Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
TRIVERAM (20+10+5)MG/TAB
Διακοπή
|
20+10+5 / TAB | 12.73 € |
TRIVERAM — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, το πρωί πριν από το γεύμα
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Εάν απαιτείται αλλαγή της δοσολογίας, η τιτλοποίηση πρέπει να γίνεται με τα συστατικά ξεχωριστά. Για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min, συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με χορήγηση των παραγόντων ξεχωριστά.
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίομία φορά την ημέρα
-
Ασθενείς με νεφρική διαταραχήεάν κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 ml/min. Εάν κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min, δεν είναι κατάλληλο το Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril, συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με χορήγηση των παραγόντων ξεχωριστά.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςανάλογα με τη νεφρική λειτουργία τους
-
Ασθενείς με ηπατική διαταραχήπρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργή ηπατική νόσο.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςδεν συνιστάται η χρήση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε οποιονδήποτε άλλον αναστολέα του ΜΕΑ ή παράγωγα διυδροπυριδίνης ή στατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος
-
Ενεργή ηπατική νόσος ή ανεξήγητες επίμονες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού, που υπερβαίνουν 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο
-
Κύηση
-
Γαλουχία
-
Σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
-
Σοβαρή υπόταση
-
Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης καρδιογενούς καταπληξίας)
-
Απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (π.χ. υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια και υψηλού βαθμού αορτική στένωση)
-
Αιμοδυναμικά ασταθής καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (οίδημα Quincke) που συνδέεται με προηγούμενη αγωγή με αναστολέα του ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα αλισκιρένηςΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική ανεπάρκεια (ΡΣΔ< 60 mL/min/1,73m²)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να πραγματοποιούνται περιοδικοί έλεγχοι.
-
Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να παρακολουθούνται έως ότου υποχωρήσουν οι διαταραχές. Εάν η αύξηση των τρανσαμινασών πάνω από 3 φορές από το ανώτατο φυσιολογικό όριο επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης της ατορβαστατίνης χρησιμοποιώντας τα συστατικά ξεχωριστά ή αποσύροντας την ατορβαστατίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Χολοστατικός ίκτερος ή κεραυνοβόλος ηπατική νέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril και εκδηλώνουν ίκτερο ή έντονες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΠρέπει να διακόπτουν το Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril και να υποβάλλονται στη δέουσα ιατρική παρακολούθηση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική διαταραχήΠροσεκτικός έλεγχος. Εάν απαιτείται αλλαγή της δοσολογίας, η τιτλοποίηση πρέπει να γίνεται με τα συστατικά ξεχωριστά.
-
Ενεργή ηπατική νόσος ή ανεξήγητες επίμονες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού, που ξεπερνούν κατά 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριοΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril αντενδείκνυται.
-
Κατανάλωση σημαντικών ποσοτήτων αλκοόλ ή/και ιστορικό ηπατικής νόσουΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Επίδραση στους σκελετικούς μύες (μυαλγία, μυοσίτιδα, μυοπάθεια, ραβδομυόλυση)ΠληθυσμόςΑσθενείςΚίνδυνος εκδήλωσης, ειδικά με ατορβαστατίνη.
-
Προσδιορισμός της κινάσης της κρεατίνης (CK)ΠληθυσμόςΑσθενείςΗ CK δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CK.
-
Επίπεδα CK > 5πλάσια των ΑΦΤ πριν την αγωγήΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου μέσα σε 5 έως 7 ημέρες το αργότερο για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.
-
ΡαβδομυόλυσηΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες προδιάθεσης (νεφρική διαταραχή, υποθυρεοειδισμός, ατομικό/οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη/φιμπράτη, ιστορικό ηπατικής νόσου ή/και σημαντική κατανάλωση αλκοόλ, ηλικιωμένοι > 70 ετών, καταστάσεις με αύξηση επιπέδων στο πλάσμα)Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Τα επίπεδα CK πρέπει να υπολογίζονται πριν την έναρξη της αγωγής με στατίνη. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Σημαντικά αυξημένα επίπεδα CK (> 5 φορές των ΑΦΤ) κατά την έναρξηΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν πρέπει να χορηγείται η αγωγή.
-
Μυϊκός πόνος, κράμπες ή αδυναμία (με κακουχία ή πυρετό)ΠληθυσμόςΑσθενείς κατά τη διάρκεια αγωγής με Atorvastatin, Amlodipine And PerindoprilΠρέπει να αναφέρουν αμέσως. Πρέπει να μετρηθούν τα επίπεδα της CK.
-
Σημαντικά αυξημένα επίπεδα CK (> 5πλάσια των ΑΦΤ) κατά τη διάρκεια αγωγήςΠληθυσμόςΑσθενείςΗ αγωγή πρέπει να διακοπεί.
-
Σοβαρά μυϊκά συμπτώματα (με CK < 5 x ΑΦΤ)ΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να εξετάζεται η διακοπή της αγωγής.
-
Κλινικά σημαντική αύξηση των επιπέδων CK (> 10 x ΑΦΤ) ή υποψία ραβδομυόλυσηςΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
-
ΡαβδομυόλυσηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, μεταφορείς πρωτεϊνών (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ριτοναβίρη), γεμφιβροζίλη και άλλες φιμπράτες, ερυθρομυκίνη, νιασίνη, εζετιμίμπη, τελαπρεβίρη ή συνδυασμό τιπραναβίρης/ριτοναβίρηςΟ κίνδυνος αυξάνεται. Εάν είναι δυνατόν, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπείες. Προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου. Συνιστάται χαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, τιτλοποίηση σε χαμηλότερη δόση με τα συστατικά ξεχωριστά. Εάν ισχυροί αναστολείς CYP3A4, χαμηλότερη αρχική δόση ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ)ΠληθυσμόςΑσθενείςΠολύ σπάνιες αναφορές με στατίνες. Χαρακτηρίζεται από επίμονη αδυναμία εγγύς μυός και αυξημένη κρεατινική κινάση ορού παρά τη διακοπή της στατίνης.
-
Ταυτόχρονη χρήση ατορβαστατίνης και φουσιδικού οξέοςΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν συνιστάται. Μπορεί να εξετάζεται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης κατά την αγωγή με φουσιδικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν υπάρχει υποψία, η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακοπεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αύξηση γλυκόζης του αίματοςΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου για διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6-6,9 mmol/L, ΔΜΣ > 30kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Οι στατίνες αυξάνουν τη γλυκόζη του αίματος. Πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και βιοχημικά, ανάλογα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Γλυκαιμική ρύθμισηΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικά δισκία ή ινσουλίνηΠρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τον πρώτο μήνα αγωγής με φάρμακα που περιέχουν αναστολέα του ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΦάρμακα που περιέχουν αναστολείς διαύλων ασβεστίου (όπως αμλοδιπίνη) θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιακών επεισοδίων και θνησιμότητας.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένο όγκο αίματος (π.χ. λόγω διουρητικής αγωγής, διαιτητικού περιορισμού άλατος, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου), σοβαρή υπέρταση εξαρτώμενη από τη ρενίνη, συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια (με ή χωρίς νεφρική ανεπάρκεια), ισχαιμία του μυοκαρδίου ή αγγειακή εγκεφαλική νόσοΟι αναστολείς του ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσουν πτώση της αρτηριακής πίεσης. Σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, η έναρξη θεραπείας και η προσαρμογή της δόσης πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν εκδηλωθεί, ο ασθενής πρέπει να ξαπλώσει και, εάν είναι απαραίτητο, να λάβει διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) με ενδοφλέβια χορήγηση.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (με φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση)Μπορεί να χρειάζεται μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril.
-
Στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας ή σημαντική αορτική στένωση που δεν είναι υψηλού βαθμούΠληθυσμόςΑσθενείςΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Σημαντική απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίαςΠληθυσμόςΑσθενείςΗ χρήση του Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία αναφορικά με τη χορήγηση perindopril arginine.
-
Νεφρική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/minΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril δεν είναι κατάλληλο. Συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοποίηση της δόσης με κάθε ένα από τα συστατικά χωριστά.
-
Διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας/οξεία νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια μετά την έναρξη αγωγής με αναστολείς του ΜΕΑΗ υπόταση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.
-
Αυξήσεις ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορούΠληθυσμόςΑσθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑΠαρατηρούνται αυξήσεις, συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της αγωγής.
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφραγγειακή υπέρτασηΑυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Αυξήσεις ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορούΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο, ιδιαίτερα όταν η περινδοπρίλη χορηγείται ταυτόχρονα με διουρητικόΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης ή/και διακοπή του διουρητικού ή/και του Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (για αμλοδιπίνη)Μπορεί να χορηγηθεί σε κανονικές δόσεις. Η αμλοδιπίνη δεν προορίζεται για αιμοκάθαρση.
-
Δόσεις Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril σε νεφρική διαταραχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική διαταραχήΟι δόσεις πρέπει να τηρούν τις δοσολογικές συστάσεις των συστατικών του όταν λαμβάνονται χωριστά.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑΠρέπει να χρησιμοποιούν διαφορετικού τύπου μεμβράνη αιμοκάθαρσης ή διαφορετικής κατηγορίας αντιυπερτασικό παράγοντα.
-
Αγγειοοίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, βλεννογόνων, γλώσσας, γλωττίδας ή/και λάρυγγα)ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να αρχίζει η κατάλληλη παρακολούθηση μέχρι πλήρης αποκατάσταση των συμπτωμάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αγγειοοίδημα που συνδέεται με οίδημα του λάρυγγαΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να χορηγείται άμεσα θεραπεία επείγουσας αντιμετώπισης (π.χ. αδρεναλίνη ή/και διατήρηση ανοιχτών αεροφόρων οδών). Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αγγειοοιδήματος που δεν σχετίζεται με αναστολέα του ΜΕΑΜπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγγειοοιδήματος όταν λαμβάνουν Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril (βλ. Αντενδείξεις).
-
Εντερικό αγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αναστολείς του ΜΕΑ που εκδηλώνουν κοιλιακό άλγοςΠρέπει να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς mTOR (π.χ. σιρόλιμους, εβερόλιμους, τεμσιρόλιμους)Μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με θειική δεξτράνηΑποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα του ΜΕΑ, πριν από κάθε αφαίρεση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησηςΑποφεύχθηκαν όταν οι αναστολείς του ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία/Θρομβοπενία/ΑναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη ή συνδυασμό αυτών, ιδίως εάν προϋπάρχει βλάβη στη νεφρική λειτουργίαΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή. Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του αριθμού των λευκοκυττάρων. Πρέπει να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη μόλυνσης.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΟι αναστολείς του ΜΕΑ προκαλούν αγγειοοίδημα σε υψηλότερο ποσοστό.
-
Μείωση αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑΟ βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και εξαφανίζεται με τη διακοπή της αγωγής. Θα πρέπει να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης.
-
Υπόταση κατά την εγχείρηση ή αναισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε σοβαρή εγχείρηση ή κατά τη διάρκεια χορήγησης αναισθητικών που προκαλούν υπότασηΗ αγωγή πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν την εγχείρηση. Εάν εμφανιστεί υπόταση, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς (με νεφρική ανεπάρκεια, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, ηλικία > 70 ετών, σακχαρώδη διαβήτη, αφυδάτωση, οξεία μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και/ή ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή ηπαρίνης)Αυξήσεις του καλίου του ορού έχουν παρατηρηθεί. Εάν η ταυτόχρονη χρήση κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να γίνεται με προσοχή και τακτική παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνδυασμός με λίθιοΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου και φαρμάκων που περιέχουν περινδοπρίλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)ΠληθυσμόςΑσθενείς (ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης)Αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του ΣΡΑΑΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν είναι απολύτως απαραίτητη, μόνο υπό επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
-
Διαβητική νεφροπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
Έκδοχα (λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας στη λακτάση τύπου LappΔεν πρέπει να λαμβάνουν Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας (σε διαβητικούς ή με νεφρική διαταραχή).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη θεραπεία με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril και αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική διαταραχή (ΡΣΔ < 60 mL/min/1,73m²).
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ντελαβιρδίνη, στιριπεντόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, όπως ριτοναβίρη, λοπιναβίρη, αταζαναβίρη, ιντιναβίρη, δαρουναβίρη κλπ.)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, κίνδυνος μυοπάθειας. (Συγκεκριμένες αυξήσεις AUC για τιπραναβίρη/ριτοναβίρη: 9,4x, τελαπρεβίρη: 7,9x, κυκλοσπορίνη: 8,7x, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη: 5,9x, κλαριθρομυκίνη: 4,4x, σακουιναβίρη/ριτοναβίρη: 3,9x, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη: 3,3x, ιτρακοναζόλη: 3,3x, φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη: 2,5x, φοσαμπρεναβίρη: 2,3x, νελφιναβίρη: 1,7x).ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται, εάν είναι δυνατόν. Εάν όχι, να εξετάζεται η χορήγηση χαμηλότερων δόσεων ατορβαστατίνης (π.χ. ≤10 mg ημερησίως με τιπραναβίρη/ριτοναβίρη, ≤20 mg με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ≤40 mg με σακουιναβίρη/ριτοναβίρη, ≤20 mg με μποσεπρεβίρη) και συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. (Γεμφιβροζίλη αυξάνει την AUC ατορβαστατίνης κατά 35%, φαινοφιμπράτη κατά 3%).ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη δόση ατορβαστατίνης στο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril για την επίτευξη του θεραπευτικού στόχου και οι ασθενείς να παρακολουθούνται δεόντως.
-
Αλισκιρένη (σε μη διαβητικούς/μη νεφροπαθείς)προσοχήΌχι συγκεκριμένη αναφορά, αλλά δεν συνιστάται η ταυτόχρονη αγωγή.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη αγωγή με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril και αλισκιρένη.
-
Αναστολέας του ΜΕΑ και αποκλειστής υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙπροσοχήΥψηλότερη συχνότητα υπότασης, συγκοπτικού επεισοδίου, υπερκαλιαιμίας και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας.ΣύστασηΟ διπλός αποκλεισμός πρέπει να περιορίζεται σε ατομικά καθορισμένα περιστατικά, με στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των επιπέδων καλίου και της αρτηριακής πίεσης.
-
προσοχήΚίνδυνος αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως αγγειονευρωτικό οίδημα.
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα.ΣύστασηΗ χρήση του Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός αποδεικνύεται απαραίτητος, πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
προσοχήΥπερκαλιαιμία (εν δυνάμει θανατηφόρα), ιδιαίτερα σε συνδυασμό με νεφρική διαταραχή.ΣύστασηΟ συνδυασμός του Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril με αυτά τα φάρμακα δεν συνιστάται. Εάν ενδείκνυται, ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Δαντρολένη (έγχυση)προσοχήΘανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξία σχετιζόμενες με υπερκαλιαιμία.ΣύστασηΣυνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης φαρμάκων που περιέχουν αναστολείς διαύλων του ασβεστίου, όπως το Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril, σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους υπερθερμίας.
-
Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα και αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα αμλοδιπίνης με αποτέλεσμα αυξημένες επιδράσεις μείωσης της αρτηριακής πίεσης. (Μεγάλες ποσότητες χυμού γκρέιπφρουτ αύξησαν την AUC της ατορβαστατίνης κατά 2,5 φορές).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση μεγάλων ποσοτήτων χυμού γκρέιπφρουτ και ατορβαστατίνης/αμλοδιπίνης.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. (Διλτιαζέμη αυξάνει AUC ατορβαστατίνης κατά 51%, ερυθρομυκίνη κατά 33%).ΣύστασηΠρέπει να εξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση της ατορβαστατίνης και συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση του ασθενή, ιδιαίτερα μετά την έναρξη ή προσαρμογή της δόσης του αναστολέα.
-
παρακολούθησηΠοικίλες μειώσεις των συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (εφαβιρένζη μείωση 41%, ριφαμπικίνη μείωση 80% σε χωριστές δόσεις, αύξηση 30% σε συγχορήγηση). Μειωμένη συγκέντρωση αμλοδιπίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά ως προς την αποτελεσματικότητα. Εάν η συγχορήγηση με ριφαμπικίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη, με κλινική παρακολούθηση. Η αμλοδιπίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
παρακολούθησηΑυξήθηκαν ελαφρώς οι σταθερές συγκεντρώσεις διγοξίνης (αύξηση 15%).ΣύστασηΑσθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται δεόντως.
-
παρακολούθησηΠεριστατικά σχετιζόμενα με τους μυς, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΟι ασθενείς χρειάζονται στενή παρακολούθηση και μπορεί να είναι απαραίτητη η προσωρινή διακοπή της θεραπείας με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril.
-
Αναστολείς μεταφορέων πρωτεϊνών (π.χ. κυκλοσπορίνη)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν την έκθεση στην ατορβαστατίνη.ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται μείωση της δόσης και κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση στον χρόνο προθρομβίνης κατά τις πρώτες 4 ημέρες.ΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης θα πρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της θεραπείας με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril και αρκετά συχνά κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, αντιδιαβητικά δισκία)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την υπογλυκαιμική δράση με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΗ γλυκαιμική ρύθμιση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τον πρώτο μήνα της αγωγής.
-
ΒακλοφένηπαρακολούθησηΑυξημένη αντιυπερτασική δράση.ΣύστασηΈλεγχος της αρτηριακής πίεσης και προσαρμογή της δόσης του αντιυπερτασικού, εάν χρειάζεται.
-
Μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέρα)προσοχήΠεριορισμός της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (οξεία νεφρική ανεπάρκεια) και αύξησης του καλίου του ορού.ΣύστασηΟ συνδυασμός Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril με ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται δεόντως και θα πρέπει να δοθεί προσοχή στον έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια.
-
ΡασεκαντοτρίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για αγγειοοίδημα.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη)παρακολούθησηΣημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη. Αυξημένος κίνδυνος υπότασης με κλαριθρομυκίνη.ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας. Συστήνεται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών όταν η αμλοδιπίνη συγχορηγείται με την κλαριθρομυκίνη.
-
παρακολούθησηΠεριστατικά μυοπάθειας.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται ατορβαστατίνη μαζί με κολχικίνη.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα ήταν χαμηλότερες (κατά περίπου 25%).
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΑυξήσεις στις συγκεντρώσεις νοραιθυνδρόνης και αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
-
ΣυμπαθομιμητικάπαρακολούθησηΜπορεί να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις των αναστολέων του ΜΕΑ.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / αντιψυχωσικά / αναισθητικάπαρακολούθησηΜπορεί να προκαλέσει περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΧρυσόςπαρακολούθησηΝιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη προσώπου, ναυτία, έμετος, υπόταση) έχουν σπάνια αναφερθεί.
-
παρακολούθησηΚίνδυνος αυξημένων επιπέδων τακρόλιμους στο αίμα.ΣύστασηΑπαιτεί παρακολούθηση των επιπέδων του τακρόλιμους στο αίμα και προσαρμογή της δοσολογίας του τακρόλιμους, όταν απαιτείται.
-
παρακολούθησηΠαρατηρήθηκαν ποικίλες αυξήσεις (μέσος όρος 0% - 40%) των χαμηλών συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης (σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού).ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση παρακολούθησης των επιπέδων της κυκλοσπορίνης και να γίνονται μειώσεις στη δοσολογία της κυκλοσπορίνης όταν κρίνεται απαραίτητο.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικάπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση του Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril, και να μειώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Επίσταξη
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Ηωσινοφιλική πνευμονία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία ή πανκυτταροπενία (Πολύ σπάνιες)
- Αιμολυτική αναιμία σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6PDH (Πολύ σπάνιες)
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλαξία (Πολύ σπάνιες)
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία αναστρέψιμη με τη διακοπή (Όχι συχνές)
- Σακχαρώδης διαβήτης (Μη γνωστές)
- Αϋπνία
- Διαταραχές ύπνου
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Μεταβολές της διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους) (Όχι συχνές)
- Εφιάλτες (Όχι συχνές)
- Υπνημία (Συχνές)
- Υπερτονία (Πολύ σπάνιες)
- Περιφερική νευροπάθεια (Σπάνιες)
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πιθανώς δευτερογενές της υπερβολικής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (Πολύ σπάνιες)
- Εξωπυραμιδική διαταραχή (εξωπυραμιδικό σύνδρομο) (Μη γνωστές)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Συγκοπή
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Αμνησία
- Οπτική διαταραχή
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Απώλεια ακοής
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου, δευτερογενές σε εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (Πολύ σπάνιες)
- Αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής) (Όχι συχνές)
- Στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Υπόταση (και ενέργειες που σχετίζονται με την υπόταση) (Συχνές)
- Αγγειίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Έξαψη
- Περιφερικό οίδημα
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος (Συχνές)
- Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες)
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Μετεωρισμός
- Άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Συχνές)
- Γαστρίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Υπερπλασία των ούλων (Πολύ σπάνιες)
- Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου (Συχνές)
- Ερυγή (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατική (Όχι συχνές)
- Ίκτερος (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες)
- Χολόσταση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Πορφύρα
- Υπεριδρωσία
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Δυσχρωματισμός δέρματος (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα διάσπαρτο (Όχι συχνές)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Πέμφυγα (Όχι συχνές)
- Επιδείνωση ψωρίασης (Σπάνιες)
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (Πολύ σπάνιες)
- Οίδημα των αρθρώσεων (Συχνές)
- Οίδημα των σφυρών (Συχνές)
- Άλγος στα άκρα (Συχνές)
- Οσφυαλγία (Όχι συχνές)
- Μυϊκή καταβολή (Όχι συχνές)
- Μυοσίτιδα (Σπάνιες)
- Τενοντοπάθεια, ενίοτε επιπλεκόμενη με ρήξη (Σπάνιες)
- Ανοσοεπαγώμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Αυχεναλγία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Διαταραχή ούρησης (Όχι συχνές)
- Συχνοουρία (Όχι συχνές)
- Νυκτουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία (Μη γνωστές)
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Αύξηση της ουρίας του αίματος (Όχι συχνές)
- Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος (Όχι συχνές)
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (Συχνές)
- Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος (Σπάνιες)
- Αύξηση του σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
- Μείωση του σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές (Συχνές)
- Αύξηση κινάσης της κρεατίνης του αίματος (Συχνές)
- Μείωση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη (Πολύ σπάνιες)
- Πτώση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑύξηση ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση κινάσης της κρεατίνης του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜεταβολή στις συνήθειες του εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημα σφυρώνΓενικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπνημίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπόταση (και ενέργειες που σχετίζονται με την υπόταση)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑρρυθμία (συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα διάσπαρτοΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατικήΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜείωση του σωματικού βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜεταβολές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή καταβολήΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠέμφυγαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμία αναστρέψιμη με τη διακοπήΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης αίματοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤενοντοπάθεια, ενίοτε επιπλεκόμενη με ρήξηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίου, δευτερογενές σε εκσεσημασμένη υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πιθανώς δευτερογενές της υπερβολικής υπότασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμία σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια G-6PDHΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμία ή πανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνοσοεπαγώμενη νεκρωτική μυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδική διαταραχή (εξωπυραμιδικό σύνδρομο)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril αντενδείκνυται κατά την κύηση. Για την ατορβαστατίνη: Η ασφάλεια στις εγκύους δεν έχει τεκμηριωθεί, σπάνιες αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες, τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε ζώα. Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να διακόπτεται. Για την περινδοπρίλη: Δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο και αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο λόγω κινδύνου εμβρυοτοξικότητας και νεογνικής τοξικότητας (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση οστεοποίησης κρανίου, νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Για την αμλοδιπίνη: Η ασφάλεια κατά την κύηση δεν έχει τεκμηριωθεί, αναπαραγωγική τοξικότητα σε υψηλές δόσεις σε ζώα. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤο Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία. Για την ατορβαστατίνη: Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά στους επίμυες οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι ίδιες με αυτές στο γάλα. Λόγω πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων, οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν. Για την περινδοπρίλη: Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες, δεν συνιστάται, προτιμότερες εναλλακτικές αγωγές. Για την αμλοδιπίνη: Δεν είναι γνωστό αν εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΓια την ατορβαστατίνη: Δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα αρρένων ή θηλέων σε μελέτες σε πειραματόζωα. Για την περινδοπρίλη: Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην αναπαραγωγική ικανότητα ή γονιμότητα. Για την αμλοδιπίνη: Αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων έχουν αναφερθεί σε κάποιους ασθενείς. Σε μία μελέτη σε επίμυες παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη γονιμότητα των αρσενικών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ρυθμιστικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG CoA αναγωγάσης, άλλοι συνδυασμοί, κωδικός: C10BΧ11
Μηχανισμός δράσης
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη είναι εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης και της χοληστερόλης. Αυτό οδηγεί σε μείωση της χοληστερόλης και των λιποπρωτεϊνών.
Περινδοπρίλη Η περινδοπρίλη είναι αναστολέας του ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτενσίνης ΜΕΑ). Η αναστολή του ΜΕΑ προκαλεί μείωση της αγγειοτενσίνης ΙΙ, αυξημένη δραστηριότητα της ρενίνης και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης, καθώς και αυξημένη δραστηριότητα των συστημάτων καλλικρεΐνης-κινίνης.
Αμλοδιπίνη Η αμλοδιπίνη είναι αναστολέας της εισροής ιόντων ασβεστίου της ομάδας της διυδροπυριδίνης (βραδύς αποκλειστής διαύλου ή ανταγωνιστής ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο των ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και στον αγγειακό λείο μυ).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τα επίπεδα λιποπρωτεϊνών στον ορό, αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία προσλαμβάνουν και καταβολίζουν περισσότερο την LDL. Ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL, ενώ προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων. Μειώνει αποτελεσματικά την LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία.
Περινδοπρίλη Υπέρταση: Η περινδοπρίλη είναι αποτελεσματική σε όλες τις διαβαθμίσεις της υπέρτασης, μειώνοντας τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση και την περιφερική αγγειακή αντίσταση. Αυξάνει την περιφερειακή ροή του αίματος χωρίς επίδραση στην καρδιακή συχνότητα. Βελτιώνει την ελαστικότητα των μεγάλων αρτηριών και μειώνει τον λόγο μέσου χιτώνα προς αυλό των μικρών αρτηριών. Καρδιακή ανεπάρκεια: Η περινδοπρίλη μειώνει το καρδιακό έργο μέσω μείωσης του προφορτίου και του μεταφορτίου.
Αμλοδιπίνη Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε άμεση δράση χάλασης των λείων μυϊκών ινών των αγγείων. Μειώνει το συνολικό ισχαιμικό φορτίο διαστέλλοντας τα περιφερικά αρτηριόλια (μειώνοντας το μεταφορτίο) και διαστέλλοντας τις στεφανιαίες αρτηρίες και αρτηριόλια (αυξάνοντας την παροχή οξυγόνου).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Δεν έχουν γίνει μελέτες με Atorvastatin, Amlodipine And Perindopril για τη νοσηρότητα και θνησιμότητα.
Ατορβαστατίνη Έχει αποδειχτεί ότι η ατορβαστατίνη μειώνει την ολική-C (30% - 46%), την LDL-C (41% - 61%), την απολιποπρωτεΐνη Β (34% - 50%) και τα τριγλυκερίδια (14% - 33%), ενώ προκαλεί αυξήσεις της HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Αυτές οι μειώσεις τιμών μειώνουν τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια και καρδιαγγειακή θνησιμότητα.
Περινδοπρίλη Υπέρταση: Η αντιυπερτασική δραστηριότητα διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης γίνεται γρήγορα, με ομαλοποίηση εντός ενός μήνα. Δεν παρατηρείται φαινόμενο υποτροπής. Μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Η συμπληρωματική θεραπεία με θειαζιδικό διουρητικό έχει ως αποτέλεσμα επιπρόσθετη συνέργεια και μειώνει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας. Ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο: Μελέτες έδειξαν σημαντική μείωση του πρωτεύοντος τελικού σημείου καρδιαγγειακής θνησιμότητας, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και καρδιακής ανακοπής με επιτυχή ανάνηψη. Διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ: Μελέτες ONTARGET και VA NEPHRON-D έδειξαν αυξημένο κίνδυνο υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης ή/και υπότασης με διπλό αποκλεισμό. Η μελέτη ALTITUDE διακόπηκε πρόωρα λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων (καρδιαγγειακός θάνατος, εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερκαλιαιμία, υπόταση, νεφρική δυσλειτουργία) με αλισκιρένη.
Αμλοδιπίνη Σε ασθενείς με υπέρταση, μία ημερήσια δόση παρέχει κλινικά σημαντικές μειώσεις της αρτηριακής πίεσης καθ’ όλο το 24ωρο. Δεν συνδέεται με ανεπιθύμητες μεταβολικές ενέργειες ή μεταβολές στα λιπίδια του πλάσματος. Σε ασθενείς με στηθάγχη, αυξάνει τον συνολικό χρόνο άσκησης και μειώνει τη συχνότητα στηθαγχικών κρίσεων. Χρήση σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (ΣΝ): Μελέτες έδειξαν ότι η θεραπεία με αμλοδιπίνη σχετιζόταν με λιγότερες εισαγωγές σε νοσοκομείο για στηθάγχη και διαδικασίες επαναγγείωσης. Χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια: Η αμλοδιπίνη δεν οδήγησε σε κλινική επιδείνωση ή αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙ-IV. Ωστόσο, σε έναν πληθυσμό, συσχετίστηκε με αυξημένο αριθμό αναφορών πνευμονικού οιδήματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Σε μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκων σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση ατορβαστατίνης 40 mg, περινδοπρίλης αργινίνης 10 mg είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 23% της AUC της ατορβαστατίνης, η οποία δεν είναι κλινικά σημαντική. Η μέγιστη συγκέντρωση περινδοπρίλης αυξήθηκε κατά 19% περίπου, αλλά η φαρμακοκινητική της περινδοπριλάτης, του δραστικού μεταβολίτη, δεν επηρεάστηκε. Ο ρυθμός και η έκταση απορρόφησης αμλοδιπίνης όταν συγχορηγήθηκε με ατορβαστατίνη και περινδοπρίλη δεν διέφεραν σημαντικά από τον αντίστοιχο ρυθμό και έκταση απορρόφησης αμλοδιπίνης όταν χορηγήθηκε μόνη της.
Ατορβαστατίνη: Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12%, ενώ στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητά της στην κυκλοφορία αποδίδεται στην κάθαρσή της στον γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σε αυτήν ή/και στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Κατανομή Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 l. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό > 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Βιομετασχηματισμός Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4 σε ορθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους δραστικούς μεταβολίτες της ατορβαστατίνης. Απομάκρυνση Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό ή/και τον εξωηπατικό μεταβολισμό της, απομακρύνεται κυρίως στη χολή. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα σε ανθρώπους είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω των δραστικών μεταβολιτών της, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες. Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι: Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα. Φύλο: Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία. Νεφρική ανεπάρκεια: Η παρουσία νεφρικής νόσου δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης. Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Childs-Pugh B), οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC). Πολυμορφισμός SLOC 1 B 1: Ο μεταφορέας ΟΑΤΡ1Β1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1, υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης.
Περινδοπρίλη: Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση, η περινδοπρίλη απορροφάται γρήγορα και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται σε 1 ώρα. Η ημιπερίοδος ζωής της περινδοπρίλης στο πλάσμα ισούται με 1 ώρα. Βιομετασχηματισμός Η περινδοπρίλη είναι ένα προφάρμακο. Το 27% της χορηγούμενης δόσης περινδοπρίλης φτάνει στην κυκλοφορία του αίματος ως περινδοπριλάτη, που είναι ο δραστικός μεταβολίτης. Η μέγιστη συγκέντρωση της περινδοπριλάτης στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 3 έως 4 ώρες. Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,2 L/kg για την αδέσμευτη περινδοπριλάτη. Η σύνδεση της περινδοπριλάτης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 20% και αφορά κυρίως το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης. Απομάκρυνση Η περινδοπριλάτη απεκκρίνεται από τα ούρα και η τελική ημιπερίοδος ζωής του αδέσμευτου κλάσματός της είναι περίπου 17 ώρες, με αποτέλεσμα σταθερά πλασματικά επίπεδα να επιτυγχάνονται μέσα σε 4 ημέρες. Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι: Η αποβολή της περινδοπριλάτης είναι μειωμένη στους ηλικιωμένους. Ασθενείς με νεφρική διαταραχή: Η προσαρμογή της δοσολογίας κατά τη νεφρική ανεπάρκεια είναι επιθυμητή ανάλογα με τον βαθμό της διαταραχής (κάθαρση κρεατινίνης). Η νεφρική κάθαρση της περινδοπριλάτης είναι ίση με 70 ml/min. Σε ασθενείς με κίρρωση: Η κινητική της περινδοπρίλης μεταβάλλεται σε ασθενείς με κίρρωση: η ηπατική κάθαρση του μητρικού μορίου υποδιπλασιάζεται. Ωστόσο, δεν μειώνεται η ποσότητα της περινδοπριλάτης που σχηματίζεται και άρα δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αμλοδιπίνη: Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση, η αμλοδιπίνη απορροφάται δεόντως με τα μέγιστα επίπεδα στο αίμα να επιτυγχάνονται 6-12 ώρες μετά τη δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα εκτιμάται μεταξύ 64 και 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 L/kg. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι το 97,5% περίπου της κυκλοφορούσας αμλοδιπίνης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Βιομετασχηματισμός και απομάκρυνση Η τελική ημιπερίοδος ζωής για την απομάκρυνση από το πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ σε αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται στα ούρα σε ποσοστό 10% υπό αναλλοίωτη μορφή και 60% υπό μορφή μεταβολιτών. Ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με ηπατική διαταραχή: Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής και σε αύξηση της AUC κατά περίπου 40-60%. Ηλικιωμένοι: Ο χρόνος έως την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα της αμλοδιπίνης είναι ίδιος σε ηλικιωμένους και σε νεότερα άτομα. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται με επακόλουθες αυξήσεις της AUC και της ημιπεριόδου απομάκρυνσης.