Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 5 / ML | — |
ISOPTINE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: κατά προτίμηση στη διάρκεια ή λίγο μετά το φαγητό
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο Βεραπαμίλη 40mg, 3 φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δόση εξατομικεύεται, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου. Αν απαιτούνται υψηλότερες δόσεις ή λιγότερες χορηγήσεις, συνιστώνται ως εναλλακτικές λύσεις τα Βεραπαμίλη 80mg ή Βεραπαμίλη 120mg.
-
Ενήλικες (Βεραπαμίλη 40mg)Δόση1-2 δισκία Βεραπαμίλη 40mg, 3-4 φορές την ημέραΜέγ. δόση480mg ημερησίως (μακροχρόνια βάση)Η δόση εξατομικεύεται. Τα δισκία καταπίνονται αμάσητα με υγρό, κατά προτίμηση στη διάρκεια ή λίγο μετά το φαγητό.
-
Παιδιά προσχολικής ηλικίας (έως 6 ετών)Δόση1 δισκίο Βεραπαμίλη 40mg, 2-3 φορές την ημέρα
-
Παιδιά σχολικής ηλικίαςΔόση1-3 δισκία Βεραπαμίλη 40mg, 2-3 φορές την ημέραΜέγ. δόση360mg ημερησίως
-
Ενήλικες (Βεραπαμίλη 80mg)Δόση1 δισκίο Βεραπαμίλη 80mg, 3-4 φορές την ημέραΜέγ. δόση480mg ημερησίως (μακροχρόνια βάση)Η δόση εξατομικεύεται. Τα δισκία καταπίνονται αμάσητα με υγρό, κατά προτίμηση στη διάρκεια ή λίγο μετά το φαγητό.
-
Ενήλικες (Βεραπαμίλη 120mg)Δόση1 δισκίο Βεραπαμίλη 120mg, 3-4 φορές την ημέραΜέγ. δόση480mg ημερησίως (μακροχρόνια βάση)Η δόση εξατομικεύεται. Τα δισκία καταπίνονται αμάσητα με υγρό, κατά προτίμηση στη διάρκεια ή λίγο μετά το φαγητό.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή, στενή παρακολούθηση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΈναρξη με χαμηλές δόσεις (π.χ. 1 δισκίο Βεραπαμίλη 40mg δύο φορές την ημέρα για κιρρωτικούς ασθενείς)Εξατομίκευση δόσης με ιδιαίτερη προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Καρδιογενές shock
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμούΠληθυσμόςασθενείς (εκτός από αυτούς με καλώς λειτουργούντα τεχνητό βηματοδότη)
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβουΠληθυσμόςασθενείς (εκτός από αυτούς με καλώς λειτουργούντα τεχνητό βηματοδότη)
-
Καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης, μικρότερο από 35%, και/ή πνευμονική πίεση ενσφήνωσης πάνω από 20mm HgΠληθυσμόςασθενείς (εκτός εάν πρόκειται για δευτερεύουσα αντένδειξη σε υπερκοιλιακή ταχυκαρδία που υπάγεται σε θεραπεία με βεραπαμίλη)
-
Κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμός παρουσία παραπληρωματικού δεματίου (π.χ. σύνδρομο Wolff-Parkinson-White, σύνδρομο Lown-Ganong-Levine)Πληθυσμόςασθενείς
-
Συνδυασμός με ιβαμπραδίνη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςασθενείςΗ αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΜε προσοχήΠληθυσμόςσε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου όταν αυτό περιπλέκεται από βραδυκαρδία, σημαντική υπόταση ή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίαςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Καρδιακός αποκλεισμός/ Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμού/ Βραδυκαρδία/ ΑσυστολίαΜε προσοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Η ανάπτυξη κολποκοιλιακού αποκλεισμού 2ου ή 3ου βαθμού (που αποτελεί αντένδειξη) ή μονοδεσμιδικού, διδεσμιδικού ή τριδεσμιδικού αποκλεισμού σκέλους απαιτεί διακοπή της υδροχλωρικής βεραπαμίλης και έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
-
ΑσυστολίαΠληθυσμόςασθενείς, εκτός από εκείνους που εμφανίζουν σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΕάν η ασυστολία δεν σταματήσει αυτόματα, πρέπει να ξεκινήσει αμέσως η κατάλληλη θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Συνδυασμός με αντιαρρυθμικά, βήτα-αναστολείςΠροσοχήΑμοιβαία ενίσχυση των καρδιαγγειακών επιδράσεων (υψηλού βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός, υψηλού βαθμού μείωση του καρδιακού ρυθμού, επαγωγή της καρδιακής ανεπάρκειας και ενίσχυση της υπότασης).
-
Συγχορήγηση με διγοξίνηΠροσοχήΗ δόση της διγοξίνης πρέπει να μειωθεί (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης μεγαλύτερο από 35%Πρέπει να επιτευχθεί η διατήρηση επαρκούς αιματικής ροής (αντιρρόπηση) πριν από την έναρξη της θεραπείας και οι ασθενείς αυτοί να αντιμετωπίζονται κατάλληλα καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΥπότασηΠροσοχήΗ ενδοφλέβια υδροχλωρική βεραπαμίλη συχνά προκαλεί μείωση στην αρτηριακή πίεση, κάτω από τα αρχικά επίπεδα, η οποία είναι συνήθως προσωρινή και ασυμπτωματική, αλλά μπορεί να προκαλέσει ζάλη.
-
Αναστολείς της Αναγωγάσης του HMG CoA («Στατίνες»)Προσοχή(βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Διαταραχές της νευρομυϊκής μεταβίβασηςΜε προσοχήΠληθυσμόςασθένειες που επηρεάζουν τη νευρομυϊκή μεταβίβαση (μυασθένεια gravis, σύνδρομο Lambert-Eaton, προχωρημένη μυϊκή δυστροφία του Duchenne)Η χορήγηση της υδροχλωρικής βεραπαμίλης πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΝα χορηγείται η βεραπαμίλη με προσοχή και να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών. Η βεραπαμίλη δεν απομακρύνεται με την αιμοκάθαρση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΗ χρήση της βεραπαμίλης πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Δοσολογία στην περίπτωση Ηπατικής δυσλειτουργίας).
-
ΝάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΑύξηση της Cmax (~40%) της πραζοσίνης, χωρίς καμία επίδραση στο χρόνο ημιζωής
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~24%) και της Cmax (~25%) της τεραζοσίνηςΣύστασηΠρόσθετη υποτασική δράση
-
παρακολούθησηΑσήμαντη επίδραση στην κάθαρση της φλεκαϊνίδης στο πλάσμα (<~10%). Καμία επίδραση στην κάθαρση της βεραπαμίλης στο πλάσμα
-
προσοχήΜείωση της κάθαρσης της κινιδίνης (~35%)Σύσταση(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), Υπόταση. Σε ασθενείς με υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια μπορεί να παρουσιαστεί πνευμονικό οίδημα.
-
παρακολούθησηΜείωση της κάθαρσης τόσο σε από του στόματος όσο και σε συστηματική χορήγηση κατά ~20%
-
προσοχήΑύξηση της AUC της καρβαμαζεπίνης (~46%)ΣύστασηΑυξημένα επίπεδα καρβαμαζεπίνης. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες της καρβαμαζεπίνης, όπως διπλωπία, κεφαλαλγία, αταξία ή ζάλη.
-
παρακολούθησηΜείωση της συγκέντρωσης της βεραπαμίλης στο πλάσμαΣύστασηΗ μείωση της κάθαρσης ελαττώθηκε στους καπνιστές (~11%)
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC της ιμιπραμίνης (~15%). Καμία επίδραση στα επίπεδα του ενεργού μεταβολίτη, δεσιπραμίνη
-
ΓλυβουρίδηπαρακολούθησηΑύξηση της Cmax (~28%) και της AUC (~26%) της γλυβουρίδης
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~2 φορές) και της Cmax (~1,3 φορές) της κολχικίνηςΣύστασηΝα μειωθεί η δόση της κολχικίνης (βλ. σημείωση σχετικά με την κολχικίνη)
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση των επιπέδων της βεραπαμίληςΣύστασηΜπορεί να μειωθεί το φαινόμενο της πτώσης της αρτηριακής πίεσης
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση των επιπέδων της βεραπαμίληςΣύστασηΜπορεί να μειωθεί το φαινόμενο της πτώσης της αρτηριακής πίεσης
-
παρακολούθησηΜείωση της AUC (~97%), της Cmax (~94%) και της βιοδιαθεσιμότητας (~92%) σε από του στόματος χορήγηση της βεραπαμίλης. Καμία αλλαγή στην φαρμακοκινητική με ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση των επιπέδων της βεραπαμίλης
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC (104%) και της Cmax (61%) με βεραπαμίλη χορηγούμενη από το στόμα. Καμία σημαντική μεταβολή στην φαρμακοκινητική της δοξορουβικίνης με ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίληςΣύστασηΣε ασθενείς με μικρο-κυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Σε ασθενείς με προχωρημένα νεοπλάσματα
-
παρακολούθησηΑύξηση της κάθαρσης της βεραπαμίλης (~5 φορές), σε από του στόματος χορήγηση
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC και της Cmax της βουσπιρόνης κατά ~3,4 φορές
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC (~3 φορές) και της Cmax (~2 φορές) της μιδαζολάμης
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~32,5%) και της Cmax (~41%) της μετοπρολόληςΣύσταση(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~65%) και της Cmax (~94%) της προπρανολόληςΣύσταση(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
ΔιγιτοξίνηπαρακολούθησηΜείωση της συνολικής κάθαρσης της διγιτοξίνης (~27%) και της εξωνεφρικής κάθαρσης (~29%)
-
προσοχήΑύξηση της Cmax της διγοξίνης (~44%), C12h (~53%), Css της διγοξίνης (~44%) και AUC της διγοξίνης (~50%)ΣύστασηΝα μειωθεί η δόση της διγοξίνης. Επίσης, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC της R- (~25%) και της S- (~40%) βεραπαμίλης με αντίστοιχη μείωση της κάθαρσης της R- και της S-βεραπαμίληςΣύστασηΗ σιμετιδίνη μειώνει την κάθαρση της βεραπαμίλης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC, της Css, της Cmax και της κυκλοσπορίνης κατά~45%
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~3,5 φορές) και της Cmax (~2,3 φορές) του εβερόλιμους. Αύξηση της Ctrough (~2,3 φορές) της βεραπαμίληςΣύστασηΠρέπει πιθανόν να γίνει καθορισμός των συγκεντρώσεων και ρύθμιση των δόσεων του εβερόλιμους.
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~2,2 φορές) του σιρόλιμους. Αύξηση της AUC (~1,5 φορές) της S-βεραπαμίληςΣύστασηΠρέπει πιθανόν να γίνει καθορισμός των συγκεντρώσεων και ρύθμιση των δόσεων του σιρόλιμους.
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση των επιπέδων του τακρόλιμους
-
προσοχήΠιθανή αύξηση των επιπέδων της ατορβαστατίνης. Αύξηση της AUC της βεραπαμίλης κατά ~43%ΣύστασηΈναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση και τιτλοποίηση προς τα πάνω. Εάν λαμβάνεται ήδη, μείωση δόσης και επανατιτλοποίηση.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση των επιπέδων της λοβαστατίνης. Αύξηση της AUC (~63%) και της Cmax (~32%) της βεραπαμίληςΣύστασηΈναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση και τιτλοποίηση προς τα πάνω. Εάν λαμβάνεται ήδη, μείωση δόσης και επανατιτλοποίηση.
-
προσοχήΑύξηση της AUC (~2,6 φορές) και της Cmax (~4,6 φορές) της σιμβαστατίνηςΣύστασηΈναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση και τιτλοποίηση προς τα πάνω. Εάν λαμβάνεται ήδη, μείωση δόσης και επανατιτλοποίηση.
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC (~20%) και της Cmax (~24%) της αλμοτριπτάνης
-
ΣουλφινοπυραζόνηπαρακολούθησηΑύξηση της κάθαρσης της βεραπαμίλης σε από του στόματος χορήγηση (~3 φορές). Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας (~60%).ΣύστασηΜπορεί να μειωθεί το φαινόμενο της πτώσης της αρτηριακής πίεσης
-
ΔαβιγατράνηπροσοχήΑύξηση της δαβιγατράνης (Cmax έως και 180%) και AUG (έως και 150%)ΣύστασηΣυνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση όταν η βεραπαμίλη συνδυάζεται με ετεξιλική δαβιγατράνη, και ιδίως στην περίπτωση εμφάνισης αιμορραγίας, κυρίως σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
-
Άλλα άμεσα από στόματος αντιπηκτικά (DOACs)προσοχήΑύξηση της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας των DOACs, πιθανή αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας.ΣύστασηΗ δόση του DOAC με βεραπαμίλη μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί (βλ. τις οδηγίες των DOAC για τη δοσολογία).
-
αντένδειξηΕπιπλέον μείωση της καρδιακής συχνότηταςΣύσταση(βλ. Αντενδείξεις)
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΑύξηση της AUC της R- (~49%) και της S- (~37%) βεραπαμίλης. Αύξηση της Cmax της R- (~75%) και της S- (~51%) βεραπαμίληςΣύστασηΟ χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να λαμβάνεται με βεραπαμίλη.
-
St. John’s WortπαρακολούθησηΜείωση της AUC της R- (~78%) και της S- (~80%) βεραπαμίλης με αντίστοιχη μείωση της Cmax
-
Αντιυπερτασικά, διουρητικά, αγγειοδιασταλτικάπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης
-
HIV αντιρετροϊκά φάρμακα (π.χ. ριτοναβίρη)προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης της βεραπαμίλης στο πλάσμαΣύστασηΠρέπει να χορηγείται με προσοχή ή να μειωθεί η δόση της βεραπαμίλης.
-
προσοχήΑυξημένη νευροτοξικότητα από λίθιο. Μείωση των επιπέδων του λιθίου στον ορό του αίματος.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν και τις δύο αυτές ουσίες πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Νευρομυϊκοί αποκλειστέςπροσοχήΕνίσχυση της δράσης των νευρομυϊκών αποκλειστώνΣύστασηΠιθανόν να είναι αναγκαίο να μειωθεί η δόση της υδροχλωρικής βεραπαμίλης και/ή η δόση του νευρομυϊκού αποκλειστή.
-
προσοχήΑυξημένη τάση αιμορραγίας
-
Αιθανόλη (αλκοόλη)παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων της αιθανόλης στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΜείωση της αποτελεσματικότητας της μετφορμίνης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Επιληπτικές κρίσεις
- Υπνηλία
- Ίλιγγος
- Παράλυση (τετραπάρεση)
- Υπερκαλιαιμία
- Εμβοές
- Βραδυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Ασυστολία
- Φλεβοκομβική παύση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Βρογχόσπασμος
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Υπερπλασία των ούλων
- Ειλεός
- Υπερίδρωση
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Πορφύρα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αρθραλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Γαλακτόρροια
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη προλακτίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)ΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑσυστολίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑυξημένη προλακτίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Συχνές(≥1/100)ΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Συχνές(≥1/100)ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Συχνές(≥1/100)ΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Συχνές(≥1/100)ΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)Κοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Συχνές(≥1/100)ΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Συχνές(≥1/100)ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαράλυση (τετραπάρεση)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΠαραισθησίαΝευρικό
-
Συχνές(≥1/100)Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠορφύραΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΤρόμοςΝευρικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνές(≥1/100)ΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβική παύσηΚαρδιακές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεση ή έμμεση βλάβη. Να χορηγείται μόνο εάν κρίνεται εντελώς απαραίτητο.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΗ υδροχλωρική βεραπαμίλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Περιορισμένα στοιχεία έδειξαν ότι η σχετική δόση στα βρέφη είναι χαμηλή (0,1 - 1% της δόσης της μητέρας) και ότι η χρήση της βεραπαμίλης μπορεί να είναι συμβατή με το θηλασμό. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος στα νεογέννητα και τα βρέφη. Να χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι απολύτως απαραίτητο προς όφελος της μητέρας, λόγω ενδεχομένου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Εκλεκτικοί αποκλειστές διαύλων ασβεστίου με άμεση δράση στην καρδιά, παράγωγα φαινυλαλκυλαμίνης, κωδικός ATC: C08DA01
Η υδροχλωρική βεραπαμίλη είναι μία λευκή ή σχεδόν λευκή κρυσταλλική σκόνη. Είναι πρακτικά άοσμη και έχει πικρή γεύση. Είναι διαλυτή στο νερό, ελεύθερα διαλυτή στο χλωροφόρμιο, ελάχιστα διαλυτή στην αλκοόλη και πρακτικά αδιάλυτη στον αιθέρα.
Η χημική ονομασία της υδροχλωρικής βεραπαμίλης είναι βενζενοακετονιτρίλιο, α-[3 - [{2 - (3,4 διμεθοξυφαινυλο) αιθυλο} μεθυλαμινο] προπυλ] -3,4-διμεθοξυ-α-(1-μεθυλαιθυλ) υδροχλωρίδιο. Έχει μοριακό βάρος 491,07 και ο μοριακός τύπος είναι C27H38N204-HCI.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Η βεραπαμίλη αναστέλλει τη διαμεμβρανική εισροή ιόντων ασβεστίου (και πιθανόν και των ιόντων νατρίου) στα μυοκαρδιακά κύτταρα και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Η αντιαρρυθμική δράση της βεραπαμίλης φαίνεται να οφείλεται στην επίδραση που έχει στους διαύλους των κυττάρων του συστήματος μετάδοσης της καρδιάς.
Η ηλεκτρική δραστηριότητα μέσω του φλεβοκόμβου και του κολποκοιλιακού κόμβου εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, στην εισροή ασβεστίου μέσα από τον αργό δίαυλο. Με την αναστολή της εισροής, η βεραπαμίλη επιβραδύνει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα και παρατείνει την απόλυτη ανερέθιστη περίοδο εντός του κολποκοιλιακού κόμβου με ένα δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κοιλιακού ρυθμού σε ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό και/ή κολπική μαρμαρυγή και την ταχεία κοιλιακή απόκριση. Διακόπτοντας επανείσοδο στον κολποκοιλιακό κόμβο, η βεραπαμίλη μπορεί να αποκαταστήσει το φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό σε ασθενείς με παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες (PSVT), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Wolff-Parkinson-White (W-P-W). Η βεραπαμίλη δεν έχει καμία επίδραση στην αγωγιμότητα του παραπληρωματικού δεματίου.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η βεραπαμίλη δε μεταβάλλει το κανονικό δυναμικό του κόλπου ή τον ενδοκοιλιακό χρόνο αγωγής, αλλά μειώνει το εύρος, την ταχύτητα εκπόλωσης και την αγωγιμότητα σε κατασταλμένες μυϊκές ίνες του κόλπου.
Σε απομονωμένη καρδιά κουνελιού, οι συγκεντρώσεις της βεραπαμίλης που επηρεάζουν αισθητά τις μυϊκές ίνες του φλεβοκόμβου ή τις μυϊκές ίνες των άνω και μεσαίων περιοχών του κολποκοιλιακού κόμβου έχουν πολύ μικρή επίδραση στις ίνες του κατώτερου κολποκοιλιακού κόμβου (NH περιοχή) και καμία επίδραση στο δυναμικό του κόλπου ή στο δεμάτιο του His.
Η βεραπαμίλη δεν επάγει περιφερικό αρτηριακό σπασμό, ούτε μεταβάλλει τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό.
Η βεραπαμίλη μειώνει το μεταφορτίο και τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου. Στους περισσότερους ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πάσχουν από οργανική καρδιακή νόσο, η αρνητική ινοτροπική δράση της βεραπαμίλης αντισταθμίζεται από τη μείωση του μεταφορτίου και ο καρδιακός δείκτης δεν μειώνεται συνήθως, αλλά σε ασθενείς με μετρίως σοβαρή έως σοβαρή καρδιακή δυσλειτουργία (πίεση πνευμονικής σφήνας πάνω από 20 mm Hg, κλάσμα εξώθησης μικρότερο από 30%), μπορεί να παρατηρηθεί οξεία επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Το μέγιστο της θεραπευτικής δράσης παρατηρείται εντός τριών έως πέντε λεπτών μετά από ενδοφλέβια συμπυκνωμένη δόση βεραπαμίλης.
Η υδροχλωρική βεραπαμίλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα που αποτελείται από ίσα μέρη του R- και του S-εναντιομερούς. Η βεραπαμίλη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Η νορβεραπαμίλη είναι ο ένας από τους δώδεκα μεταβολίτες που ταυτοποιούνται στα ούρα, έχει 10 έως 20% της φαρμακολογικής δραστικότητας της βεραπαμίλης και αντιπροσωπεύει το 6% του αποβληθέντος φάρμακου. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα της νορβεραπαμίλης και της βεραπαμίλης είναι παρόμοιες. Η σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από πολλαπλές άπαξ ημερησίως δόσεις επιτυγχάνεται μετά από τρεις έως τέσσερις ημέρες.
Απορρόφηση
Περισσότερο από 90% της βεραπαμίλης απορροφάται ταχέως στο λεπτό έντερο μετά από του στόματος χορήγηση. Μετά από εφάπαξ δόση βεραπαμίλης άμεσης αποδέσμευσης, η μέση συστηματική διαθεσιμότητα του αμετάβλητου φαρμάκου είναι 23% και η αντίστοιχη για τη βεραπαμίλη παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι 32%, λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 2 φορές μεγαλύτερη μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα της υδροχλωρικής βεραπαμίλης επιτυγχάνονται μία έως δύο ώρες μετά τη χορήγηση μορφών άμεσης απελευθέρωσης, και τέσσερις έως πέντε ώρες μετά τη χορήγηση μορφών παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα της νορβεραπαμίλης επιτυγχάνεται περίπου σε μία και σε πέντε ώρες μετά από χορήγηση μορφών άμεσης και παρατεταμένης αποδέσμευσης, αντίστοιχα. Η παρουσία τροφής δεν έχει καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της βεραπαμίλης.
Κατανομή
Η βεραπαμίλη κατανέμεται ευρέως σε όλους τους ιστούς του σώματος, με τον όγκο κατανομής να κυμαίνεται μεταξύ 1,8 - 6,8 L/kg σε υγιή άτομα. Η βεραπαμίλη συνδέεται σε ποσοστό περίπου 90% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Μεταβολισμός
Η βεραπαμίλη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό. In vitro μελέτες δείχνουν ότι η βεραπαμίλη μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP3A4, CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9 και CYP2C18. Σε υγιείς άνδρες, υδροχλωρική βεραπαμίλη, χορηγούμενη από το στόμα, υποβάλλεται σε εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ (δώδεκα έχουν ταυτοποιηθεί, οι περισσότεροι μόνο σε ίχνη). Οι κύριοι μεταβολίτες έχουν προσδιοριστεί ως διάφορα Ν- και Ο-αποαλκυλιωμένα προϊόντα της βεραπαμίλης. Από αυτούς τους μεταβολίτες, μόνο η νορβεραπαμίλη παρουσίασε υπολογίσιμη φαρμακολογική δράση (περίπου 20% αυτής του μητρικού φαρμάκου), το οποίο παρατηρήθηκε σε μελέτη με σκύλους.
Αποβολή
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση, η βεραπαμίλη αποβάλλεται διεκθετικά, με ταχεία πρώιμη φάση κατανομής (χρόνος ημιζωής περίπου τέσσερα λεπτά) και μια βραδύτερη φάση αποβολής (χρόνος ημιζωής δύο έως πέντε ώρες). Μετά από στόματος χορήγηση, ο χρόνος ημιζωής είναι τρεις έως επτά ώρες. Τα ποσοστά της χορηγηθείσης δόσης που απεκκρίνονται από το νεφρό ανέρχονται σε περίπου 50% μέσα σε 24 ώρες, 70% μέσα σε 5 ημέρες. Η ουσία αποβάλλεται στα κόπρανα μέχρι ποσοστού 16%. Περίπου το 3-4% του φαρμάκου που αποβάλλεται από το νεφρό αποβάλλεται ως αναλλοίωτη ουσία. Η ολική κάθαρση της βεραπαμίλης είναι σχεδόν τόσο υψηλή όσο η ηπατική αιματική ροή, περίπου 1 L/h/kg (εύρος: 0,7-1,3 L/h/kg).
Ειδικοί πληθυσμοί
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη φαρμακοκινητική στον παιδιατρικό πληθυσμό είναι διαθέσιμες. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο μέσος χρόνος ημιζωής της βεραπαμίλης ήταν 9,17 ώρες και η μέση κάθαρση ήταν 30 L/h, ενώ είναι περίπου 70 L/h για έναν ενήλικα 70 kg. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα φαίνεται να είναι κάπως χαμηλότερες στον παιδιατρικό πληθυσμό μετά την από του στόματος χορήγηση σε σύγκριση με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η προχωρημένη ηλικία μπορεί να επηρεάσει τη φαρμακοκινητική της βεραπαμίλης που δίνεται σε υπερτασικούς ασθενείς. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής μπορεί να παραταθεί σε ηλικιωμένους. Η αντιυπερτασική δράση της βεραπαμίλης διαπιστώθηκε ότι δεν σχετίζεται με την ηλικία.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Η νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της βεραπαμίλης, όπως διαπιστώνεται από συγκριτικές μελέτες σε ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια και σε άτομα με υγιείς νεφρούς. Η βεραπαμίλη και η νορβεραπαμίλη δεν αποβάλονται σε σημαντικό βαθμό με την αιμοκάθαρση. Υπάρχουν ωστόσο αναφορές αρκετών περιστατικών, οι οποίες υποδεικνύουν να χορηγείται η βεραπαμίλη με προσοχή.
- Ηπατική ανεπάρκεια: Ο χρόνος ημιζωής της βεραπαμίλης παρατείνεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω μικρότερης κάθαρσης σε λήψη από το στόμα και υψηλότερου όγκου κατανομής.