβάνει την ανάπτυξη των αμινοξέων M184I ή M184V κοντά στην ενεργή περιοχή της RT του ιού. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται τόσο in vitro, όσο και σε ασθενείς μολυσμένους με HIV-1, οι οποίοι έχουν αντιμετωπισθεί με αντιρετροϊκό σχήμα που περιέχει λαμιβουδίνη. Ιοί με την μετάλλαξη M184V παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ελάττωση της ευαισθησίας στη λαμιβουδίνη και επιδεικνύουν μειωμένη ικανότητα πολλαπλασιασμού in vitro. Η μετάλλαξη M184V σχετίζεται με αύξηση της αντοχής στην αβακαβίρη περίπου κατά 2 φορές αλλά δεν παρουσιάζει κλινική αντοχή στην αβακαβίρη. Τα στελέχη με αντοχή στην αβακαβίρη μπορεί επίσης να παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στη λαμιβουδίνη. Ο συνδυασμός αβακαβίρης/λαμιβουδίνης έχει επιδείξει μειωμένη ευαισθησία σε ιούς με υποκαταστάσεις K65R με ή χωρίς την υποκατάσταση M184V/I, καθώς και σε ιούς με τις υποκαταστάσεις L74V και M184V/I. Η διασταυρούμενη αντοχή ανάμεσα στην ντολουτεγκραβίρη, την αβακαβίρη ή τη λαμιβουδίνη και αντιρετροϊκά από άλλες κατηγορίες π.χ. PI ή NNRTI δεν είναι πιθανή.
Επιδράσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις στο διάστημα QTc, με δόσεις ντολουτεγκραβίρης που υπερβαίνουν την κλινική δόση κατά περίπου 3 φορές. Δεν έχουν διεξαχθεί παρόμοιες μελέτες με αβακαβίρη ή λαμιβουδίνη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η αποτελεσματικότητα του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε άτομα με λοίμωξη από HIV που δεν έχουν λάβει θεραπεία στο παρελθόν βασίζεται στις αναλύσεις δεδομένων από μια σειρά μελετών. Στις αναλύσεις συμπεριλήφθηκαν δύο τυχαιοποιημένες, διεθνείς, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο μελέτες, SINGLE (ING114467) και SPRING-2 (ING113086), η διεθνής, ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη FLAMINGO (ING114915) και η τυχαιοποιημένη, ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη μη κατωτερότητας ARIA (ING117172). Η μελέτη STRIIVING (201147) ήταν μια τυχαιοποιημένη, ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη μη κατωτερότητας με αλλαγή της θεραπείας, η οποία διεξήχθη σε ιολογικώς κατεσταλμένα άτομα που δεν είχαν τεκμηριωμένο ιστορικό αντοχής σε οποιαδήποτε κατηγορία φαρμάκων. Στη μελέτη SINGLE, 833 ασθενείς έλαβαν επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ντολουτεγκραβίρης 50 mg άπαξ ημερησίως και σταθερή δόση αβακαβίρης-λαμιβουδίνης (DTG + ABC/3TC) ή σταθερή δόση εφαβιρένζης-τενοφοβίρης-εμτρισιταβίνης (EFV/TDF/FTC). Κατά την έναρξη της μελέτης, η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν τα 35 έτη, το 16% ήταν γυναίκες, το 32% των ασθενών δεν ήταν λευκοί, το 7% είχαν συλλοίμωξη με ηπατίτιδα C και το 4% ήταν κατηγορίας C κατά CDC. Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν παρόμοια μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων. Στον Πίνακα 3 παρατίθενται οι εκβάσεις της Εβδομάδας 48 (συμπεριλαμβανομένων των εκβάσεων από τις βασικές συμμεταβλητές αναφοράς).
Πίνακας 3: Ιολογικές εκβάσεις της τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη SINGLE στις 48 εβδομάδες (αλγόριθμος Snapshot)
| 48 εβδομάδες DTG 50 mg + ABC/3TC άπαξ ημερησίως N=414 | EFV/TDF/FTC άπαξ ημερησίως N=419 | |
|---|---|---|
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL | 88% | 81% |
| Διαφορά θεραπείας* | 7,4% (95% CI: 2,5%, 12,3%) | |
| Ιολογική μη ανταπόκριση† | 5% | 6% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 48 | 7% | 13% |
| Αίτια | ||
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου‡ | 2% | 10% |
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης για άλλους λόγους§ | 5% | 3% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | 0 | <1% |
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL με βάση συμμεταβλητές αναφοράς
| Αρχικό επίπεδο ιικού φορτίου στο πλάσμα (αντίγραφα/mL) | n / N (%) | n / N (%) |
|---|---|---|
| ≤100.000 | 253 / 280 (90%) | 238 / 288 (83%) |
| >100.000 | 111 / 134 (83%) | 100 / 131 (76%) |
| Αρχικές τιμές CD4+ (κύτταρα/ mm3) | ||
|---|---|---|
| <200 | 45 / 57 (79%) | 48 / 62 (77%) |
| 200 έως <350 | 143 / 163 (88%) | 126 / 159 (79%) |
| ≥350 | 176 / 194 (91%) | 164 / 198 (83%) |
| Φύλο | ||
|---|---|---|
| Άνδρες | 307 / 347 (88%) | 291 / 356 (82%) |
| Γυναίκες | 57 / 67 (85%) | 47 / 63 (75%) |
| Φυλή | ||
|---|---|---|
| Λευκοί | 255 / 284 (90%) | 238 /285 (84%) |
| Αφρο-αμερικανή / Αφρικανική καταγωγή/ Άλλο | 109 / 130 (84%) | 99 / 133 (74%) |
| Ηλικία (έτη) | ||
|---|---|---|
| <50 | 319 / 361 (88%) | 302 / 375 (81%) |
| ≥50 | 45 / 53 (85%) | 36 / 44 (82%) |
- Προσαρμογή ως προς τους παράγοντες διαστρωμάτωσης στην έναρξη. † περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν πριν από την Εβδομάδα 48 λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας και ασθενείς με ≥50 αντίγραφα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου της εβδομάδας 48. ‡ Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν εξαιτίας ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την Ημέρα 1 έως το χρονικό περιθώριο ανάλυσης της Εβδομάδας 48, εφόσον η διακοπή αυτή οδήγησε σε απουσία ιολογικών δεδομένων για τη θεραπεία στη διάρκεια αυτού του χρονικού περιθωρίου της ανάλυσης. § Περιλαμβάνει αίτια όπως απόσυρση της συγκατάθεσης, απώλεια επαφής κατά την παρακολούθηση, μετακίνηση, παρέκκλιση από το πρωτόκολλο. Σημειώσεις: ABC/3TC = αβακαβίρη 600 mg, λαμιβουδίνη 300 mg στη μορφή του συνδυασμού σταθερών δόσεων (FDC) Kivexa/Epzicom EFV/TDF/FTC = εφαβιρένζη 600 mg, δισοπροξιλική τενοφοβίρη 245 mg, εμτρισιταβίνη 200 mg στη μορφή του συνδυασμού σταθερών δόσεων Atripla.
Στην κύρια ανάλυση των 48 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με ιολογική καταστολή στο σκέλος του συνδυασμού ντολουτεγκραβίρης + ABC/3TC ήταν ανώτερο από αυτό του σκέλους EFV/TDF/FTC, p=0,003. Η ίδια θεραπευτική διαφορά παρατηρήθηκε στους ασθενείς ύστερα από διαστρωμάτωση με βάση το επίπεδο του HIV RNA στη έναρξη (< ή > 100.000 αντίγραφα/mL). Ο διάμεσος χρόνος έως την ιική καταστολή ήταν μικρότερος με το συνδυασμό ABC/3TC + DTG (28 έναντι 84 ημερών, p<0,0001). Η προσαρμοσμένη μέση μεταβολή στον αριθμό των CD4+ T κυττάρων από τη έναρξη ήταν 267 κύτταρα έναντι 208 κύτταρα/mm3, αντίστοιχα (p<0,001). Τόσο η ανάλυση του χρόνου έως την ιική καταστολή όσο και η ανάλυση της μεταβολής από την έναρξη της μελέτης ήταν προκαθορισμένες και προσαρμοσμένες ως προς την πολλαπλότητα. Στις 96 εβδομάδες, η ανταπόκριση ήταν 80% έναντι 72%, αντίστοιχα. Η διαφορά στο καταληκτικό σημείο παρέμεινε στατιστικά σημαντική (p=0,006). Οι στατιστικά υψηλότερες ανταποκρίσεις στο σκέλος DTG+ABC/3TC ευνοήθηκαν από το υψηλότερο ποσοστό αποσύρσεων εξαιτίας AE στο σκέλος EFV/TDF/FTC, ανεξάρτητα από τη διαστρωμάτωση με βάση το ιικό φορτίο. Οι συνολικές διαφορές ως προς τη θεραπεία την Εβδομάδα 96 αφορούν ασθενείς με υψηλά και χαμηλά ιικά φορτία στην έναρξη της μελέτης. Στις 144 εβδομάδες στη φάση ανοικτής επισήμανσης της μελέτης SINGLE, η ιολογική καταστολή διατηρήθηκε, ο βραχίονας DTG +ABC/3TC (71%) ήταν ανώτερος από τον βραχίονα EFV/TDF/FTC (63%), η διαφορά της θεραπείας ήταν 8,3% (2,0, 14,6).
Στη μελέτη SPRING-2, 822 ασθενείς έλαβαν θεραπεία είτε με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ντολουτεγκραβίρης 50 mg άπαξ ημερησίως είτε με ραλτεγκραβίρη 400 mg δις ημερησίως (τυφλοποιημένες), αμφότερες μαζί με σταθερή δόση ABC/3TC (περίπου 40%) ή TDF/FTC (περίπου 60%), ανοικτής επισήμανσης. Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά στην έναρξη και οι εκβάσεις συνοψίζονται στον Πίνακα 4. Η ντολουτεγκραβίρη δεν ήταν κατώτερη της ραλτεγκραβίρης, περιλαμβανομένης και της υποομάδας των ασθενών που ελάμβαναν βασικό θεραπευτικό σχήμα με αβακαβίρη/λαμιβουδίνη.
Πίνακας 4: Δημογραφικά δεδομένα και ιολογικά αποτελέσματα της τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη SPRING-2 (αλγόριθμος snapshot)
| DTG 50 mg άπαξ ημερησίως + 2 NRTI N=411 | RAL 400mg δις ημερησίως + 2 NRTI N=411 | |
|---|---|---|
| Δημογραφικά δεδομένα | ||
| Διάμεση ηλικία (έτη) | 37 | 35 |
| Γυναίκες | 15% | 14% |
| Μη λευκοί | 16% | 14% |
| Ηπατίτιδα B και/ή C | 13% | 11% |
| Κατηγορία C κατά CDC | 2% | 2% |
| Βασική θεραπεία με ABC/3TC | 41% | 40% |
| Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα την εβδομάδα 48 | ||
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL | 88% | 85% |
| Διαφορά θεραπείας* | 2,5% (95% CI: -2,2%, 7,1%) | |
| Ιολογική μη ανταπόκριση† | 5% | 8% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 48 | 7% | 7% |
| Αίτια | ||
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου‡ | 2% | 1% |
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης για άλλους λόγους§ | 5% | 6% |
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL για τους ασθενείς υπό ABC/3TC | 86% | 87% |
| Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα την εβδομάδα 96 | ||
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL | 81% | 76% |
| Διαφορά της θεραπείας* | 4,5% (95% CI: -1,1%, 10,0%) | |
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL για τους ασθενείς υπό ABC/3TC | 74% | 76% |
- Προσαρμογή ως προς τους παράγοντες διαστρωμάτωσης στην έναρξη. † περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν πριν από την Εβδομάδα 48 λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας και ασθενείς με ≥50 αντίγραφα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου της εβδομάδας 48. ‡ Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν εξαιτίας ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την Ημέρα 1 έως το χρονικό περιθώριο ανάλυσης της Εβδομάδας 48, εφόσον η διακοπή αυτή οδήγησε σε απουσία ιολογικών δεδομένων για τη θεραπεία στη διάρκεια αυτού του χρονικού περιθωρίου της ανάλυσης. § Περιλαμβάνει αίτια όπως παρέκκλιση από το πρωτόκολλο, απώλεια επαφής κατά την παρακολούθηση και απόσυρση της συγκατάθεσης. Σημειώσεις: DTG = ντολουτεγκραβίρη, RAL = ραλτεγκραβίρη.
Στη μελέτη FLAMINGO, 485 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ντολουτεγκραβίρης 50 mg άπαξ ημερησίως ή δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (DRV/r) 800 mg/100 mg άπαξ ημερησίως, αμφότερες μαζί με ABC/3TC (περίπου 33%) ή TDF/FTC (περίπου 67%). Όλες οι θεραπείες χορηγήθηκαν με ανοικτή επισήμανση. Τα βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά και οι εκβάσεις συνοψίζονται στον Πίνακα 5.
Πίνακας 5: Δημογραφικά δεδομένα και ιολογικά αποτελέσματα την εβδομάδα 48 της τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη FLAMINGO (αλγόριθμος snapshot)
| DTG 50 mg άπαξ ημερησίως + 2 NRTI N=242 | DRV+RTV 800mg + 100mg άπαξ ημερησίως +2 NRTI N=242 | |
|---|---|---|
| Δημογραφικά δεδομένα | ||
| Διάμεση ηλικία (έτη) | 34 | 34 |
| Γυναίκες | 13% | 17% |
| Μη λευκοί | 28% | 27% |
| Ηπατίτιδα B και/ή C | 11% | 8% |
| Κατηγορία C κατά CDC | 4% | 2% |
| Βασική θεραπεία με ABC/3TC | 33% | 33% |
| Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα την Εβδομάδα 48 | ||
| HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mL | 90% | 83% |
| Διαφορά θεραπείας* | 7,1% (95% CI: 0,9%, 13,2%) | |
| Ιολογική μη ανταπόκριση† | 6% | 7% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο χρονικό περιθώριο της Εβδομάδας 48 | 4% | 10% |
| Αίτια | ||
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης λόγω ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου‡ | 1% | 4% |
| Διακοπή συμμετοχής στη μελέτη/φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης για άλλους λόγους§ | 2% | 5% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | <1% | 2% |
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL για τους ασθενείς υπό ABC/3TC | 90% | 85% |
| Διάμεσος χρόνος έως την ιική καταστολή** | 28 ημέρες | 85 ημέρες |
- Προσαρμογή ως προς τους παράγοντες διαστρωμάτωσης στην έναρξη, p=0,025. † περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν πριν από την Εβδομάδα 48 λόγω έλλειψης ή απώλειας αποτελεσματικότητας και ασθενείς με ≥50 αντίγραφα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου της εβδομάδας 48. ‡ Περιλαμβάνει ασθενείς που διέκοψαν εξαιτίας ανεπιθύμητου συμβάντος ή θανάτου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την Ημέρα 1 έως το χρονικό περιθώριο ανάλυσης της Εβδομάδας 48, εφόσον η διακοπή αυτή οδήγησε σε απουσία ιολογικών δεδομένων για τη θεραπεία στη διάρκεια αυτού του χρονικού περιθωρίου της ανάλυσης. § Περιλαμβάνει αίτια όπως απόσυρση της συγκατάθεσης, απώλεια επαφής κατά την παρακολούθηση και παρέκκλιση από το πρωτόκολλο. Σημειώσεις: DRV+RTV = δαρουναβίρη + ριτοναβίρη, DTG = ντολουτεγκραβίρη.
Στις 96 εβδομάδες, η ιολογική καταστολή στην ομάδα της ντολουτεγκραβίρης (80%) ήταν ανώτερη από αυτή της ομάδας DRV/r (68%), (προσαρμοσμένη διαφορά στη θεραπεία [DTG-(DRV+RTV)]: 12,4%; 95% CI: [4,7, 20,2]. Τα ποσοστά ανταπόκρισης στις 96 εβδομάδες ήταν 82% για το DTG+ABC/3TC και 75% για το DRV/r+ABC/3TC.
Στη μελέτη ARIA (ING117172), μια τυχαιοποιημένη, ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική, παράλληλων ομάδων μελέτη μη κατωτερότητας, 499 ενήλικες γυναίκες με λοίμωξη από HIV-1, οι οποίες δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ART, τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1 σε λήψη επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων του συνδυασμού σταθερών δόσεων (FDC) DTG/ABC/3TC 50 mg/600 mg/300 mg ή αταζαναβίρης 300 mg συν ριτοναβίρη 100 mg συν δισοπροξιλική τενοφοβίρη/εμτρισιταβίνη 245 mg/200 mg (FDC ATV+RTV+TDF/FTC). Όλες οι θεραπείες χορηγήθηκαν άπαξ ημερησίως.
Πίνακας 6: Δημογραφικά δεδομένα και ιολογικά αποτελέσματα της τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη ARIA την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος snapshot)
| DTG/ABC/3TC FDC N=248 | ATV+RTV+TDF/FTC FDC N=247 | |
|---|---|---|
| Δημογραφικά δεδομένα | ||
| Διάμεση ηλικία (έτη) | 37 | 37 |
| Γυναίκες | 100% | 100% |
| Μη λευκή φυλή | 54% | 57% |
| Ηπατίτιδα B και/ή C | 6% | 9% |
| Κατηγορία C κατά CDC | 4% | 4% |
| Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα την Εβδομάδα 48 | ||
| HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL | 82% | 71% |
| Διαφορά θεραπείας | 10,5 (3,1% έως 17,8%) [p=0,005]. | |
| Ιολογική αποτυχία | 6% | 14% |
| Αίτια | ||
| Τα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου δεν ήταν κάτω από το όριο των 50 c/mL | 2% | 6% |
| Διακοπή συμμετοχής λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας | 2% | <1% |
| Διακοπή συμμετοχής για άλλο λόγο, ενώ ο ασθενής δεν ήταν κάτω από το όριο | 3% | 7% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα | 12% | 15% |
| Διακοπή συμμετοχής λόγω ΑΕ ή θανάτου | 4% | 7% |
| Διακοπή συμμετοχής για άλλους λόγους | 6% | 6% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | 2% | 2% |
AE = ανεπιθύμητο συμβάν. HIV-1 - ιός ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 DTG/ABC/3TC FDC - σταθερός συνδυασμός αβακαβίρης/ντολουτέγκραβίρης/λαμιβουδίνης ATV+RTV+TDF/FTC FDC -σταθερός συνδυασμός αταζαναβίρης συν ριτοναβίρη συν δισοπροξιλική τενοφοβίρη/εμτρισιταβίνη.
Η μελέτη STRIIVING (201147) ήταν μια τυχαιοποιημένη, ανοικτή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη μη κατωτερότητας διάρκειας 48 εβδομάδων, η οποία διεξήχθη σε ασθενείς που δεν είχαν αποτυχία της προηγούμενης θεραπείας ή τεκμηριωμένη αντοχή σε οποιαδήποτε κατηγορία φαρμάκων. Ιολογικώς κατεσταλμένα (HIV-1 RNA <50 c/mL) άτομα τυχαιοποιήθηκαν (1:1) σε συνέχιση του τρέχοντος σχήματος ART (2 NRTI συν ένας PI, NNRTI ή INI) ή μετάβαση σε θεραπεία με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία του FDC ABC/DTG/3TC άπαξ ημερησίως (πρώιμη αλλαγή θεραπείας). Η συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B ήταν ένα από τα κύρια κριτήρια αποκλεισμού. Οι ασθενείς ήταν κυρίως λευκοί (66%) ή μαύροι (28%) άνδρες (87%). Οι κύριες οδοί μετάδοσης ήταν η ομοφυλοφιλική (73%) ή η ετεροφυλοφιλική (29%) επαφή. Το ποσοστό των οροθετικών για HCV ασθενών ήταν 7%. Το διάμεσο χρονικό διάστημα από την έναρξη της πρώτης ART ήταν 4,5 έτη περίπου.
Πίνακας 7: Αποτελέσματα της τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη STRIIVING (αλγόριθμος snapshot)
| Χρονικό σημείο αποτελέσματος | ABC/DTG/3TC FDC N=275 n (%) Ημέρα 1 έως Ε24 | Τρέχουσα ART N=278 n (%) Ημέρα 1 έως Ε24 | Πρώιμη αλλαγή θεραπείας ABC/DTG/3TC FDC N=244 n (%) Ε24 έως Ε48 | Όψιμη αλλαγή θεραπείας ABC/DTG/3TC FDC N=275 n (%) Ε48 |
|---|---|---|---|---|
| Ιολογική επιτυχία | 85% | 88% | 83% | 92% |
| Ιολογική αποτυχία | 1% | 1% | <1% | 1% |
| Αίτια | ||||
| Τα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου δεν ήταν κάτω από το όριο | 1% | 1% | <1% | 1% |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα | 14% | 10% | 17% | 7% |
| Διακοπή συμμετοχής λόγω ΑΕ ή θανάτου | 4% | 0% | 4% | 2% |
| Διακοπή συμμετοχής για άλλους λόγους | 9% | 10% | 12% | 3% |
| Ελλείποντα δεδομένα κατά τη διάρκεια του χρονικού περιθωρίου αλλά ο ασθενής παραμένει στη μελέτη | 1% | <1% | 2% | 2% |
ABC/DTG/3TC FDC = συνδυασμός σταθερών δόσεων αβακαβίρης/ντολουτεγκραβίρης/λαμιβουδίνης, AE = ανεπιθύμητο συμβάν, ART = αντιρετροϊκή θεραπεία, HIV-1 = ιός ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1, ITT-E = πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία που εκτέθηκε στη θεραπεία, Ε = εβδομάδα.
Η ιολογική καταστολή (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mL) στην ομάδα λήψης του FDC ABC/DTG/3TC (85%) ήταν στατιστικά μη κατώτερη σε σύγκριση με τις ομάδες τρέχουσας ART (88%) στις 24 εβδομάδες. Η προσαρμοσμένη ποσοστιαία διαφορά και το 95% CI [ABC/DTG/3TC έναντι τρέχουσας ART] ήταν 3,4%, 95% CI: [-9,1, 2,4]. Μετά από 24 εβδομάδες, όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς μετέβησαν στον FDC ABC/DTG/3TC (όψιμη αλλαγή θεραπείας). Παρόμοια επίπεδα ιολογικής καταστολής διατηρήθηκαν στις ομάδες πρώιμης και όψιμης θεραπείας στις 48 εβδομάδες.
De novo ανάπτυξη αντοχής σε ασθενείς με αποτυχία της θεραπείας στις μελέτες SINGLE, SPRING-2 και FLAMINGO Δεν ανιχνεύθηκε de novo ανάπτυξη αντοχής σε παράγοντες της κατηγορίας των αναστολέων της ιντεγκράσης ή των NRTI σε ασθενείς που έλαβαν ντολουτεγκραβίρη + αβακαβίρη/λαμιβουδίνη στις τρεις μελέτες που αναφέρθηκαν. Όσον αφορά τα φάρμακα σύγκρισης, τυπική αντοχή ανιχνεύθηκε με το συνδυασμό TDF/FTC/EFV (SINGLE, έξι ασθενείς με αντοχή σχετιζόμενη με NNRTI και ένας ασθενής με μείζονα αντοχή σε NRTI) και με το συνδυασμό 2 NRTI + ραλτεγκραβίρη (SPRING-2, τέσσερις ασθενείς με μείζονα αντοχή σε NRTI και ένας ασθενής με αντοχή στη ραλτεγκραβίρη), ενώ δεν ανιχνεύθηκε de novo αντοχή σε ασθενείς που έλαβαν 2 NRTI + DRV/RTV (FLAMINGO).
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια ανοιχτή, πολυκεντρική, εύρεσης δόσης κλινική μελέτη Φάσης Ι/ΙΙ 48 εβδομάδων, (IMPAACT P1093/ING112578), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι, η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα της ντολουτεγκραβίρης αξιολογήθηκαν σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα σε άτομα που δεν είχαν λάβει ή είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία, δεν είχαν λάβει προηγουμένως INSTI, είχαν λοίμωξη HIV-1 άτομα ηλικίας ≥ 4 εβδομάδων έως < 18 ετών. Η διαστρωμάτωση των συμμετεχόντων έγινε με βάση την ηλικιακή κοόρτη: οι συμμετέχοντες ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών εντάχθηκαν στην Κοόρτη I και οι συμμετέχοντες ηλικίας 6 έως κάτω των 12 ετών εντάχθηκαν στην Κοόρτη IIA. Και στις δύο κοόρτες, το 67% (16/24) των συμμετεχόντων που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση (καθορίστηκε με βάση το σωματικό βάρος και την ηλικία) πέτυχαν HIV-1 RNA κάτω από 50 αντίγραφα ανά ml την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος Snapshot). Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία DTG/ABC/3TC FDC και τα διασπειρόμενα δισκία αξιολογήθηκαν σε άτομα ηλικίας <12 ετών και σωματικού βάρους ≥6 έως <40 kg με λοίμωξη HIV-1 που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία ή είχαν λάβει θεραπεία, σε μια ανοιχτή, πολυκεντρική, κλινική δοκιμή (IMPAACT 2019). 57 άτομα σωματικού βάρους τουλάχιστον 6 kg που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση και φαρμακοτεχνική μορφή (καθορισμένη από τη ζώνη βάρους) συνέβαλαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας την Εβδομάδα 48. Συνολικά, το 79% (45/57) και το 95% (54/57) των ατόμων σωματικού βάρους τουλάχιστον 6 kg πέτυχαν RNA HIV-1 λιγότερο από 50 αντίγραφα ανά mL και λιγότερο από 200 αντίγραφα ανά mL αντίστοιχα, την Εβδομάδα 48 (αλγόριθμος Snapshot). Η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη χορηγούμενες μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με έναν τρίτο αντιρετροϊκό φαρμακευτικό προϊόν, αξιολογήθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική δοκιμή (ARROW) σε συμμετέχοντες με λοίμωξη από HIV-1 που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία. Οι συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν σε χορήγηση δόσεων άπαξ ημερησίως (n = 331) και ζύγιζαν τουλάχιστον 25 kg έλαβαν αβακαβίρη 600 mg και λαμιβουδίνη 300 mg, είτε ως ξεχωριστούς παράγοντες, είτε ως FDC. Την Εβδομάδα 96, το 69% των συμμετεχόντων που έλαβαν αβακαβίρη και λαμιβουδίνη άπαξ ημερησίως σε συνδυασμό με έναν τρίτο αντιρετροϊκό φάρμακο, είχαν HIV-1 RNA κάτω από 80 αντίγραφα ανά ml.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir έχει αποδειχθεί ότι είναι βιοϊσοδύναμο με το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο της ντολουτεγκραβίρης και το δισκίο σταθερού συνδυασμού αβακαβίρης/λαμιβουδίνης (ABC/3TC FDC) όταν χορηγούνται ξεχωριστά. Αυτό αποδείχθηκε σε μία μονής δόσης, διπλά διασταυρούμενης μελέτης βιοϊσοδυναμίας με χορήγηση του Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir (σε κατάσταση νηστείας) έναντι της χορήγησης 1 δισκίου ντολουτεγκραβίρης 50 mg, συν 1 δισκίου αβακαβίρης 600 mg/λαμιβουδίνης 300 mg (σε κατάσταση νηστείας) σε υγιή άτομα (n=66). Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης όταν χορηγούνται σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων είναι συγκρίσιμη με εκείνη των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της ντολουτεγκραβίρης όταν χορηγείται σε μορφή διασπειρόμενων δισκίων είναι περίπου 1,7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων. Ως εκ τούτου, τα διασπειρόμενα δισκία Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν είναι άμεσα εναλλάξιμα με τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir (βλ. Δοσολογία). Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ντολουτεγκραβίρης, της λαμιβουδίνης και της αβακαβίρης περιγράφονται παρακάτω.
Απορρόφηση
Η ντολουτεγκραβίρη, η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη απορροφώνται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ντολουτεγκραβίρης δεν έχει προσδιοριστεί. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος χορηγούμενης αβακαβίρης και λαμιβουδίνης σε ενήλικες είναι περίπου 83% και 80-85%, αντίστοιχα. Ο μέσος χρόνος έως την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στον ορό (tmax) για την ντολουτεγκραβίρη, την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη είναι περίπου 2 έως 3 ώρες (μετά τη χορήγηση της δόσης για τη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου), 1,5 ώρα και 1,0 ώρα, αντίστοιχα. Η έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια ανάμεσα σε υγιή άτομα και άτομα με λοίμωξη από τον HIV-1. Μετά από χορήγηση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων ντολουτεγκραβίρης 50 mg άπαξ ημερησίως σε ενήλικα άτομα με λοίμωξη από τον HIV-1, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σε σταθερή κατάσταση (γεωμετρικός μέσος [%CV]) με βάση αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού ήταν AUC(0-24) = 53,6 (27) μg.h/mL, Cmax = 3,67 (20) μg/mL και Cmin = 1,11 (46) μg/mL. Έπειτα από μια δόση 600 mg αβακαβίρης, η μέση (CV) Cmax είναι 4,26 μg/ml (28%) και η μέση (CV) AUC∞ είναι 11,95 μg.h/ml (21%). Έπειτα από χορήγηση πολλαπλών δόσεων λαμιβουδίνης 300 mg από στόματος άπαξ ημερησίως για επτά ημέρες, η μέση (CV) Cmax σε σταθερή κατάσταση είναι 2,04 μg/ml (26%) και η μέση (CV) AUC24 είναι 8,87 μg.h/ml (21%). Η επίδραση ενός γεύματος με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά στο επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir αξιολογήθηκε σε μία υποομάδα συμμετεχόντων (n=12) στη μονής δόσης, διπλά διασταυρούμενη μελέτη της βιοϊσοδυναμίας. Η Cmax και η AUC της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα μετά από χορήγηση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir μαζί με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά ήταν κατά 37% και 48% υψηλότερες, αντίστοιχα, σε σχέση με τη χορήγηση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε κατάσταση νηστείας. Για την αβακαβίρη παρατηρήθηκε μείωση της Cmax κατά 23% ενώ η AUC παρέμεινε αμετάβλητη. Η έκθεση στη λαμιβουδίνη ήταν παρόμοια κατά τη χορήγηση με και χωρίς τροφή. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της ντολουτεγκραβίρης (μετά την από στόματος χορήγηση εναιωρήματος, Vd/F) υπολογίζεται σε 12,5 L. Μελέτες με ενδοφλέβια χορήγηση αβακαβίρης και λαμιβουδίνης έδειξαν ότι ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής είναι 0,8 και 1,3 l/kg, αντίστοιχα. Η ντολουτεγκραβίρη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (>99%) με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος βάσει δεδομένων in vitro. Η δέσμευση της ντολουτεγκραβίρης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης. Τα ολικά ποσοστά σχετιζόμενων με το φάρμακο συγκεντρώσεων ραδιενέργειας στο αίμα και το πλάσμα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο από 0,441 έως 0,535, υποδεικνύοντας ελάχιστη συσχέτιση της ραδιενέργειας με τα κυτταρικά στοιχεία του αίματος. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα αυξάνεται σε χαμηλά επίπεδα λευκωματίνης ορού (<35 g/L) όπως παρατηρείται σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Μελέτες σύνδεσης σε πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro δείχνουν ότι η αβακαβίρη συνδέεται μόλις σε χαμηλό έως μέτριο βαθμό (~49%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος των θεραπευτικών δόσεων και επιδεικνύει περιορισμένη σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro (< 36%). Η ντολουτεγκραβίρη, η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη ανιχνεύονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ). Σε 13 πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς υπό θεραπεία με σταθερό δοσολογικό σχήμα με ντολουτεγκραβίρη συν αβακαβίρη/λαμιβουδίνη, η συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης στο ΕΝΥ ήταν κατά μέσο όρο 18 ng/mL (συγκρίσιμη με τη συγκέντρωση του μη συνδεδεμένου φαρμάκου στο πλάσμα και υψηλότερη από την IC50). Μελέτες με αβακαβίρη έχουν δείξει ότι ο λόγος των AUC ΕΝΥ προς πλάσμα είναι μεταξύ 30 και 44%. Οι παρατηρούμενες τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων είναι 9 φορές μεγαλύτερες από την IC50 της αβακαβίρης των 0,08 μg/ml ή των 0,26 μM όταν η αβακαβίρη χορηγείται στη δόση των 600 mg δις ημερησίως. Ο μέσος λόγος των συγκεντρώσεων ΕΝΥ/πλάσμα της λαμιβουδίνης 2-4 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση ήταν περίπου 12%. Η αληθινή έκταση της διείσδυσης της λαμιβουδίνης στο ΚΝΣ και η συσχέτισή της με την κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη. Η ντολουτεγκραβίρης ανιχνεύεται στο γυναικείο και στο αντρικό γεννητικό σύστημα. Οι AUC σε τραχηλοκολπικό υγρό, σε ιστό του τραχήλου της μήτρας και σε κολπικό ιστό ήταν το 6-10% εκείνων που επιτεύχθηκαν αντίστοιχα στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση. Οι AUC στο σπέρμα και στον ιστό του ορθού ήταν το 7% και 17% εκείνων που επιτεύχθηκαν αντίστοιχα στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση.
Βιομετασχηματισμός
Η ντολουτεγκραβίρη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του UGT1A1 με μικρή συμμετοχή του CYP3A (το 9,7% της συνολικής δόσης που χορηγήθηκε σε μία μελέτης ισοζυγίου μάζας στον άνθρωπο). Η ντολουτεγκραβίρη αποτελεί το κύριο κυκλοφορούν συστατικό στο πλάσμα. Η νεφρική αποβολή της αμετάβλητης δραστικής ουσίας είναι χαμηλή (< 1% της δόσης). Το πενήντα τρία τοις εκατό της συνολικής δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα. Δεν είναι γνωστό εάν το σύνολο ή μέρος αυτού οφείλεται στη μη απορροφημένη δραστική ουσία ή στην χολική απέκκριση του προϊόντος σύζευξης της γλυκουρονιδίωσης, το οποίο μπορεί να υποστεί περαιτέρω διάσπαση για το σχηματισμό της μητρικής ένωσης στον αυλό του εντέρου. Το 32% της συνολικής από στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και αντιπροσωπεύεται από γλυκουρονιδικό αιθέρα της ντολουτεγκραβίρης (18,9% της συνολικής δόσης), μεταβολίτη N-απαλκυλίωσης (3,6% της συνολικής δόσης) και ένα μεταβολίτη που σχηματίζεται από οξείδωση στο βενζυλικό άνθρακα (3,0% της συνολικής δόσης). Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, ενώ περίπου 2% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται από τους νεφρούς ως αναλλοίωτο φάρμακο. Οι κύριες μεταβολικές οδοί στον άνθρωπο είναι με αλκοολική αφυδρογονάση και με γλυκουρονιδίωση ώστε να παραχθεί το 5’-καρβοξυλικό οξύ και το 5’-γλυκουρονίδιο, τα οποία αποτελούν περίπου το 66% της χορηγούμενης δόσης. Οι μεταβολίτες αυτοί απεκκρίνονται με τα ούρα. Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης γίνεται μέσω μιας δευτερεύουσας οδού αποβολής. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως αναλλοίωτη μέσω νεφρικής απέκκρισης. Η πιθανότητα εμφάνισης μεταβολικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με τη λαμιβουδίνη είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5-10%).
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν επέδειξε άμεση ή επέδειξε ασθενή αναστολή (IC50>50 μM) των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP)1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A, UGT1A1 ή του UGT2B7, ή των μεταφορέων P-gp, BCRP, BSEP, οργανικό ανιόν που μεταφέρει το πολυπεπτίδιο 1Β1 (OATP1B1), OATP1B3, OCT1, MATE2-K, multidrug resistance-associated protein 2 (MRP2) ή MRP4. In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν λειτούργησε ως επαγωγέας των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4. Βάσει αυτών των δεδομένων, η ντολουτεγκραβίρη δεν αναμένεται να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα οποιουδήποτε μείζονος ενζύμου ή μεταφορέα (βλ. Αλληλεπιδράσεις). In vitro, η ντολουτεγκραβίρη δεν ήταν υπόστρωμα των OATP 1B1, OATP 1B3 ή OCT 1 του ανθρώπου. In vitro, η αβακαβίρη δεν ανέστειλε ούτε λειτούργησε ως επαγωγέας των ενζύμων CYP (άλλων εκτός των CY1A1 και CYP3A4 [περιορισμένη δυνατότητα], βλ. Αλληλεπιδράσεις) και έδειξε ασθενή ή καθόλου αναστολή του OATP1B1, OAT1B3, OCT1, OCT2, BCRP και P-gp ή MATE2-K. Επομένως, η αβακαβίρη δεν αναμένεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα αυτών των ενζύμων ή των μεταφορέων. In vitro, η αβακαβίρη δεν ανέστειλε ούτε λειτούργησε ως επαγωγέας των ενζύμων CYP (όπως CYP3A4, CYP2C9 ή CYP2D6) και δείχνει ασθενή ή καθόλου αναστολή του OATP1B1, OAT1B3, OCT1, OCT2, BCRP και P-gp ή MATE2-K. Η αβακαβίρη δεν μεταβολίστηκε σημαντικά από τα ένζυμα CYP. In vitro, η αβακαβίρη δεν ήταν υπόστρωμα των OATP1B1, OATP1B3, OCT1, OCT2, OAT1, MATE1, MATE2-K, MRP2 ή MRP4, επομένως τα φαρμακευτικά προϊόντα που ρυθμίζουν αυτούς τους μεταφορείς δεν αναμένεται να επηρεάσουν τις συγκεντρώσεις της αβακαβίρης στο πλάσμα. In vitro, η λαμιβουδίνη δεν ανέστειλε ούτε λειτούργησε ως επαγωγέας των ενζύμων CYP (όπως CYP3A4, CYP2C9 ή CYP2D6) και έδειξε ασθενή ή καθόλου αναστολή των OATP1B1, OAT1B3, OCT3, BCRP, P-gp, MATE1 ή MATE2-K. Επομένως, η λαμιβουδίνη δεν αναμένεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα αυτών των ενζύμων ή μεταφορέων. Η λαμιβουδίνη δεν μεταβολίστηκε σημαντικά από τα ένζυμα CYP.
Αποβολή
Η ντολουτεγκραβίρη έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 14 ώρες. Η φαινομενική από στόματος κάθαρση (CL/F) είναι περίπου 1 L/ώρα σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV βάσει ανάλυσης φαρμακοκινητικής πληθυσμού. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αβακαβίρης είναι περίπου 1,5 ώρες. Η γεωμετρική μέση τιμή του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής του ενδοκυτταρικού ενεργού συστατικού τριφωσφορική (TP) καρμποβίρη σε σταθερή κατάσταση είναι 20,6 ώρες. Μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων αβακαβίρης 300 mg από στόματος δις ημερησίως, δεν υπάρχει σημαντική συσσώρευση της αβακαβίρης. Η αποβολή της αβακαβίρης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού με επακόλουθη απέκκριση των μεταβολιτών κυρίως στα ούρα. Οι μεταβολίτες και η αναλλοίωτη αβακαβίρη αποτελούν περίπου το 83% της χορηγηθείσας δόσης της αβακαβίρης στα ούρα. Η υπόλοιπη αποβάλλεται στα κόπρανα. Ο παρατηρηθείς χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λαμιβουδίνης είναι 18 έως 19 ώρες. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν λαμιβουδίνη 300 mg άπαξ ημερησίως, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ενδοκυτταρικής λαμιβουδίνης-TP ήταν 16 έως 19 ώρες. Η μέση τιμή της συστηματικής κάθαρσης της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 L/h/kg, κυρίως μέσω νεφρικής κάθαρσης (> 70%) μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min (βλ. Δοσολογία).
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη κυμαινόμενης δόσης, οι ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 που έλαβαν μονοθεραπεία με ντολουτεγκραβίρη (ING111521) επέδειξαν ταχεία και δοσοεξαρτώμενη αντι-ιική δράση με μέση μείωση του HIV-1 RNA της τάξεως του 2,5 log10 την ημέρα 11 για τη δόση των 50 mg. Αυτή η αντι-ιική ανταπόκριση διατηρήθηκε για 3 έως 4 ημέρες μετά την τελευταία δόση στην ομάδα των 50 mg.
Ενδοκυτταρική φαρμακοκινητική
Η γεωμετρική μέση τιμή του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής της ενδοκυτταρικής καρμποβίρης-TP σε σταθερή κατάσταση ήταν 20,6 ώρες, σε σύγκριση με τη γεωμετρική μέση τιμή του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής της αβακαβίρης στο πλάσμα των 2,6 ωρών. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ενδοκυτταρικής λαμιβουδίνης-TP παρατάθηκε στις 16-19 ώρες, γεγονός που υποστηρίζει την άπαξ ημερησίως χορήγηση των ABC και 3TC.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα έχουν συλλεχθεί για την ντολουτεγκραβίρη, την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη ξεχωριστά. Η ντολουτεγκραβίρη μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος. Χορηγήθηκε εφάπαξ δόση ντολουτεγκραβίρης των 50 mg σε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) και σε 8 αντιστόιχως υγιή ενήλικα άτομα. Παρά το ότι η συνολική συγκέντρωση της ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα ήταν παρόμοια, παρατηρήθηκε αύξηση κατά 1,5 έως 2 φορές της έκθεσης σε μη συνδεδεμένη ντολουτεγκραβίρη σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες. Δεν θεωρείται απαραίτητη η τροποποίηση της δόσης για ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης δεν έχει μελετηθεί. Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία 5-6 κατά Child-Pugh) που έλαβαν εφάπαξ δόση 600 mg. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρξε μια μέση αύξηση της AUC της αβακαβίρης κατά 1,89 φορές [1,32, 2,70] και της ημίσειας ζωής αποβολής της αβακαβίρης κατά 1,58 φορές [1,22, 2,04]. Σεν είναι δυνατή η παροχή σύστασης για μείωση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία λόγω σημαντικής μεταβλητότητας της έκθεσης στην αβακαβίρη. Τα δεδομένα που ελήφθησαν από ασθενείς με μέτρια προς σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία. Με βάση δεδομένα αρχείου για την αβακαβίρη, το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα έχουν συλλεχθεί για την ντολουτεγκραβίρη, τη λαμιβουδίνη και την αβακαβίρη ξεχωριστά. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης δραστικής ουσίας αποτελεί ήσσονα οδό αποβολής για την ντολουτεγκραβίρη. Πραγματοποιήθηκε μία μελέτη φαρμακοκινητικής της ντολουτεγκραβίρης σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 mL/min). Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ ατόμων με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 mL/min) και των αντίστοιχων υγιών ατόμων. Η ντολουτεγκραβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε διύλιση, αν και δεν αναμένονται διαφορές στην έκθεση. Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το ήπαρ, με περίπου 2% της δόσης της αβακαβίρης να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου είναι παρόμοια με εκείνη των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μελέτες με λαμιβουδίνη δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC) αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω της μειωμένης κάθαρσης. Με βάση τα δεδομένα για τη λαμιβουδίνη, το Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir δεν συνιστάται για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min.
Ηλικιωμένοι Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού της ντολουτεγκραβίρης με χρήση δεδομένων από ενήλικες με λοίμωξη από HIV-1 έδειξε ότι δεν υπάρχει κλινικά σημαντική επίδραση της ηλικίας στην έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη. Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής για την ντολουτεγκραβίρη, την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών είναι περιορισμένα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο και των διασπειρόμενων δισκίων ντολουτεγκραβίρης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους ηλικίας ≥ 4 εβδομάδων έως < 18 ετών με λοίμωξη από τον HIV-1 αξιολογήθηκε σε δύο συνεχιζόμενες μελέτες (IMPAACT P1093/ING112578 και ODYSSEY/201296). Η μέση AUC0-24h και C24h της ντολουτεγκραβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 και σωματικό βάρος τουλάχιστον 6 kg ήταν συγκρίσιμες με αυτές στους ενήλικες μετά από λήψη 50 mg μία φορά την ημέρα ή 50 mg δύο φορές την ημέρα. Η μέση Cmax είναι υψηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς, αλλά η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική καθώς τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια ανάμεσα στους παιδιατρικούς και τους ενήλικες συμμετέχοντες. Η φαρμακοκινητική των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο και των διασπειρόμενων δισκίων Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε παιδιά ηλικίας <12 ετών με λοίμωξη HIV-1, χωρίς ή με προηγούμενη θεραπεία, αξιολογήθηκε σε μια μελέτη (IMPAACT 2019). Οι μέσες AUC0-24h, C24h και Cmax της ντολουτεγκραβίρης, αβακαβίρης και λαμιβουδίνης στις συνιστώμενες δόσεις για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο και διασπειρόμενα δισκία Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir σε παιδιά με λοίμωξη HIV-1 σωματικού βάρους τουλάχιστον 6 kg έως λιγότερου των 40 kg ήταν εντός των παρατηρούμενων ορίων έκθεσης στις συνιστώμενες δόσεις των μεμονωμένων προϊόντων σε ενήλικες και παιδιατρικούς. Υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής για την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη σε παιδιά και εφήβους που λαμβάνουν τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα της φαρμακοτεχνικής μορφής του από στόματος χορηγούμενου διαλύματος και του δισκίου. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι είναι συγκρίσιμες με αυτές που αναφέρονται για τους ενήλικες. Σε παιδιά και εφήβους σωματικού βάρους 6 kg έως λιγότερο από 25 kg, στις συνιστώμενες δόσεις, οι προβλεπόμενες εκθέσεις (AUC0-24h) για την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη με τα διασπειρόμενα δισκία Lamivudine, Abacavir And Dolutegravir βρίσκονται εντός του προβλεπόμενου εύρους έκθεσης των επιμέρους συστατικών με βάση το μοντέλο φαρμακοκινητικής πληθυσμού και την προσομοίωση.
Πολυμορφισμοί σε ένζυμα μεταβολισμού φαρμάκων Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι συνήθεις πολυμορφισμοί σε ένζυμα μεταβολισμού φαρμάκων μεταβάλλουν τη φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Σε μία μετα-ανάλυση στην οποία χρησιμοποιήθηκαν δείγματα φαρμακογενωμικής που συλλέχτηκαν σε κλινικές μελέτες οι οποίες διεξήχθησαν σε υγιή άτομα, τα άτομα με γονότυπους UGT1A1 (n=7) που εμφανίζουν μειωμένο μεταβολισμό της ντολουτεγκραβίρης εμφάνισαν κατά 32% χαμηλότερη κάθαρση της ντολουτεγκραβίρης και κατά 46% υψηλότερη AUC σε σύγκριση με άτομα με γονότυπους που σχετίζονται με φυσιολογικό μεταβολισμό μέσω του UGT1A1 (n=41).
Φύλο Οι αναλύσεις φαρμακοκινητικής του πληθυσμού με χρήση συγκεντρωτικών δεδομένων φαρμακοκινητικής από μελέτες Φάσης IIb και III σε ενήλικες δεν αποκάλυψαν κλινικά σημαντική επίδραση του φύλου στην έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης, της αβακαβίρης ή της λαμιβουδίνης με βάση την επίδραση του φύλου στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Φυλή Οι αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού με χρήση συγκεντρωτικών δεδομένων φαρμακοκινητικής από μελέτες Φάσης IIb και III σε ενήλικες δεν αποκάλυψαν κλινικά σημαντική επίδραση της φυλής στην έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη. Η φαρμακοκινητική της ντολουτεγκραβίρης μετά την από στόματος εφάπαξ χορήγηση δόσης σε Ιάπωνες φαίνεται παρόμοια με τις παρατηρούμενες παραμέτρους σε άτομα του Δυτικού Κόσμου (ΗΠΑ). Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της ντολουτεγκραβίρης, της αβακαβίρης ή της λαμιβουδίνης με βάση την επίδραση της φυλής στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Συνλοίμωξη με Ηπατίτιδα B ή C Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού υπέδειξε ότι η συλλοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στην ντολουτεγκραβίρη. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για άτομα με συλλοίμωξη με ηπατίτιδα B (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).