LURASIDONE
Λουρασιδόνη
### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F20 Σχιζοφρένεια
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως, μαζί με γεύμα
- Δόση έναρξης: 37 mg
- Τιτλοποίηση: Η αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική ανταπόκριση. Ασθενείς σε δόσεις υψηλότερες των 111 mg μία φορά ημερησίως, οι οποίοι διακόπτουν τη θεραπεία τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 ημερών, πρέπει να ξανατίθενται στη θεραπεία με δόση 111 mg μία φορά ημερησίως και να τιτλοποιούνται προς τα επάνω στην βέλτιστη δόση τους. Για όλες τις άλλες δόσεις, οι ασθενείς μπορούν να ξανατίθενται στη θεραπεία από την προηγούμενη δόση τους χωρίς να υπάρχει ανάγκη για τιτλοποίηση προς τα επάνω.
-
Ενήλικος πληθυσμόςΔόση37 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση148 mgΗ αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική ανταπόκριση. Ασθενείς σε δόσεις >111 mg που διακόπτουν >3 ημέρες, επανεκκίνηση με 111 mg και τιτλοποίηση. Για άλλες δόσεις, επανεκκίνηση με προηγούμενη δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόση37 mg μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση74 mgΗ αύξηση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην κρίση του ιατρού και στην παρατηρούμενη κλινική απόκριση. Να συνταγογραφείται από ειδικό παιδοψυχίατρο.
-
Ηλικιωμένα άτομαΟι συστάσεις δοσολογίας για ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl ≥ 80 ml/min) είναι ίδιες με εκείνες που ισχύουν για ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Προσοχή απαιτείται όταν υποβάλλονται σε θεραπεία ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών με υψηλότερες δόσεις λουρασιδόνης. Περιορισμένα στοιχεία διαθέσιμα για υψηλότερες δόσεις, καθόλου για 148 mg.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. μποσεπρεβίρης, κλαριθρομυκίνης, κομπισιστάτης, ινδιναβίρης, ιτρακοναζόλης, κετοκοναζόλης, νεφαζοδόνης, νελφιναβίρης, ποσακοναζόλης, ριτοναβίρης, σακουϊναβίρης, τελαπρεβίρης, τελιθρομυκίνης, βορικοναζόλης) και ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης, φαινυτοΐνης, ριφαμπικίνης, βοτάνου του Αγ. Ιωάννη (Hypericum perforatum))
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Έναρξη αντιψυχωσικής θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς που ξεκινούν αντιψυχωσική θεραπείαΣτενή παρακολούθηση στη διάρκεια αυτής της περιόδου (αρκετές ημέρες έως εβδομάδες) μέχρι τη βελτίωση της κλινικής κατάστασης.
-
ΑυτοκτονικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με ψυχωσικές παθήσεις, ειδικά ασθενείς υψηλού κινδύνουΣτενή επίβλεψη, ειδικά στην έναρξη ή αλλαγή της θεραπείας.
-
Νόσος του ParkinsonΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του ParkinsonΟι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους έναντι των οφελών, όταν συνταγογραφούν τη λουρασιδόνη.
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ΕΠΣ)ΠληθυσμόςΕνήλικες ασθενείς με σχιζοφρένειαΠαρακολούθηση για συμπτώματα όπως ακαμψία, τρόμος, δυστονία, ακούσια εκροή σιέλου, σκυφτή στάση, μη φυσιολογικό βάδισμα.
-
ΒραδυκινησίαΕάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα βραδυκινησίας (ρυθμικές ακούσιες κινήσεις, κυρίως της γλώσσας ή/και του προσώπου), πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής όλων των αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένης της λουρασιδόνης.
-
Καρδιαγγειακές διαταραχές/Παράταση διαστήματος QTΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του διαστήματος QT, υποκαλιαιμία και κατά τη συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που θεωρείται ότι παρατείνουν το διάστημα QT.Απαιτείται προσοχή.
-
Επιληπτικοί σπασμοίΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών σπασμών ή άλλων καταστάσεων που δυνητικά μειώνουν την ουδό επιληπτικών σπασμών.Πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
-
Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (ΝΚΣ)Εάν εκδηλωθεί ΝΚΣ, η λουρασιδόνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοιαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΗ λουρασιδόνη δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Γενική θνησιμότηταΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΑυξημένος κίνδυνος θνησιμότητας έχει παρατηρηθεί με άλλα ατυπικά αντιψυχωσικά.
-
Αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΜε προσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοια που έχουν αυξημένους παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.Η λουρασιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λουρασιδόνηΌλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ πρέπει να ανιχνεύονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
ΥπερπρολακτιναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λουρασιδόνηΠαροχή συμβουλών στους ασθενείς για ενδείξεις και συμπτώματα αυξημένης προλακτίνης (γυναικομαστία, γαλακτόρροια, αμηνόρροια, στυτική δυσλειτουργία) και αναζήτηση ιατρικής φροντίδας εάν τα βιώσουν.
-
Αύξηση βάρουςΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση του βάρους.
-
ΥπεργλυκαιμίαΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς και ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη.Συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
Ορθοστατική υπόταση/συγκοπήΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι επιρρεπείς στην υπόταση.Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των ορθοστατικών ζωτικών σημείων.
-
Αλληλεπίδραση με χυμό γκρέιπφρουτΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λουρασιδόνηΟ χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Λουρασιδόνη και άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντεςΑν η συγχορήγηση κρίνεται απαραίτητη, συστήνεται προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη και τις αυξήσεις της δόσης. Σε περίπτωση υποψίας, εξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλα κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα και οινόπνευμαπροσοχήΠροσοχή λόγω πρωτεύουσων επιδράσεων στο ΚΝΣ
-
φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ/ΙΙΙ, αντιισταμινικά, άλλα αντιψυχωσικά, ανθελονοσιακά)προσοχήΠαράταση διαστήματος QT
-
σεροτονινεργικοί παράγοντες (βουπρενορφίνη/οπιοειδή, αναστολείς ΜΑΟ, SSRI, SNRI, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης δυνητικά απειλητικού για τη ζωή συνδρόμου σεροτονίνης
-
χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΜπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της λουρασιδόνης στον ορόΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται
-
ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (μποσεπρεβίρη, κλαριθρομυκίνη, κομπισιστάτη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ποσακοναζόλη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη, τελαπρεβίρη, τελιθρομυκίνη, βορικοναζόλη)αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (π.χ. κετοκοναζόλη 9x, ποζακοναζόλη 4-5x)
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει την έκθεση στη λουρασιδόνη (εκτιμάται 2-5x)ΣύστασηΣυνιστάται δόση έναρξης 18,5 mg και μέγιστη δόση 74 mg (βλ. Δοσολογία)
-
ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βότανο του Αγ. Ιωάννη (Hypericum perforatum))αντένδειξηΜείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (π.χ. ριφαμπικίνη 6x)
-
ήπιοι ή μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. αρμοδαφινίλη, αμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, πρεδνιζόνη, ρουφιναμίδη, μποσεντάνη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, μοδαφινίλη, ναφκιλλίνη)παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης στη λουρασιδόνη (<2x)ΣύστασηΝα παρακολουθείται προσεκτικά η αποτελεσματικότητα, προσαρμογή δόσης μπορεί να χρειασθεί.
-
αναστολείς P-gp και BCRPπαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την έκθεση στη λουρασιδόνη
-
υποστρώματα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. αστεμιζόλη, τερφεναδίνη, σισαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, μπεπριδίλη ή αλκαλοειδή ερυσιβώδους ολύρας)παρακολούθησηΠιθανή αύξηση έκθεσης στα υποστρώματαΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση
-
Χωρίς προσοχήΔεν αύξησε την έκθεση στη διγοξίνη, ελαφρά αύξηση Cmax (1.3x)ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί
-
προσοχήΜπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις dabigatran στο πλάσμα
-
υποστρώματα BCRPπροσοχήΜπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξήσεις των συγκεντρώσεων αυτών των υποστρωμάτων στο πλάσμα
-
Χωρίς προσοχήΚλινικά αμελητέες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης. Λουρασιδόνη δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις λιθίου.ΣύστασηΔεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης
-
αντισυλληπτικά από το στόμα (νοργεστιμάτη και αιθινυλική οιστραδιόλη)Χωρίς προσοχήΔεν είχε κλινικά ή στατιστικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική του αντισυλληπτικού ή στα επίπεδα της SHBG.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη άνω αναπνευστικής οδού
- Ρινίτιδα
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Δύσπνοια
- Αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Υπερευαισθησία
- Υπερπρολακτιναιμία (συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης προλακτίνης αίματος)
- Υπερανδρογονισμός
- Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα
- Υποθυρεοειδισμός
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Υπονατριαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Υπερινσουλιναιμία
- Μείωση βάρους
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση αίματος
- Αυξημένη προλακτίνη αίματος
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη χοληστερόλη αίματος
- Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
- Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Άγχος
- Ανησυχία
- Διαταραχή ύπνου
- Εφιάλτης
- Κατατονία
- Προσβολή πανικού
- Αυτοκτονική συμπεριφορά
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κατάθλιψη
- Ψυχωσική διαταραχή
- Ένταση
- Επιθετικότητα
- Κρίση πανικού
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Απάθεια
- Συγχυτική κατάσταση
- Παρορμητική συμπεριφορά
- Αυξημένη λίμπιντο
- Ιδεασμός ανθρωποκτονίας
- Μη φυσιολογικές σκέψεις
- Ευερεθιστότητα
- Σχιζοφρένεια
- Ραθυμία
- Μεταβολές νοητικής κατάστασης
- Έμμονες σκέψεις
- Αϋπνία τύπου αφυπνίσεως
- Αθυμία
- Αίσθημα αποστασιοποίησης
- Παραίσθηση (ακουστική)
- Παραίσθηση (οπτική)
- Αϋπνία τύπου επελεύσεως
- Μειωμένη λίμπιντο
- Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνών
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αμηνόρροια
- Δυσμηνόρροια
- Μαστοδυνία
- Γαλακτόρροια
- Διόγκωση μαστού
- Γυναικομαστία
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Ολιγομηνόρροια
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Ακαθησία
- Ζάλη
- Δυσκινησία
- Λήθαργος
- Δυσαρθρία
- Βραδυκινησία
- Συγκοπή
- Σπασμός
- Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
- Κεφαλαλγία
- Διαταραχή προσοχής
- Ορθοστατική ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπερκινησία
- Απώλεια μνήμης
- Ημικρανία
- Παραισθησία
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Κεφαλαλγία τάσης
- Όψιμη δυσκινησία
- Ίλιγγος
- Υπνηλία*
- Παρκινσονισμός**
- Δυστονία***
- Αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Εξάψεις
- Θαμπή όραση
- Θολή όραση
- Διαταραχή προσαρμογής οφθαλμών
- Υπερακουσία
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
- Στηθάγχη
- Αίσθημα παλμών
- Υπερκοιλιακές εκτακτοσυστολές
- Αιφνίδιος θάνατος
- Κόπωση
- Διαταραχή βάδισης
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Κακουχία
- Πυρεξία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Υπερέκκριση σιέλου
- Ξηροστομία
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσφορία στομάχου
- Μετεωρισμός
- Δυσφαγία
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Πονόδοντος
- Υποσιαλία
- Ξηρά χείλη
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Μη φυσιολογική τριχοφυΐα
- Πόνος στην πλάτη
- Μυοσκελετική ακαμψία
- Δυσκαμψία αρθρώσεων
- Μυαλγία
- Πόνος στον αυχένα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκή ακαμψία
- Αρθραλγία
- Μυϊκή δυσκαμψία
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Άλγος στα άκρα
- Άλγος στις σιαγόνες
- Δυσουρία
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Διαταραχή ούρησης
- Πολυουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Χολερυθρινουρία
- Διαταραχή εκσπερμάτισης
- Σύνδρομο Tourette
- Θωρακικό άλγος μη καρδιακής αιτίας
- Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Θετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα
- Μειωμένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένο σάκχαρο αίματος
- Αυξημένη ινσουλίνη αίματος
- Μειωμένη τεστοστερόνη αίματος
- Βραχύ διάστημα PR ηλεκτροκαρδιογραφήματος
- Μειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας
- Μειωμένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας
- Αυξημένη C αντιδρώσα πρωτεΐνη
- Ηθελημένη υπερβολική δόση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμμονες σκέψειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈντασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράσηΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυτοάνοση θυρεοειδίτιδαΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑϋπνία τύπου αφυπνίσεωςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυστονία***Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚρίση πανικούΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη άνω αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜεταβολές νοητικής κατάστασηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές σκέψειςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυϊκή ακαμψίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική ζάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαρκινσονισμός**Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡαθυμίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣχιζοφρένειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερανδρογονισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερινσουλιναιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερπρολακτιναιμία (συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης προλακτίνης αίματος)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλία*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥποσιαλίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στις σιαγόνεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα αποστασιοποίησηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑθυμίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύσηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδια αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη C αντιδρώσα πρωτεΐνηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ινσουλίνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη λίμπιντοΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη προλακτίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χοληστερόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σάκχαρο αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑϋπνία τύπου επελεύσεωςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΒραχύ διάστημα PR ηλεκτροκαρδιογραφήματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βάδισηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή εκσπερμάτισηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή προσαρμογής οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνου****Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστού****Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκαμψία αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΗθελημένη υπερβολική δόσηΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγος μη καρδιακής αιτίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατατονίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγία τάσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμούΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη λίμπιντοΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότηταςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότηταςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη τεστοστερόνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική τριχοφυΐαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική ακαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηρά χείληΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟλιγομηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαραίσθηση (ακουστική)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραίσθηση (οπτική)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρορμητική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠονόδοντοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠροσβολή πανικούΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στον αυχέναΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο TouretteΣυγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερακουσίαΑυτί
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακές εκτακτοσυστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΧολερυθρινουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΙδεασμός ανθρωποκτονίαςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΝευροληπτικό κακόηθες σύνδρομοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ λουρασιδόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαίο.Περιορισμένα δεδομένα (<300 περιπτώσεις). Ανεπαρκείς μελέτες σε ζώα. Πιθανός κίνδυνος άγνωστος. Νεογνά που εκτίθενται στο 3ο τρίμηνο κινδυνεύουν από εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης (ανησυχία, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, διαταραχές πρόσληψης τροφής). Τα νεογέννητα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΘηλασμόςΤο ενδεχόμενο του θηλασμού σε γυναίκες που λαμβάνουν λουρασιδόνη πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας δικαιολογεί την έκθεση του παιδιού σε πιθανό κίνδυνο.Η λουρασιδόνη απεκκρίθηκε στο μητρικό γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η λουρασιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε ζώα έδειξαν έναν αριθμό επιδράσεων στη γονιμότητα, κυρίως σε σχέση με την αύξηση της προλακτίνης, οι οποίες δεν θεωρούνται σχετικές με την ανθρώπινη αναπαραγωγή.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εξωπυραμιδικά συμπτώματα
- υπόταση
- κυκλοφορική κατάρρευση
- μείωση του επιπέδου της συνείδησης
- επιληπτικοί σπασμοί
- δυστονική αντίδραση της κεφαλής και του αυχένα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά. Κωδικός ATC: N05AE05
Μηχανισμός δράσης
Η λουρασιδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας αποκλεισμού των επιδράσεων της ντοπαμίνης και της μονοαμίνης. Η λουρασιδόνη συνδέεται ισχυρά σε ντοπαμινεργικούς D2- και σε σεροτονινεργικούς 5-HT2A και 5-HT7- υποδοχείς με υψηλή χημική συγγένεια 0,994, 0,47 και 0,495 nM, αντίστοιχα. Αποκλείει επίσης τους α2c-αδρενεργικούς υποδοχείς και τους α2a-αδρενεργικούς υποδοχείς με χημική συγγένεια 10,8 και 40,7 nM, αντίστοιχα. Η λουρασιδόνη παρουσιάζει επίσης μερικό ανταγωνισμό προς τον 5HT-1A υποδοχέα με χημική συγγένεια 6,38 nM. Η λουρασιδόνη δεν συνδέεται σε ισταμινεργικούς ή μουσκαρινικούς υποδοχείς. Ο μηχανισμός δράσης του ελάσσονος δραστικού μεταβολίτη της λουρασιδόνης, ID-14283, είναι παρόμοιος με αυτόν της λουρασιδόνης. Οι δόσεις λουρασιδόνης που κυμαίνονται από 9 έως 74 mg, χορηγούμενες σε υγιή υποκείμενα, παρήγαγαν δοσοεξαρτώμενη μείωση της δέσμευσης της 11C-ρακλοπρίδης, ενός υποκαταστάτη του υποδοχέα D2/D3, στον κερκοφόρο πυρήνα, το κέλυφος και το κοιλιακό ραβδωτό σώμα, γεγονός που ανιχνεύτηκε με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στις κύριες κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας, η λουρασιδόνη χορηγήθηκε σε δόσεις 37-148 mg λουρασιδόνης. Η λουρασιδόνη έδειξε σημαντική διαφοροποίηση από το εικονικό φάρμακο ήδη από την Ημέρα 4.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η λουρασιδόνη φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε 1-3 ώρες περίπου. Σε μελέτες για την επίδραση της τροφής, οι μέσες τιμές των Cmax και AUC για τη λουρασιδόνη αυξήθηκαν περίπου κατά 2-3 φορές και 1,5-2 φορές αντίστοιχα, όταν αυτή χορηγήθηκε με τροφή συγκριτικά με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν σε συνθήκες νηστείας.
Κατανομή Ύστερα από χορήγηση 37 mg λουρασιδόνης, ο μέσος κατά προσέγγιση εμφανής όγκος κατανομής ήταν 6000 L. Η λουρασιδόνη παρουσιάζει υψηλή δέσμευση (~99%) με πρωτεΐνες ορού.
Βιομετασχηματισμός Η λουρασιδόνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού είναι η οξειδωτική N-απαλκυλίωση, η υδροξυλίωση του δακτυλίου νορβορνάνης και η S-οξείδωση. Η λουρασιδόνη μεταβολίζεται σε δύο δραστικούς μεταβολίτες (ID-14283 και ID-14326) και δύο μη δραστικούς μεταβολίτες (ID-20219 και ID-20220). Η λουρασιδόνη και οι μεταβολίτες της, ID-14283, ID-14326, ID-20219 και ID-20220, αντιστοιχούν σε περίπου 11,4, 4,1, 0,4, 24 και 11% αντίστοιχα, της ραδιενέργειας στον ορό, αντίστοιχα. Το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που ευθύνεται για τον μεταβολισμό του δραστικού μεταβολίτη ID-14283. Και η λουρασιδόνη και ο δραστικός της μεταβολίτης ID-14283 συμβάλλουν στη φαρμακοδυναμική δράση στους ντοπαμινεργικούς και στους σεροτονινεργικούς υποδοχείς. Σύμφωνα με in vitro μελέτες, η λουρασιδόνη δεν αποτελεί υπόστρωμα των ενζύμων CYP1A1, CYP1A2, CYP2A6, CYP4A11, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP2E1. In vitro, η λουρασιδόνη απέδειξε όχι άμεση ή ασθενή αναστολή (άμεση ή χρονοεξαρτώμενη) (IC50>5,9 μM) των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP)1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 και CYP3A4. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η λουρασιδόνη δεν αναμένεται να επηρεάζει τη φαρμακοκινητική των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP2E1. Για τη χορήγηση των φαρμακευτικών προϊόντων που είναι υποστρώματα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό εύρος, (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η λουρασιδόνη είναι ένα υπόστρωμα in vitro για τους μεταφορείς απομάκρυνσης φαρμάκων, P-gp και BCRP. Η λουρασιδόνη δεν υπόκειται σε απορρόφηση με ενεργό μεταφορά από τα OATP1B1 ή OATP1B3. Η λουρασιδόνη είναι αναστολέας των P-gp, BCRP και OCT1 in vitro (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η λουρασιδόνη δεν αναμένεται να έχει κλινικώς σημαντικό δυναμικό αναστολής των μεταφορέων, OATP1B1, OATP1B3, OCT2, OAT1, OAT3, MATE1, MATE2K ή BSEP με βάση in vitro στοιχεία.
Αποβολή Μετά από χορήγηση της λουρασιδόνης, ο χρόνος ημιζωής της αποβολής ήταν 20-40 ώρες. Ύστερα από χορήγηση ραδιοεπισημασμένης δόσης από το στόμα, περίπου το 67% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και το 19% στα ούρα. Τα ούρα αποτελούνταν κυρίως από έναν αριθμό μεταβολιτών με ελάχιστη νεφρική απέκκριση της μητρικής ένωσης.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης είναι ανάλογη της δόσης με μια συνολική ημερήσια δόση 18,5 mg έως 148 mg. Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης σε σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκαν μέσα σε 7 ημέρες από την έναρξη της λουρασιδόνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών Ηλικιωμένα άτομα Περιορισμένα δεδομένα έχουν συλλεχθεί σε υγιή υποκείμενα ηλικίας ≥ 65 ετών. Από τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί, επιτεύχθηκε παρόμοια έκθεση συγκριτικά με υποκείμενα ηλικίας < 65 ετών. Ωστόσο, αύξηση της έκθεσης σε ηλικιωμένα υποκείμενα μπορεί να αναμένεται για ασθενείς, εάν αυτοί έχουν νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης στον ορό αυξάνονται σε υγιή υποκείμενα με ηπατική δυσλειτουργία βαθμού A, B και C κατά Child-Pugh με αύξηση της έκθεσης κατά 1,5-, 1,7- και 3 φορές, αντίστοιχα.
Νεφρική δυσλειτουργία Οι συγκεντρώσεις της λουρασιδόνης στον ορό αυξάνονται σε υγιή υποκείμενα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία με αύξηση της έκθεσης κατά 1,5, 1,9 και 2,0 φορές, αντίστοιχα. Οι ασθενείς με ESRD (CrCl<15 ml/min) δεν έχουν ερευνηθεί.
Φύλο Δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια.
Φυλή Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Σημειώθηκε ότι οι Ασιάτες ασθενείς εμφάνισαν κατά 1,5 φορά αύξηση της έκθεσης στη λουρασιδόνη συγκριτικά με τους Καυκάσιους ασθενείς.
Κάπνισμα Σύμφωνα με in vitro μελέτες που χρησιμοποιούσαν ένζυμα ανθρώπινου ήπατος, η λουρασιδόνη δεν είναι υπόστρωμα του CYP1A2. Επομένως, το κάπνισμα δεν πρέπει να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε παιδιατρικούς ασθενείς αξιολογήθηκε σε 47 παιδιά ηλικίας 6-12 ετών και σε 234 εφήβους ηλικίας 13-17 ετών. Η λουρασιδόνη χορηγήθηκε ως λουρασιδόνη υδροχλωρική σε ημερήσιες δόσεις των 20, 40, 80, 120 mg (6-7 ετών) ή 160 mg (10-17 ετών μόνο) για έως και 42 ημέρες. Δεν υπήρχε σαφής συσχέτιση ανάμεσα στην αποκτηθείσα έκθεση στον ορό και στην ηλικία ή στο σωματικό βάρος. Η φαρμακοκινητική της λουρασιδόνης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτήν που παρατηρήθηκε στους ενήλικες.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά. Κωδικός ATC: N05AE05 ### Μηχανισμός δράσης Η λουρασιδόνη είναι ένας εκλεκτικός παράγοντας αποκλεισμού των επιδράσεων της ντοπαμίνης και της μονοαμίνης. Η λουρασιδόνη συνδέεται…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η λουρασιδόνη φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό σε 1-3 ώρες περίπου. Σε μελέτες για την επίδραση της τροφής, οι μέσες τιμές των Cmax και AUC για τη λουρασιδόνη αυξήθηκαν περίπου κατά 2-3 φορές και 1,5-2 φορές…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Κατάλληλη κλινική παρακολούθηση | Διαβητικοί ασθενείς ή με κίνδυνο διαβήτη |
| Παράγοντες κινδύνου για Φλεβική Θρομβοεμβολική Νόσο (ΦΘΕ) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ζωτικά σημεία | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Εξέταση του ενδεχομένου παρακολούθησης | Επιρρεπείς στην υπόταση |
| Ορθοστατική υπόταση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | Εξέταση του ενδεχομένου παρακολούθησης | Επιρρεπείς στην υπόταση |
| Συμπτώματα συνδρόμου σεροτονίνης | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τις αυξήσεις της δόσης | Συγχορήγηση με σεροτονινεργικούς παράγοντες |
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Κλινική παρακολούθηση | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Λουρασιδόνη είναι ένα άτυπο αντιψυχωσικό που είναι D2 και 5-HT2A (μικτή σεροτονινεργική και ντοπαμινεργική δράση) για τη βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας. Θεωρείται ότι ο ανταγωνισμός των υποδοχέων σεροτονίνης μπορεί να βελτιώσει τα αρνητικά συμπτώματα των ψυχώσεων και να μειώσει τις εξωπυραμιδικές παρενέργειες που συχνά συνδέονται με τα τυπικά αντιψυχωσικά.
Η Λουρασιδόνη είναι ένας αντιψυχωσικός παράγοντας βενζιζοθειαζόλης και έχει αναφερθεί ως άτυπος ή αντιψυχωσικός παράγοντας δεύτερης γενιάς. Η Λουρασιδόνη έχει επίσης περιγραφεί ως παράγωγο αζαπιρόνης. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λουρασιδόνης και άλλων αντιψυχωσικών παραγόντων στη σχιζοφρένεια είναι άγνωστος, έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα της λουρασιδόνης διαμεσολαβείται μέσω ενός συνδυασμού ανταγωνιστικής δράσης στους κεντρικούς υποδοχείς ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και σεροτονίνης τύπου 2 (5-υδροξυτρυπταμίνη [5-HT2A]). Η Λουρασιδόνη είναι ένας ανταγωνιστής που παρουσιάζει υψηλή συγγένεια για τους υποδοχείς D2, 5-HT2A και 5-HT7 και μέτρια συγγένεια για τους αδρενεργικούς υποδοχείς α2C in vitro. Το φάρμακο δρα ως μερικός αγωνιστής στους υποδοχείς 5-HT1A και είναι ανταγωνιστής στους αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα2Α in vitro. Η Λουρασιδόνη παρουσιάζει ασθενή συγγένεια για τους αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα1 και μικρή ή καμία συγγένεια για τους υποδοχείς ισταμίνης (H1) και μουσκαρινικούς (M1) υποδοχείς.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η Λουρασιδόνη απορροφάται εύκολα και φτάνει γρήγορα σε μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) εντός 1-4 ωρών. Όταν λαμβάνεται με τροφή, παρατηρείται διπλάσια αύξηση της έκθεσης και ο χρόνος για τη μέγιστη συγκέντρωση αυξάνεται κατά 0.5-1.5 ώρες. Αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα σε λιπαρά ή θερμίδες. Βιοδιαθεσιμότητα = 9-19%.
Ουρίνη (~9%) και κόπρανα (~80%)
6173 L
3902 mL/min
Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ ραδιοσημασμένης δόσης λουρασιδόνης, περίπου το 80% και 9% της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα.
Η Λουρασιδόνη απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση και φτάνει σε μέγιστες ορούμενες συγκεντρώσεις εντός περίπου 1-3 ωρών. Περίπου το 9-19% μιας χορηγούμενης δόσης απορροφάται από το στόμα. Οι σταθερές συγκεντρώσεις του φαρμάκου επιτυγχάνονται εντός 7 ημερών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η Λουρασιδόνη μεταβολίζεται από το CYP3A4, με τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της να αναφέρεται ως ID-14283 (25% της έκθεσης του μητρικού φαρμάκου). Οι δύο δευτερεύοντες μεταβολίτες της αναφέρονται ως ID14326 και ID11614, οι οποίοι αποτελούν το 3% και 1% της έκθεσης του μητρικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Οι δύο μη ενεργοί μεταβολίτες της αναφέρονται ως ID-20219 και ID-20220.
Η Λουρασιδόνη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό (99.8%) στις πρωτεΐνες του ορού, συμπεριλαμβανομένης της αλβουμίνης και της άλφα1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης. Το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Οι κύριες οδοί βιομετασχηματισμού είναι η οξειδωτική N-απελκυλοποίηση, η υδροξυλίωση του δακτυλίου της νορβορνάνης και η S-οξείδωση. Η Λουρασιδόνη μεταβολίζεται σε 2 ενεργούς μεταβολίτες (ID-14283 και ID-14326) και 2 κύριους ανενεργούς μεταβολίτες (ID-20219 και ID-20220).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Δόση 40 mg = 18 ώρες
Δόση 120 mg - 160 mg = 29-37 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ· κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-2.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους υποτύπους υποδοχέων 5-HT2.
Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν ή αποκλείουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ D2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
22IC88528T
ΛΟΥΡΑΣΙΔΟΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Η Λουρασιδόνη είναι ένα Άτυπο Αντιψυχωσικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ· κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ALPHA-2.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ ή των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ 5-HT2. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται ανταγωνιστές για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους υποτύπους υποδοχέων 5-HT2.
Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν ή αποκλείουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ D2.