Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 200 / VIAL | 58.95 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
B48 Άλλες μυκητιάσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυκητιασικές λοιμώξεις από Fusarium · Μυκητιασικές λοιμώξεις από Scedosporium
-
B44 Ασπεργίλλωση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εν τω βάθει ασπεργίλλωση
-
B37 Καντιντίαση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εν τω βάθει λοιμώξεις από Candida · Καντινταιμία
-
B49 Μυκητίαση, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις
VORICONAZOLE/BRADEX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος, Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: κάθε 12 ώρες, δύο φορές ημερησίως, μία φορά ημερησίως
- Δόση έναρξης: 400 mg κάθε 12 ώρες (από του στόματος, για ασθενείς ≥ 40 kg) ή 6 mg/kg κάθε 12 ώρες (ενδοφλέβια, για ασθενείς ≥ 40 kg)
- Τιτλοποίηση: Σε περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης στη θεραπεία, η από του στόματος δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg δύο φορές ημερησίως (150 mg δύο φορές ημερησίως για ασθενείς < 40 kg). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί υψηλότερη δόση, μειώστε την από του στόματος δόση κατά 50 mg σταδιακά μέχρι τη δόση συντήρησης των 200 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg δύο φορές ημερησίως για ασθενείς < 40 kg). Για παιδιά (2 έως <12 ετών) και νεαρούς εφήβους με χαμηλό σωματικό βάρος, εάν η ανταπόκριση δεν είναι επαρκής, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία, μειώστε τη δόση σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg).
-
Ενήλικες (≥ 15 ετών και ≥ 40 kg)ΔόσηΔόση εφόδου (ενδοφλέβια): 6 mg/kg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια): 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δόση εφόδου (από του στόματος): 400 mg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 200 mg δύο φορές ημερησίως.Η μετάβαση από ενδοφλέβια σε από του στόματος χορήγηση είναι αποδεκτή όταν ενδείκνυται κλινικά.
-
Ενήλικες (≥ 15 ετών και < 40 kg)ΔόσηΔόση εφόδου (από του στόματος): 200 mg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 100 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Παιδιά (2 έως < 12 ετών) και νεαροί έφηβοι με χαμηλό σωματικό βάρος (12 έως 14 ετών και < 50 kg)ΔόσηΔόση εφόδου (ενδοφλέβια): 9 mg/kg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια): 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 9 mg/kg δύο φορές ημερησίως.Μέγ. δόση350 mg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος)Η από του στόματος δόση εφόδου δεν συνιστάται. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με ενδοφλέβιο σχήμα. Το από του στόματος σχήμα να εξετάζεται μόνο μετά σημαντική κλινική βελτίωση. Η χρήση πόσιμου εναιωρήματος συνιστάται σε παιδιά 2 έως <12 ετών, καθώς η βιοϊσοδυναμία των δισκίων δεν έχει διερευνηθεί.
-
Έφηβοι (12 έως 14 ετών και ≥ 50 kg, 15 έως 17 ετών ανεξαρτήτως σωματικού βάρους)ΔόσηΣύμφωνα με τη δοσολογία των ενηλίκων.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια έως βαριά)Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας στην από του στόματος χορήγηση. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκή ποσότητα βορικοναζόλης ώστε να δικαιολογεί αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Α και Β)ΔόσηΣυνήθεις δόσεις εφόδου. Δόση συντήρησης μειωμένη στο μισό.Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για την εμφάνιση τοξικότητας από το φάρμακο.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)Δεν έχει μελετηθεί. Να χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για την εμφάνιση τοξικότητας από το φάρμακο.
-
Παιδιά (< 2 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει καθοριστεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Συγχορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, πιμοζίδη, ή κινιδίνη.
-
Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και φαινοβαρβιτάλη.
-
Συγχορήγηση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης 400 mg μία φορά ημερησίως ή υψηλότερες.
-
Συγχορήγηση με υψηλή δόση ριτοναβίρης (400 mg και άνω δύο φορές ημερησίως).
-
Συγχορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη).
-
Συγχορήγηση με σιρόλιμους.
-
Συγχορήγηση με St.John’s Wort.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλα σκευάσματα αζολώνΑπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
-
Παράταση του διαστήματος QTcΠληθυσμόςΑσθενείς με δυνητικές προαρρυθμικές καταστάσεις (Συγγενή ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QTc, Καρδιομυοπάθεια, Κολπική βραδυκαρδία, Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες, Παράλληλη λήψη φαρμακευτικού προϊόντος που παρατείνει το διάστημα QTc)Η βορικοναζόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Ηπατική τοξικότηταΗ ηπατική δυσλειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Εάν τα αποτελέσματα των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας αυξηθούν σημαντικά, η χορήγηση του Voriconazole Βορικοναζόλη θα πρέπει να διακοπεί, εκτός εάν δικαιολογείται συνέχιση με ιατρική αξιολόγηση κινδύνου-οφέλους.
-
ΦωτοτοξικότηταΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των παιδιώνΑποφυγή έκθεσης σε άμεσο ηλιακό φως. Χρήση προστατευτικής ένδυσης και αντιηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας.
-
Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο (SCC)ΠληθυσμόςΑσθενείς (ειδικά με προηγούμενες φωτοτοξικές αντιδράσεις)Εάν εμφανισθούν αντιδράσεις από φωτοτοξικότητα, ζητηθεί συμβουλή από συμβούλιο ιατρών, εξεταστεί η διακοπή χορήγησης του Voriconazole Βορικοναζόλη και η χρήση εναλλακτικών αντιμυκητιασικών παραγόντων, παραπομπή σε δερματολόγο. Εάν συνεχιστεί η χορήγηση, πραγματοποιείται δερματολογική εκτίμηση σε συστηματική και τακτική βάση. Διακοπή αν αναγνωριστούν προκαρκινικές βλάβες ή SCC.
-
Αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις (SCARs)ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν εξάνθημαΠαρακολούθηση στενά και διακοπή του Voriconazole Βορικοναζόλη, αν οι βλάβες επιδεινωθούν.
-
Μακροχρόνια θεραπεία (>180 ημέρες)Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να περιορίσουν την έκθεση στο Voriconazole Βορικοναζόλη.
-
Μη λοιμώδης περιοστίτιδαΠληθυσμόςΜεταμοσχευμένοι ασθενείς που αναπτύσσουν σκελετικό πόνο και ακτινολογικά ευρήματα συμβατά με περιοστίτιδαΕξεταστεί η διακοπή της χορήγησης του Voriconazole Βορικοναζόλη μετά από συμβουλή από συμβούλιο ιατρών.
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΒαριά άρρωστοι ασθενείς (που λαμβάνουν νεφροτοξικά φάρμακα ή έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία)
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<2 ετών)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 2 ετώνΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Βιοδιαθεσιμότητα (παιδιατρικοί ασθενείς 2 έως <12 ετών)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς 2 έως <12 ετών με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάροςΣυνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση της βορικοναζόλης.
-
Σοβαρές δερματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (παιδιά)ΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΑπαιτούνται αυστηρά μέτρα φωτοπροστασίας. Σε παιδιά με φωτογηραντικές βλάβες, συνιστάται αποφυγή ηλιακής ακτινοβολίας και δερματολογική παρακολούθηση ακόμη και μετά τη διακοπή.
-
Προφύλαξη (γενική)Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών (ηπατοτοξικότητα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, οπτικές διαταραχές, περιοστίτιδα), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της βορικοναζόλης και της χρήσης εναλλακτικών αντιμυκητιασικών παραγόντων.
-
Συγχορήγηση με φαινυτοΐνηπροσοχήΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και φαινυτοΐνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Συγχορήγηση με εφαβιρένζηΗ δόση της βορικοναζόλης θα πρέπει να αυξάνεται στα 400 mg κάθε 12 ώρες και η δόση της εφαβιρένζης θα πρέπει να μειώνεται στα 300 mg κάθε 24 ώρες.
-
Συγχορήγηση με ριφαμπουτίνηπροσοχήΗ συγχορήγηση βορικοναζόλης και ριφαμπουτίνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Συγχορήγηση με χαμηλή δόση ριτοναβίρης (100 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΝα αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης.
-
Συγχορήγηση με εβερόλιμουςπροσοχήΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Συγχορήγηση με μεθαδόνηπροσοχήΕλάττωση της δόσης της μεθαδόνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη.
-
Συγχορήγηση με οπιοειδή βραχείας δράσης (αλφαιντανίλη, φαιντανύλη, σουφαιντανίλη)προσοχήΗ μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένης μίας μεγαλύτερης περιόδου παρακολούθησης του αναπνευστικού).
-
Συγχορήγηση με οπιοειδή μακράς δράσης (οξυκωδόνη, υδροκωδόνη)προσοχήΗ μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με οπιοειδή.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp, ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΤα δισκία Voriconazole Βορικοναζόλη δεν πρέπει να χορηγούνται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QTc και σπάνιες περιπτώσεις torsades de pointes.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΠιθανή σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων της βορικοναζόλης στο πλάσμα.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Εφαβιρένζη (400 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)αντένδειξηΑύξηση Cmax (38%) και AUCτ (44%) της Εφαβιρένζης. Μείωση Cmax (61%) και AUCτ (77%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΗ χρήση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης των 400 mg QD ή υψηλότερες αντενδείκνυται.
-
Εφαβιρένζη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (400 mg BID)προσοχήΕφαβιρένζη AUCτ 17%. Βορικοναζόλη Cmax 23%.ΣύστασηΕπιτρέπεται η συγχορήγηση εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 400 mg BID και η δόση της εφαβιρένζης μειωθεί στα 300 mg QD. Όταν διακοπεί η βορικοναζόλη, αποκαταστήστε την αρχική δόση εφαβιρένζης.
-
αντένδειξηΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα και πρόκληση εργοτισμού.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Ριφαμπουτίνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)προσοχήΜείωση Cmax (69%) και AUCτ (78%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης μπορεί να αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 350 mg από του στόματος BID (ή 100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς < 40 kg).
-
Ριφαμπουτίνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (350 mg BID)παρακολούθησηΒορικοναζόλη Cmax 4%, AUCτ 32%. Ριφαμπουτίνη Cmax 195%, AUCτ 331%.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος και των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με την ριφαμπουτίνη (π.χ. ραγοειδίτιδα).
-
Ριφαμπικίνη (600 mg QD)αντένδειξηΜείωση Cmax (93%) και AUCτ (96%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Ριτοναβίρη (υψηλή δόση ≥ 400mg BID)αντένδειξηΜείωση Cmax (66%) και AUCτ (82%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Ριτοναβίρη (χαμηλή δόση 100mg BID)προσοχήΜείωση Cmax (25%) και AUCτ (13%) της Ριτοναβίρης. Μείωση Cmax (24%) και AUCτ (39%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση κινδύνου/οφέλους δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης.
-
St. John’s WortαντένδειξηΜείωση AUC0−∞ (59%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
προσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων του εβερόλιμους στο πλάσμα (Σιρόλιμους Cmax 6,6 φορές, AUC0−∞ 11 φορές).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φλουκοναζόλη (200 mg QD)παρακολούθησηΑύξηση Cmax (57%) και AUCτ (79%) της Βορικοναζόλης.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη βορικοναζόλη εάν η χρήση της γίνεται διαδοχικά μετά τη χρήση φλουκοναζόλης.
-
Φαινυτοΐνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)προσοχήΜείωση Cmax (49%) και AUCτ (69%) της Βορικοναζόλης. Αύξηση Cmax (67%) και AUCτ (81%) της Φαινυτοΐνης.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Φαινυτοΐνη (με προσαρμοσμένη δόση βορικοναζόλης 400 mg BID)προσοχήΒορικοναζόλη Cmax 34%, AUCτ 39%.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 400 mg από του στόματος BID (ή 100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς < 40 kg).
-
παρακολούθησηΗ μέγιστη αύξηση του χρόνου προθρομβίνης ήταν περίπου διπλάσια.ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων δοκιμασιών πήξης και προσαρμογή της δόσης των αντιπηκτικών.
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων των κουμαρινικών στο πλάσμα, που μπορεί να προκαλέσει αύξηση στον χρόνο προθρομβίνης.ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων δοκιμασιών πήξης και προσαρμογή της δόσης των αντιπηπτικών.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και παρατεταμένη κατασταλτική επίδραση.ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των βενζοδιαζεπινών.
-
αντένδειξηΣημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων (Cmax 6,6 φορές, AUC0−∞ 11 φορές).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑύξηση Cmax (13%) και AUCτ (70%). Αυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα.ΣύστασηΜείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης κατά το ήμισυ και προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων. Μετά τη διακοπή της βορικοναζόλης, παρακολούθηση επιπέδων και αύξηση δόσης κυκλοσπορίνης όπως απαιτείται.
-
προσοχήΑύξηση Cmax (117%) και AUCt (221%). Αυξημένα επίπεδα τακρόλιμους έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα.ΣύστασηΜείωση της δόσης του τακρόλιμους στο ένα τρίτο της αρχικής και προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων. Μετά τη διακοπή της βορικοναζόλης, παρακολούθηση επιπέδων και αύξηση δόσης τακρόλιμους όπως απαιτείται.
-
προσοχήΑύξηση Cmax (1,7 φορές) και AUC0−∞ (3,6 φορές).ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
παρακολούθησηΑύξηση R-μεθαδόνης Cmax (31%) και AUCτ (47%). Αύξηση S-μεθαδόνης Cmax (65%) και AUCτ (103%).ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με μεθαδόνη ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα (συμπ. παράτασης QTc). Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης μεθαδόνης.
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) - ΙβουπροφαίνηπροσοχήΑύξηση S-Ιβουπροφαίνης Cmax (20%) και AUC0−∞ (100%).ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) - ΔικλοφενάκηπροσοχήΑύξηση Δικλοφενάκης Cmax (114%) και AUC0−∞ (78%).ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
-
Ομεπραζόλη (40 mg QD)προσοχήΑύξηση Ομεπραζόλης Cmax (116%) και AUCτ (280%). Βορικοναζόλη Cmax 15%, AUCτ 41%.ΣύστασηΣυνιστάται η μείωση της δόσης της ομεπραζόλης κατά το ήμισυ εάν λαμβάνεται σε δόσεις 40 mg ή μεγαλύτερες.
-
Από του στόματος Αντισυλληπτικά (Νοραιθιστερόνη, Αιθινυλοιστραδιόλη)παρακολούθησηΑύξηση Αιθινυλοιστραδιόλης Cmax (36%) και AUCτ (61%). Αύξηση Νοραιθιστερόνης Cmax (15%) και AUCτ (53%).ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά.
-
Οπιοειδή Βραχείας Δράσης - ΑλφαιντανίληπροσοχήΑύξηση Αλφαιντανίλης AUC0−∞ (6 φορές).ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Οπιοειδή Βραχείας Δράσης - ΦαιντανύληπροσοχήΑύξηση Φαιντανύλης AUC0−∞ (1,34 φορές).ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Στατίνες (π.χ., λοβαστατίνη)προσοχήΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ραβδομυόλυση.ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των στατίνων.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και πρόκληση υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των σουλφονυλουριών.
-
Αλκαλοειδή της Vinca (π.χ. βινκριστίνη, βινμπλαστίνη)προσοχήΠιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και πρόκληση νευροτοξικότητας.ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των αλκαλοειδών της vinca.
-
παρακολούθησηΗ βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό τους και ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να ανασταλεί από αυτούς.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για φαρμακευτική τοξικότητα και/ή έλλειψη αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
-
Άλλοι Μη-Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς της Αντίστροφης Μεταγραφάσης (NNRTIs) (π.χ., ντελαβιρδίνη, νεβιραπίνη)παρακολούθησηΟ μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να ανασταλεί από τους NNRTIs και η βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό των NNRTIs. Ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να επαχθεί από έναν NNRTI.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για φαρμακευτική τοξικότητα και/ή έλλειψη αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Πνευμονικό οίδημα
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Χειλίτιδα
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Ουλίτιδα
- Περιτονίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Διογκωμένη γλώσσα
- Δωδεκαδακτυλίτιδα
- Γλωσσίτιδα
- Χολοκυστίτιδα
- καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Γριππώδες σύνδρομο
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
- ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Υπογλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Άγχος
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Συγχυτική κατάσταση
- Κεφαλαλγία
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Εγκεφαλοπάθεια
- Τρόμος
- Υπερτονία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
- Σπασμός
- Συγκοπή
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αταξία
- Νυσταγμός
- Υπαισθησία
- Δυσγευσία
- Σύνδρομο Guillain-Barre
- Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
- Ίλιγγος
- οπτική βλάβη (visual impairment)
- διαταραχή του οπτικού νεύρου
- οίδημα της οπτικής θηλής
- σκληρίτιδα
- Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
- Θολερότητα του κερατοειδούς
- Διπλωπία
- Βλεφαρίτιδα
- Ατροφία οπτικού νεύρου
- Υποακοΐα
- Εμβοές
- υπερκοιλιακή αρρυθμία
- κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)
- ηλεκτροκαρδιογραφικό διάστημα QT παρατεταμένο
- κομβικός ρυθμός
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Υπόταση
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- λεμφαγγειίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατομεγαλία
- Χολολιθίαση
- ίκτερος χολοστατικός
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πορφύρα
- Κνίδωση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Βλατιδώδες εξάνθημα
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Έκζεμα
- Ψωρίαση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Οίδημα προσώπου
- δερματίτιδα αποφολιδωτική
- φωτοτοξικότητα
- φαρμακευτικό εξάνθημα (drug eruption)
- ακτινική κεράτωση
- ψευδοπορφυρία
- φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- εφηλίδες
- φακίδες
- Οσφυαλγία
- Αρθρίτιδα
- περιοστίτιδα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρίτιδα
- νέκρωση νεφρικών σωληναρίων
- αντίδραση της θέσης έγχυσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςαναπνευστική δυσχέρεια (συμπεριλαμβάνει δύσπνοια και δύσπνοια στην κόπωση)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ συχνέςοπτική βλάβη (visual impairment)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΧειλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Συχνέςίκτερος χολοστατικόςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςδερματίτιδα αποφολιδωτικήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςεγκεφαλοπάθεια (συμπεριλαμβάνει υποξική-ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια και μεταβολική εγκεφαλοπάθεια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνέςηπατίτιδα (συμπεριλαμβάνει φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβη, τοξική ηπατίτιδα, ηπατοκυτταρική βλάβη και ηπατοτοξικότητα)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςθρομβοπενία (συμπεριλαμβάνει άνοση θρομβοπενική πορφύρα)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Συχνέςοίδημα προσώπου (συμπεριλαμβάνει περικογχικό οίδημα, οίδημα των χειλιών και οίδημα του στόματος)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνέςυπερκοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Συχνέςυπερτονία (συμπεριλαμβάνει αυχενική δυσκαμψία και τετανία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χοληστερόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓριππώδες σύνδρομοΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιογκωμένη γλώσσαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔωδεκαδακτυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπινεφριδιακή ανεπάρκειαΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘολερότητα του κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Όχι συχνέςΝεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠεριτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥποακοΐαΑυτί
-
Όχι συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΧολοκυστίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΨωρίασηΔέρμα
-
Όχι συχνέςακοκκιοκυτταραιμία (συμπεριλαμβάνει εμπύρετη ουδετεροπενία και ουδετεροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςανεπάρκεια μυελού των οστώνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςαντίδραση της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςδιαταραχή του οπτικού νεύρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςεξωπυραμιδική διαταραχή (συμπεριλαμβάνει ακαθησία και παρκινσονισμό)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςηλεκτροκαρδιογραφικό διάστημα QT παρατεταμένοΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςκαρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Όχι συχνέςκοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςλεμφαγγειίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςνέκρωση νεφρικών σωληναρίωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςοίδημα της οπτικής θηλήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςσκληρίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςφαρμακευτικό εξάνθημα (drug eruption)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςφωτοτοξικότηταΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑτροφία οπτικού νεύρουΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔιάχυτη ενδαγγειακή πήξηΑίμα
-
ΣπάνιεςΚρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβώνΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Guillain-BarreΝευρικό
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Σπάνιεςακτινική κεράτωση (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςκομβικός ρυθμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Σπάνιεςφαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςψευδοπορφυρίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςδερματικός ερυθηματώδης λύκος (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςεφηλίδες (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςπεριοστίτιδα (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςφακίδες (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Voriconazole Βορικοναζόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα εμφανώς υπερτερούν των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Οι γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν πάντοτε αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να σταματά με την έναρξη της θεραπείας με το Voriconazole Βορικοναζόλη.Η απέκκριση της βορικοναζόλης στο μητρικό γάλα δεν έχει μελετηθεί.
-
ΓονιμότηταΔεν καταδείχτηκε διαταραχή της γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).Σε μία μελέτη σε πειραματόζωα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- φωτοφοβία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση - Παράγωγα τριαζολίου, Κωδικός ATC: J02A C03
Τρόπος δράσης
Η βορικοναζόλη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης. Ο κύριος τρόπος δράσης της βορικοναζόλης είναι η αναστολή της εξαρτημένης από το κυτόχρωμα P450 απομεθυλίωσης της 14α-λανοστερόλης, ενός απαραίτητου βήματος στη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στο μύκητα. Η συσσώρευση των 14α-μεθυλ στερολών συσχετίζεται με την επακόλουθη απώλεια εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα και μπορεί να ευθύνεται για την αντιμυκητιασική δράση της βορικοναζόλης. Έχει βρεθεί ότι η βορικοναζόλη είναι περισσότερο εκλεκτική στα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των μυκήτων, απ’ ότι στα διάφορα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των θηλαστικών.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής
Σε 10 θεραπευτικές μελέτες, η διάμεση τιμή των μέσων και των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα των ατόμων στις μελέτες αυτές ήταν 2425 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25 % και 75% ήταν 1193 έως 4380 ng/ml) και 3742 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25% και 75% ήταν 2027 έως 6302 ng/ml), αντίστοιχα. Δεν βρέθηκε κάποια θετική συσχέτιση μεταξύ της μέσης, της μέγιστης ή της ελάχιστης συγκέντρωσης της βορικοναζόλης στο πλάσμα και της αποτελεσματικότητας σε θεραπευτικές μελέτες και αυτή η σχέση δεν έχει διερευνηθεί σε μελέτες προφύλαξης. Φαρμακοκινητικές - Φαρμακοδυναμικές αναλύσεις των δεδομένων κλινικών μελετών έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της βορικοναζόλης στο πλάσμα και τόσο των ανωμαλιών των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας όσο και των οπτικών διαταραχών. Οι προσαρμογές της δόσης σε μελέτες προφύλαξης δεν έχουν διερευνηθεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης, με αντιμυκητιασική ισχύ έναντι ειδών Candida (συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικής στη φλουκοναζόλη C. krusei και ανθεκτικών στελεχών των C. glabrata και C. albicans) και μυκητοκτόνο δράση έναντι όλων των ειδών Aspergillus που μελετήθηκαν. Επιπροσθέτως, η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro μυκητοκτόνο δράση έναντι αναδυόμενων παθογόνων μυκήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων, όπως Scedosporium ή Fusarium, που παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στους υπάρχοντες αντιμυκητιασικούς παράγοντες. Κλινική αποτελεσματικότητα, η οποία ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση, έχει αποδειχθεί για είδη Aspergillus, συμπεριλαμβανομένων των A. flavus, A. fumigatus, A. terreus, Α. niger, A. nidulans, είδη Candida, συμπεριλαμβανομένων των C. albicans, C. glabrata, C. krusei, C. parapsilosis, C. tropicalis και περιορισμένων αριθμών των C. dubliniensis, C. inconspicua και C. guilliermondii, είδη Scedosporium, συμπεριλαμβανομένων των S. apiospermum, S. prolificans και είδη Fusarium. Άλλες θεραπευθείσες μυκητιασικές λοιμώξεις (συχνά με είτε μερική ή πλήρη ανταπόκριση) συμπεριελάμβαναν μεμονωμένες περιπτώσεις ειδών Alternaria, Blastomyces dermatitidis, Blastoschizomyces capitatus, ειδών Cladosporium, Cocciodioides immitis, Conidiobolus coronatus, Cryptococcus neoformans, Exserholium rostratum, Exophiala spinifera, Fonsecaea pedrosoi, Madurella mycetomatis, Paecilomyces lilacinus, ειδών Penicillium, συμπεριλαμβανομένου του P. marneffei, Phialophora richardsiae, Scopulariopsis brevicaulis και ειδών Trichosporon, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων από το T. beigelii. Έχει παρατηρηθεί in vitro δραστικότητα έναντι κλινικά απομονωθέντων στελεχών ειδών Acremonium, ειδών Alternaria, ειδών Bipolaris, ειδών Cladophialophora και Histoplasma capsulatum, με τα περισσότερα στελέχη να αναστέλλονται σε συγκεντρώσεις βορικοναζόλης εύρους από 0,05 έως 2μg/ml. Έχει εμφανιστεί in vitro δραστικότητα στα ακόλουθα παθογόνα, αλλά η κλινική της σημασία είναι άγνωστη: είδη Curvularia και είδη Sporothrix.
Κριτήρια ευαισθησίας
Δείγματα για καλλιέργειες μυκήτων και άλλες σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) πρέπει να λαμβάνονται πριν από τη θεραπεία, για να απομονωθούν και να ταυτοποιηθούν οι αιτιολογικώς υπεύθυνοι μικροοργανισμοί. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινά πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, όμως, όταν τα αποτελέσματα γίνουν γνωστά, η αντιμυκητιασική θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα. Τα είδη τα οποία ευθύνονται συχνότερα για την πρόκληση λοιμώξεων στους ανθρώπους περιλαμβάνουν C. albicans, C.parapsilosis, C.tropicalis, C. glabrata, C. krusei, εκ των οποίων όλα συνήθως εμφανίζουν ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MICs) μικρότερες του 1 mg/L για τη βορικοναζόλη. Ωστόσο, η in vitro δραστηριότητα της βορικοναζόλης έναντι των ειδών Candida δεν είναι ομοιόμορφη. Πιο συγκεκριμένα για τη C.glabrata, οι MICs της βορικοναζόλης για τα απομονωθέντα ανθεκτικά στελέχη στη φλουκοναζόλη, είναι αναλογικά υψηλότερες από εκείνες για τα απομονωθέντα ευαίσθητα στελέχη στη φλουκοναζόλη. Συνεπώς, πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να ταυτοποιηθεί η Candida σε επίπεδο είδους. Εάν είναι διαθέσιμος έλεγχος για την αντιμυκητιασική ευαισθησία, τα αποτελέσματα των MICs μπορούν να αξιολογηθούν χρησιμοποιώντας τα κριτήρια ευαισθησίας, όπως έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST).
EUCAST Κριτήρια ευαισθησίας
| Είδη Candida | MIC όριο ευαισθησίας (mg/L) |
|---|---|
| ≤S | |
| Candida albicans1 | 0,125 |
| Candida tropicalis1 | 0,125 |
| Candida parapsilosis | 0,125 |
| Candida glabrata2 | Ανεπαρκή στοιχεία |
| Candida krusei 3 | Ανεπαρκή στοιχεία |
| Άλλα είδη Candida4 | Ανεπαρκή στοιχεία |
1 Στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όριο Ευαίσθητου (S) είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Οι έλεγχοι ταυτοποίησης και αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε οποιοδήποτε τέτοιο απομονωθέν στέλεχος πρέπει να επαναληφθούν και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί το απομονωθέν στέλεχος αποστέλλεται σε εργαστήριο αναφοράς. 2 Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη, σε ασθενείς με λοιμώξεις C. glabrata ήταν 21% χαμηλότερη συγκριτικά με C. albicans, C.parapsilosis και C.tropicalis. Δεδομένα in vitro έδειξαν μια μικρή αύξηση της αντοχής της C. glabrata στη βορικοναζόλη. 3 Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη σε λοιμώξεις C.krusei ήταν παρόμοια με τη C. albicans, C.parapsilosis και C. tropicalis. Ωστόσο, δεδομένου ότι υπήρχαν μόνο 9 περιπτώσεις διαθέσιμες για τη EUCAST ανάλυση, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ώστε να οριστούν κλινικά όρια ευαισθησίας για το C. krusei. 4 Η EUCAST δεν έχει αποφασίσει τα όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με είδη, για τη βορικοναζόλη.
Κλινική εμπειρία
Σε αυτή την παράγραφο η επιτυχής έκβαση ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση.
Λοιμώξεις από Aspergillus - αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με ασπεργίλλωση και κακή πρόγνωση Η βορικοναζόλη έχει in vitro μυκητοκτόνο δραστικότητα έναντι ειδών Aspergillus. Η αποτελεσματικότητα και το όφελος επιβίωσης της βορικοναζόλης έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης Β στην αρχική θεραπεία της οξείας εν τω βάθει ασπεργίλλωσης καταδείχτηκε σε μια ανοιχτή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη σε 277 ανοσοκατασταλμένους ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά για 12 εβδομάδες. Η βορικοναζόλη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως με μία δόση εφόδου των 6 mg/kg κάθε 12 ώρες για τις πρώτες 24 ώρες ακολουθούμενη από μία δόση συντήρησης των 4 mg/kg κάθε 12 ώρες για ελάχιστη διάρκεια θεραπείας 7 ημερών. Μπορούσε τότε να γίνει μετάβαση στην από του στόματος μορφή με δόση τα 200 mg κάθε 12 ώρες. Η μέση διάρκεια της ενδοφλέβιας θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 10 ημέρες (εύρος 2-85 ημέρες). Μετά την ενδοφλέβια θεραπεία με βορικοναζόλη, η μέση διάρκεια της από του στόματος θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 76 ημέρες (εύρος 2-232 ημέρες). Παρατηρήθηκε μια ικανοποιητική ολική ανταπόκριση (πλήρης ή μερική υποχώρηση όλων των αποδιδόμενων συμπτωμάτων, σημείων, ακτινογραφικών/βρογχοσκοπικών διαταραχών που ήταν παρόντα στον αρχικό έλεγχο) στο 53% των ασθενών που έλαβαν βορικοναζόλη, συγκριτικά με το 31% των ασθενών που έλαβαν το συγκρινόμενο φάρμακο. Ο λόγος επιβίωσης 84 ημερών για τη βορικοναζόλη ήταν υψηλότερος με στατιστική σημαντικότητα σε σχέση με αυτόν του συγκριτικού φαρμάκου και ένα κλινικό και στατιστικά σημαντικό όφελος παρατηρήθηκε υπέρ της βορικοναζόλης τόσο ως προς τον χρόνο μέχρι την επέλευση θανάτου όσο ως προς το χρόνο διακοπής λόγω τοξικότητας. Η μελέτη αυτή επιβεβαίωσε τα ευρήματα από μία προγενέστερη, προοπτικά σχεδιασμένη μελέτη όπου υπήρχε θετική έκβαση σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για κακή πρόγνωση, συμπεριλαμβανομένης της νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή και, ειδικότερα, εγκεφαλικών λοιμώξεων (συνήθως σχετιζόμενες με σχεδόν 100% θνητότητα). Οι μελέτες έχουν συμπεριλάβει εγκεφαλική, των παραρρινίων κόλπων, πνευμονική και διάχυτη ασπεργίλλωση σε ασθενείς με μεταμόσχευση μυελού των οστών και συμπαγών οργάνων, αιματολογικές κακοήθειες, καρκίνο και AIDS.
Καντινταιμία σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς Η αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης σε σύγκριση με το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενη από φλουκοναζόλη ως πρωταρχική θεραπεία της καντινταιμίας αποδείχθηκε σε μία ανοικτή, συγκριτική μελέτη. Τριακόσιοι εβδομήντα μη ουδετεροπενικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 12ετών) με διαπιστωμένη καντινταιμία συμπεριελήφθησαν στη μελέτη, 248 από τους οποίους έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη. Εννέα άτομα από την ομάδα της βορικοναζόλης και 5 από την ομάδα της αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν επίσης μυκητολογικά αποδεδειγμένη λοίμωξη σε εν τω βάθει ιστό. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια αποκλείσθηκαν από αυτή τη μελέτη. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 15 ημέρες και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της μελέτης. Στην αρχική ανάλυση, η επιτυχής ανταπόκριση, όπως εκτιμήθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Δεδομένων, τυφλοποιημένη ως προς το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης, ορίστηκε ως η αποδρομή/βελτίωση σε όλα τα κλινικά σημεία και συμπτώματα της λοίμωξης με εκρίζωση της Candida από το αίμα και τις επιμολυσμένες εστίες του εν τω βάθει ιστού 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας (ΤΘ). Ασθενείς οι οποίοι δεν εκτιμήθηκαν 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας υπολογίσθηκαν ως ανεπιτυχείς ανταποκρίσεις. Σε αυτή την ανάλυση, επιτυχής ανταπόκριση διαπιστώθηκε στο 41% των ασθενών και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της θεραπείας. Σε μία δεύτερη ανάλυση, όπου χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις της Επιτροπής Ελέγχου Δεδομένων στο τελευταίο αξιολογήσιμο χρονικό σημείο (ΤΘ ή 2, 6 ή 12 εβδομάδες μετά το ΤΘ) η βορικοναζόλη και το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν ποσοστό επιτυχούς ανταπόκρισης 65% και 71%, αντιστοίχως. Η εκτίμηση επιτυχούς ανταπόκρισης από τον Ερευνητή σε καθένα από αυτά τα χρονικά σημεία φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.
| Χρονικό σημείο | Βορικοναζόλη (N=248) | Αμφοτερικίνη B → φλουκοναζόλη (N=122) |
|---|---|---|
| ΤΘ | 178 (72%) | 88 (72%) |
| 2 εβδομάδες μετά το ΤΘ | 125 (50%) | 62 (51%) |
| 6 εβδομάδες μετά το ΤΘ | 104 (42%) | 55 (45%) |
| 12 εβδομάδες μετά το ΤΘ | 104 (42%) | 51 (42%) |
Σοβαρές ανθεκτικές λοιμώξεις από Candida Η μελέτη αποτελούνταν από 55 ασθενείς με σοβαρές ανθεκτικές συστηματικές λοιμώξεις από Candida (συμπεριλαμβανομένης της καντινταιμίας, της διάχυτης και άλλων εν τω βάθει καντιντιάσεων), όπου η προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία, ιδιαίτερα με φλουκοναζόλη, ήταν αναποτελεσματική. Επιτυχής ανταπόκριση παρατηρήθηκε σε 24 ασθενείς (15 πλήρεις, 9 μερικές ανταποκρίσεις). Σε ανθεκτικά στη φλουκοναζόλη στελέχη τα οποία δεν ανήκαν στο είδος albicans, επιτυχής έκβαση παρατηρήθηκε στις 3/3 λοιμώξεις από C. krusei (πλήρεις ανταποκρίσεις) και στις 6/8 λοιμώξεις από C. glabrata (5 πλήρεις, 1 μερική ανταπόκριση). Τα στοιχεία κλινικής αποτελεσματικότητας υποστηρίχτηκαν από περιορισμένα στοιχεία ευαισθησίας.
Λοιμώξεις από Scedosporium και Fusarium Η βορικοναζόλη έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματική έναντι των εξής σπανίων παθογόνων μυκήτων:
- Είδη Scedosporium: Επιτυχής ανταπόκριση στη θεραπεία με βορικοναζόλη έχει παρατηρηθεί σε 16 (6 πλήρεις, 10 μερικές ανταποκρίσεις) από 28 ασθενείς με S. apiospermum και σε 2 (και οι δύο μερικές ανταποκρίσεις) από 7 ασθενείς με λοίμωξη από S. prolificans. Επιπροσθέτως, μια επιτυχής ανταπόκριση έχει παρατηρηθεί σε 1 από τους 3 ασθενείς με λοίμωξη που προκλήθηκε από περισσότερους του ενός μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένων ειδών Scedosporium.
- Είδη Fusarium: Επτά (3 πλήρεις, 4 μερικές ανταποκρίσεις) από 17 ασθενείς θεραπεύτηκαν επιτυχώς με βορικοναζόλη. Από τους 7 αυτούς ασθενείς, 3 είχαν οφθαλμική, 1 παραρρινοκολπική και 3 είχαν διάχυτη λοίμωξη. Τέσσερις επιπλέον ασθενείς με φουζαρίωση είχαν λοίμωξη προκαλούμενη από περισσότερους μικροοργανισμούς, ενώ 2 από αυτούς είχαν επιτυχή έκβαση. Η πλειονότητα των ασθενών οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με βορικοναζόλη στις παραπάνω αναφερόμενες σπάνιες λοιμώξεις είχαν δυσανεξία, ή ήταν ανθεκτικοί στην προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία.
Πρωτογενής προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις - Αποτελεσματικότητα σε ασθενείς λήπτες HSCT χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI (διηθητική μυκητιασική λοίμωξη) Η βορικοναζόλη συγκρίθηκε με την ιτρακοναζόλη ως πρωτογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενηλίκων και εφήβων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Ως επιτυχία ορίστηκε η ικανότητα συνέχισης της προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης επί 100 ημέρες μετά από την HSCT (χωρίς διακοπή για διάστημα >14 ημερών) και η επιβίωση χωρίς αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI επί 180 ημέρες μετά από την HSCT. Ο τροποποιημένος πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία (modified intent-to-treat, MITT group) περιελάμβανε 465 ασθενείς που έλαβαν αλλογενές μόσχευμα αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT), όπου το 45% των ασθενών είχε οξεία μυελογενή λευχαιμία (ΟΜΛ). Από όλους τους ασθενείς, το 58% υποβλήθηκε σε μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας. Η προφύλαξη με το φάρμακο της μελέτης άρχισε αμέσως μετά από την HSCT: 224 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη και 241 έλαβαν ιτρακοναζόλη. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 96 ημέρες για τη βορικοναζόλη και 68 ημέρες για την ιτρακοναζόλη στην ομάδα ΜΙΤΤ. Τα ποσοστά επιτυχίας και άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα:
| Τελικά σημεία μελέτης | Βορικοναζόλη N=224 | Ιτρακοναζόλη N=241 | Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) | Τιμή P |
|---|---|---|---|---|
| Επιτυχία κατά την ημέρα 180* | 109 (48,7%) | 80 (33,2%) | 16,4% (7,7%, 25,1%)** | 0,0002** |
| Επιτυχία κατά την ημέρα 100 | 121 (54,0%) | 96 (39,8%) | 15,4% (6,6%, 24,2%)** | 0,0006** |
| Συμπλήρωση τουλάχιστον 100 ημερών προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης | 120 (53,6%) | 94 (39,0%) | 14,6% (5,6%, 23,5%) | 0,0015 |
| Επιβίωση έως την ημέρα 180 | 184 (82,1%) | 197 (81,7%) | 0,4% (-6,6%, 7,4%) | 0,9107 |
| Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 180 | 3 (1,3%) | 5 (2,1%) | -0,7% (-3,1%, 1,6%) | 0,5390 |
| Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 100 | 2 (0,9%) | 4 (1,7%) | -0,8% (-2,8%, 1,3%) | 0,4589 |
| Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI κατά τη διάρκεια λήψης του φαρμάκου της μελέτης | 0 | 3 (1,2%) | -1,2% (-2,6%, 0,2%) | 0,0813 |
- Κύριο τελικό σημείο της μελέτης ** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% και οι τιμές p ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση Το ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI rate) έως την ημέρα 180 και το κύριο τελικό σημείο της μελέτης, το οποίο είναι η επιτυχία κατά την ημέρα 180, τόσο σε ασθενείς με ΟΜΛ όσο και σε ασθενείς που έλαβαν μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας, αντίστοιχα, παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα:
ΟΜΛ
| Τελικά σημεία μελέτης | Βορικοναζόλη (N=98) | Ιτρακοναζόλη (N=109) | Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) |
|---|---|---|---|
| Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 | 1 (1,0%) | 2 (1,8%) | -0,8% (-4,0%, 2,4%) ** |
| Επιτυχία κατά την ημέρα 180* | 55 (56,1%) | 45 (41,3%) | 14,7% (1,7%, 27,7%)*** |
- Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα ***Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση
Μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας
| Τελικά σημεία μελέτης | Βορικοναζόλη (N=125) | Ιτρακοναζόλη (N=143) | Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) |
|---|---|---|---|
| Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 | 2 (1,6%) | 3 (2,1%) | -0,5% (-3,7%, 2,7%) ** |
| Επιτυχία κατά την ημέρα 180* | 70 (56,0%) | 53 (37,1%) | 20,1% (8,5%, 31,7%)*** |
- Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα *** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση
Δευτερογενής προφύλαξη για IFI - Αποτελεσματικότητα σε λήπτες HSCT με προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI Η βορικοναζόλη διερευνήθηκε ως δευτερογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, μη συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενήλικων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) με προηγούμενη αποδεδειγμένη (proven) ή πιθανή (probable) διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Το κύριο τελικό σημείο ήταν το ποσοστό εμφάνισης αποδεδειγμένης και πιθανής IFI κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT. Στην ομάδα MITT περιελήφθησαν 40 ασθενείς με προηγούμενη IFI, συμπεριλαμβανομένων 31 ασθενών με ασπεργίλλωση, 5 με καντιντίαση και 4 με άλλη IFI. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 95,5 ημέρες στην ομάδα MITT. Αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI αναπτύχθηκε στο 7,5% των ασθενών (3/40) κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT, συμπεριλαμβανομένης μίας καντινταιμίας, μίας σκεδοσπορίασης (και οι δύο ήταν υποτροπές προηγούμενης IFI) και μίας ζυγομυκητίασης. Το ποσοστό επιβίωσης κατά την ημέρα 180 ήταν 80,0% (32/40) και κατά το 1 έτος ήταν 70,0% (28/40).
Διάρκεια θεραπείας Σε κλινικές μελέτες, 705 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη για περισσότερο από 12 εβδομάδες, ενώ 164 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη για πάνω από 6 μήνες.
Παιδιατρικός πληθυσμός Πενήντα τρεις παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως <18 ετών έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη σε δύο προοπτικές, ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτικές, πολυκεντρικές κλινικές μελέτες. Σε μία μελέτη εισήχθησαν 31 ασθενείς με δυνατή (possible), αποδεδειγμένη (proven) ή πιθανή (probable) εν τω βάθει ασπεργίλλωση (IA), από τους οποίους οι 14 ασθενείς είχαν αποδεδειγμένη ή πιθανή IA και συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας MITT. Στη δεύτερη μελέτη εισήχθησαν 22 ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, συμπεριλαμβανομένης της καντινταιμίας (ICC), και οισοφαγική καντιντίαση (EC) που απαιτούσαν είτε αρχική θεραπεία είτε θεραπεία διάσωσης, από τους οποίους 17 συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας MITT. Για τους ασθενείς με IA τα συνολικά ποσοστά συνολικής ανταπόκρισης (global response) στις 6 εβδομάδες ήταν 64,3% (9/14), το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης ήταν 40% (2/5) για ασθενείς 2 έως <12 ετών και 77,8% (7/9) για ασθενείς 12 έως <18 ετών. Για τους ασθενείς με ICC, το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης στο ΕΟΤ ήταν 85,7% (6/7) και για τους ασθενείς με EC, το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης στο ΕΟΤ ήταν 70% (7/10). Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ICC και EC σε συνδυασμό) ήταν 88,9% (8/9) για τους ασθενείς ηλικίας 2 έως <12 ετών και 62,5% (5/8) για τους ασθενείς ηλικίας 12 έως <18 ετών.
Κλινικές μελέτες ελέγχου του διαστήματος QTc Διεξήχθη μία συγκριτική με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη εφάπαξ δόσης για την αξιολόγηση της επίδρασης στο διάστημα QTc σε υγιείς εθελοντές με τρεις δόσεις από του στόματος βορικοναζόλης και κετοκοναζόλης. Η μέση μέγιστη αύξηση στο QTc προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο, από την τιμή αναφοράς μετά από 800, 1200 και 1600 mg βορικοναζόλης ήταν 5,1, 4,8 και 8,2 msec αντίστοιχα και 7,0 msec για τα 800 mg της κετοκοναζόλης. Κανείς εθελοντής σε καμία ομάδα δεν εμφάνισε αύξηση στο QTc ≥ των 60 msec από την τιμή αναφοράς. Κανείς εθελοντής δεν εμφάνισε διάστημα που να ξεπερνά το όριο των 500 msec, το οποίο δυνητικά έχει κλινική σημασία.
Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά
Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε ειδικούς πληθυσμούς και σε ασθενείς. Κατά την χορήγηση από το στόμα 200 mg ή 300 mg δύο φορές ημερησίως επί 14 ημέρες, σε ασθενείς με κίνδυνο ασπεργίλλωσης (κυρίως ασθενείς με κακοήθεις νεοπλασίες του λεμφικού ή του αιμοποιητικού συστήματος), τα παρατηρούμενα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ταχείας και συνεχούς απορρόφησης, συσσώρευσης και μη γραμμικής φαρμακοκινητικής ήταν σε συμφωνία με αυτά που παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές. Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν είναι γραμμική λόγω του κορεσμού στο μεταβολισμό της. Αυξανομένης της δόσης, παρατηρείται αύξηση στην ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία μεγαλύτερη από την αναλογική. Υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, αύξηση της από του στόματος δόσης από 200 mg, δύο φορές ημερησίως, σε 300 mg, δύο φορές ημερησίως, οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) κατά 2,5 φορές. Η από του στόματος δόση συντήρησης των 200 mg (ή 100 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 3 mg/kg ενδοφλεβίως. Μία από του στόματος δόση συντήρησης των 300 mg (ή 150 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 4 mg/kg ενδοφλεβίως. Όταν χορηγούνται οι προτεινόμενες δόσεις εφόδου ενδοφλεβίως ή από του στόματος, επιτυγχάνονται συγκεντρώσεις στο πλάσμα παραπλήσιες με αυτές σε σταθεροποιημένη κατάσταση εντός του πρώτου 24ώρου της χορήγησης. Χωρίς τη χορήγηση δόσης εφόδου, η βορικοναζόλη συσσωρεύεται μετά από πολλαπλή χορήγηση, δύο φορές ημερησίως, ενώ οι σταθεροποιημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται την Ημέρα 6 στην πλειονότητα των ατόμων που μελετήθηκαν.
Απορρόφηση Η βορικοναζόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών από τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της βορικοναζόλης μετά την από του στόματος χορήγηση υπολογίζεται ότι είναι 96%. Όταν πολλαπλές δόσεις βορικοναζόλης χορηγούνται μαζί με πλούσια σε λιπαρά γεύματα, η Cmax και η AUCτ μειώνονται κατά 34% και 24% αντίστοιχα. Η απορρόφηση της βορικοναζόλης δεν επηρεάζεται από αλλαγές στο γαστρικό pH.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση για τη βορικοναζόλη υπολογίζεται ότι είναι 4,6 L/kg, υποδεικνύοντας κατανομή στους ιστούς σε μεγάλο βαθμό. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος υπολογίζεται ότι είναι 58%. Δείγματα εγκεφαλονωτιαίου υγρού από οκτώ ασθενείς σε ένα πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης έδειξε ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις βορικοναζόλης σε όλους τους ασθενείς.
Βιομετασχηματισμός Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η βορικοναζόλη μεταβολίζεται από τα ισοένζυμα του ηπατικού κυτοχρώματος P450, CYP2C19, CYP2C9 και CYP3A4. Η μεταξύ των ατόμων μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της βορικοναζόλης είναι υψηλή. Μελέτες in vivo έδειξαν ότι το CYP2C19 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της βορικοναζόλης. Το ένζυμο αυτό εμφανίζει γενετικό πολυμορφισμό. Για παράδειγμα, 15-20% των Ασιατικών πληθυσμών πιθανά αναμένεται να έχουν πλημμελή μεταβολισμό. Για τους Καυκάσιους και τους Μαύρους ο επιπολασμός του πλημμελούς μεταβολισμού είναι 3-5%. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές Καυκάσιους και Ιάπωνες, έδειξαν ότι στα άτομα με πλημμελή μεταβολισμό η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) είναι κατά μέσο όρο 4 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Σε άτομα ετερόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό, η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία είναι κατά μέσο όρο 2 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό άτομα. Ο κύριος μεταβολίτης της βορικοναζόλης είναι το Ν-οξείδιο, το οποίο εκπροσωπεί το 72% των κυκλοφορούντων ραδιοεπισημασμένων μεταβολιτών στο πλάσμα. Ο μεταβολίτης αυτός έχει ελάχιστη αντιμυκητιασική δραστικότητα και δεν συνεισφέρει στη συνολική αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης.
Αποβολή Η βορικοναζόλη εξαλείφεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με λιγότερο από το 2% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης βορικοναζόλης, το ποσοστό της ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα ούρα ήταν περίπου 80% μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες χορηγήσεις και 83% στα ούρα μετά από πολλαπλές χορηγήσεις από του στόματος. Το μέγιστο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας (94%) απεκκρίνεται τις πρώτες 96 ώρες μετά την από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της βορικοναζόλης είναι δοσοεξαρτώμενος και είναι περίπου 6 ώρες για δόση 200 mg (από του στόματος). Λόγω της μη-γραμμικής φαρμακοκινητικής, ο τελικός χρόνος ημιζωής δεν είναι χρήσιμος για την πρόβλεψη της συσσώρευσης ή της απομάκρυνσης της βορικοναζόλης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Φύλο Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς νέες γυναίκες ήταν 83% και 113% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Στην ίδια μελέτη δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και την AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων ανδρών και υγιών ηλικιωμένων γυναικών (65 ετών). Στο κλινικό πρόγραμμα δεν έγιναν προσαρμογές της δοσολογίας βάσει του φύλου. Η ασφάλεια και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς ήταν όμοιες. Επομένως δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης βάσει του φύλου.
Ηλικιωμένοι Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς ηλικιωμένους άνδρες, (65 ετών) ήταν 61% και 86% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και στην AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων γυναικών (65 ετών) και υγιών νέων γυναικών (18-45 ετών). Στις θεραπευτικές μελέτες δεν έγινε προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της ηλικίας. Η ασφάλεια της βορικοναζόλης μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ασθενών ήταν όμοια και επομένως δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι συνιστώμενες δόσεις σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς βασίζονται σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεδομένων που ελήφθησαν από πληθυσμό 112 ανοσοκατασταλμένων παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 2 έως <12 ετών και 26 ανοσοκατασταλμένων έφηβων ασθενών ηλικίας 12 έως <17 ετών. Σε 3 φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικό πληθυσμό, αξιολογήθηκαν πολλαπλές ενδοφλέβιες δόσεις των 3, 4, 6, 7 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως και πολλαπλές από του στόματος δόσεις (με τη χρήση του πόσιμου εναιωρήματος) των 4 mg/kg, 6 mg/kg και 200 mg δύο φορές ημερησίως. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε εφήβους, αξιολογήθηκαν ενδοφλέβιες δόσεις εφόδου των 6 mg/kg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα ακολουθούμενες από ενδοφλέβια δόση των 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως και 300 mg από του στόματος δισκία δύο φορές ημερησίως. Στους παιδιατρικούς ασθενείς παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων του πληθυσμού σε σύγκριση με τους ενήλικες. Μία σύγκριση των φαρμακοκινητικών δεδομένων των παιδιατρικών και ενήλικων πληθυσμών, κατέδειξε ότι η προβλεπόμενη ολική έκθεση (AUC) σε παιδιά, μετά τη χορήγηση μίας 9 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση μίας 6 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου. Οι προβλεπόμενες ολικές εκθέσεις σε παιδιά μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιων δόσεων συντήρησης των 4 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση ενδοφλεβίων δόσεων των 3 και 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως, αντίστοιχα. Η προβλεπόμενη ολική έκθεση σε παιδιά μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης συντήρησης των 9 mg/kg (μέγιστη των 350 mg) δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης των 200 mg δύο φορές ημερησίως. Μία ενδοφλέβια δόση των 8 mg/kg θα παράσχει έκθεση στη βορικοναζόλη περίπου 2 φορές υψηλότερη από μία από του στόματος δόση των 9 mg/kg. Η υψηλότερη ενδοφλέβια δόση συντήρησης σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σχέση με τους ενήλικες, αντανακλά την μεγαλύτερη δυνατότητα κάθαρσης στους παιδιατρικούς ασθενείς λόγω της υψηλότερης αναλογίας μάζας ήπατος προς μάζα σώματος. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση ενδέχεται ωστόσο να είναι περιορισμένη σε παιδιατρικούς ασθενείς με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος για την ηλικία τους. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση της βορικοναζόλης. Οι εκθέσεις στη βορικοναζόλη στην πλειονότητα των έφηβων ασθενών ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων οι οποίοι λάμβαναν τα ίδια δοσολογικά σχήματα. Ωστόσο, παρατηρήθηκε χαμηλότερη έκθεση στη βορικοναζόλη σε μερικούς νέους εφήβους με χαμηλό βάρος σώματος σε σύγκριση με τους ενήλικες. Είναι πιθανό αυτοί οι ασθενείς να μεταβολίζουν τη βορικοναζόλη με τρόπο πλέον παρόμοιο με αυτόν των παιδιών, από ότι με των ενηλίκων. Βάσει της φαρμακοκινητικής ανάλυσης επί του πληθυσμού, έφηβοι ηλικίας 12 έως 14 ετών με βάρος μικρότερο των 50 kg πρέπει να λαμβάνουν παιδιατρικές δόσεις (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη εφάπαξ δόσεως από το στόμα (200 mg) σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 41-60 ml/min) έως βαριά (κάθαρση κρεατινίνης < 20 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης στο πλάσμα ήταν παρόμοια στους ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης από το στόμα (200 mg), η AUC ήταν αυξημένη κατά 233% σε άτομα με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh A και B) σε σχέση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε από την επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η AUCτ ήταν όμοια σε άτομα με μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh Β), οι οποίοι έλαβαν μία δόση συντήρησης 100 mg δύο φορές την ημέρα και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, οι οποίοι έλαβαν 200 mg δύο φορές την ημέρα. Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με βαριά ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).