Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 3462.54 € | |
| 150 / TAB | 3462.54 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C82 Θυλακιώδες λέμφωμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οζώδες λέμφωμα
-
C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
ZYDELIG — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 150 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Δόση 150 mg δύο φορές την ημέρα. Αναστολή θεραπείας σε αύξηση τρανσαμινάσεων, διάρροια/κολίτιδα, πνευμονίτιδα ή εξάνθημα Βαθμού 3 ή 4, ή σε ANC < 500/mm3. Επανέναρξη στα 100 mg δύο φορές την ημέρα μετά την επίλυση του συμβάντος σε Βαθμό 1 ή χαμηλότερο (ή ANC ≥ 500/mm3). Δυνατότητα κλιμάκωσης εκ νέου στα 150 mg δύο φορές την ημέρα εάν δεν επανεμφανιστεί το συμβάν, κατά την κρίση του ιατρού. Οριστική διακοπή σε μέτρια ή σοβαρή συμπτωματική πνευμονίτιδα ή οργανούμενη πνευμονία.
-
ΕνήλικεςΔόση150 mg δύο φορές την ημέραΗ θεραπεία συνεχίζεται μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται ειδική προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ήπια (CrCl = 60-80 ml/min), μέτρια (CrCl = 30-59 ml/min) ή σοβαρή (CrCl = 15-29 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με ήπια (Κατηγορία Child-Pugh A) ή μέτρια (Κατηγορία Child-Pugh Β) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης κατά την έναρξη, αλλά συνιστάται εντατικοποιημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑνεπαρκή δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις. Συνιστάται προσοχή και εντατικοποιημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές λοιμώξειςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΗ θεραπεία δεν θα πρέπει να αρχίζει σε ασθενείς με συνεχιζόμενη συστηματική βακτηριακή, μυκητιασική ή ιογενή λοίμωξη. Θα πρέπει να χορηγείται προφύλαξη για PJP καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 2 έως 6 μήνες μετά τη διακοπή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αναπνευστικά σημεία και συμπτώματα καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Συνιστάται τακτική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση για λοίμωξη από CMV σε ασθενείς με θετικές για CMV οροδιαγνωστικές εξετάσεις ή με άλλες ενδείξεις ιστορικού λοίμωξης από CMV. Για ασθενείς με ενδείξεις ιαιμίας από CMV και κλινικά σημεία λοίμωξης από CMV, θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της idelalisib μέχρι να αντιμετωπιστεί η λοίμωξη. Εάν κριθεί ότι τα οφέλη από τη συνέχιση της idelalisib υπερτερούν των κινδύνων, θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση προληπτικής θεραπείας για CMV.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)ΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ιατροί θα πρέπει να εξετάζουν ενδεχόμενη PML κατά τη διαφορική διάγνωση ασθενών με νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά, γνωσιακά ή συμπεριβορικά σημεία ή συμπτώματα. Επί υποψίας ύπαρξης PML, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν κατάλληλες διαγνωστικές αξιολογήσεις και η θεραπεία θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι να αποκλειστεί ενδεχόμενη PML.
-
ΟυδετεροπενίαΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι αριθμοί των αιμοσφαιρίων θα πρέπει να παρακολουθούνται.
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείςΗ θεραπεία με idelalisib πρέπει να διακόπτεται σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται αύξηση Βαθμού 3 ή 4 των επιπέδων ALT/AST και η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί σε χαμηλότερη δόση αφού οι τιμές επανέλθουν σε Βαθμού 1 ή χαμηλότερα (ALT/AST ≤ 3 x ULN).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ιδίως σοβαρήΣυνιστάται εντατικοποιημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Συνιστάται προσοχή.
-
Χρόνια ηπατίτιδαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ενεργή ηπατίτιδαΑπαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση του idelalisib.
-
Διάρροια/κολίτιδαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΔιακοπή της δόσης και πρόσθετη συμπτωματική θεραπεία.
-
Πνευμονίτιδα και οργανούμενη πνευμονίαΠληθυσμόςΑσθενείςΣε ασθενείς οι οποίοι παρουσιάζουν σοβαρά πνευμονικά συμβάματα, η idelalisib θα πρέπει να διακόπτεται. Εάν διαγνωστεί είτε μέτρια είτε σοβαρή συμπτωματική πνευμονίτιδα ή οργανούμενη πνευμονία, η idelalisib θα πρέπει να διακοπεί οριστικά.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΣε περίπτωση υπόνοιας SJS, TEN ή DRESS, η χρήση της idelalisib πρέπει να διακόπτεται. Εάν η διάγνωση SJS, TEN ή DRESS επιβεβαιωθεί, η χορήγηση της idelalisib πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
-
Επαγωγείς του CYP3AΠληθυσμόςΑσθενείςΗ συγχορήγηση του idelalisib με μέτριους ή ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A θα πρέπει να αποφεύγεται (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, St. John’s wort, καρβαμαζεπίνη).
-
Υποστρώματα του CYP3AΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΗ ταυτόχρονη θεραπεία idelalisib με υποστρώματα του CYP3A με σοβαρές και/ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αλφουζοσίνη, αμιοδαρόνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, κουετιαπίνη, λοβαστατίνη, σιμβαστατίνη, σιλδεναφίλη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη) θα πρέπει να αποφεύγεται και εναλλακτικά φαρμακευτικά προϊόντα που είναι λιγότερο ευαίσθητα στην αναστολή του CYP3A4 θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αν είναι δυνατόν.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν άκρως αποτελεσματική αντισύλληψη ενώ παίρνουν idelalisib και για 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά θα πρέπει να προσθέτουν μια μέθοδο φραγμού ως δεύτερη μορφή αντισύλληψης.
-
ΈκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείςΤο idelalisib περιέχει sunset yellow FCF (E110), η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A)αντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα idelalisib (~75% μείωση AUCinf).ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Φαινυτοΐνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A)αντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα idelalisib.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Βαλσαμόχορτο (ισχυρός επαγωγέας CYP3A)αντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα idelalisib.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Καρβαμαζεπίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A)αντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα idelalisib.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A, P-gp, BCRP)παρακολούθησηΑύξηση Cmax (26%) και AUCinf (79%) της idelalisib.ΣύστασηΔεν απαιτείται αρχική προσαρμογή δόσης idelalisib, συνιστάται εντατικοποιημένη παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Αλφουζοσίνη (υπόστρωμα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με αλφουζοσίνη.
-
προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. αναπνευστική καταστολή, καταστολή).
-
Αμιοδαρόνη, κινιδίνη (υποστρώματα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με αμιοδαρόνη ή κινιδίνη.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Αναστολείς της κινάσης της τυροσίνης (δασατινίμπη, νιλοτινίμπη), βινκριστίνη, βινβλαστίνη (υποστρώματα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της ανοχής σε αυτούς τους αντικαρκινικούς παράγοντες.
-
Βαρφαρίνη (υπόστρωμα CYP3A και CYP2C9)παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται να παρακολουθείται η διεθνής ομαλοποιημένη αναλογία (INR) κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της θεραπείας με idelalisib. Συνιστάται προσοχή εάν είναι υπόστρωμα επαγώγιμου ενζύμου με στενό θεραπευτικό δείκτη.
-
Καρβαμαζεπίνη (υπόστρωμα CYP3A)παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του αντιεπιληπτικού φαρμακευτικού προϊόντος.
-
Τραζοδόνη (υπόστρωμα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται η προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού και η παρακολούθηση για την ανταπόκριση στο αντικαταθλιπτικό.
-
Κολχικίνη (υπόστρωμα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΕνδέχεται να απαιτούνται μειώσεις της δόσης της κολχικίνης. Η idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με κολχικίνη σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση της θεραπευτικής δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Ριφαμπουτίνη (αντιμυκοβακτηριακό, υπόστρωμα CYP3A)παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται αυξημένη παρακολούθηση για σχετιζόμενες με τη ριφαμπουτίνη ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας και της ραγοειδίτιδας.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Κλαριθρομυκίνη (μακρολιδικό αντιβιοτικό, υπόστρωμα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης για ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 60-90 ml/min). Κλινική παρακολούθηση για ασθενείς με CrCl < 90 ml/min. Εναλλακτικά αντιβακτηριακά για ασθενείς με CrCl < 60 ml/min.
-
Τελιθρομυκίνη (μακρολιδικό αντιβιοτικό, υπόστρωμα CYP3A)παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με κουετιαπίνη ή πιμοζίδη. Μπορούν να εξεταστούν εναλλακτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως ολανζαπίνη.
-
Βοσεντάνη (ανταγωνιστής υποδοχέων ενδοθηλίνης, υπόστρωμα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σχετιζόμενη με τη βοσεντάνη τοξικότητα.
-
αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με εργοταμίνη ή διυδροεργοταμίνη.
-
Σισαπρίδη (παράγοντας γαστρεντερικής κινητικότητας, υπόστρωμα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με σισαπρίδη.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Από του στόματος βουδεσονίδη (υπόστρωμα CYP3A)παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση για αυξημένα σημεία/συμπτώματα των επιδράσεων των κορτικοστεροειδών.
-
αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με λοβαστατίνη ή σιμβαστατίνη.
-
Ατορβαστατίνη (αναστολέας HMG Co-A αναγωγάσης, υπόστρωμα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και μπορεί να εξεταστεί χαμηλότερη δόση έναρξης της ατορβαστατίνης. Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί η αλλαγή σε πραβαστατίνη, ροσουβαστατίνη ή πιταβαστατίνη.
-
παρακολούθηση↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση.
-
Σαλμετερόλη (εισπνεόμενος βήτα αγωνιστής, υπόστρωμα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ συγχορήγηση σαλμετερόλης και idelalisib δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Σιλδεναφίλη (αναστολέας φωσφοδιεστεράσης, υπόστρωμα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με σιλδεναφίλη.
-
Ταδαλαφίλη (αναστολέας φωσφοδιεστεράσης, υπόστρωμα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης να εξεταστεί η μείωση της δόσης.
-
Σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση ή στυτική δυσλειτουργία, υποστρώματα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και μπορεί να εξεταστεί η μείωση της δόσης, με αυξημένη παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Μιδαζολάμη (από του στόματος), τριαζολάμη (ηρεμιστικά/υπνωτικά, υποστρώματα CYP3A)αντένδειξη↑ συγκεντρώσεων στον ορό (Μιδαζολάμη: Cmax ~140%↑, AUCinf ~440%↑).ΣύστασηΗ idelalisib δεν πρέπει να συγχορηγείται με μιδαζολάμη (από του στόματος) ή τριαζολάμη.
-
Βουσπιρόνη, κλοραζεπάτη, διαζεπάμη, εσταζολάμη, φλουραζεπάμη, ζολπιδέμη (ηρεμιστικά, υπνωτικά, υποστρώματα CYP3A)προσοχή↑ συγκεντρώσεων στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης των ηρεμιστικών/υπνωτικών και μπορεί να εξεταστεί μείωση της δόσης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. πακλιταξέλη) που είναι υποστρώματα CYP2C8προσοχήIn vitro η idelalisib κατέδειξε αναστολή και επαγωγή του CYP2C8, in vivo επίδραση άγνωστη.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. βαρφαρίνη, φαινυτοΐνη, S-μεφαινυντοΐνη) που είναι υποστρώματα επαγώγιμων ενζύμων (CYP2C9, CYP2C19, CYP2B6, UGT)προσοχήIn vitro η idelalisib ήταν επαγωγέας διαφόρων ενζύμων, κίνδυνος μειωμένης έκθεσης και αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ετεξιλική δαβιγατράνη (ευαίσθητο υπόστρωμα εντερικής P-gp)προσοχήΚίνδυνος αυξημένης έκθεσης λόγω αναστολής της P-gp στο γαστρεντερικό σωλήνα.ΣύστασηΟ κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία από Pneumocystis jirovecii
- Λοίμωξη από CMV
- Ουδετεροπενία
- Λεμφοκυττάρωση
- Πνευμονίτιδα
- Οργανωτική πνευμονία
- Διάρροια
- Κολίτιδα
- Αυξημένη τρανσαμινάση
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο DRESS
- Πυρεξία
- Αυξημένα τριγλυκερίδια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδιαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη τρανσαμινάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη από CMVΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠνευμονία από Pneumocystis jiroveciiΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΟργανωτική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της idelalisib σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν άκρως αποτελεσματική αντισύλληψη ενώ παίρνουν το idelalisib και για 1 μήνα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εάν χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά, θα πρέπει να προσθέτουν μια μέθοδο φραγμού ως δεύτερη μορφή αντισύλληψης.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεταιΔεν είναι γνωστό εάν η idelalisib και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από τους ανθρώπους για την επίδραση της idelalisib στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν το δυναμικό για επιβλαβείς επιδράσεις της idelalisib στη γονιμότητα και την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, αναστολείς της φωσφατιδυλινοσιτόλης-3-κινάσης (Pi3K), κωδικός ATC: L01EM01
Μηχανισμός δράσης
Η idelalisib αναστέλλει τη φωσφατιδυλινοσιτόλη 3-κινάση p110δ (PI3Kδ), η οποία είναι υπερδραστήρια σε κακοήθειες των B-κυττάρων και είναι σημαντική σε πολλαπλές οδούς σηματοδότησης που οδηγούν τον πολλαπλασιασμό, την επιβίωση, την παλιννόστηση και τη διατήρηση κακοήθων κυττάρων στους λεμφοειδείς ιστούς και στο μυελό των οστών. Η idelalisib είναι ένας επιλεκτικός αναστολέας της σύνδεσης της 5’-τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) στην καταλυτική περιοχή της PI3Kδ, οδηγώντας στην αναστολή της φωσφορυλίωσης της φωσφατιδυλινοσιτόλης, ενός βασικού λιπιδίου δεύτερου αγγελιοφόρου και στην πρόληψη της φωσφορυλίωσης της Akt (πρωτεϊνική κινάση B).
Η idelalisib επάγει την απόπτωση και αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό σε κυτταρικές σειρές που προέρχονται από κακοήθη B-κύτταρα και σε πρωτογενή καρκινικά κύτταρα. Μέσω της αναστολής της σηματοδότησης μέσω των υποδοχέων χημειοκίνης CXCR4 και CXCR5, η idelalisib αναστέλλει την παλιννόστηση και τη διατήρηση των κακοήθων B-κυττάρων στο μικροπεριβάλλον του όγκου, συμπεριλαμβανομένων των λεμφοειδών ιστών και του μυελού των οστών. Δεν έχουν προσδιοριστεί, βάσει κλινικών μελετών, μηχανιστικές εξηγήσεις για την ανάπτυξη αντοχής στη θεραπεία με idelalisib. Δεν προγραμματίζεται περαιτέρω διερεύνηση του θέματος αυτού σε τρέχουσες μελέτες κακοηθειών των Β-κυττάρων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ηλεκτροκαρδιογραφικές
Η επίδραση της idelalisib (150 mg και 400 mg) στο διάστημα QT/QTc αξιολογήθηκε σε μια ελεγχόμενη με εικονικό και με σύνηθες φάρμακο (μοξιφλοξασίνη 400 mg) διασταυρούμενη μελέτη σε 40 υγιή άτομα. Σε δόση 2,7 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, η idelalisib δεν επιμήκυνε το διάστημα QT/QTc (δηλ. < 10 ms).
Λεμφοκυττάρωση
Κατά την έναρξη της idelalisib, έχει παρατηρηθεί προσωρινή αύξηση στις τιμές των λεμφοκυττάρων (δηλ. ≥ 50% αύξηση από την έναρξη και απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων πάνω από 5.000/mm3). Αυτό παρουσιάζεται περίπου στα δύο τρίτα των ασθενών με ΧΛΛ οι οποίοι λαμβάνουν μονοθεραπεία με idelalisib και στο ένα τέταρτο των ασθενών με ΧΛΛ οι οποίοι λαμβάνουν συνδυαστική θεραπεία με idelalisib. Η εμφάνιση μεμονωμένης λεμφοκυττάρωσης εκδηλώνεται κατά κανόνα τις πρώτες 2 εβδομάδες της θεραπείας με idelalisib και σχετίζεται συχνά με μείωση της λεμφαδενοπάθειας. Η παρατηρούμενη λεμφοκυττάρωση αποτελεί φαρμακοδυναμική επίδραση και δεν θα πρέπει να θεωρείται προοδευτική νόσος απουσία άλλων κλινικών ευρημάτων.
Κλινική αποτελεσματικότητα στη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
Η idelalisib σε συνδυασμό με rituximab
Η μελέτη 312-0116 ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης 3, σε 220 άτομα με ΧΛΛ που είχε προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία, τα οποία απαιτούσαν θεραπεία αλλά δεν κρίνονταν κατάλληλα για κυτταροτοξική χημειοθεραπεία. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν 8 κύκλους rituximab (πρώτος κύκλος στα 375 mg/m2 επιφάνειας σώματος body surface area [BSA], επόμενοι κύκλοι στα 500 mg/m2 BSA) σε συνδυασμό είτε με από του στόματος εικονικό φάρμακο δύο φορές την ημέρα είτε με idelalisib 150 mg λαμβανόμενο δύο φορές την ημέρα μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα. Η διάμεση ηλικία ήταν 71 έτη (εύρος: 47 έως 92) με το 78,2% των ατόμων άνω των 65 ετών, όπου 65,5% ήταν άνδρες και 90,0% ήταν λευκοί, 64,1% είχαν νόσο σταδίου III ή IV κατά Rai και 55,9% είχαν νόσο σταδίου C κατά Binet. Τα περισσότερα άτομα είχαν δυσμενείς κυτταρογενετικούς προγνωστικούς παράγοντες: 43,2% είχαν χρωμοσωμική έλλειψη του 17p και/ή μετάλλαξη της πρωτεΐνης όγκου 53 (TP53), ενώ 83,6% είχαν μη μεταλλαγμένα γονίδια για τη μεταβλητή περιοχή της βαριάς αλυσίδας της ανοσοσφαιρίνης (IGHV). Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση της ΧΛΛ μέχρι την τυχαιοποίηση ήταν 8,5 έτη. Τα άτομα είχαν διάμεση βαθμολογία αθροιστικής κλίμακας αξιολόγησης της νόσου (Cumulative Illness Rating Scale, CIRS) 8. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων θεραπειών ήταν 3,0. Σχεδόν όλα τα άτομα (95,9%) είχαν λάβει προηγουμένως αντι-CD20 μονοκλωνικά αντισώματα. Το κύριο τελικό σημείο ήταν επιβίωση χωρίς εξέλιξης της νόσου (PFS, progression free survival). Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στους Πίνακες 3 και 4. Η καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS παρέχεται στην Εικόνα 1. Σε σύγκριση με τη rituximab + εικονικό φάρμακο, η θεραπεία με idelalisib + rituximab οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές και κλινικά σχετικές βελτιώσεις στη σωματική ευεξία, την κοινωνική ευεξία, τη λειτουργική ευεξία, καθώς και τις ειδικές για τη λευχαιμία υποκλίμακες των εργαλείων Functional Assessment of Cancer Therapy: Leukaemia (FACT-LEU) και σε στατιστικά σημαντικές και κλινικά σημαντικές βελτιώσεις του άγχους, της κατάθλιψης και των συνήθων δραστηριοτήτων, όπως μετρώνται από το εργαλείο EuroQoL Five-Dimensions (EQ-5D).
Πίνακας 3: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη 312-0116
| Idelalisib + R N = 110 | Εικονικό φάρμακο + R N = 110 | |
|---|---|---|
| PFS | ||
| Διάμεση (μήνες) (95% CI) | 19,4 (12,3 - NR) | 6,5 (4,0 - 7,3) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,15 (0,09 - 0,24) | |
| Τιμή p | < 0,0001 | |
| ORR n (%) (95% CI)* | 92 (83,6%) (75,4 - 90,0) | 17 (15,5%) (9,3 - 23,6) |
| Λόγος πιθανοτήτων (95% CI) | 27,76 (13,40 - 57,49) | |
| Τιμή p | < 0,0001 | |
| LNR n/N (%) (95% CI) | 102/106 (96,2%) (90,6 - 99,0) | 7/104 (6,7%) (2,7 - 13,4) |
| Λόγος πιθανοτήτων (95% CI) | 225,83 (65,56 - 777,94) | |
| Τιμή p | < 0,0001 | |
| OS | ||
| Διάμεση (μήνες) (95% CI) | NR (NR, NR) | 20,8 (14,8 - NR) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,34 (0,19 - 0,60) | |
| Τιμή p | 0,0001 |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, R: rituximab, n: αριθμός ανταποκρινόμενων ατόμων, Ν: αριθμός ατόμων ανά ομάδα, NR: δεν επετεύχθη (not reached). Οι αναλύσεις της PFS, του συνολικού ποσοστού ανταπόκρισης (ORR, overall response rate) και του ποσοστού ανταπόκρισης λεμφαδένων (LNR, lymph node response rate) βασίστηκαν στην αξιολόγηση από μια ανεξάρτητη επιτροπή επιθεώρησης (IRC).
- Το ORR ορίζεται ως η αναλογία των ατόμων που πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση (CR, complete response) ή μερική ανταπόκριση (PR, partial response) με βάση τα κριτήρια ανταπόκρισης του National Comprehensive Cancer Network (NCCN, Εθνικό Γενικό Αντικαρκινικό Δίκτυο) του 2013 και τον Cheson (2012). ** Το LNR ορίζεται ως η αναλογία των ατόμων που πέτυχαν ≥ 50% μείωση στο άθροισμα των γινομένων των μεγαλύτερων κατακόρυφων διαμέτρων των κύριων αλλοιώσεων. Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν μόνο άτομα που είχαν αξιολογήσεις κατά την έναρξη και ≥ 1 εκτιμήσιμες αξιολογήσεις μετά την έναρξη. ^ Η ανάλυση της συνολικής επιβίωσης (OS, overall survival) περιλαμβάνει δεδομένα από άτομα που έλαβαν εικονικό φάρμακο + R στη μελέτη 312-0116 και ακολούθως έλαβαν idelalisib σε μια μελέτη επέκτασης, με βάση την ανάλυση του πληθυσμού με πρόθεση για θεραπεία (intent-to-treat).
Πίνακας 4: Περίληψη της PFS και των ποσοστών ανταπόκρισης σε προκαθορισμένες υποομάδες από τη μελέτη 312-0116
| Idelalisib + R | Εικονικό φάρμακο + R | |
|---|---|---|
| Έλλειψη του 17p/μετάλλαξη του TP53 | N = 46 | N = 49 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | NR (12,3 - NR) | 4,0 (3,7 - 5,7) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,13 (0,07 - 0,27) | |
| ORR (95% CI) | 84,8% (71,1 - 93,7) | 12,2% (4,6 - 24,8) |
| Χωρίς μετάλλαξη IGHV | N = 91 | N = 93 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | 19,4 (13,9 - NR) | 5,6 (4,0 - 7,2) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,14 (0,08 - 0,23) | |
| ORR (95% CI) | 82,4% (73,0 - 89,6) | 15,1% (8,5 - 24,0) |
| Ηλικία ≥ 65 ετών | N = 89 | N = 83 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | 19,4 (12,3 - NR) | 5,7 (4,0 - 7,3) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,14 (0,08 - 0,25) | |
| ORR (95% CI) | 84,3% (75,0 - 91,1) | 16,9% (9,5 - 30,4) |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, R: rituximab, N: αριθμός ατόμων ανά ομάδα, NR: δεν επετεύχθη (not reached)
Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier της PFS από τη μελέτη 312-0116 (πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)
Στη μελέτη 101-08/99 εντάχθηκαν 64 άτομα με ΧΛΛ χωρίς προηγούμενη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων 5 ατόμων με λέμφωμα από μικρά λεμφοκύτταρα (ΛΜΛ). Τα άτομα έλαβαν idelalisib 150 mg δύο φορές την ημέρα και rituximab 375 mg/m2 BSA την εβδομάδα για 8 δόσεις. Το ORR ήταν 96,9%, με 12 CR (18,8%) και 50 PR (78,1%), συμπεριλαμβανομένων 3 CR και 6 PR σε άτομα με έλλειψη του 17p και/ή μετάλλαξη του TP53 και 2 CR και 34 PR σε άτομα με IGHV χωρίς μετάλλαξη. Η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης (DOR, duration of response) δεν επετεύχθη.
Η idelalisib σε συνδυασμό με ofatumumab
Η μελέτη 312-0119 ήταν μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρική, παράλληλων ομάδων μελέτη Φάσης 3 σε 261 άτομα με ΧΛΛ που είχε προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία τα οποία είχαν μετρήσιμη λεμφαδενοπάθεια, απαιτούσαν θεραπεία και παρουσίασαν εξέλιξη της ΧΛΛ < 24 μήνες από την ολοκλήρωση της τελευταίας προηγούμενης θεραπείας. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν 2:1 για να λάβουν idelalisib 150 mg δις ημερησίως και 12 εγχύσεις ofatumumab για 24 εβδομάδες ή 12 εγχύσεις μόνο ofatumumab για 24 εβδομάδες. Η πρώτη έγχυση ofatumumab χορηγήθηκε σε δόση 300 mg και συνεχίστηκε είτε σε δόση 1.000 mg στην ομάδα idelalisib + ofatumumab ή σε δόση 2.000 mg στην ομάδα μόνο ofatumumab μία φορά την εβδομάδα για 7 δόσεις και στη συνέχεια κάθε 4 εβδομάδες για 4 δόσεις. Η idelalisib ελήφθη μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη αποδεκτή τοξικότητα. Η διάμεση ηλικία ήταν 68 έτη (εύρος: 61 έως 74) με το 64,0% των ατόμων άνω των 65 ετών, όπου 71,3% ήταν άνδρες και 84,3% ήταν λευκοί, 63,6% είχαν νόσο σταδίου III ή IV κατά Rai και 58,2% είχαν νόσο σταδίου C κατά Binet. Τα περισσότερα άτομα είχαν δυσμενείς κυτταρογενετικούς προγνωστικούς παράγοντες: 39,5% είχαν χρωμοσωμική έλλειψη του 17p και/ή μετάλλαξη TP53, ενώ 78,5% είχαν μη μεταλλαγμένα γονίδια για IGHV. Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση ήταν 7,7 έτη. Τα άτομα είχαν διάμεση βαθμολογία CIRS 4. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων θεραπειών ήταν 3,0. Το κύριο τελικό σημείο ήταν PFS. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στους Πίνακες 5 και 6. Η καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS παρέχεται στην Εικόνα 2.
Πίνακας 5: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη 312-0119
| Idelalisib + O N = 174 | Ofatumumab N = 87 | |
|---|---|---|
| PFS Διάμεση (μήνες) (95% CI) | 16,3 (13,6 - 17,8) | 8,0 (5,7 - 8,2) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,27 (0,19 - 0,39) | |
| Τιμή P | < 0,0001 | |
| ORR n (%) (95% CI)* | 131 (75,3%) (68,2 - 81,5) | 16 (18,4%) (10,9 - 28,1) |
| Λόγος πιθανοτήτων (95% CI) | 15,94 (7,8 - 32,58) | |
| Τιμή P | < 0,0001 | |
| LNR n/N (%) (95% CI) | 153/164 (93,3%) (88,3 - 96,6) | 4/81 (4,9%) (1,4 - 12,2) |
| Λόγος πιθανοτήτων (95% CI) | 486,96 (97,91 - 2.424,85) | |
| Τιμή P | < 0,0001 | |
| OS Διάμεση (μήνες) (95% CI) | 20,9 (20,9, NR) | 19,4 (16,9, NR) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,74 (0,44 - 1,25) | |
| Τιμή P | 0,27 |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, O: ofatumumab, n: αριθμός ανταποκρινόμενων ατόμων, N: αριθμός ατόμων ανά ομάδα, NR: δεν επετεύχθη (not reached). Οι αναλύσεις της PFS, του συνολικού ποσοστού ανταπόκρισης (ORR, overall response rate) και του ποσοστού ανταπόκρισης λεμφαδένων (LNR, lymph node response rate) βασίστηκαν στην αξιολόγηση από μια ανεξάρτητη επιτροπή επιθεώρησης (IRC).
- Το ORR ορίζεται ως η αναλογία των ατόμων που πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση (CR, complete response) ή μερική ανταπόκριση (PR, partial response) και διατήρησαν την ανταπόκριση τους για τουλάχιστον 8 εβδομάδες. ** Το LNR ορίζεται ως η αναλογία των ατόμων που πέτυχαν ≥ 50% μείωση στο άθροισμα των γινομένων των μεγαλύτερων κατακόρυφων διαμέτρων των κύριων αλλοιώσεων. Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν μόνο άτομα που είχαν αξιολογήσεις κατά την έναρξη και ≥ 1 εκτιμήσιμες αξιολογήσεις μετά την έναρξη.
Πίνακας 6: Περίληψη της PFS και των ποσοστών ανταπόκρισης σε προκαθορισμένες υποομάδες από τη μελέτη 312-0119
| Idelalisib + O | Ofatumumab | |
|---|---|---|
| Έλλειψη του 17p/μετάλλαξη του TP53 | N = 70 | N = 33 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | 13,7 (11,0 - 17,8) | 5,8 (4,5 - 8,4) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,32 (0,18 - 0,57) | |
| ORR (95% CI) | 72,9% (60,9 - 82,8) | 15,2% (5,1 - 31,9) |
| Χωρίς μετάλλαξη IGHV | N = 137 | N = 68 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | 14,9 (12,4 - 17,8) | 7,3 (5,3 - 8,1) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,25 (0,17 - 0,38) | |
| ORR (95% CI) | 74,5% (66,3 - 81,5) | 13,2% (6,2 - 23,6) |
| Ηλικία ≥ 65 ετών | N = 107 | N = 60 |
| PFS διάμεση (μήνες) (95% CI) | 16,4 (13,4 - 17,8) | 8,0 (5,6 - 8,4) |
| Λόγος κινδύνου (95% CI) | 0,30 (0,19 - 0,47) | |
| ORR (95% CI) | 72,0% (62,5 - 80,2) | 18,3% (9,5 - 30,4) |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, O: ofatumumab, N: αριθμός ατόμων ανά ομάδα
Εικόνα 2: Καμπύλη Kaplan-Meier της PFS από τη μελέτη 312-0119 (πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)
Κλινική αποτελεσματικότητα στο οζώδες λέμφωμα
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της idelalisib αξιολογήθηκαν σε μια πολυκεντρική κλινική μελέτη μονού σκέλους (μελέτη 101-09) που πραγματοποιήθηκε σε 125 άτομα με λέμφωμα μη-Hodgkin χαμηλού βαθμού κακοήθειας από Β-κύτταρα (iNHL που περιλαμβάνει: FL, n = 72· ΛΜΛ, n = 28· λεμφοπλασματοκυτταρικό λέμφωμα/μακροσφαιριναιμία Waldenström [LPL/WM], n = 10· και λέμφωμα οριακής ζώνης [MZL, marginal zone lymphoma], n = 15). Όλα τα άτομα ήταν ανθεκτικά στη rituximab και 124 από τα 125 άτομα ήταν ανθεκτικά σε τουλάχιστον έναν αλκυλιωτικό παράγοντα. Εκατόν δώδεκα (89,6%) άτομα ήταν ανθεκτικά στην τελευταία τους αγωγή πριν από την είσοδο στη μελέτη. Από τα 125 άτομα που εντάχθηκαν, 80 (64%) ήταν άνδρες, η διάμεση ηλικία ήταν 64 έτη (εύρος: 33 έως 87) και 110 (89%) ήταν λευκοί. Τα άτομα έλαβαν 150 mg idelalisib από του στόματος δύο φορές την ημέρα μέχρι να υπάρχουν ενδείξεις εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας. Το κύριο τελικό σημείο ήταν το ORR οριζόμενο ως η αναλογία των ατόμων που πέτυχαν CR ή PR (με βάση τα αναθεωρημένα κριτήρια ανταπόκρισης για κακόηθες λέμφωμα [Cheson]) και, για άτομα με μακροσφαιριναιμία Waldenström, μια μικρή ανταπόκριση (MR, minor response) (με βάση την αξιολόγηση ανταπόκρισης για μακροσφαιριναιμία Waldenström [Owen]). Η DOR ήταν ένα δευτερεύον τελικό σημείο και καθορίστηκε ως ο χρόνος από την πρώτη τεκμηριωμένη ανταπόκριση (CR, PR ή MR) μέχρι την πρώτη τεκμηρίωση της εξέλιξης της νόμου ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία. Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 7.
Πίνακας 7: Περίληψη της αποτελεσματικότητας στη μελέτη 101-09 (αξιολόγηση IRC)
| Χαρακτηριστικό | Συνολική κοόρτη iNHL (N=125) n (%) | Υποσύνολο FL (N=72) n (%) |
|---|---|---|
| **ORR *** | 72 (57,6%) | 40 (55,6%) |
| 95% CI | 48,4 - 66,4 | 43,4 - 67,3 |
| Κατηγορία ανταπόκρισης*†* | ||
| CR | 13 (10,4%) | 12 (16,7%) |
| PR | 58 (46,4%) | 28 (38,9%) |
| Διάμεση DOR (μήνες) (95% CI) | 12,5 (7,4, 22,4) | 11,8 (6,2, 26,9) |
| Διάμεση PFS (μήνες) (95% CI) | 11,1 (8,3, 14,0) | 11,0 (8,0, 14,0) |
| Διάμεση OS (μήνες) (95% CI) | 48,6 (33,9, 71,7) | 61,2 (38,1, NR) |
CI: διάστημα εμπιστοσύνης, n: αριθμός ανταποκρινόμενων ατόμων NR: δεν επετεύχθη (not reached)
- Ανταπόκριση όπως προσδιορίστηκε από μια ανεξάρτητη επιτροπή αναθεώρησης (IRC) όπου ORR = πλήρης ανταπόκριση (CR) + μερική ανταπόκριση (PR) + μικρή ανταπόκριση (MR, minor response) σε άτομα με WM. † Στη συνολική κοόρτη iNHL, 1 άτομο (0,6%) με WM είχε MR ως βέλτιστη συνολική ανταπόκριση
Η διάμεση DOR για όλα τα άτομα ήταν 12,5 μήνες (12,5 μήνες για τα άτομα με ΛΜΛ, και 11,8 μήνες για τα άτομα με FL, 20,4 μήνες για τα άτομα με LPL/WM και 18,4 μήνες για τα άτομα με MZL). Μεταξύ των 122 ατόμων με μετρήσιμους λεμφαδένες τόσο κατά την έναρξη όσο και μετά την έναρξη, 71 άτομα (58,2%) πέτυχαν ≥ 50% μείωση από την έναρξη στο άθροισμα των γινομένων των διαμέτρων (SPD, sum of the products of the diameters) των κύριων αλλοιώσεων. Από τα 53 άτομα που δεν ανταποκρίθηκαν, 41 (32,8%) είχαν σταθερή νόσο, 10 (8,0%) είχαν εξέλιξη της νόσου και 2 (1,6%) ήταν μη αξιολογήσιμα. Η διάμεση OS, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας παρακολούθησης και για τα 125 άτομα, ήταν 48,6 μήνες. Η διάμεση OS, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας παρακολούθησης για όλα τα άτομα με FL, ήταν 61,2 μήνες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την idelalisib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία των νεοπλασμάτων από ώριμα B-κύτταρα (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης idelalisib, παρατηρήθηκαν ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 2 έως 4 ώρες μετά τη δόση υπό συνθήκες πρόσληψης τροφής και μετά από 0,5 έως 1,5 ώρες υπό κατάσταση νηστείας. Μετά από χορήγηση 150 mg idelalisib δύο φορές την ημέρα, η μέση (εύρος) Cmax και AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 1.953 (272, 3.905) ng/ml και 10.439 (2.349, 29.315) ng-h/ml για την idelalisib και 4.039 (669, 10.897) ng/ml και 39.744 (6.002, 119.770) ng-h/ml για το GS-563117, αντίστοιχα. Οι εκθέσεις πλάσματος (Cmax και AUC) στην idelalisib είναι περίπου ανάλογες προς τη δόση μεταξύ 50 mg και 100 mg και λιγότερο ανάλογες προς τη δόση πάνω από τα 100 mg.
Επιδράσεις της τροφής
Σε σχέση με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση μιας μορφής καψακίου (σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης) της idelalisib με ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά προκάλεσε καμία μεταβολή στην Cmax και αύξηση κατά 36% στη μέση AUCinf. Η idelalisib μπορεί να χορηγηθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τροφή.
Κατανομή
Η idelalisib συνδέεται κατά 93% έως 94% στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος σε συγκεντρώσεις που παρατηρούνται κλινικά. Ο μέσος λόγος συγκέντρωσης στο αίμα προς πλάσμα ήταν περίπου 0,5. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής για την idelalisib (μέσος) ήταν περίπου 96 l.
Βιομετασχηματισμός
Η idelalisib μεταβολίζεται κυρίως μέσω της αλδεϋδo-οξειδάσης και σε μικρότερο βαθμό μέσω του CYP3A και του UGT1A4. Ο κύριος και μόνος κυκλοφορών μεταβολίτης, GS-563117, είναι αδρανής έναντι της PI3Kδ.
Αποβολή
Η ημίσεια ζωή τελικής απέκκρισης της idelalisib ήταν 8,2 (εύρος: 1,9-37,2) ώρες και η φαινομενική κάθαρση της idelalisib ήταν 14,9 (εύρος: 5,1-63,8) l/h μετά την από του στόματος χορήγηση 150 mg idelalisib δύο φορές την ημέρα. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση 150 mg σημασμένης με [14C] idelalisib, περίπου 78% και 15% απεκκρίθηκε στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Αμετάβλητη idelalisib αποτελούσε το 23% της ολικής ραδιενέργειες που ανακτήθηκε στα ούρα σε διάρκεια 48 ωρών και το 12% της ολικής ραδιενέργειες που ανακτήθηκε στα κόπρανα σε διάρκεια 144 ωρών.
In vitro δεδομένα αλληλεπιδράσεων
In vitro δεδομένα έδειξαν ότι η idelalisib δεν είναι αναστολέας των μεταβολικών ενζύμων CYP1A2, CYP2B6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A ή UGT1A1 ή των μεταφορέων OAT1, OAT3 ή OCT2. Το GS-563117 δεν είναι αναστολέας των μεταβολικών ενζύμων CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή UGT1A1 ή των μεταφορέων P-gp, BCRP, OATP1B1, OATP1B3, OAT1, OAT3 ή OCT2.
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο και φυλή
Φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού έδειξαν ότι το φύλο και η φυλή δεν είχαν καμία κλινικά σχετική επίδραση στις εκθέσεις στην idelalisib ή στο GS-563117.
Ηλικιωμένοι
Φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού έδειξαν ότι η ηλικία δεν είχε καμία κλινικά σχετική επίδραση στις εκθέσεις στην idelalisib ή στο GS-563117, συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ατόμων (ηλικίας 65 ετών και άνω), σε σύγκριση με νεότερα άτομα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Μια μελέτη της φαρμακοκινητικής και της ασφάλειας της idelalisib πραγματοποιήθηκε σε υγιή άτομα και σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCl 15 έως 29 ml/min). Μετά από εφάπαξ δόση των 150 mg, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές μεταβολές στις εκθέσεις στην idelalisib ή στο GS-563117 σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με υγιή άτομα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Μια μελέτη της φαρμακοκινητικής και της ασφάλειας της idelalisib πραγματοποιήθηκε σε υγιή άτομα και σε άτομα με μέτρια (Κατηγορία Child-Pugh B) ή σοβαρή (Κατηγορία Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία. Μετά από εφάπαξ δόση των 150 mg, η AUC της idelalisib (ολική, δηλ. δεσμευμένη συν αδέσμευτη) ήταν ~60% υψηλότερη στη μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με αντίστοιχους μάρτυρες. Η AUC της idelalisib (αδέσμευτη), αφού ελήφθησαν υπόψη διαφορές στη δέσμευση σε πρωτεΐνες, ήταν ~80% (1,8 φορές) υψηλότερη στη μέτρια και ~152% (2,5 φορές) υψηλότερη στη σοβαρή δυσλειτουργία σε σύγκριση με αντίστοιχους μάρτυρες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της idelalisib στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).