Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

VORICONAZOLE/DEMO

voriconazole

βορηcοναζολε/δεμο

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
200 / TAB 162.79 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • B48 Άλλες μυκητιάσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυκητιασικές λοιμώξεις από Fusarium · Μυκητιασικές λοιμώξεις από Scedosporium

  • B44 Ασπεργίλλωση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εν τω βάθει ασπεργίλλωση

  • B37 Καντιντίαση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εν τω βάθει λοιμώξεις από Candida · Καντινταιμία

  • B49 Μυκητίαση, μη καθορισμένη

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

VORICONAZOLE/DEMO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Voriconazole Βορικοναζόλη 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Λευκού χρώματος, στρογγυλού σχήματος, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο
δισκίο (μέγεθος 7,0mm) με χαραγμένο “APO”στη μια πλευρά και “VOR”
πάνω από το “50” στην άλλη πλευρά.
Voriconazole Βορικοναζόλη 200 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Λευκού χρώματος, διαμορφωμένου οβάλ σχήματος, αμφίκυρτα
επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (μέγεθος 15,50 x 7,90 mm), με
χαραγμένο “APO” στη μια πλευρά και“VOR 200” στην άλλη πλευρά.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος, Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
κάθε 12 ώρες, δύο φορές ημερησίως, μία φορά ημερησίως
Δόση έναρξης:
400 mg κάθε 12 ώρες (από του στόματος, για ασθενείς ≥ 40 kg) ή 6 mg/kg κάθε 12 ώρες (ενδοφλέβια, για ασθενείς ≥ 40 kg)
Τιτλοποίηση:
Σε περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης στη θεραπεία, η από του στόματος δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg δύο φορές ημερησίως (150 mg δύο φορές ημερησίως για ασθενείς < 40 kg). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί υψηλότερη δόση, μειώστε την από του στόματος δόση κατά 50 mg σταδιακά μέχρι τη δόση συντήρησης των 200 mg δύο φορές ημερησίως (100 mg δύο φορές ημερησίως για ασθενείς < 40 kg). Για παιδιά (2 έως <12 ετών) και νεαρούς εφήβους με χαμηλό σωματικό βάρος, εάν η ανταπόκριση δεν είναι επαρκής, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg). Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία, μειώστε τη δόση σταδιακά ανά 1 mg/kg (ή σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg).
  • Ενήλικες (≥ 15 ετών και ≥ 40 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου (ενδοφλέβια): 6 mg/kg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια): 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δόση εφόδου (από του στόματος): 400 mg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 200 mg δύο φορές ημερησίως.
    Η μετάβαση από ενδοφλέβια σε από του στόματος χορήγηση είναι αποδεκτή όταν ενδείκνυται κλινικά.
  • Ενήλικες (≥ 15 ετών και < 40 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου (από του στόματος): 200 mg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 100 mg δύο φορές ημερησίως.
  • Παιδιά (2 έως < 12 ετών) και νεαροί έφηβοι με χαμηλό σωματικό βάρος (12 έως 14 ετών και < 50 kg)
    ΔόσηΔόση εφόδου (ενδοφλέβια): 9 mg/kg κάθε 12 ώρες για 24 ώρες. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια): 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως. Δόση συντήρησης (από του στόματος): 9 mg/kg δύο φορές ημερησίως.
    Μέγ. δόση350 mg δύο φορές ημερησίως (από του στόματος)
    Η από του στόματος δόση εφόδου δεν συνιστάται. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με ενδοφλέβιο σχήμα. Το από του στόματος σχήμα να εξετάζεται μόνο μετά σημαντική κλινική βελτίωση. Η χρήση πόσιμου εναιωρήματος συνιστάται σε παιδιά 2 έως <12 ετών, καθώς η βιοϊσοδυναμία των δισκίων δεν έχει διερευνηθεί.
  • Έφηβοι (12 έως 14 ετών και ≥ 50 kg, 15 έως 17 ετών ανεξαρτήτως σωματικού βάρους)
    ΔόσηΣύμφωνα με τη δοσολογία των ενηλίκων.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια έως βαριά)
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας στην από του στόματος χορήγηση. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκή ποσότητα βορικοναζόλης ώστε να δικαιολογεί αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Α και Β)
    ΔόσηΣυνήθεις δόσεις εφόδου. Δόση συντήρησης μειωμένη στο μισό.
    Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για την εμφάνιση τοξικότητας από το φάρμακο.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
    Δεν έχει μελετηθεί. Να χρησιμοποιείται μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για την εμφάνιση τοξικότητας από το φάρμακο.
  • Παιδιά (< 2 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει καθοριστεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Συγχορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, πιμοζίδη, ή κινιδίνη.
  • Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και φαινοβαρβιτάλη.
  • Συγχορήγηση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης 400 mg μία φορά ημερησίως ή υψηλότερες.
  • Συγχορήγηση με υψηλή δόση ριτοναβίρης (400 mg και άνω δύο φορές ημερησίως).
  • Συγχορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη).
  • Συγχορήγηση με σιρόλιμους.
  • Συγχορήγηση με St.John’s Wort.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλα σκευάσματα αζολών
    Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
  • Παράταση του διαστήματος QTc
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με δυνητικές προαρρυθμικές καταστάσεις (Συγγενή ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QTc, Καρδιομυοπάθεια, Κολπική βραδυκαρδία, Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες, Παράλληλη λήψη φαρμακευτικού προϊόντος που παρατείνει το διάστημα QTc)
    Η βορικοναζόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
  • Ηπατική τοξικότητα
    Η ηπατική δυσλειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Εάν τα αποτελέσματα των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας αυξηθούν σημαντικά, η χορήγηση του Voriconazole Βορικοναζόλη θα πρέπει να διακοπεί, εκτός εάν δικαιολογείται συνέχιση με ιατρική αξιολόγηση κινδύνου-οφέλους.
  • Φωτοτοξικότητα
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών
    Αποφυγή έκθεσης σε άμεσο ηλιακό φως. Χρήση προστατευτικής ένδυσης και αντιηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας.
  • Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο (SCC)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ειδικά με προηγούμενες φωτοτοξικές αντιδράσεις)
    Εάν εμφανισθούν αντιδράσεις από φωτοτοξικότητα, ζητηθεί συμβουλή από συμβούλιο ιατρών, εξεταστεί η διακοπή χορήγησης του Voriconazole Βορικοναζόλη και η χρήση εναλλακτικών αντιμυκητιασικών παραγόντων, παραπομπή σε δερματολόγο. Εάν συνεχιστεί η χορήγηση, πραγματοποιείται δερματολογική εκτίμηση σε συστηματική και τακτική βάση. Διακοπή αν αναγνωριστούν προκαρκινικές βλάβες ή SCC.
  • Αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις (SCARs)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν εξάνθημα
    Παρακολούθηση στενά και διακοπή του Voriconazole Βορικοναζόλη, αν οι βλάβες επιδεινωθούν.
  • Μακροχρόνια θεραπεία (>180 ημέρες)
    Απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να περιορίσουν την έκθεση στο Voriconazole Βορικοναζόλη.
  • Μη λοιμώδης περιοστίτιδα
    ΠληθυσμόςΜεταμοσχευμένοι ασθενείς που αναπτύσσουν σκελετικό πόνο και ακτινολογικά ευρήματα συμβατά με περιοστίτιδα
    Εξεταστεί η διακοπή της χορήγησης του Voriconazole Βορικοναζόλη μετά από συμβουλή από συμβούλιο ιατρών.
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΒαριά άρρωστοι ασθενείς (που λαμβάνουν νεφροτοξικά φάρμακα ή έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία)
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<2 ετών)
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 2 ετών
    Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Βιοδιαθεσιμότητα (παιδιατρικοί ασθενείς 2 έως <12 ετών)
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς 2 έως <12 ετών με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος
    Συνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση της βορικοναζόλης.
  • Σοβαρές δερματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (παιδιά)
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός
    Απαιτούνται αυστηρά μέτρα φωτοπροστασίας. Σε παιδιά με φωτογηραντικές βλάβες, συνιστάται αποφυγή ηλιακής ακτινοβολίας και δερματολογική παρακολούθηση ακόμη και μετά τη διακοπή.
  • Προφύλαξη (γενική)
    Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών (ηπατοτοξικότητα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, οπτικές διαταραχές, περιοστίτιδα), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της βορικοναζόλης και της χρήσης εναλλακτικών αντιμυκητιασικών παραγόντων.
  • Συγχορήγηση με φαινυτοΐνη
    προσοχή
    Η συγχορήγηση βορικοναζόλης και φαινυτοΐνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Συγχορήγηση με εφαβιρένζη
    Η δόση της βορικοναζόλης θα πρέπει να αυξάνεται στα 400 mg κάθε 12 ώρες και η δόση της εφαβιρένζης θα πρέπει να μειώνεται στα 300 mg κάθε 24 ώρες.
  • Συγχορήγηση με ριφαμπουτίνη
    προσοχή
    Η συγχορήγηση βορικοναζόλης και ριφαμπουτίνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
  • Συγχορήγηση με χαμηλή δόση ριτοναβίρης (100 mg δύο φορές ημερησίως)
    προσοχή
    Να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης.
  • Συγχορήγηση με εβερόλιμους
    προσοχή
    Δεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Συγχορήγηση με μεθαδόνη
    προσοχή
    Ελάττωση της δόσης της μεθαδόνης ενδέχεται να είναι απαραίτητη.
  • Συγχορήγηση με οπιοειδή βραχείας δράσης (αλφαιντανίλη, φαιντανύλη, σουφαιντανίλη)
    προσοχή
    Η μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένης μίας μεγαλύτερης περιόδου παρακολούθησης του αναπνευστικού).
  • Συγχορήγηση με οπιοειδή μακράς δράσης (οξυκωδόνη, υδροκωδόνη)
    προσοχή
    Η μείωση στη δόση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με οπιοειδή.
  • Δυσανεξία στη λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp, ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Τα δισκία Voriconazole Βορικοναζόλη δεν πρέπει να χορηγούνται.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    Αυξημένες συγκεντρώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε παράταση του διαστήματος QTc και σπάνιες περιπτώσεις torsades de pointes.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται.
  • Καρβαμαζεπίνη, μακράς δράσης βαρβιτουρικά (π.χ., φαινοβαρβιτάλη, μεφοβαρβιτάλη)
    αντένδειξη
    Πιθανή σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων της βορικοναζόλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται.
  • Εφαβιρένζη (400 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)
    αντένδειξη
    Αύξηση Cmax (38%) και AUCτ (44%) της Εφαβιρένζης. Μείωση Cmax (61%) και AUCτ (77%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΗ χρήση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης των 400 mg QD ή υψηλότερες αντενδείκνυται.
  • Εφαβιρένζη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (400 mg BID)
    προσοχή
    Εφαβιρένζη AUCτ  17%. Βορικοναζόλη Cmax  23%.
    ΣύστασηΕπιτρέπεται η συγχορήγηση εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 400 mg BID και η δόση της εφαβιρένζης μειωθεί στα 300 mg QD. Όταν διακοπεί η βορικοναζόλη, αποκαταστήστε την αρχική δόση εφαβιρένζης.
  • Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ., εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη)
    αντένδειξη
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα και πρόκληση εργοτισμού.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται.
  • Ριφαμπουτίνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)
    προσοχή
    Μείωση Cmax (69%) και AUCτ (78%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης μπορεί να αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 350 mg από του στόματος BID (ή 100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς < 40 kg).
  • Ριφαμπουτίνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (350 mg BID)
    παρακολούθηση
    Βορικοναζόλη Cmax  4%, AUCτ  32%. Ριφαμπουτίνη Cmax  195%, AUCτ  331%.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος και των ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με την ριφαμπουτίνη (π.χ. ραγοειδίτιδα).
  • Ριφαμπικίνη (600 mg QD)
    αντένδειξη
    Μείωση Cmax (93%) και AUCτ (96%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται.
  • Ριτοναβίρη (υψηλή δόση ≥ 400mg BID)
    αντένδειξη
    Μείωση Cmax (66%) και AUCτ (82%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
  • Ριτοναβίρη (χαμηλή δόση 100mg BID)
    προσοχή
    Μείωση Cmax (25%) και AUCτ (13%) της Ριτοναβίρης. Μείωση Cmax (24%) και AUCτ (39%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση κινδύνου/οφέλους δικαιολογεί τη χρήση βορικοναζόλης.
  • St. John’s Wort
    αντένδειξη
    Μείωση AUC0−∞ (59%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται.
  • προσοχή
    Πιθανή σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων του εβερόλιμους στο πλάσμα (Σιρόλιμους Cmax 6,6 φορές, AUC0−∞  11 φορές).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
  • Φλουκοναζόλη (200 mg QD)
    παρακολούθηση
    Αύξηση Cmax (57%) και AUCτ (79%) της Βορικοναζόλης.
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη βορικοναζόλη εάν η χρήση της γίνεται διαδοχικά μετά τη χρήση φλουκοναζόλης.
  • Φαινυτοΐνη (300 mg QD) + Βορικοναζόλη (200 mg BID)
    προσοχή
    Μείωση Cmax (49%) και AUCτ (69%) της Βορικοναζόλης. Αύξηση Cmax (67%) και AUCτ (81%) της Φαινυτοΐνης.
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
  • Φαινυτοΐνη (με προσαρμοσμένη δόση βορικοναζόλης 400 mg BID)
    προσοχή
    Βορικοναζόλη Cmax  34%, AUCτ  39%.
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί εάν η δόση συντήρησης της βορικοναζόλης αυξηθεί στα 5 mg/kg ενδοφλεβίως BID ή από 200 mg σε 400 mg από του στόματος BID (ή 100 mg σε 200mg από του στόματος BID σε ασθενείς < 40 kg).
  • παρακολούθηση
    Η μέγιστη αύξηση του χρόνου προθρομβίνης ήταν περίπου διπλάσια.
    ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων δοκιμασιών πήξης και προσαρμογή της δόσης των αντιπηκτικών.
  • Άλλα από του στόματος χορηγούμενα κουμαρινικά (π.χ., φαινπροκουμόνη, ασενοκουμαρόλη)
    παρακολούθηση
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων των κουμαρινικών στο πλάσμα, που μπορεί να προκαλέσει αύξηση στον χρόνο προθρομβίνης.
    ΣύστασηΣυνιστάται η στενή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης ή άλλων δοκιμασιών πήξης και προσαρμογή της δόσης των αντιπηπτικών.
  • Βενζοδιαζεπίνες (π.χ., μιδαζολάμη, τριαζολάμη, αλπραζολάμη)
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και παρατεταμένη κατασταλτική επίδραση.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των βενζοδιαζεπινών.
  • αντένδειξη
    Σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων (Cmax 6,6 φορές, AUC0−∞  11 φορές).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
  • προσοχή
    Αύξηση Cmax (13%) και AUCτ (70%). Αυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα.
    ΣύστασηΜείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης κατά το ήμισυ και προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων. Μετά τη διακοπή της βορικοναζόλης, παρακολούθηση επιπέδων και αύξηση δόσης κυκλοσπορίνης όπως απαιτείται.
  • προσοχή
    Αύξηση Cmax (117%) και AUCt (221%). Αυξημένα επίπεδα τακρόλιμους έχουν συσχετιστεί με νεφροτοξικότητα.
    ΣύστασηΜείωση της δόσης του τακρόλιμους στο ένα τρίτο της αρχικής και προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων. Μετά τη διακοπή της βορικοναζόλης, παρακολούθηση επιπέδων και αύξηση δόσης τακρόλιμους όπως απαιτείται.
  • προσοχή
    Αύξηση Cmax (1,7 φορές) και AUC0−∞ (3,6 φορές).
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση R-μεθαδόνης Cmax (31%) και AUCτ (47%). Αύξηση S-μεθαδόνης Cmax (65%) και AUCτ (103%).
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με μεθαδόνη ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα (συμπ. παράτασης QTc). Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης μεθαδόνης.
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) - Ιβουπροφαίνη
    προσοχή
    Αύξηση S-Ιβουπροφαίνης Cmax (20%) και AUC0−∞ (100%).
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
  • Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) - Δικλοφενάκη
    προσοχή
    Αύξηση Δικλοφενάκης Cmax (114%) και AUC0−∞ (78%).
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για σχετιζόμενες με ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες και τοξικότητα. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης των ΜΣΑΦ.
  • Ομεπραζόλη (40 mg QD)
    προσοχή
    Αύξηση Ομεπραζόλης Cmax (116%) και AUCτ (280%). Βορικοναζόλη Cmax  15%, AUCτ  41%.
    ΣύστασηΣυνιστάται η μείωση της δόσης της ομεπραζόλης κατά το ήμισυ εάν λαμβάνεται σε δόσεις 40 mg ή μεγαλύτερες.
  • Από του στόματος Αντισυλληπτικά (Νοραιθιστερόνη, Αιθινυλοιστραδιόλη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση Αιθινυλοιστραδιόλης Cmax (36%) και AUCτ (61%). Αύξηση Νοραιθιστερόνης Cmax (15%) και AUCτ (53%).
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τα από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά.
  • Οπιοειδή Βραχείας Δράσης - Αλφαιντανίλη
    προσοχή
    Αύξηση Αλφαιντανίλης AUC0−∞ (6 φορές).
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Οπιοειδή Βραχείας Δράσης - Φαιντανύλη
    προσοχή
    Αύξηση Φαιντανύλης AUC0−∞ (1,34 φορές).
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης. Συνιστάται εκτενής και συχνή παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή και άλλες σχετιζόμενες με τα οπιοειδή ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Στατίνες (π.χ., λοβαστατίνη)
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ραβδομυόλυση.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των στατίνων.
  • Σουλφονυλουρίες (π.χ., τολβουταμίδη, γλιπιζίδη, γλιβουρίδη)
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και πρόκληση υπογλυκαιμίας.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των σουλφονυλουριών.
  • Αλκαλοειδή της Vinca (π.χ. βινκριστίνη, βινμπλαστίνη)
    προσοχή
    Πιθανή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και πρόκληση νευροτοξικότητας.
    ΣύστασηΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των αλκαλοειδών της vinca.
  • Άλλοι Αναστολείς της HIV Πρωτεάσης (π.χ., σακουϊναβίρη, αμπρεναβίρη, νελφιναβίρη)
    παρακολούθηση
    Η βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό τους και ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να ανασταλεί από αυτούς.
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για φαρμακευτική τοξικότητα και/ή έλλειψη αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
  • Άλλοι Μη-Νουκλεοσιδικοί Αναστολείς της Αντίστροφης Μεταγραφάσης (NNRTIs) (π.χ., ντελαβιρδίνη, νεβιραπίνη)
    παρακολούθηση
    Ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να ανασταλεί από τους NNRTIs και η βορικοναζόλη μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό των NNRTIs. Ο μεταβολισμός της βορικοναζόλης μπορεί να επαχθεί από έναν NNRTI.
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση για φαρμακευτική τοξικότητα και/ή έλλειψη αποτελεσματικότητας, και προσαρμογή της δόσης ενδέχεται να απαιτείται.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αναπνευστικό
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Αναπνευστική δυσχέρεια
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
  • Πνευμονικό οίδημα
Γαστρεντερικό
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Χειλίτιδα
  • Δυσπεψία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ουλίτιδα
  • Περιτονίτιδα
  • Παγκρεατίτιδα
  • Διογκωμένη γλώσσα
  • Δωδεκαδακτυλίτιδα
  • Γλωσσίτιδα
  • Χολοκυστίτιδα
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Πυρεξία
  • Θωρακικό άλγος
  • Εξασθένιση
  • Ρίγη
  • Γριππώδες σύνδρομο
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Πανκυτταροπενία
  • Λεμφαδενοπάθεια
  • Ηωσινοφιλία
  • Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • ανεπάρκεια μυελού των οστών
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Ενδοκρινικό
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Υπερθυρεοειδισμός
Μεταβολισμός
  • Υπογλυκαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Ψευδαισθήσεις
  • Άγχος
  • Αϋπνία
  • Διέγερση
  • Συγχυτική κατάσταση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Εγκεφαλικό οίδημα
  • Εγκεφαλοπάθεια
  • Τρόμος
  • Υπερτονία
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
  • Σπασμός
  • Συγκοπή
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Αταξία
  • Νυσταγμός
  • Υπαισθησία
  • Δυσγευσία
  • Σύνδρομο Guillain-Barre
  • Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές διαταραχές
  • οπτική βλάβη (visual impairment)
  • διαταραχή του οπτικού νεύρου
  • οίδημα της οπτικής θηλής
  • σκληρίτιδα
Οφθαλμικές
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
  • Θολερότητα του κερατοειδούς
  • Διπλωπία
  • Βλεφαρίτιδα
  • Ατροφία οπτικού νεύρου
Αυτί
  • Υποακοΐα
  • Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • υπερκοιλιακή αρρυθμία
  • κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)
  • ηλεκτροκαρδιογραφικό διάστημα QT παρατεταμένο
  • κομβικός ρυθμός
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Βραδυκαρδία
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
  • Πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • Σκελικός αποκλεισμός
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Φλεβίτιδα
  • Θρομβοφλεβίτιδα
Αγγειακές διαταραχές
  • λεμφαγγειίτιδα
Λοιμώξεις
  • Γαστρεντερίτιδα
Εργαστηριακές
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
Ήπαρ
  • Ίκτερος
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατομεγαλία
  • Χολολιθίαση
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • ίκτερος χολοστατικός
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πορφύρα
  • Κνίδωση
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Βλατιδώδες εξάνθημα
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
  • Έκζεμα
  • Ψωρίαση
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Αγγειοοίδημα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Οίδημα προσώπου
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • δερματίτιδα αποφολιδωτική
  • φωτοτοξικότητα
  • φαρμακευτικό εξάνθημα (drug eruption)
  • ακτινική κεράτωση
  • ψευδοπορφυρία
  • φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
  • δερματικός ερυθηματώδης λύκος
  • εφηλίδες
  • φακίδες
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
  • Αρθρίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • περιοστίτιδα
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Αιματουρία
  • Πρωτεϊνουρία
  • Νεφρίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • νέκρωση νεφρικών σωληναρίων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • αντίδραση της θέσης έγχυσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • αναπνευστική δυσχέρεια (συμπεριλαμβάνει δύσπνοια και δύσπνοια στην κόπωση)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ συχνές
  • οπτική βλάβη (visual impairment)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εγκεφαλικό οίδημα
    Νευρικό
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Χειλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • ίκτερος χολοστατικός
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • δερματίτιδα αποφολιδωτική
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • εγκεφαλοπάθεια (συμπεριλαμβάνει υποξική-ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια και μεταβολική εγκεφαλοπάθεια)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • ηπατίτιδα (συμπεριλαμβάνει φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβη, τοξική ηπατίτιδα, ηπατοκυτταρική βλάβη και ηπατοτοξικότητα)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • θρομβοπενία (συμπεριλαμβάνει άνοση θρομβοπενική πορφύρα)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • οίδημα προσώπου (συμπεριλαμβάνει περικογχικό οίδημα, οίδημα των χειλιών και οίδημα του στόματος)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • υπερκοιλιακή αρρυθμία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • υπερτονία (συμπεριλαμβάνει αυχενική δυσκαμψία και τετανία)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αταξία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Βλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Βλεφαρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γριππώδες σύνδρομο
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Διογκωμένη γλώσσα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διπλωπία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δωδεκαδακτυλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θολερότητα του κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νυσταγμός
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Περιτονίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Πορφύρα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Σπασμός
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υποακοΐα
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Χολοκυστίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Χολολιθίαση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ψωρίαση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • ακοκκιοκυτταραιμία (συμπεριλαμβάνει εμπύρετη ουδετεροπενία και ουδετεροπενία)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • ανεπάρκεια μυελού των οστών
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • αντίδραση της θέσης έγχυσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • διαταραχή του οπτικού νεύρου
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • εξωπυραμιδική διαταραχή (συμπεριλαμβάνει ακαθησία και παρκινσονισμό)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • ηλεκτροκαρδιογραφικό διάστημα QT παρατεταμένο
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
    Όχι συχνές
  • κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • λεμφαγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • νέκρωση νεφρικών σωληναρίων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • οίδημα της οπτικής θηλής
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • σκληρίτιδα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • φαρμακευτικό εξάνθημα (drug eruption)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • φωτοτοξικότητα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ατροφία οπτικού νεύρου
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Σκελικός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Guillain-Barre
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • ακτινική κεράτωση (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • κομβικός ρυθμός
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • ψευδοπορφυρία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπερθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • δερματικός ερυθηματώδης λύκος (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • εφηλίδες (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • περιοστίτιδα (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • φακίδες (αναγνωρίστηκε κατά τη χρήση μετά την έγκριση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το Voriconazole Βορικοναζόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα εμφανώς υπερτερούν των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Οι γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν πάντοτε αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός πρέπει να σταματά με την έναρξη της θεραπείας με το Voriconazole Βορικοναζόλη.
    Η απέκκριση της βορικοναζόλης στο μητρικό γάλα δεν έχει μελετηθεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν καταδείχτηκε διαταραχή της γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
    Σε μία μελέτη σε πειραματόζωα.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • φωτοφοβία
Αντιμετώπιση
Σε υπερδοσολογία, η αιμοκάθαρση μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση της βορικοναζόλης από το σώμα.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΝαι
Μπορεί να προκαλέσει παροδικές και αναστρέψιμες διαταραχές της όρασης, που συμπεριλαμβάνουν θάμβο όρασης, διαφοροποιημένη/αυξημένη οπτική αντίληψη ή /και φωτοφοβία. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν εργασίες που μπορεί να αποβούν επικίνδυνες, όπως η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων, όταν αισθάνονται τέτοια συμπτώματα.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου:
Μονοϋδρική λακτόζη
Νατριούχος διασταυρούμενη καρμελλόζη
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου:
Πολυβινυλική αλκοόλη
Πολυαιθυλενογλυκόλη 8000
Τάλκη
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε171)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση - Παράγωγα τριαζολίου, Κωδικός ATC: J02A C03

Τρόπος δράσης

Η βορικοναζόλη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης. Ο κύριος τρόπος δράσης της βορικοναζόλης είναι η αναστολή της εξαρτημένης από το κυτόχρωμα P450 απομεθυλίωσης της 14α-λανοστερόλης, ενός απαραίτητου βήματος στη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στο μύκητα. Η συσσώρευση των 14α-μεθυλ στερολών συσχετίζεται με την επακόλουθη απώλεια εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα και μπορεί να ευθύνεται για την αντιμυκητιασική δράση της βορικοναζόλης. Έχει βρεθεί ότι η βορικοναζόλη είναι περισσότερο εκλεκτική στα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των μυκήτων, απ’ ότι στα διάφορα ενζυμικά συστήματα του κυτοχρώματος Ρ450 των θηλαστικών.

Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής

Σε 10 θεραπευτικές μελέτες, η διάμεση τιμή των μέσων και των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα των ατόμων στις μελέτες αυτές ήταν 2425 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25 % και 75% ήταν 1193 έως 4380 ng/ml) και 3742 ng/ml (το εύρος των τιμών μεταξύ 25% και 75% ήταν 2027 έως 6302 ng/ml), αντίστοιχα. Δεν βρέθηκε κάποια θετική συσχέτιση μεταξύ της μέσης, της μέγιστης ή της ελάχιστης συγκέντρωσης της βορικοναζόλης στο πλάσμα και της αποτελεσματικότητας σε θεραπευτικές μελέτες και αυτή η σχέση δεν έχει διερευνηθεί σε μελέτες προφύλαξης. Φαρμακοκινητικές - Φαρμακοδυναμικές αναλύσεις των δεδομένων κλινικών μελετών έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της βορικοναζόλης στο πλάσμα και τόσο των ανωμαλιών των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας όσο και των οπτικών διαταραχών. Οι προσαρμογές της δόσης σε μελέτες προφύλαξης δεν έχουν διερευνηθεί.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro ένα ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής δράσης, με αντιμυκητιασική ισχύ έναντι ειδών Candida (συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικής στη φλουκοναζόλη C. krusei και ανθεκτικών στελεχών των C. glabrata και C. albicans) και μυκητοκτόνο δράση έναντι όλων των ειδών Aspergillus που μελετήθηκαν. Επιπροσθέτως, η βορικοναζόλη παρουσιάζει in vitro μυκητοκτόνο δράση έναντι αναδυόμενων παθογόνων μυκήτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων, όπως Scedosporium ή Fusarium, που παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στους υπάρχοντες αντιμυκητιασικούς παράγοντες. Κλινική αποτελεσματικότητα, η οποία ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση, έχει αποδειχθεί για είδη Aspergillus, συμπεριλαμβανομένων των A. flavus, A. fumigatus, A. terreus, Α. niger, A. nidulans, είδη Candida, συμπεριλαμβανομένων των C. albicans, C. glabrata, C. krusei, C. parapsilosis, C. tropicalis και περιορισμένων αριθμών των C. dubliniensis, C. inconspicua και C. guilliermondii, είδη Scedosporium, συμπεριλαμβανομένων των S. apiospermum, S. prolificans και είδη Fusarium. Άλλες θεραπευθείσες μυκητιασικές λοιμώξεις (συχνά με είτε μερική ή πλήρη ανταπόκριση) συμπεριελάμβαναν μεμονωμένες περιπτώσεις ειδών Alternaria, Blastomyces dermatitidis, Blastoschizomyces capitatus, ειδών Cladosporium, Cocciodioides immitis, Conidiobolus coronatus, Cryptococcus neoformans, Exserholium rostratum, Exophiala spinifera, Fonsecaea pedrosoi, Madurella mycetomatis, Paecilomyces lilacinus, ειδών Penicillium, συμπεριλαμβανομένου του P. marneffei, Phialophora richardsiae, Scopulariopsis brevicaulis και ειδών Trichosporon, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων από το T. beigelii. Έχει παρατηρηθεί in vitro δραστικότητα έναντι κλινικά απομονωθέντων στελεχών ειδών Acremonium, ειδών Alternaria, ειδών Bipolaris, ειδών Cladophialophora και Histoplasma capsulatum, με τα περισσότερα στελέχη να αναστέλλονται σε συγκεντρώσεις βορικοναζόλης εύρους από 0,05 έως 2μg/ml. Έχει εμφανιστεί in vitro δραστικότητα στα ακόλουθα παθογόνα, αλλά η κλινική της σημασία είναι άγνωστη: είδη Curvularia και είδη Sporothrix.

Κριτήρια ευαισθησίας

Δείγματα για καλλιέργειες μυκήτων και άλλες σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις (ορολογικές, ιστοπαθολογικές) πρέπει να λαμβάνονται πριν από τη θεραπεία, για να απομονωθούν και να ταυτοποιηθούν οι αιτιολογικώς υπεύθυνοι μικροοργανισμοί. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινά πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, όμως, όταν τα αποτελέσματα γίνουν γνωστά, η αντιμυκητιασική θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα. Τα είδη τα οποία ευθύνονται συχνότερα για την πρόκληση λοιμώξεων στους ανθρώπους περιλαμβάνουν C. albicans, C.parapsilosis, C.tropicalis, C. glabrata, C. krusei, εκ των οποίων όλα συνήθως εμφανίζουν ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MICs) μικρότερες του 1 mg/L για τη βορικοναζόλη. Ωστόσο, η in vitro δραστηριότητα της βορικοναζόλης έναντι των ειδών Candida δεν είναι ομοιόμορφη. Πιο συγκεκριμένα για τη C.glabrata, οι MICs της βορικοναζόλης για τα απομονωθέντα ανθεκτικά στελέχη στη φλουκοναζόλη, είναι αναλογικά υψηλότερες από εκείνες για τα απομονωθέντα ευαίσθητα στελέχη στη φλουκοναζόλη. Συνεπώς, πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να ταυτοποιηθεί η Candida σε επίπεδο είδους. Εάν είναι διαθέσιμος έλεγχος για την αντιμυκητιασική ευαισθησία, τα αποτελέσματα των MICs μπορούν να αξιολογηθούν χρησιμοποιώντας τα κριτήρια ευαισθησίας, όπως έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST).

EUCAST Κριτήρια ευαισθησίας

Είδη Candida MIC όριο ευαισθησίας (mg/L)
≤S
Candida albicans1 0,125
Candida tropicalis1 0,125
Candida parapsilosis 0,125
Candida glabrata2 Ανεπαρκή στοιχεία
Candida krusei 3 Ανεπαρκή στοιχεία
Άλλα είδη Candida4 Ανεπαρκή στοιχεία

1 Στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όριο Ευαίσθητου (S) είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Οι έλεγχοι ταυτοποίησης και αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε οποιοδήποτε τέτοιο απομονωθέν στέλεχος πρέπει να επαναληφθούν και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί το απομονωθέν στέλεχος αποστέλλεται σε εργαστήριο αναφοράς. 2 Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη, σε ασθενείς με λοιμώξεις C. glabrata ήταν 21% χαμηλότερη συγκριτικά με C. albicans, C.parapsilosis και C.tropicalis. Δεδομένα in vitro έδειξαν μια μικρή αύξηση της αντοχής της C. glabrata στη βορικοναζόλη. 3 Σε κλινικές μελέτες, η ανταπόκριση στη βορικοναζόλη σε λοιμώξεις C.krusei ήταν παρόμοια με τη C. albicans, C.parapsilosis και C. tropicalis. Ωστόσο, δεδομένου ότι υπήρχαν μόνο 9 περιπτώσεις διαθέσιμες για τη EUCAST ανάλυση, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ώστε να οριστούν κλινικά όρια ευαισθησίας για το C. krusei. 4 Η EUCAST δεν έχει αποφασίσει τα όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με είδη, για τη βορικοναζόλη.

Κλινική εμπειρία

Σε αυτή την παράγραφο η επιτυχής έκβαση ορίζεται ως μερική ή πλήρης ανταπόκριση.

Λοιμώξεις από Aspergillus - αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με ασπεργίλλωση και κακή πρόγνωση Η βορικοναζόλη έχει in vitro μυκητοκτόνο δραστικότητα έναντι ειδών Aspergillus. Η αποτελεσματικότητα και το όφελος επιβίωσης της βορικοναζόλης έναντι της συμβατικής αμφοτερικίνης Β στην αρχική θεραπεία της οξείας εν τω βάθει ασπεργίλλωσης καταδείχτηκε σε μια ανοιχτή, τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη σε 277 ανοσοκατασταλμένους ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά για 12 εβδομάδες. Η βορικοναζόλη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως με μία δόση εφόδου των 6 mg/kg κάθε 12 ώρες για τις πρώτες 24 ώρες ακολουθούμενη από μία δόση συντήρησης των 4 mg/kg κάθε 12 ώρες για ελάχιστη διάρκεια θεραπείας 7 ημερών. Μπορούσε τότε να γίνει μετάβαση στην από του στόματος μορφή με δόση τα 200 mg κάθε 12 ώρες. Η μέση διάρκεια της ενδοφλέβιας θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 10 ημέρες (εύρος 2-85 ημέρες). Μετά την ενδοφλέβια θεραπεία με βορικοναζόλη, η μέση διάρκεια της από του στόματος θεραπείας (διάμεση τιμή) με βορικοναζόλη ήταν 76 ημέρες (εύρος 2-232 ημέρες). Παρατηρήθηκε μια ικανοποιητική ολική ανταπόκριση (πλήρης ή μερική υποχώρηση όλων των αποδιδόμενων συμπτωμάτων, σημείων, ακτινογραφικών/βρογχοσκοπικών διαταραχών που ήταν παρόντα στον αρχικό έλεγχο) στο 53% των ασθενών που έλαβαν βορικοναζόλη, συγκριτικά με το 31% των ασθενών που έλαβαν το συγκρινόμενο φάρμακο. Ο λόγος επιβίωσης 84 ημερών για τη βορικοναζόλη ήταν υψηλότερος με στατιστική σημαντικότητα σε σχέση με αυτόν του συγκριτικού φαρμάκου και ένα κλινικό και στατιστικά σημαντικό όφελος παρατηρήθηκε υπέρ της βορικοναζόλης τόσο ως προς τον χρόνο μέχρι την επέλευση θανάτου όσο ως προς το χρόνο διακοπής λόγω τοξικότητας. Η μελέτη αυτή επιβεβαίωσε τα ευρήματα από μία προγενέστερη, προοπτικά σχεδιασμένη μελέτη όπου υπήρχε θετική έκβαση σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για κακή πρόγνωση, συμπεριλαμβανομένης της νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή και, ειδικότερα, εγκεφαλικών λοιμώξεων (συνήθως σχετιζόμενες με σχεδόν 100% θνητότητα). Οι μελέτες έχουν συμπεριλάβει εγκεφαλική, των παραρρινίων κόλπων, πνευμονική και διάχυτη ασπεργίλλωση σε ασθενείς με μεταμόσχευση μυελού των οστών και συμπαγών οργάνων, αιματολογικές κακοήθειες, καρκίνο και AIDS.

Καντινταιμία σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς Η αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης σε σύγκριση με το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενη από φλουκοναζόλη ως πρωταρχική θεραπεία της καντινταιμίας αποδείχθηκε σε μία ανοικτή, συγκριτική μελέτη. Τριακόσιοι εβδομήντα μη ουδετεροπενικοί ασθενείς (ηλικίας άνω των 12ετών) με διαπιστωμένη καντινταιμία συμπεριελήφθησαν στη μελέτη, 248 από τους οποίους έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη. Εννέα άτομα από την ομάδα της βορικοναζόλης και 5 από την ομάδα της αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν επίσης μυκητολογικά αποδεδειγμένη λοίμωξη σε εν τω βάθει ιστό. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια αποκλείσθηκαν από αυτή τη μελέτη. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας ήταν 15 ημέρες και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της μελέτης. Στην αρχική ανάλυση, η επιτυχής ανταπόκριση, όπως εκτιμήθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Δεδομένων, τυφλοποιημένη ως προς το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης, ορίστηκε ως η αποδρομή/βελτίωση σε όλα τα κλινικά σημεία και συμπτώματα της λοίμωξης με εκρίζωση της Candida από το αίμα και τις επιμολυσμένες εστίες του εν τω βάθει ιστού 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας (ΤΘ). Ασθενείς οι οποίοι δεν εκτιμήθηκαν 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας υπολογίσθηκαν ως ανεπιτυχείς ανταποκρίσεις. Σε αυτή την ανάλυση, επιτυχής ανταπόκριση διαπιστώθηκε στο 41% των ασθενών και στα δύο θεραπευτικά σκέλη της θεραπείας. Σε μία δεύτερη ανάλυση, όπου χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις της Επιτροπής Ελέγχου Δεδομένων στο τελευταίο αξιολογήσιμο χρονικό σημείο (ΤΘ ή 2, 6 ή 12 εβδομάδες μετά το ΤΘ) η βορικοναζόλη και το δοσολογικό σχήμα αμφοτερικίνης Β ακολουθούμενης από φλουκοναζόλη είχαν ποσοστό επιτυχούς ανταπόκρισης 65% και 71%, αντιστοίχως. Η εκτίμηση επιτυχούς ανταπόκρισης από τον Ερευνητή σε καθένα από αυτά τα χρονικά σημεία φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

Χρονικό σημείο Βορικοναζόλη (N=248) Αμφοτερικίνη B → φλουκοναζόλη (N=122)
ΤΘ 178 (72%) 88 (72%)
2 εβδομάδες μετά το ΤΘ 125 (50%) 62 (51%)
6 εβδομάδες μετά το ΤΘ 104 (42%) 55 (45%)
12 εβδομάδες μετά το ΤΘ 104 (42%) 51 (42%)

Σοβαρές ανθεκτικές λοιμώξεις από Candida Η μελέτη αποτελούνταν από 55 ασθενείς με σοβαρές ανθεκτικές συστηματικές λοιμώξεις από Candida (συμπεριλαμβανομένης της καντινταιμίας, της διάχυτης και άλλων εν τω βάθει καντιντιάσεων), όπου η προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία, ιδιαίτερα με φλουκοναζόλη, ήταν αναποτελεσματική. Επιτυχής ανταπόκριση παρατηρήθηκε σε 24 ασθενείς (15 πλήρεις, 9 μερικές ανταποκρίσεις). Σε ανθεκτικά στη φλουκοναζόλη στελέχη τα οποία δεν ανήκαν στο είδος albicans, επιτυχής έκβαση παρατηρήθηκε στις 3/3 λοιμώξεις από C. krusei (πλήρεις ανταποκρίσεις) και στις 6/8 λοιμώξεις από C. glabrata (5 πλήρεις, 1 μερική ανταπόκριση). Τα στοιχεία κλινικής αποτελεσματικότητας υποστηρίχτηκαν από περιορισμένα στοιχεία ευαισθησίας.

Λοιμώξεις από Scedosporium και Fusarium Η βορικοναζόλη έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματική έναντι των εξής σπανίων παθογόνων μυκήτων:

  • Είδη Scedosporium: Επιτυχής ανταπόκριση στη θεραπεία με βορικοναζόλη έχει παρατηρηθεί σε 16 (6 πλήρεις, 10 μερικές ανταποκρίσεις) από 28 ασθενείς με S. apiospermum και σε 2 (και οι δύο μερικές ανταποκρίσεις) από 7 ασθενείς με λοίμωξη από S. prolificans. Επιπροσθέτως, μια επιτυχής ανταπόκριση έχει παρατηρηθεί σε 1 από τους 3 ασθενείς με λοίμωξη που προκλήθηκε από περισσότερους του ενός μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένων ειδών Scedosporium.
  • Είδη Fusarium: Επτά (3 πλήρεις, 4 μερικές ανταποκρίσεις) από 17 ασθενείς θεραπεύτηκαν επιτυχώς με βορικοναζόλη. Από τους 7 αυτούς ασθενείς, 3 είχαν οφθαλμική, 1 παραρρινοκολπική και 3 είχαν διάχυτη λοίμωξη. Τέσσερις επιπλέον ασθενείς με φουζαρίωση είχαν λοίμωξη προκαλούμενη από περισσότερους μικροοργανισμούς, ενώ 2 από αυτούς είχαν επιτυχή έκβαση. Η πλειονότητα των ασθενών οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με βορικοναζόλη στις παραπάνω αναφερόμενες σπάνιες λοιμώξεις είχαν δυσανεξία, ή ήταν ανθεκτικοί στην προηγούμενη αντιμυκητιασική θεραπεία.

Πρωτογενής προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις - Αποτελεσματικότητα σε ασθενείς λήπτες HSCT χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI (διηθητική μυκητιασική λοίμωξη) Η βορικοναζόλη συγκρίθηκε με την ιτρακοναζόλη ως πρωτογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενηλίκων και εφήβων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) χωρίς προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Ως επιτυχία ορίστηκε η ικανότητα συνέχισης της προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης επί 100 ημέρες μετά από την HSCT (χωρίς διακοπή για διάστημα >14 ημερών) και η επιβίωση χωρίς αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI επί 180 ημέρες μετά από την HSCT. Ο τροποποιημένος πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία (modified intent-to-treat, MITT group) περιελάμβανε 465 ασθενείς που έλαβαν αλλογενές μόσχευμα αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT), όπου το 45% των ασθενών είχε οξεία μυελογενή λευχαιμία (ΟΜΛ). Από όλους τους ασθενείς, το 58% υποβλήθηκε σε μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας. Η προφύλαξη με το φάρμακο της μελέτης άρχισε αμέσως μετά από την HSCT: 224 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη και 241 έλαβαν ιτρακοναζόλη. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 96 ημέρες για τη βορικοναζόλη και 68 ημέρες για την ιτρακοναζόλη στην ομάδα ΜΙΤΤ. Τα ποσοστά επιτυχίας και άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα:

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη N=224 Ιτρακοναζόλη N=241 Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI) Τιμή P
Επιτυχία κατά την ημέρα 180* 109 (48,7%) 80 (33,2%) 16,4% (7,7%, 25,1%)** 0,0002**
Επιτυχία κατά την ημέρα 100 121 (54,0%) 96 (39,8%) 15,4% (6,6%, 24,2%)** 0,0006**
Συμπλήρωση τουλάχιστον 100 ημερών προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης 120 (53,6%) 94 (39,0%) 14,6% (5,6%, 23,5%) 0,0015
Επιβίωση έως την ημέρα 180 184 (82,1%) 197 (81,7%) 0,4% (-6,6%, 7,4%) 0,9107
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 180 3 (1,3%) 5 (2,1%) -0,7% (-3,1%, 1,6%) 0,5390
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI έως την ημέρα 100 2 (0,9%) 4 (1,7%) -0,8% (-2,8%, 1,3%) 0,4589
Ανάπτυξη αποδεδειγμένης ή πιθανής IFI κατά τη διάρκεια λήψης του φαρμάκου της μελέτης 0 3 (1,2%) -1,2% (-2,6%, 0,2%) 0,0813
  • Κύριο τελικό σημείο της μελέτης ** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% και οι τιμές p ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση Το ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI rate) έως την ημέρα 180 και το κύριο τελικό σημείο της μελέτης, το οποίο είναι η επιτυχία κατά την ημέρα 180, τόσο σε ασθενείς με ΟΜΛ όσο και σε ασθενείς που έλαβαν μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας, αντίστοιχα, παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα:

ΟΜΛ

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη (N=98) Ιτρακοναζόλη (N=109) Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI)
Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 1 (1,0%) 2 (1,8%) -0,8% (-4,0%, 2,4%) **
Επιτυχία κατά την ημέρα 180* 55 (56,1%) 45 (41,3%) 14,7% (1,7%, 27,7%)***
  • Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα ***Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση

Μυελοκατασταλτικά σχήματα προετοιμασίας

Τελικά σημεία μελέτης Βορικοναζόλη (N=125) Ιτρακοναζόλη (N=143) Διαφορά στα ποσοστά και διάστημα εμπιστοσύνης 95% (CI)
Ποσοστό εκδήλωσης IFI (breakthrough IFI) - ημέρα 180 2 (1,6%) 3 (2,1%) -0,5% (-3,7%, 2,7%) **
Επιτυχία κατά την ημέρα 180* 70 (56,0%) 53 (37,1%) 20,1% (8,5%, 31,7%)***
  • Κύριο τελικό σημείο μελέτης ** Με τη χρήση ορίου 5%, καταδεικνύεται μη κατωτερότητα *** Οι διαφορές στα ποσοστά, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% ελήφθησαν μετά από προσαρμογή για την τυχαιοποίηση

Δευτερογενής προφύλαξη για IFI - Αποτελεσματικότητα σε λήπτες HSCT με προηγούμενη αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI Η βορικοναζόλη διερευνήθηκε ως δευτερογενής προφύλαξη σε μια ανοικτή, μη συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη ενήλικων ασθενών που υπεβλήθησαν σε αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT) με προηγούμενη αποδεδειγμένη (proven) ή πιθανή (probable) διηθητική μυκητιασική λοίμωξη (IFI). Το κύριο τελικό σημείο ήταν το ποσοστό εμφάνισης αποδεδειγμένης και πιθανής IFI κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT. Στην ομάδα MITT περιελήφθησαν 40 ασθενείς με προηγούμενη IFI, συμπεριλαμβανομένων 31 ασθενών με ασπεργίλλωση, 5 με καντιντίαση και 4 με άλλη IFI. Η διάμεση διάρκεια προφύλαξης με το φάρμακο της μελέτης ήταν 95,5 ημέρες στην ομάδα MITT. Αποδεδειγμένη ή πιθανή IFI αναπτύχθηκε στο 7,5% των ασθενών (3/40) κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από την HSCT, συμπεριλαμβανομένης μίας καντινταιμίας, μίας σκεδοσπορίασης (και οι δύο ήταν υποτροπές προηγούμενης IFI) και μίας ζυγομυκητίασης. Το ποσοστό επιβίωσης κατά την ημέρα 180 ήταν 80,0% (32/40) και κατά το 1 έτος ήταν 70,0% (28/40).

Διάρκεια θεραπείας Σε κλινικές μελέτες, 705 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη για περισσότερο από 12 εβδομάδες, ενώ 164 ασθενείς έλαβαν βορικοναζόλη για πάνω από 6 μήνες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Πενήντα τρεις παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως <18 ετών έλαβαν θεραπεία με βορικοναζόλη σε δύο προοπτικές, ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτικές, πολυκεντρικές κλινικές μελέτες. Σε μία μελέτη εισήχθησαν 31 ασθενείς με δυνατή (possible), αποδεδειγμένη (proven) ή πιθανή (probable) εν τω βάθει ασπεργίλλωση (IA), από τους οποίους οι 14 ασθενείς είχαν αποδεδειγμένη ή πιθανή IA και συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας MITT. Στη δεύτερη μελέτη εισήχθησαν 22 ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, συμπεριλαμβανομένης της καντινταιμίας (ICC), και οισοφαγική καντιντίαση (EC) που απαιτούσαν είτε αρχική θεραπεία είτε θεραπεία διάσωσης, από τους οποίους 17 συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας MITT. Για τους ασθενείς με IA τα συνολικά ποσοστά συνολικής ανταπόκρισης (global response) στις 6 εβδομάδες ήταν 64,3% (9/14), το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης ήταν 40% (2/5) για ασθενείς 2 έως <12 ετών και 77,8% (7/9) για ασθενείς 12 έως <18 ετών. Για τους ασθενείς με ICC, το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης στο ΕΟΤ ήταν 85,7% (6/7) και για τους ασθενείς με EC, το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης στο ΕΟΤ ήταν 70% (7/10). Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ICC και EC σε συνδυασμό) ήταν 88,9% (8/9) για τους ασθενείς ηλικίας 2 έως <12 ετών και 62,5% (5/8) για τους ασθενείς ηλικίας 12 έως <18 ετών.

Κλινικές μελέτες ελέγχου του διαστήματος QTc Διεξήχθη μία συγκριτική με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη εφάπαξ δόσης για την αξιολόγηση της επίδρασης στο διάστημα QTc σε υγιείς εθελοντές με τρεις δόσεις από του στόματος βορικοναζόλης και κετοκοναζόλης. Η μέση μέγιστη αύξηση στο QTc προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο, από την τιμή αναφοράς μετά από 800, 1200 και 1600 mg βορικοναζόλης ήταν 5,1, 4,8 και 8,2 msec αντίστοιχα και 7,0 msec για τα 800 mg της κετοκοναζόλης. Κανείς εθελοντής σε καμία ομάδα δεν εμφάνισε αύξηση στο QTc ≥ των 60 msec από την τιμή αναφοράς. Κανείς εθελοντής δεν εμφάνισε διάστημα που να ξεπερνά το όριο των 500 msec, το οποίο δυνητικά έχει κλινική σημασία.

Φαρμακοκινητική

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε ειδικούς πληθυσμούς και σε ασθενείς. Κατά την χορήγηση από το στόμα 200 mg ή 300 mg δύο φορές ημερησίως επί 14 ημέρες, σε ασθενείς με κίνδυνο ασπεργίλλωσης (κυρίως ασθενείς με κακοήθεις νεοπλασίες του λεμφικού ή του αιμοποιητικού συστήματος), τα παρατηρούμενα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ταχείας και συνεχούς απορρόφησης, συσσώρευσης και μη γραμμικής φαρμακοκινητικής ήταν σε συμφωνία με αυτά που παρατηρήθηκαν σε υγιείς εθελοντές. Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν είναι γραμμική λόγω του κορεσμού στο μεταβολισμό της. Αυξανομένης της δόσης, παρατηρείται αύξηση στην ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία μεγαλύτερη από την αναλογική. Υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, αύξηση της από του στόματος δόσης από 200 mg, δύο φορές ημερησίως, σε 300 mg, δύο φορές ημερησίως, οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) κατά 2,5 φορές. Η από του στόματος δόση συντήρησης των 200 mg (ή 100 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 3 mg/kg ενδοφλεβίως. Μία από του στόματος δόση συντήρησης των 300 mg (ή 150 mg για ασθενείς κάτω των 40 kg) επιτυγχάνει έκθεση στη βορικοναζόλη παρόμοια με τα 4 mg/kg ενδοφλεβίως. Όταν χορηγούνται οι προτεινόμενες δόσεις εφόδου ενδοφλεβίως ή από του στόματος, επιτυγχάνονται συγκεντρώσεις στο πλάσμα παραπλήσιες με αυτές σε σταθεροποιημένη κατάσταση εντός του πρώτου 24ώρου της χορήγησης. Χωρίς τη χορήγηση δόσης εφόδου, η βορικοναζόλη συσσωρεύεται μετά από πολλαπλή χορήγηση, δύο φορές ημερησίως, ενώ οι σταθεροποιημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται την Ημέρα 6 στην πλειονότητα των ατόμων που μελετήθηκαν.

Απορρόφηση Η βορικοναζόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών από τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της βορικοναζόλης μετά την από του στόματος χορήγηση υπολογίζεται ότι είναι 96%. Όταν πολλαπλές δόσεις βορικοναζόλης χορηγούνται μαζί με πλούσια σε λιπαρά γεύματα, η Cmax και η AUCτ μειώνονται κατά 34% και 24% αντίστοιχα. Η απορρόφηση της βορικοναζόλης δεν επηρεάζεται από αλλαγές στο γαστρικό pH.

Κατανομή Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση για τη βορικοναζόλη υπολογίζεται ότι είναι 4,6 L/kg, υποδεικνύοντας κατανομή στους ιστούς σε μεγάλο βαθμό. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος υπολογίζεται ότι είναι 58%. Δείγματα εγκεφαλονωτιαίου υγρού από οκτώ ασθενείς σε ένα πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης έδειξε ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις βορικοναζόλης σε όλους τους ασθενείς.

Βιομετασχηματισμός Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η βορικοναζόλη μεταβολίζεται από τα ισοένζυμα του ηπατικού κυτοχρώματος P450, CYP2C19, CYP2C9 και CYP3A4. Η μεταξύ των ατόμων μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της βορικοναζόλης είναι υψηλή. Μελέτες in vivo έδειξαν ότι το CYP2C19 παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της βορικοναζόλης. Το ένζυμο αυτό εμφανίζει γενετικό πολυμορφισμό. Για παράδειγμα, 15-20% των Ασιατικών πληθυσμών πιθανά αναμένεται να έχουν πλημμελή μεταβολισμό. Για τους Καυκάσιους και τους Μαύρους ο επιπολασμός του πλημμελούς μεταβολισμού είναι 3-5%. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιείς εθελοντές Καυκάσιους και Ιάπωνες, έδειξαν ότι στα άτομα με πλημμελή μεταβολισμό η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία (AUCτ) είναι κατά μέσο όρο 4 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Σε άτομα ετερόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό, η ποσότητα του φαρμάκου που φθάνει στη γενική κυκλοφορία είναι κατά μέσο όρο 2 φορές μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα ομόζυγα ως προς τον εκτεταμένο μεταβολισμό άτομα. Ο κύριος μεταβολίτης της βορικοναζόλης είναι το Ν-οξείδιο, το οποίο εκπροσωπεί το 72% των κυκλοφορούντων ραδιοεπισημασμένων μεταβολιτών στο πλάσμα. Ο μεταβολίτης αυτός έχει ελάχιστη αντιμυκητιασική δραστικότητα και δεν συνεισφέρει στη συνολική αποτελεσματικότητα της βορικοναζόλης.

Αποβολή Η βορικοναζόλη εξαλείφεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού, με λιγότερο από το 2% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Μετά τη χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης δόσης βορικοναζόλης, το ποσοστό της ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα ούρα ήταν περίπου 80% μετά από πολλαπλές ενδοφλέβιες χορηγήσεις και 83% στα ούρα μετά από πολλαπλές χορηγήσεις από του στόματος. Το μέγιστο μέρος της συνολικής ραδιενέργειας (94%) απεκκρίνεται τις πρώτες 96 ώρες μετά την από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της βορικοναζόλης είναι δοσοεξαρτώμενος και είναι περίπου 6 ώρες για δόση 200 mg (από του στόματος). Λόγω της μη-γραμμικής φαρμακοκινητικής, ο τελικός χρόνος ημιζωής δεν είναι χρήσιμος για την πρόβλεψη της συσσώρευσης ή της απομάκρυνσης της βορικοναζόλης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών

Φύλο Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς νέες γυναίκες ήταν 83% και 113% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Στην ίδια μελέτη δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και την AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων ανδρών και υγιών ηλικιωμένων γυναικών (65 ετών). Στο κλινικό πρόγραμμα δεν έγιναν προσαρμογές της δοσολογίας βάσει του φύλου. Η ασφάλεια και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς ήταν όμοιες. Επομένως δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης βάσει του φύλου.

Ηλικιωμένοι Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η Cmax και η AUCτ σε υγιείς ηλικιωμένους άνδρες, (65 ετών) ήταν 61% και 86% υψηλότερες, αντίστοιχα, από ό,τι σε υγιείς νέους άνδρες (18-45 ετών). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στη Cmax και στην AUCτ μεταξύ υγιών ηλικιωμένων γυναικών (65 ετών) και υγιών νέων γυναικών (18-45 ετών). Στις θεραπευτικές μελέτες δεν έγινε προσαρμογή της δόσης βάσει της ηλικίας. Παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της ηλικίας. Η ασφάλεια της βορικοναζόλης μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ασθενών ήταν όμοια και επομένως δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους (βλ. Δοσολογία).

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι συνιστώμενες δόσεις σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς βασίζονται σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεδομένων που ελήφθησαν από πληθυσμό 112 ανοσοκατασταλμένων παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 2 έως <12 ετών και 26 ανοσοκατασταλμένων έφηβων ασθενών ηλικίας 12 έως <17 ετών. Σε 3 φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικό πληθυσμό, αξιολογήθηκαν πολλαπλές ενδοφλέβιες δόσεις των 3, 4, 6, 7 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως και πολλαπλές από του στόματος δόσεις (με τη χρήση του πόσιμου εναιωρήματος) των 4 mg/kg, 6 mg/kg και 200 mg δύο φορές ημερησίως. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε εφήβους, αξιολογήθηκαν ενδοφλέβιες δόσεις εφόδου των 6 mg/kg ενδοφλεβίως δύο φορές ημερησίως την πρώτη ημέρα ακολουθούμενες από ενδοφλέβια δόση των 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως και 300 mg από του στόματος δισκία δύο φορές ημερησίως. Στους παιδιατρικούς ασθενείς παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων του πληθυσμού σε σύγκριση με τους ενήλικες. Μία σύγκριση των φαρμακοκινητικών δεδομένων των παιδιατρικών και ενήλικων πληθυσμών, κατέδειξε ότι η προβλεπόμενη ολική έκθεση (AUC) σε παιδιά, μετά τη χορήγηση μίας 9 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση μίας 6 mg/kg ενδοφλέβιας δόσης εφόδου. Οι προβλεπόμενες ολικές εκθέσεις σε παιδιά μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιων δόσεων συντήρησης των 4 και 8 mg/kg δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων, μετά τη χορήγηση ενδοφλεβίων δόσεων των 3 και 4 mg/kg δύο φορές ημερησίως, αντίστοιχα. Η προβλεπόμενη ολική έκθεση σε παιδιά μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης συντήρησης των 9 mg/kg (μέγιστη των 350 mg) δύο φορές ημερησίως, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ενηλίκων μετά τη χορήγηση από του στόματος δόσης των 200 mg δύο φορές ημερησίως. Μία ενδοφλέβια δόση των 8 mg/kg θα παράσχει έκθεση στη βορικοναζόλη περίπου 2 φορές υψηλότερη από μία από του στόματος δόση των 9 mg/kg. Η υψηλότερη ενδοφλέβια δόση συντήρησης σε παιδιατρικούς ασθενείς σε σχέση με τους ενήλικες, αντανακλά την μεγαλύτερη δυνατότητα κάθαρσης στους παιδιατρικούς ασθενείς λόγω της υψηλότερης αναλογίας μάζας ήπατος προς μάζα σώματος. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση ενδέχεται ωστόσο να είναι περιορισμένη σε παιδιατρικούς ασθενείς με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος για την ηλικία τους. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση της βορικοναζόλης. Οι εκθέσεις στη βορικοναζόλη στην πλειονότητα των έφηβων ασθενών ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ενηλίκων οι οποίοι λάμβαναν τα ίδια δοσολογικά σχήματα. Ωστόσο, παρατηρήθηκε χαμηλότερη έκθεση στη βορικοναζόλη σε μερικούς νέους εφήβους με χαμηλό βάρος σώματος σε σύγκριση με τους ενήλικες. Είναι πιθανό αυτοί οι ασθενείς να μεταβολίζουν τη βορικοναζόλη με τρόπο πλέον παρόμοιο με αυτόν των παιδιών, από ότι με των ενηλίκων. Βάσει της φαρμακοκινητικής ανάλυσης επί του πληθυσμού, έφηβοι ηλικίας 12 έως 14 ετών με βάρος μικρότερο των 50 kg πρέπει να λαμβάνουν παιδιατρικές δόσεις (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη εφάπαξ δόσεως από το στόμα (200 mg) σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 41-60 ml/min) έως βαριά (κάθαρση κρεατινίνης < 20 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης στο πλάσμα ήταν παρόμοια στους ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης από το στόμα (200 mg), η AUC ήταν αυξημένη κατά 233% σε άτομα με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh A και B) σε σχέση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η πρωτεϊνική σύνδεση της βορικοναζόλης δεν επηρεάστηκε από την επηρεασμένη ηπατική λειτουργία. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων από το στόμα, η AUCτ ήταν όμοια σε άτομα με μέτριου βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh Β), οι οποίοι έλαβαν μία δόση συντήρησης 100 mg δύο φορές την ημέρα και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, οι οποίοι έλαβαν 200 mg δύο φορές την ημέρα. Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με βαριά ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η βορικοναζόλη δεσμεύεται και αναστέλλει τη σύνθεση εργοστερόλης, αναστέλλοντας τη 14-άλφα στερολική δεμεθυλάση που εξαρτάται από το CYP450. Η αναστολή της 14-άλφα στερολικής δεμεθυλάσης οδηγεί σε μείωση της εργοστερόλης στη μεμβράνη…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση - Παράγωγα τριαζολίου, Κωδικός ATC: J02A C03 ### Τρόπος δράσης Η βορικοναζόλη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας τριαζόλης. Ο κύριος τρόπος δράσης της βορικοναζόλης είναι η αναστολή…
Φαρμακοκινητική

Γενικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης έχει μελετηθεί σε υγιείς εθελοντές, σε ειδικούς πληθυσμούς και σε ασθενείς. Κατά την χορήγηση από το στόμα 200 mg ή 300 mg δύο φορές ημερησίως επί 14 ημέρες, σε ασθενείς με κίνδυνο…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η βορικοναζόλη υφίσταται εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό μέσω των ενζύμων του κυτοχρώματος CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4. Το CYP2C19 μεσολαβεί στην N-οξείδωση με φαινομενικό Km 14 μM και φαινομενικό Vmax 0.22 nmol/min/nmol CYP2C19. Η…
Απέκκριση
Ήπαρ
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

voriconazole

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

J02AC — Παράγωγα τριαζολίου

Κωδικός ATC5

J02AC03

Κάτοχος Άδειας

Demo
pill
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →