Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

ZELBORAF

vemurafenib

ζελμποραφ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
240 / TAB 1220.78 €

ZELBORAF — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Με ή χωρίς φαγητό, αλλά η σταθερή πρόσληψη των δύο ημερήσιων δόσεων με άδειο στομάχι πρέπει να αποφεύγεται.
Δόση έναρξης:
960 mg δύο φορές την ημέρα
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται ειδική προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας > 65 ετών.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα. Κίνδυνος για αυξημένη έκθεση σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα. Οι ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να έχουν αυξημένη έκθεση και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Καμία σύσταση για τη δοσολογία.
  • Μη Καυκάσιοι ασθενείς
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μετάλλαξη BRAF V600
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600 όγκο
    Ο όγκος θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί από επικυρωμένη δοκιμασία. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με άγριου τύπου BRAF κακόηθες μελάνωμα.
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
    σοβαρή
    Οριστική διακοπή της θεραπείας σε σοβαρές αντιδράσεις (αναφυλαξία, σύνδρομο Stevens-Johnson, γενικευμένο εξάνθημα, ερύθημα, υπόταση).
  • Δερματολογικές αντιδράσεις
    σοβαρή
    Οριστική διακοπή της θεραπείας σε σοβαρή δερματολογική αντίδραση (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, DRESS).
  • Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοβολία
    προσοχή
    Χρήση με προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα ή διαδοχικά με ακτινοθεραπεία.
  • Επιμήκυνση του διαστήματος QT
    υψηλή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενες ανωμαλίες ηλεκτρολυτών (μαγνήσιο), σύνδρομο μακρού QT, ή λήψη φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν επιμήκυνση του QT
    Δεν συνιστάται η θεραπεία.
  • Επιμήκυνση του διαστήματος QT
    υψηλή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με QTc > 500 ms πριν την έναρξη της θεραπείας
    Δεν συνιστάται η έναρξη της θεραπείας.
  • Επιμήκυνση του διαστήματος QT
    υψηλή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με QTc > 500 ms κατά τη διάρκεια της θεραπείας
    Προσωρινή διακοπή της θεραπείας, διόρθωση μη φυσιολογικών ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένου του μαγνησίου), έλεγχος παραγόντων καρδιακού κινδύνου. Επανέναρξη σε χαμηλότερη δόση όταν QTc < 500 ms.
  • Επιμήκυνση του διαστήματος QT
    υψηλή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση QTc > 500 ms ΚΑΙ μεταβολή > 60 ms από τις τιμές προ θεραπείας
    Οριστική διακοπή της θεραπείας.
  • Οφθαλμολογικές αντιδράσεις
    σοβαρή
    Παρακολούθηση των ασθενών σε τακτική βάση για οφθαλμολογικές αντιδράσεις (ραγοειδίτιδα, ιρίτιδα, απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς).
  • Δερματικό Καρκίνωμα από Πλακώδες Επιθήλιο (cuSCC)
    Αφαίρεση ύποπτων δερματικών αλλοιώσεων, παθολογοανατομική εξέταση, θεραπεία. Συνέχιση θεραπείας χωρίς προσαρμογή δόσης σε ασθενείς που αναπτύσσουν cuSCC. Ενημέρωση ιατρού για αλλαγές στο δέρμα.
  • Μη Δερματικό Καρκίνωμα από Πλακώδες Επιθήλιο (non-cuSCC)
    Αντιμετώπιση παθολογικών ευρημάτων σύμφωνα με την κλινική πρακτική.
  • Νέο πρωτοπαθές κακόηθες μελάνωμα
    Αντιμετώπιση με εκτομή, συνέχιση θεραπείας χωρίς προσαρμογή δόσης. Παρακολούθηση για δερματικές αλλοιώσεις όπως για cuSCC.
  • Άλλες κακοήθειες (σχετιζόμενες με μεταλλάξεις RAS)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχοντα ή συνυπάρχοντα κακοήθη όγκο που σχετίζεται με μετάλλαξη RAS
    Προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου πριν τη χορήγηση.
  • Παγκρεατίτιδα
    Άμεση διερεύνηση ανεξήγητου κοιλιακού άλγους. Στενή παρακολούθηση κατά την επανέναρξη μετά από επεισόδιο.
  • Ηπατική βλάβη
    σοβαρή
    Αντιμετώπιση παθολογικών εργαστηριακών τιμών με μείωση δόσης, προσωρινή παύση ή διακοπή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Χρήση με προσοχή, στενή παρακολούθηση.
  • Φωτοευαισθησία
    Αποφυγή έκθεσης στον ήλιο. Χρήση προστατευτικής ένδυσης και αντιηλιακής προστασίας (SPF ≥ 30). Τροποποίηση δόσης για φωτοευαισθησία βαθμού 2 (μη ανεκτές) ή παραπάνω.
  • Ρίκνωση παλαμιαίας απονεύρωσης (Dupuytren) και ίνωση της πελματιαίας απονεύρωσης
    Αντιμετώπιση με μείωση δόσης, προσωρινή διακοπή, ή οριστική διακοπή της θεραπείας.
  • Αλληλεπιδράσεις με CYP1A2 και CYP3A4 υποστρώματα
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΦαρμακευτικά προϊόντα με στενά θεραπευτικά παράθυρα που μεταβολίζονται μέσω CYP1A2 και CYP3A4
    Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Εξέταση τροποποίησης δόσης.
  • Αλληλεπιδράσεις με P-gp υποστρώματα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΦαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη (NTI) που είναι υποστρώματα της P-gp (π.χ. διγοξίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη, αλισκιρένη)
    Προσοχή. Εξέταση μείωσης δόσης και/ή επιπρόσθετης παρακολούθησης των επιπέδων του φαρμάκου.
  • Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4, P-gp και γλυκουρονιδίωσης (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή βαλσαμόχορτο)
    προσοχή
    Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης όταν είναι δυνατό. Εξέταση εναλλακτικής θεραπείας με μικρότερο επαγωγικό δυναμικό.
  • Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4/P-gp
    προσοχή
    Προσοχή. Παρακολούθηση ασθενών για την ασφάλεια και εφαρμογή τροποποιήσεων της δόσης, εάν ενδείκνυται κλινικά.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με ipilimumab
    αντένδειξη
    Δεν συνιστάται λόγω αυξήσεων τρανσαμινασών και χολερυθρίνης.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP1A2 με στενά θεραπευτικά παράθυρα (π.χ. αγομελατίνη, αλοσετρόνη, ντουλοξετίνη, μελατονίνη, ραμελτεόνη, τακρίνη, τιζανιδίνη, θεοφυλλίνη)
    δε συνιστάται
    Η βεμουραφενίμπη μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο πλάσμα.
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, επιδείξτε προσοχή. Μείωση της δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου μπορεί να εξετασθεί.
  • Καφεΐνη (υπόστρωμα CYP1A2)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στο πλάσμα (AUC) κατά 2,6 φορές.
  • Τιζανιδίνη (υπόστρωμα CYP1A2)
    προσοχή
    Αύξηση Cmax κατά 2,2 φορές και AUC κατά 4,7 φορές.
  • Παράγοντες που μεταβολίζονται από το CYP3A4 με στενά θεραπευτικά παράθυρα (π.χ. αντισυλληπτικά χάπια)
    δε συνιστάται
    Η βεμουραφενίμπη ενδέχεται να μειώσει την έκθεση στο πλάσμα και την αποτελεσματικότητά τους.
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, μπορεί να εξετάζονται προσαρμογές της δόσης.
  • Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4)
    προσοχή
    Μείωση της AUC κατά μέσο όρο κατά 39% (μέγιστη μείωση κατά 80%).
  • S-βαρφαρίνη (υπόστρωμα CYP2C9)
    προσοχή
    18% αύξηση στην AUC.
    ΣύστασηΕξετάστε την πιθανότητα επιπρόσθετης παρακολούθησης της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR).
  • Υποστρώματα του CYP2C8 με στενό θεραπευτικό παράθυρο
    προσοχή
    Η βεμουραφενίμπη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις τους.
  • Ακτινοθεραπεία
    προσοχή
    Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοθεραπεία.
  • Υποστρώματα της P-gp (π.χ. αλισκιρένη, αμπρισεντάνη, κολχικίνη, ετεξιλική δαβιγατράνη, διγοξίνη, εβερόλιμους, φεξοφεναδίνη, λαπατινίμπη, μαραβιρόκη, νιλοτινίμπη, ποσακοναζόλη, ρανολαζίνη, σιρόλιμους, σιταγλιπτίνη, ταλινολόλη, τοποτεκάνη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης (π.χ. διγοξίνη AUC 1,8x, Cmax 1,5x).
    ΣύστασηΜπορεί να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δόσης του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος. Εξετάστε την πιθανότητα επιπρόσθετης παρακολούθησης των επιπέδων του φαρμάκου για φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη.
  • Υποστρώματα της BCRP (π.χ. μεθοτρεξάτη, μιτοξαντρόνη, ροσουβαστατίνη)
    προσοχή
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η βεμουραφενίμπη μπορεί να αυξήσει την έκθεση.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, της γλυκουρονιδίωσης και, ή των πρωτεϊνών μεταφοράς (π.χ. ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, νεφαζοδόνη, αταζαναβίρη)
    προσοχή
    Μπορεί να μεταβάλουν τις συγκεντρώσεις της βεμουραφενίμπης (π.χ. ιτρακοναζόλη αύξησε την AUC της βεμουραφενίμπης κατά ~40%).
    ΣύστασηΠαρακολουθήστε προσεκτικά για την ασφάλεια και εφαρμόστε τροποποιήσεις της δόσης, εάν ενδείκνυται κλινικά.
  • Ισχυροί επαγωγείς της P-gp, της γλυκουρονιδίωσης, και, ή του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή St John’s Wort, υπερικό [Hypericum perforatum])
    αποφεύγεται
    Μπορεί να οδηγήσει σε υποέκθεση σε βεμουραφενίμπη (π.χ. ριφαμπικίνη μείωσε την έκθεση της βεμουραφενίμπης κατά ~40%).
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
  • Αναστολείς των P-gp, BCRP (που δεν είναι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4) (π.χ. βεραπαμίλη, κυκλοσπορίνη, κινιδίνη, γεφιτινίμπη)
    προσοχή
    Άγνωστη επίδραση, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η φαρμακοκινητική της βεμουραφενίμπης θα μπορούσε να επηρεαστεί.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Θυλακίτιδα (Πολύ συχνές)
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήγη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • Δερματικό SCC (Πολύ συχνές)
  • Κερατοακάνθωμα (Πολύ συχνές)
  • Σμηγματορροϊκή κεράτωση (Πολύ συχνές)
  • Θήλωμα του δέρματος (Πολύ συχνές)
  • Νέο πρωτοπαθές μελάνωμα (Συχνές)
  • Μη δερματικό SCC (Όχι συχνές)
  • Χρόνια μυελομονοκυτταρική λευχαιμία (Σπάνιες)
  • Αδενοκαρκίνωμα παγκρέατος (Σπάνιες)
Νεοπλάσματα
  • Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Σαρκοείδωση (Όχι συχνές)
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (Σπάνιες)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
  • Ζάλη
  • Περιφερική νευροπάθεια
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Παράλυση VII νεύρου (Συχνές)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Ραγοειδίτιδα (Συχνές)
  • Απόφραξη φλέβας αμφιβληστροειδούς (Όχι συχνές)
  • Ιριδοκυκλίτιδα (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Αγγειίτιδα
Αναπνευστικό
  • Βήχας
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Στοματίτιδα
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατική βλάβη (Όχι συχνές)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας (Πολύ συχνές)
  • Ακτινική κεράτωση (Πολύ συχνές)
  • Ερύθημα (Πολύ συχνές)
  • Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας (Πολύ συχνές)
  • Έγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολία (Πολύ συχνές)
  • Βλατιδώδες εξάνθημα (Συχνές)
  • Υποδερματίτιδα (συμπεριλαμβανομένου του οζώδους ερυθήματος) (Συχνές)
  • Τριχώδης κεράτωση (Συχνές)
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπερκεράτωση
  • Αλωπεκία
  • Ξηροδερμία
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Μυοσκελετικό άλγος
  • Οσφυαλγία
  • Αρθρίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Άλγος στα άκρα (Πολύ συχνές)
  • Ίνωση της πελματιαίας απονεύρωσης (Όχι συχνές)
  • Ρίκνωση παλαμιαίας απονεύρωσης (Dupuytren) (Όχι συχνές)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Οξεία διάμεση νεφρίτιδα (Όχι συχνές)
  • Οξεία σωληναριακή νέκρωση (Όχι συχνές)
Γενικές
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Περιφερικό οίδημα
  • Εξασθένηση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) (Πολύ συχνές)
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση (Πολύ συχνές)
  • Αυξημένη χολερυθρίνη (Πολύ συχνές)
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT) (Πολύ συχνές)
  • Μείωση σωματικού βάρους (Πολύ συχνές)
  • Επιμήκυνση QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (Πολύ συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη AST
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Τραυματισμός, δηλητηρίαση και επιπλοκές στη διαδικασία
  • Ενίσχυση της τοξικότητας από ακτινοβολία (Όχι συχνές)
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η βεμουραφενίμπη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες εκτός και εάν το πιθανό όφελος για τη μητέρα υπερέχει του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βεμουραφενίμπης σε έγκυες γυναίκες. Η βεμουραφενίμπη δεν έχει ενδείξεις τερατογένεσης σε έμβρυα ποντικών ή κονίκλων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα, η βεμουραφενίμπη βρέθηκε ότι διαπερνά τον πλακούντα. Με βάση τον μηχανισμό δράσης της, η βεμουραφενίμπη θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε έγκυο γυναίκα.
  • Γαλουχία
    Θα πρέπει να ληφθεί η απόφαση σχετικά με τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή της βεμουραφενίμπης, δεδομένου του οφέλους του θηλασμού για το παιδί αλλά και του οφέλους της θεραπείας για τη γυναίκα.
    Δεν είναι γνωστό εάν η βεμουραφενίμπη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανός κίνδυνος σε νεογνά / βρέφη.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε ζώα για την αξιολόγηση της επίδρασης της βεμουραφενίμπης στη γονιμότητα.
    Ωστόσο, σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης σε ποντικούς και σκύλους, δεν έχουν βρεθεί ιστοπαθολογικά ευρήματα που να σχετίζονται με το αναπαραγωγικό σύστημα αρσενικών και θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η βεμουραφενίμπη είναι ένας αναστολέας της BRAF κινάσης σερίνης-θρεονίνης. Οι μεταλλάξεις στο γονίδιο BRAF έχουν ως αποτέλεσμα την ιδιοσυστατική ενεργοποίηση των πρωτεϊνών BRAF, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό απουσία αυξητικών παραγόντων. Προκλινικά δεδομένα από βιοχημικές δοκιμές κατέδειξαν ότι η βεμουραφενίμπη μπορεί να αναστέλλει ισχυρά τις κινάσες BRAF με ενεργές μεταλλάξεις στο κωδικόνιο 600.

Αυτή η ανασταλτική δράση επιβεβαιώθηκε στις δοκιμασίες φωσφορυλίωσης ERK και κυτταρικού αντι-πολλαπλασιασμού στις διαθέσιμες κυτταρικές σειρές του μελανώματος που εκφράζουν BRAF με μετάλλαξη V600. Στις αναλύσεις κυτταρικού αντι-πολλαπλασιασμού, η ανασταλτική συγκέντρωση 50 (IC50) κατά των μεταλλαγμένων κυτταρικών σειρών V600 (V600E, V600R, V600D και V600K μεταλλαγμένες κυτταρικές σειρές) κυμάνθηκε από 0,016 έως 1,131 μM ενώ η IC50 κατά των άγριων κυτταρικών τύπων BRAF ήταν 12,06 και 14,32 μM, αντίστοιχα.

Καθορισμός της κατάστασης μετάλλαξης BRAF

Πριν τη λήψη βεμουραφενίμπης, οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν θετικό όγκο στη μετάλλαξη BRAF V600, ο οποίος να έχει επιβεβαιωθεί από επικυρωμένη δοκιμασία. Στις δοκιμές φάσης ΙΙ και φάσης ΙΙΙ, οι κατάλληλοι ασθενείς εντοπίσθηκαν με τη χρήση δοκιμής αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σε πραγματικό χρόνο (τεστ ανίχνευσης μετάλλαξης cobas 4800 BRAF V600). Η δοκιμή αυτή έχει έγκριση CE και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της κατάστασης μετάλλαξης BRAF σε DNA που απομονώθηκε από σταθεροποιημένα ιστοτεμάχια όγκου με φορμαλίνη, εμβυθισμένα σε παραφίνη (FFPE). Έχει σχεδιασθεί για να ανιχνεύει την κυρίαρχη μετάλλαξη BRAF V600Ε με μεγάλη ευαισθησία (μέχρι και 5% αλληλουχία V600E σε μία άγριου τύπου αλληλουχία από FFPE που προέρχονται από DNA). Μη κλινικές και κλινικές μελέτες με αναδρομικές αναλύσεις αλληλουχίας καταδεικνύουν ότι η δοκιμή αυτή ανιχνεύει επίσης και τις λιγότερο συχνές μεταλλάξεις BRAF V600D και V600K με χαμηλότερη ευαισθησία. Από τα διαθέσιμα δείγματα από τις μη κλινικές και κλινικές μελέτες (n=920) που είχαν θετική μετάλλαξη με τη δοκιμή Cobas και αναλύθηκαν επιπλέον για τον προσδιορισμό της αλληλουχίας, δεν αναγνωρίστηκε κανένα δείγμα ως άγριου τύπου αλληλουχία κατά Sanger και 454.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της βεμουραφενίμπης έχει αξιολογηθεί σε 336 ασθενείς οι οποίοι συμμετείχαν σε κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ (NO25026) και σε 278 ασθενείς από δύο κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙ (NP 22657 και ΜΟ25743). Όλοι οι ασθενείς έπρεπε να έχουν προχωρημένο μελάνωμα με μεταλλάξεις του BRAF V600, σύμφωνα με τη δοκιμασία cobas 4800 BRAF V600 Mutation Test.

Αποτελέσματα της μελέτης Φάσης ΙΙΙ (NO25026) σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία Μία ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη φάσης ΙΙΙ μελέτη υποστηρίζει τη χρήση βεμουραφενίμπης σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία με θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600Ε ανεγχείρητο ή μεταστατικό μελάνωμα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία με βεμουραφενίμπη (960 mg δύο φορές ημερησίως) ή δακαρβαζίνη (1000 mg/m2 την ημέρα 1 κάθε 3 εβδομάδες). Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 675 ασθενείς σε βεμουραφενίμπη (n=337) ή δακαρβαζίνη (n =338). Η διάμεση ηλικία ήταν 54 ετών. Παρατηρήθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία της συνολικής επιβίωσης OS (p <0,0001) και της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου PFS (p <0,0001).

Αποτελέσματα της μελέτης φάσης ΙΙ (NP22657) σε ασθενείς που απέτυχαν τουλάχιστον σε μία προηγούμενη θεραπεία Μία πολυεθνική μελέτη φάσης ΙΙ, μονού θεραπευτικού σκέλους, πολυκεντρική, διεξήχθη σε 132 ασθενείς που είχαν θετικό στη μετάλλαξη BRAF V600Ε μεταστατικό μελάνωμα. Το κύριο καταληκτικό σημείο του καλύτερου επιβεβαιωμένου ποσοστού συνολικής ανταπόκρισης ήταν 53% (95% ΔΕ: 44%, 62%). Η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 15,9 μήνες (95% ΔΕ: 11.6, 18.3). Το συνολικό ποσοστό επιβίωσης στους 6 μήνες ήταν 77% και στους 12 μήνες ήταν 58%.

Αποτελέσματα από τη μελέτη φάσης ΙΙ (MO25743) σε ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις Μία πολυκεντρική μελέτη μονού θεραπευτικού σκέλους (Ν = 146) της βεμουραφενίμπης διενεργήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα με μετάλλαξη BRAF V600 και με εγκεφαλικές μεταστάσεις. Ο κύριος στόχος ήταν το ποσοστό βέλτιστης συνολικής ανταπόκρισης (BORR) στον εγκέφαλο (17,8% για ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία και 17,9% για ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία).

Φαρμακοκινητική

Η βεμουραφενίμπη είναι μία ουσία Τάξης IV (χαμηλή διαλυτότητα και διαπερατότητα), βάσει των κριτηρίων που περιγράφονται στο Σύστημα Βιοφαρμακευτικής Ταξινόμησης φαρμάκων.

Απορρόφηση

Η βιοδιαθεσιμότητα σε σταθεροποιημένη κατάσταση κυμάνθηκε μεταξύ 32 και 115% (μέση τιμή 64%) μετά από ενδοφλέβια μικρό-δόση. Η βεμουραφενίμπη απορροφάται με διάμεσο χρόνο Tmax περίπου 4 ωρών μετά από μία δόση 960 mg. Η βεμουραφενίμπη εμφανίζει υψηλή ποικιλότητα μεταξύ των ασθενών. Η συσσώρευση συμβαίνει με πολλαπλές δόσεις βεμουραφενίμπης δύο φορές την ημέρα. Οι τροφές (υψηλές σε λιπαρά) αυξάνουν τη σχετική βιοδιαθεσιμότητα μίας εφάπαξ δόσης βεμουραφενίμπης 960 mg. Η αναλογία των γεωμετρικών μέσων μεταξύ μη νηστείας και κατάστασης νηστείας για τη Cmax και AUC ήταν 2,5 και 4,6 έως 5,1 φορές, αντίστοιχα. Η διάμεση Tmax αυξήθηκε από 4 σε 7,5 ώρες όταν εφάπαξ δόση βεμουραφενίμπης ελήφθη με τροφή. Η σταθερή πρόσληψη της βεμουραφενίμπης με άδειο στομάχι μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά χαμηλότερη έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση.

Κατανομή

Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της βεμουραφενίμπης σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα εκτιμάται ότι είναι 91 L. Υπάρχει ισχυρή δέσμευση από τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro (>99%).

Βιομετασχηματισμός

Το κύριο ένζυμο που ευθύνεται για το μεταβολισμό της βεμουραφενίμπης in vitro είναι το CYP3A4. Συζευγμένοι μεταβολίτες (γλυκουρονιδίωση και γλυκοζυλίωση) έχουν επίσης ανιχνευθεί στον άνθρωπο. Ωστόσο, η μητρική ουσία ήταν το βασικό συστατικό (95%) στο πλάσμα.

Αποβολή

Η φαινομενική κάθαρση βεμουραφενίμπης εκτιμάται ότι είναι 29,3 L/ημέρα. Η ημίσεια ζωή αποβολής στον πληθυσμό που εκτιμάται από την ΦΚ ανάλυση της βεμουραφενίμπης είναι 51,6 ώρες (το εύρος 5ου και 95ου εκατοστημορίου της ατομικής εκτίμησης ημίσειας ζωής είναι 29,8 - 119,5 ώρες). Κατά μέσο όρο 95% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα, ενώ <1% στα ούρα. Η νεφρική αποβολή δε φαίνεται να είναι σημαντική για την αποβολή της βεμουραφενίμπης, ενώ η χολική απέκκριση της αμετάβλητης ένωσης μπορεί να είναι μια σημαντική οδός αποβολής. Η βεμουραφενίμπη είναι υπόστρωμα και αναστολέας της P-gp in vitro.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Βάσει της φαρμακοκινητικής ανάλυσης πληθυσμού, η ηλικία δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βεμουραφενίμπης.

Φύλο Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε 17% μεγαλύτερη φαινομενική κάθαρση (CL/F) και 48% μεγαλύτερο φαινομενικό όγκο κατανομής (V/F) στους άνδρες σε σύγκριση με τις γυναίκες. Δεν είναι σαφές κατά πόσο αυτό είναι αποτέλεσμα του φύλου ή του μεγέθους του σώματος. Ωστόσο, οι διαφορές στην έκθεση δεν είναι αρκετά μεγάλες για να δικαιολογηθεί αναπροσαρμογή της δόσης ανάλογα με το μέγεθος του σώματος ή το φύλο.

Νεφρική δυσλειτουργία Η ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρέασαν τη φαινομενική κάθαρση της βεμουραφενίμπης (κάθαρση κρεατινίνης > 40 ml/min). Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Σημαντικό τμήμα της βεμουραφενίμπης αποβάλλεται μέσω του ήπατος. Οι αυξήσεις των ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης και αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης μέχρι και τρεις φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο δεν επηρέασαν τη φαινομενική κάθαρση της βεμουραφενίμπης. Τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να καθορισθεί η επίδραση της μεταβολικής ή απεκκριτικά ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της βεμουραφενίμπης (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός Τα περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα από έξι εφήβους ασθενείς ηλικίας μεταξύ 15 και 17 ετών καταδεικνύουν ότι τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της βεμουραφενίμπης σε εφήβους είναι σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνα σε ενήλικες (βλ. Δοσολογία).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Το vemurafenib είναι ένας από του στόματος αναστολέας της μεταλλαγμένης κινάσης BRAF-σερίνης-θρεονίνης. Το vemurafenif είναι μια μικρή μοριακή ουσία που δρα ως ανταγωνιστικός αναστολέας της μεταλλαγμένης μορφής του BRAF. Είναι ιδιαίτερα…
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η βεμουραφενίμπη είναι ένας αναστολέας της BRAF κινάσης σερίνης-θρεονίνης. Οι μεταλλάξεις στο γονίδιο BRAF έχουν ως αποτέλεσμα την ιδιοσυστατική ενεργοποίηση των πρωτεϊνών BRAF, οι οποίες μπορεί να…

Φαρμακοκινητική
Η βεμουραφενίμπη είναι μία ουσία Τάξης IV (χαμηλή διαλυτότητα και διαπερατότητα), βάσει των κριτηρίων που περιγράφονται στο Σύστημα Βιοφαρμακευτικής Ταξινόμησης φαρμάκων. ### Απορρόφηση Η βιοδιαθεσιμότητα σε σταθεροποιημένη κατάσταση κυμάνθηκε μεταξύ **32…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Το vemurafenib μεταβολίζεται από το CYP3A4 και οι μεταβολίτες του αποτελούν το 5% των συστατικών στο πλάσμα. Η μητρική ουσία αποτελεί το υπόλοιπο 95%. Τα αποτελέσματα από in vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το CYP3A4 ήταν το κύριο ένζυμο που…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Το vemurafenib απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται σε 3 ώρες όταν χορηγείται από του στόματος δόση 960 mg δύο φορές την ημέρα για 15 ημέρες σε ασθενείς. Υπό τις…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

vemurafenib

Κωδικός ATC5

L01EC01

Κάτοχος Άδειας

Roche
pill