EMTRICITABINE, TENOFOVIR ALAFENAMIDE + RILPIVIRINE(εμτρικιταμπινε, τενοφοβιρ αλαφεναμιδε ανδ ριλπιβιρινε)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: Emtricitabine: ~10 ώρες (ημίσεια ζωή αποβολής). Ριλπιβιρίνη: ~45 ώρες (τελική ημίσεια ζωή).
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας 1 (HIV-1)
σε: Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω με σωματικό βάρος τουλάχιστον 35 kg)
Χωρίς γνωστές μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή σε NNRTI, tenofovir ή emtricitabine και με ιικό φορτίο ≤ 100.000 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml
- B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα μαζί με τροφή
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίομία φορά την ημέρα μαζί με τροφή
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης
-
Παιδιά (κάτω των 12 ετών ή < 35 kg)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιά (κάτω των 18 ετών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου)Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη διατύπωση συστάσεων σχετικά με τη δοσολογία.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A)Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B)Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)Δεν συνιστάται για χρήση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που οδηγούν σε σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (λόγω ενζυμικής επαγωγής CYP3A ή αύξησης γαστρικού pH)
-
Συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη
-
Συγχορήγηση με οξκαρβαζεπίνη
-
Συγχορήγηση με φαινοβαρβιτάλη
-
Συγχορήγηση με φαινυτοΐνη
-
Συγχορήγηση με ριφαμπουτίνη
-
Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη
-
Συγχορήγηση με ριφαπεντίνη
-
Συγχορήγηση με ομεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με εσομεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με δεξλανσοπραζόλη
-
Συγχορήγηση με λανσοπραζόλη
-
Συγχορήγηση με παντοπραζόλη
-
Συγχορήγηση με ραβεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με δεξαμεθαζόνη (από του στόματος και παρεντερικές δόσεις), εκτός από τις περιπτώσεις που χορηγείται ως θεραπεία εφάπαξ δόσης
-
Συγχορήγηση με St. John’s wort (Hypericum perforatum/υπερικό το διάτρητο/βαλσαμόχορτο)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχήςΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενη αποτυχημένη χρήση NNRTIΗ χρήση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine πρέπει να καθοδηγείται από εξέταση της αντοχής ή/και τα ιστορικά δεδομένα αντοχής.
-
Ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχήςΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιικό φορτίο > 100.000 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml κατά την έναρξη της μελέτηςΜεγαλύτερος κίνδυνος ιολογικής αποτυχίας και υψηλότερο ποσοστό εμφάνισης αντοχής σε NNRTI.
-
Ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχής (σε εφήβους)ΠροσοχήΠληθυσμόςΈφηβοι (ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών) με μη βέλτιστη συμμόρφωση σε αντιρετροϊική θεραπείαΗ μη βέλτιστη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη αντοχής και απώλεια μελλοντικών θεραπευτικών επιλογών. Μόνο έφηβοι με καλή συμμόρφωση θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με ριλπιβιρίνη.
-
Καρδιαγγειακή νόσος (QTc επιμήκυνση)Με προσοχήΠληθυσμόςΓενικόςΤο Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα με γνωστό κίνδυνο εμφάνισης ριπιδοειδούς ταχυκαρδίας.
-
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή CΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγήΈχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με HIV-1 και HCV δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Εξάρσεις ηπατίτιδας Β μετά τη διακοπή του φαρμάκουΣοβαρόςΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And RilpivirineΗ διακοπή της αγωγής με Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής.
-
Ηπατική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχέςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηπατική νόσοςΣοβαρόςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας) υπό CARTΈχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμός (κατά τη διάρκεια αντιρετροϊικής θεραπείας)Ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κλινικά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in uteroΣοβαρόςΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (ιδίως αγωγές που περιείχαν ζιδοβουδίνη)Αυτά τα ευρήματα πρέπει να συνυπολογιστούν για κάθε παιδί που παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα (αιματολογικές/μεταβολικές/νευρολογικές διαταραχές).
-
Σύνδρομο Επανενεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΣοβαρόςΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια (κατά την έναρξη της CART)Ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται. Έχουν αναφερθεί και αυτοάνοσες διαταραχές.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And RilpivirineΜπορεί να εξακολουθήσουν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης. Πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους σχετιζόμενες με τον ιό HIV.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμός (ιδίως με προχωρημένη λοίμωξη HIV ή/και μακράς διάρκειας έκθεση σε CART)Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
-
ΝεφροτοξικότηταΣοβαρόςΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΑναφέρθηκαν περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς που εμφανίζουν κλινικά σημαντικές μειώσεις στη νεφρική λειτουργία ή στοιχεία εγγύς νεφρικής σωληναριοπάθειας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
-
Νεφρική νόσος τελικού σταδίου σε χρόνια αιμοδιύλισηΜε προσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) σε χρόνια αιμοδιύλισηΤο Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
-
Κύηση (χαμηλότερες εκθέσεις ριλπιβιρίνης)ΣοβαρόςΠληθυσμόςΚατά τη διάρκεια της κύησηςΠαρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις της ριλπιβιρίνης, συσχετιζόμενες με αυξημένο κίνδυνο ιολογικής αποτυχίας. Θα πρέπει να παρακολουθείται στενά το ιικό φορτίο. Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της αλλαγής σε άλλη αντιρετροϊική αγωγή.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΑντένδειξηΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΟρισμένα φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει να συγχορηγούνται με Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα. Το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide, λαμιβουδίνη, tenofovir disoproxil ή adefovir dipivoxil.
-
Έκδοχα (μονοϋδρική λακτόζη)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Έκδοχα (νάτριο)ΑμελητέαΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο και είναι «ελεύθερο νατρίου».
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείταιΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αποβάλλονται μέσω ενεργής σωληναριακής απέκκρισηςπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της emtricitabine ή/και του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργίαπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της emtricitabine
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A (π.χ. Ριφαμπικίνη, Ριφαπεντίνη, Ριφαμπουτίνη, Καρβαμαζεπίνη, Οξκαρβαζεπίνη, Φαινοβαρβιτάλη, Φαινυτοΐνη, Δεξαμεθαζόνη (συστημική), St. John’s wort)αντένδειξηΜειώνει τις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα, κίνδυνος απώλειας ιολογικής απόκρισης και αντοχήςΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται
-
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. Ομεπραζόλη, Λανσοπραζόλη, Ραβεπραζόλη, Παντοπραζόλη, Εσομεπραζόλη, Δεξλανσοπραζόλη)αντένδειξηΜειώνει τις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα λόγω αύξησης του γαστρικού pH, κίνδυνος απώλειας ιολογικής απόκρισης και αντοχήςΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα του CYP3A (π.χ. Κετοκοναζόλη, Φλουκοναζόλη, Ιτρακοναζόλη, Ποσακοναζόλη, Βορικοναζόλη, Κλαριθρομυκίνη, Ερυθρομυκίνη, Κυκλοσπορίνη)προσοχήΑυξάνει τις συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα. Επίσης αυξάνει το tenofovir alafenamide για αναστολείς P-gp/BCRP.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται (για αντιμυκητιασικά, μακρολίδια, κυκλοσπορίνη)
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QTπροσοχήΓνωστός κίνδυνος εμφάνισης ριπιδοειδούς ταχυκαρδίαςΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
προσοχήΜειωμένη απορρόφηση της ριλπιβιρίνης (εάν χορηγείται κοντά στο Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine)ΣύστασηΝα χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές των H2-υποδοχέων που μπορούν να χορηγηθούν μία φορά την ημέρα. Να λαμβάνονται τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
-
Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου ή μαγνησίου, ανθρακικό ασβέστιο)προσοχήΜειωμένη απορρόφηση της ριλπιβιρίνης (λόγω αύξησης του γαστρικού pH)ΣύστασηΝα χορηγούνται μόνο τουλάχιστον 2 ώρες πριν από ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
-
Ledipasvir, SofosbuvirπαρακολούθησηΜικρές αλλαγές στην PK, αύξηση Tenofovir alafenamide AUC/CmaxΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Sofosbuvir, VelpatasvirπαρακολούθησηΜικρές αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜικρές αλλαγές στην PK, αύξηση Tenofovir alafenamide AUC/CmaxΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηSofosbuvir Cmax ↑21%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη (αντισυλληπτικά)παρακολούθησηΑιθινυλοιστραδιόλη Cmax ↑17%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Νορεθινδρόνη (αντισυλληπτικά)παρακολούθησηΧωρίς αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Νοργεστιμάτη, ΑιθινυλοιστραδιόληπαρακολούθησηΧωρίς αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση μεθαδόνης AUC, Cmin, CmaxΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση, μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης μεθαδόνης.
-
παρακολούθησηΧωρίς αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΡιλπιβιρίνη Cmin ↑26%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΚίνδυνος για αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της δαβιγατράνης στο πλάσμα (αναστολή της εντερικής P-gp)ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
παρακολούθησηΧωρίς αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑτορβαστατίνη Cmax ↑35%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΧωρίς αλλαγές στην PKΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένονται παρόμοιες αλληλεπιδράσειςΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Μιδαζολάμη (από του στόματος)παρακολούθησηΜιδαζολάμη AUC ↑12%, Cmax ↑2%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Μιδαζολάμη (ενδοφλέβια)παρακολούθησηΜιδαζολάμη AUC ↑8%ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
-
ΝορβουπρενορφίνηπαρακολούθησηΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Αναιμία
- Σύνδρομο επανενεργοποίησης ανοσοποιητικού συστήματος
- Αυξημένη ολική χοληστερόλη
- Αυξημένη LDL χοληστερόλη νηστείας
- Μειωμένη όρεξη
- Αυξημένα τριγλυκερίδια νηστείας
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Διαταραχές ύπνου
- Καταθλιπτική διάθεση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- υπνημία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Ξηροστομία
- Μετεωρισμός
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Αυξημένη παγκρεατική αμυλάση
- Αυξημένη λιπάση
- αυξημένες τρανσαμινάσες (AST ή/και ALT)
- αυξημένη χολυρεθρίνη
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις με συστημικά συμπτώματα
- Αρθραλγία
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη LDL χοληστερόλη νηστείαςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ολική χοληστερόληΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη παγκρεατική αμυλάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςαυξημένες τρανσαμινάσες (AST ή/και ALT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδια νηστείαςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Συχνέςαυξημένη χολυρεθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςμειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςυπνημίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο επανενεργοποίησης ανοσοποιητικού συστήματοςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςσοβαρές δερματικές αντιδράσεις με συστημικά συμπτώματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν το πιθανό όφελος αιτιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine ή των συστατικών του σε έγκυες γυναίκες. Είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης κύησης λιγότερες από 300) από τη χρήση tenofovir alafenamide στις έγκυες γυναίκες. Ένας μέτριος όγκος δεδομένων από έγκυες γυναίκες (ανάμεσα σε 300-1.000 περιπτώσεις έκβασης κύησης) δεν υποδεικνύει παραμορφωτική ή εμβρυική/νεογνική τοξικότητα της ριλπιβιρίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Κατά τη διάρκεια της κύησης παρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις της ριλπιβιρίνης, συνεπώς θα πρέπει να παρακολουθείται στενά το ιικό φορτίο. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης έκθεσης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενων με την emtricitabine. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) με τα συστατικά του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες θα πρέπει να λαμβάνουν την οδηγία να μην θηλάζουν εάν λαμβάνουν το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους.Η emtricitabine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η ριλπιβιρίνη ή το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται στο ανθρώπρινο γάλα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι το tenofovir απεκκρίνεται στο γάλα. Η ριλπιβιρίνη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση όλων των συστατικών του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine στα νεογέννητα/βρέφη. Εξαιτίας της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών σε βρέφη που θηλάζουν, οι γυναίκες θα πρέπει να λαμβάνουν την οδηγία να μην θηλάζουν εάν λαμβάνουν το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα για τον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν επιβλαβείς επιδράσεις της emtricitabine, της υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης ή του tenofovir alafenamide στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ενδείξεις τοξικότητας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστημική χρήση, αντιικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR19
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
H emtricitabine είναι ένας νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) και νουκλεοσιδικό ανάλογο της 2’-δεοξυκυτιδίνης. Η emtricitabine φωσφορυλιώνεται από τα κυτταρικά ένζυμα και σχηματίζει την τριφωσφορική emtricitabine. Η τριφωσφορική emtricitabine αναστέλλει ανταγωνιστικά την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV-1, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA). Η emtricitabine εμφανίζει δραστικότητα κατά των ιών HIV-1, HIV-2 και HBV.
Η ριλπιβιρίνη είναι μια διαρυλ-πυριμιδίνη NNRTI του HIV-1. Η δραστηριότητα της ριλπιβιρίνης μεσολαβείται από τη μη ανταγωνιστική αναστολή της RT του HIV-1. Η ριλπιβιρίνη δεν αναστέλλει τις ανθρώπινες κυτταρικές DNA πολυμεράσες α, β και τη μιτοχονδριακή DNA πολυμεράση γ.
Το tenofovir alafenamide είναι ένας νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (NtRTI) και φωσφοροαμιδικό προφάρμακο του tenofovir (ανάλογο της μονοφωσφορικής 2’-δεοξυαδενοσίνης). Το tenofovir alafenamide διαπερνά τα κύτταρα και λόγω της αυξημένης σταθερότητας στο πλάσμα και της ενδοκυτταρικής ενεργοποίησης μέσω υδρόλυσης από την καθεψίνη A, το tenofovir alafenamide είναι πιο αποτελεσματικό από το tenofovir disoproxil fumarate όσον αφορά στη συγκέντρωση του tenofovir στα μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος (PBMCs) (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και μακροφάγα. Το ενδοκυτταρικό tenofovir στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir. Το διφωσφορικό tenofovir αναστέλλει την HIV RT, οδηγώντας στον τερματισμό της αλύσου του DNA. Το tenofovir εμφανίζει δραστικότητα κατά του ιού HIV-1, HIV-2 και του HBV.
Αντιιική δράση in vitro
Οι συνδυασμοί emtricitabine, ριλπιβιρίνης και tenofovir alafenamide δεν ήταν ανταγωνιστικοί και κατέδειξαν συνεργικές επιδράσεις μεταξύ τους σε συνδυαστικές δοκιμασίες αντιικής δράσης σε κυτταρική καλλιέργεια.
Η αντιιική δράση της emtricitabine έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, στην κυτταρική σειρά MAGI CCR5 και σε PBMC. Οι τιμές 50% αποτελεσματικής συγκέντρωσης (EC50) για την emtricitabine κυμαίνονταν από 0,0013 έως 0,64 μM. H emtricitabine επέδειξε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 0,075 μM) και κατέδειξε δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,007 έως 1,5 μM).
Η ριλβιπιρίνη εκδήλωσε δραστικότητα κατά εργαστηριακών στελεχών HIV-1 άγριου τύπου σε σειρές κυττάρων Τ με οξεία λοίμωξη, με διάμεση τιμή EC50 για HIV-1/IIIB 0,73 nM (0,27 ng/ml). Η ριλπιβιρίνη κατέδειξε επίσης αντιική δράση κατά ευρέος φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών HIV-1 ομάδας Μ (υποτύπος A, B, C, D, F, G, H) με τιμές EC50 κυμαινόμενες από 0,07 έως 1,01 nM (0,03 έως 0,37 ng/ml), καθώς και πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών ομάδας O με τιμές EC50 κυμαινόμενες από 2,88 έως 8,45 nM (1,06 έως 3,10 ng/ml) και κατέδειξε περιορισμένη in vitro δράση κατά του HIV-2 με τιμές EC50 κυμαινόμενες από 2.510 έως 10.830 nM (920 έως 3.970 ng/ml).
Η αντιιική δράση του tenofovir alafenamide έναντι εργαστηριακών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών HIV-1 υπότυπου B αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, PBMC, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και CD4+ T-λεμφοκύτταρα. Οι τιμές EC50 για το tenofovir alafenamide κυμαίνονταν από 2,0 έως 14,7 nM. Το tenofovir alafenamide επέδειξε αντιιική δράση στην κυτταρική καλλιέργεια έναντι όλων των HIV-1 ομάδων (M, N και O), συμπεριλαμβανομένων των υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,10 έως 12,0 nM) και εμφάνισε δραστικότητα έναντι του HIV-2 (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,91 έως 2,63 nM).
Αντοχή
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα διαθέσιμα in vitro δεδομένα και τα δεδομένα που παράχθηκαν από πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς, οι ακόλουθες σχετιζόμενες με την αντοχή μεταλλάξεις στην RT του HIV-1, μπορούν να επηρεάσουν τη δράση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine όταν είναι παρούσες στην έναρξη της μελέτης: K65R, K70E, K101E, K101P, E138A, E138G, E138K, E138Q, E138R, V179L, Y181C, Y181I, Y181V, M184I, M184V, Y188L, H221Y, F227C, M230I, M230L και συνδυασμός L100I και K103N. Δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αρνητική επίδραση από μεταλλάξεις των NNRTI εκτός αυτών που αναφέρονται παραπάνω (π.χ., μεταλλάξεις K103N ή L100I ως μονές μεταλλάξεις), καθώς κάτι τέτοιο δεν μελετήθηκε in vivo σε επαρκή αριθμό ασθενών. Όπως με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα, η χρήση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine πρέπει να καθοδηγείται από εξέταση της αντοχής ή/και τα ιστορικά δεδομένα αντοχής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
In vitro Η μειωμένη ευαισθησία στην emtricitabine συσχετίζεται με τις μεταλλάξεις M184V/I στην RT του HIV-1. Στην κυτταρική καλλιέργεια επιλέχθηκαν στελέχη ανθεκτικά στη ριλπιβιρίνη ξεκινώντας από HIV-1 άγριου τύπου διαφορετικών προελεύσεων και υποτύπων, καθώς και από HIV-1 ανθεκτικό σε NNRTI. Οι πιο συχνά παρατηρούμενες υποκαταστάσεις αμινοξέων που παρουσιάστηκαν περιλάμβαναν τα εξής: L100I, K101E, V108I, E138K, V179F, Y181C, H221Y, F227C και M230I. Τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο tenofovir alafenamide εξέφραζαν μια K65R μετάλλαξη στην RT του HIV-1· επιπρόσθετα, παρατηρήθηκε παροδικά μια K70E μετάλλαξη στην RT του HIV-1.
Σε πρωτοθεραπευόμενους ενήλικες ασθενείς Στη συγκεντρωτική ανάλυση στην Εβδομάδα 144 των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊικά φάρμακα, οι οποίοι έλαβαν elvitegravir/cobicistat/emtricitabine/tenofovir alafenamide (E/C/F/TAF) στις μελέτες Φάσης 3 GS-US-292-0104 και GS-US-292-0111, παρατηρήθηκε ανάπτυξη μίας ή περισσότερων μεταλλάξεων σχετιζόμενων με πρωτογενή αντοχή σε απομονωθέντα στελέχη του HIV-1 σε 12 εκ των 866 (1,4%) ασθενών που έλαβαν θεραπεία με E/C/F/TAF. Ανάμεσα σε αυτά τα 12 απομονωθέντα στελέχη του HIV-1, οι μεταλλάξεις που εμφανίστηκαν ήταν οι M184V/I (n = 11) και K65R (n = 2) στην RT και οι T66T/A/I/V (n = 2), E92Q (n = 4), Q148Q/R (n = 1) και N155H (n = 2) στην ιντεγκράση. Στη συγκεντρωτική ανάλυση την Εβδομάδα 96 για ασθενείς που ελάμβαναν emtricitabine/tenofovir disoproxil fumarate (FTC/TDF) + υδροχλωρική ριλπιβιρίνη στις κλινικές μελέτες Φάσης 3 TMC278-C209 και TMC278-C215, τα απομονωθέντα στελέχη HIV-1 από 43 ασθενείς παρουσίασαν υποκατάσταση αμινοξέων με αντοχή σε NNRTI (n = 39) ή NRTI (n = 41). Οι μεταλλάξεις οι σχετιζόμενες με αντοχή σε NNRTI που αναπτύχθηκαν συχνότερα ήταν οι εξής: V90I, K101E, E138K/Q, V179I, Y181C, V189I, H221Y και F227C. Η παρουσία των μεταλλάξεων V90I και V189I κατά την έναρξη της μελέτης δεν επηρέασε την ανταπόκριση. Πενήντα-δύο τοις εκατό των απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 με εμφανιζόμενη αντοχή στο σκέλος της ριλπιβιρίνης ανέπτυξε ταυτόχρονες μεταλλάξεις NNRTI και NRTI, με συχνότερες τις E138K και M184V. Οι μεταλλάξεις που συσχετίστηκαν με αντοχή στην NRTI οι οποίες αναπτύχθηκαν σε 3 ή περισσότερα απομονωθέντα στελέχη ασθενών ήταν οι εξής: K65R, K70E, M184V/I και K219E. Έως την Εβδομάδα 96, λιγότεροι ασθενείς στο σκέλος της ριλπιβιρίνης με ιικό φορτιό ≤ 100.000 αντίγραφα/ml κατά την έναρξη της μελέτης είχαν εμφανιζόμενες υποκαταστάσεις σχετιζόμενες με αντοχή ή/και φαινοτυπική αντοχή στη ριλβιπιρίνη (7/288) από ό,τι ασθενείς με ιικό φορτίο > 100.000 αντίγραφα/ml (30/262) κατά την έναρξη της μελέτης.
Σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς Εντοπίστηκε ένας ασθενής που εμφάνισε αντοχή (M184M/I) σε μια κλινική μελέτη ιολογικά κατεσταλμένων ασθενών, οι οποίοι άλλαξαν από μια αγωγή που περιείχε emtricitabine + tenofovir disoproxil fumarate σε E/C/F/TAF χορηγούμενα σε δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης (FDC) (GS-US-292-0109, n = 959). Έως την Εβδομάδα 96, δεν εντοπίστηκαν εμφανιζόμενες κατά τη θεραπεία μεταλλάξεις που σχετίζονται με ανθεκτικότητα σε ασθενείς που άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine από emtricitabine/ριλπιβιρίνη/tenofovir disoproxil fumarate (FTC/RPV/TDF) ή efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil fumarate (EFV/FTC/TDF) (Μελέτες GS-US-366-1216 και GS-US-366-1160, n = 754).
Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV Σε μία κλινική μελέτη ασθενών με ιολογικά κατεσταλμένο HIV και συνυπάρχουσα λοίμωξη με χρόνια ηπατίτιδα Β, οι οποίοι έλαβαν E/C/F/TAFγια 48 εβδομάδες (GS-US-292-1249, n = 72), 2 ασθενείς πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την ανάλυση αντοχής. Σε αυτούς τους 2 ασθενείς, δεν εντοπίστηκαν αντικαταστάσεις αμινοξέων που να σχετίζονται με αντοχή σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του E/C/F/TAF στον HIV-1 ή HBV.
Διασταυρούμενη αντοχή
Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine που έφεραν την υποκατάσταση M184V/I, εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία τους στη διδανοσίνη, τη σταβουδίνη, το tenofovir και τη ζιδοβουδίνη. Σε μια ομάδα 67 ανασυνδυασμένων εργαστηριακών στελεχών του HIV-1 με μία σχετιζόμενη με αντοχή μετάλλαξη σε θέσεις της RT που σχετίζονται με αντοχή σε NNRTI, οι μονές μεταλλάξεις σχετιζόμενες με αντοχή που συσχετίστηκαν με απώλεια ευαισθησίας στη ριλπιβιρίνη ήταν οι K101P και Y181V/I. Η υποκατάσταση K103N από μόνη της δεν οδήγησε σε μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη, ωστόσο ο συνδυασμός της K103N και L100I οδήγησε σε 7 φορές μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη. Σε μια άλλη μελέτη, η υποκατάσταση Y188L οδήγησε σε 9πλάσια μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη για κλινικά απομονωθέντα στελέχη και 6πλάσια για τοποκατευθυνόμενα μεταλλαγμένα γονίδια. Σε ασθενείς που έλαβαν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη σε συνδυασμό με FTC/TDF σε μελέτες Φάσης 3 (συγκεντρωτικά δεδομένα από τις μελέτες TMC278-C209 και TMC278-C215), τα περισσότερα απομονωθέντα στελέχη του HIV-1 που εμφάνισαν φαινοτυπική αντοχή στη ριλπιβιρίνη παρουσίασαν διασταυρούμενη αντοχή σε τουλάχιστον έναν άλλο NNRTI (28/31). Τόσο η υποκατάσταση K65R όσο και η K70E έχουν ως αποτέλεσμα τη μειωμένη ευαισθησία στο abacavir, τη διδανοσίνη, τη λαμιβουδίνη, την emtricitabine και το tenofovir, αλλά διατηρούν την ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη.
Κλινικά δεδομένα
Η κλινική αποτελεσματικότητα του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine καθιερώθηκε από μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με emtricitabine + tenofovir alafenamide, όταν χορηγήθηκε μαζί με elvitegravir + cobicistat ως δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης των E/C/F/TAF, καθώς και από μελέτες που διενεργήθηκαν με ριλπιβιρίνη, όταν χορηγήθηκε με FTC/TDF ως μεμονωμένα συστατικά ή ως δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης των FTC/RPV/TDF και από μελέτες που διενεργήθηκαν με το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine.
Αγωγές που περιέχουν emtricitabine + tenofovir alafenamide
(Περιγραφή κλινικών μελετών GS-US-292-0104, GS-US-292-0111, GS-US-292-0109, GS-US-292-0112, GS-US-292-1825, GS-US-292-1249 και αποτελεσμάτων)
Αγωγές που περιέχουν ριλπιβιρίνη
(Περιγραφή κλινικών μελετών TMC278-C209 και TMC278-C215 και αποτελεσμάτων)
Σχήμα Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine
(Περιγραφή κλινικών μελετών GS-US-366-1216 και GS-US-366-1160 και αποτελεσμάτων)
Μεταβολές στις μετρήσεις οστικής πυκνότητας
(Περιγραφή αποτελεσμάτων για ΟΠ)
Μεταβολές στις μετρήσεις της νεφρικής λειτουργίας
(Περιγραφή αποτελεσμάτων για νεφρική λειτουργία, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Αγωγή με emtricitabine + tenofovir alafenamide
(Περιγραφή κλινικής μελέτης GS-US-292-0106 και αποτελεσμάτων)
Αγωγή που περιέχει ριλπιβιρίνη
(Περιγραφή κλινικής μελέτης TMC278-C213 και αποτελεσμάτων, βλ. Δοσολογία)
Κύηση
(Περιγραφή μελέτης TMC114HIV3015 σε έγκυες γυναίκες, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine: Οι εκθέσεις στην emtricitabine και στο tenofovir alafenamide ήταν βιοϊσοδύναμες κατά τη σύγκριση ενός επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine 200/25/25 mg με δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης elvitegravir/cobicistat/emtricitabine/tenofovir alafenamide (150/150/200/10 mg) έπειτα από χορήγηση εφάπαξ δόσης σε υγιείς ασθενείς (n = 82) υπό συνθήκες πρόσληψης τροφής. Οι εκθέσεις στη ριλπιβιρίνη ήταν βιοϊσοδύναμες κατά τη σύγκριση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine 200/25/25 mg με ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ριλπιβιρίνης (ως υδροχλωρική) 25 mg έπειτα από χορήγηση εφάπαξ δόση σε υγιείς ασθενείς (n = 95) υπό συνθήκες πρόσληψης τροφής.
Η emtricitabine απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα μετά την από του στόματος χορήγηση με ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 1 έως 2 ώρες μετά τη δόση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της emtricitabine από σκληρά καψάκια 200 mg υπολογίστηκε ότι είναι 93%. Η συστηματική έκθεση στην emtricitabine δεν επηρεάστηκε όταν η emtricitabine χορηγήθηκε μαζί με τροφή.
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση της ριλπιβιρίνης στο πλάσμα επιτεύχθηκε γενικά εντός διαστήματος 4 έως 5 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ριλπιβιρίνης είναι άγνωστη. Σε σχέση με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine σε υγιείς ενήλικες ασθενείς μαζί με τροφή οδήγησε σε αυξημένη έκθεση στη ριλπιβιρίνη (AUC) κατά 13-72%.
Το tenofovir alafenamide απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση με τις ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 15 έως 45 λεπτά μετά τη δόση. Σε σχέση με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση του Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine σε υγιείς ενήλικες ασθενείς μαζί με τροφή οδήγησε σε αυξημένη έκθεση στο tenofovir alafenamide (AUC) κατά 45-53%.
Το Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine συνιστάται να λαμβάνεται μαζί με τροφή.
Κατανομή
Η in vitro δέσμευση της emtricitabine στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν < 4% και ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος 0,02-200 μg/ml.
Η in vitro δέσμευση της ριλπιβιρίνης στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι περίπου 99,7%, κυρίως με την αλβουμίνη.
Η in vitro δέσμευση του tenofovir στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι < 0,7% και είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο εύρος 0,01-25 μg/ml. Η ex vivo δέσμευση του tenofovir alafenamide με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος σε δείγματα που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών ήταν περίπου 80%.
Βιομετασχηματισμός
Ο βιομετασχηματισμός της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του τμήματος της θειόλης και τον σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών (περίπου 9% της δόσης) και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο (περίπου 4% της δόσης). Η emtricitabine δεν ανέστειλε το μεταβολισμό του φαρμάκου in vitro που μεσολαβείται από οποιαδήποτε από τις κύριες ανθρώπινες ισομορφές του CYP που περιλαμβάνονται στο βιομετασχηματισμό του φαρμάκου. Επίσης, η emtricitabine δεν ανέστειλε την 5’-διφωσφορική ουριδινο γλυκουρονοσυλ-τρανσφεράση (UGT), το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη γλυκουρονιδίωση.
Τα πειράματα in vitro καταδεικνύουν ότι η υδροχλωρική ριλπιβιρίνη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω του συστήματος CYP3A.
Ο μεταβολισμός είναι μια κύρια οδός αποβολής για το tenofovir alafenamide στους ανθρώπους, αντιπροσωπεύοντας > 80% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης. In vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι το tenofovir alafenamide μεταβολίζεται σε tenofovir (κύριος μεταβολίτης) από την καθεψίνη A στα PBMC (συμπεριλαμβανομένων των λεμφοκυττάρων και άλλων κυττάρων-στόχων του HIV) και στα μακροφάγα και από την καρβοξυλοεστεράση-1 στα ηπατοκύτταρα. In vivo, το tenofovir alafenamide υδρολύεται εντός των κυττάρων σχηματίζοντας tenofovir (κύριος μεταβολίτης), το οποίο φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη διφωσφορικό tenofovir. In vitro, το tenofovir alafenamide δε μεταβολίζεται από το CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 ή CYP2D6. Το tenofovir alafenamide μεταβολίζεται ελάχιστα από το CYP3A4.
Αποβολή
Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης από τα ούρα (περίπου το 86%) και στα κόπρανα (περίπου το 14%). Ο μέσος όρος συστημικής κάθαρσης της emtricitabine ήταν 307 ml/min.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ριλπιβιρίνης είναι περίπου 45 ώρες. Κατά μέσο όρο 85% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και 6,1% στα ούρα μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση [14C]-ριλπιβιρίνης. Στα κόπρανα, η αμετάβλητη ριλπιβιρίνη αντιπροσώπευε κατά μέσο όρο το 25% της χορηγούμενης δόσης. Μόνο ίχνη αμετάβλητης ριλπιβιρίνης (< 1% της δόσης) ανιχνεύθηκαν στα ούρα.
Η νεφρική απέκκριση του αναλλοίωτου tenofovir alafenamide αποτελεί ένα μικρό μονοπάτι με < 1% της δόσης να αποβάλλεται στα ούρα. Το tenofovir alafenamide απεκκρίνεται κυρίως μετά το μεταβολισμό σε tenofovir. Το tenofovir αποβάλλεται νεφρικά μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής απέκκρισης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικία, φύλο και εθνικότητα
Δεν έχει εντοπισθεί κλινικά σημαντική διαφοροποίηση στη φαρμακοκινητική όσον αφορά στην ηλικία, στο φύλο ή στην εθνικότητα για την emtricitabine, τη ριλπιβιρίνη ή το tenofovir alafenamide.
Παιδιατρικός πληθυσμός
(Περιγραφή PK σε εφήβους)
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide ή του tenofovir ανάμεσα στα υγιή άτομα και τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCl ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min). Η μέση συστημική έκθεση στην emtricitabine ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCl < 30 ml/min) (33,7 μg-h/ml) από ό,τι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (11,8 μg-h/ml). Η ασφάλεια του emtricitabine + tenofovir alafenamide δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενη CrCl ≥ 15 ml/min και < 30 ml/min). Οι εκθέσεις του emtricitabine και του tenofovir σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl < 15 ml/min) σε χρόνια αιμοδιύλιση ήταν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου σε χρόνια αιμοδιύλιση συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για το emtricitabine ή το tenofovir alafenamide στους ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (εκτιμώμενη CrCl <15 ml/min) που δεν υποβάλλονται σε χρόνια αιμοδιύλιση. Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφρική αποβολή της ριλπιβιρίνης είναι αμελητέα. Δεδομένου ότι η ριλπιβιρίνη συνδέεται σε υψηλό βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, θεωρείται απίθανο να μπορεί να απομακρυνθεί σημαντικά μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναϊκής κάθαρσης (βλ. Υπερδοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας. Εντούτοις, η emtricitabine δεν μεταβολίζεται σημαντικά από τα ηπατικά ένζυμα, συνεπώς οι επιπτώσεις της ηπατικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να είναι περιορισμένες. Η υδροχλωρική ριλπιβιρίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο και απεκκρίνεται από το ήπαρ. Σε μια μελέτη, η έκθεση σε πολλαπλές δόσεις ριλπιβιρίνης ήταν κατά 47% υψηλότερη σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία A) και κατά 5% υψηλότερη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία B). Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η έκθεση σε φαρμακολογικά ενεργή, αδέσμευτη ριλπιβιρίνη αυξάνεται σημαντικά σε μέτρια δυσλειτουργία. Η ριλπιβιρίνη δεν μελετήθηκε σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία C) (βλ. Δοσολογία). Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική του tenofovir alafenamide ή του μεταβολίτη του tenofovir σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, οι συνολικές συγκεντρώσεις του tenofovir alafenamide και του tenofovir στο πλάσμα είναι χαμηλότερες από εκείνες που παρατηρούνται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Μετά από διόρθωση για την πρωτεϊνική δέσμευση, οι συγκεντρώσεις του μη δεσμευμένου (ελεύθερου) tenofovir alafenamide στο πλάσμα σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και σε φυσιολογική ηπατική λειτουργία είναι παρόμοιες.
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και ηπατίτιδας C
Η φαρμακοκινητική της emtricitabine, της ριλπιβιρίνης και του tenofovir alafenamide δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και C.
Κύηση και διάστημα μετά τον τοκετό
(Περιγραφή PK της ριλπιβιρίνης κατά την κύηση, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And Rilpivirine: Οι εκθέσεις στην emtricitabine και στο tenofovir alafenamide ήταν βιοϊσοδύναμες κατά τη σύγκριση ενός επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου Emtricitabine, Tenofovir Alafenamide And…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | πριν ή κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς και κατά τη διάρκεια της θεραπείας εφόσον κρίνεται κλινικά κατάλληλο | Όλους τους ασθενείς |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | βασισμένη στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | βασισμένη στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV | Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV που διακόπτουν το Odefsey |
| Εργαστηριακός έλεγχος | more_horizΆλλο / λοιπά | για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής | Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και HBV που διακόπτουν το Odefsey |
| ιικό φορτίο | more_horizΆλλο / λοιπά | στενά | Κατά τη διάρκεια της κύησης (λόγω χαμηλότερων εκθέσεων ριλπιβιρίνης) |