ERDAFITINIB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης**.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ουροθηλιακό καρκίνωμα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: 8 mg
- Τιτλοποίηση: Τιτλοποιήστε προς τα άνω τη δόση σε 9 mg μία φορά ημερησίως, εάν το επίπεδο φωσφορικών στον ορό είναι <9,0 mg/dl (<2,91 mmol/l) και δεν υπάρχει τοξικότητα σχετιζόμενη με το φάρμακο. Μετά την ημέρα 21, το επίπεδο φωσφορικών στον ορό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καθοδηγήσει την απόφαση για ανοδική τιτλοποίηση.
-
ΕνήλικεςΔόση8 mg από στόματος μία φορά ημερησίωςΗ δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί προς τα άνω σε 9 mg μία φορά ημερησίως με βάση τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό και την τοξικότητα.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτούνται ειδικές προσαρμογές της δόσης. Περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς άνω των 85 ετών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για τη θεραπεία του ουροθηλιακού καρκινώματος.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Οφθαλμικές διαταραχέςΠριν την έναρξη, πραγματοποίηση οφθαλμολογικής εξέτασης αναφοράς (πλέγμα Amsler, βυθοσκόπηση, οπτική οξύτητα, OCT). Μηνιαίες οφθαλμολογικές εξετάσεις (πλέγμα Amsler) για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως αν συμπτώματα. Αν ανωμαλία, ακολουθήστε οδηγίες διαχείρισης (βλ. Δοσολογία). Προφυλακτική αγωγή για ξηροφθαλμία ή θεραπεία με οφθαλμικά αντιερεθιστικά (π.χ. τεχνητά δάκρυα) τουλάχιστον κάθε 2 ώρες. Διακοπή προσωρινή του erdafitinib αν CSR, οριστική αν δεν υποχωρήσει σε 4 εβδομάδες ή Βαθμού 4. Για οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ακολουθήστε οδηγίες τροποποίησης δόσης (βλ. Δοσολογία, Διαχείριση οφθαλμικών διαταραχών).
-
Στενή κλινική παρακολούθηση για οφθαλμικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και ασθενείς με κλινικά σημαντικές ιατρικές οφθαλμικές διαταραχές (διαταραχές του αμφιβληστροειδούς, εκφύλισης της ωχράς κηλίδας / του αμφιβληστροειδούς, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, προηγούμενη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς)Στενή κλινική παρακολούθηση.
-
ΥπερφωσφαταιμίαΠαρακολούθηση για υπερφωσφαταιμία καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Περιορισμός διατροφικής πρόσληψης φωσφορικών (600-800 mg ημερησίως). Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης παραγόντων που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των φωσφορικών στον ορό αν ≥5,5 mg/dl (βλ. Δοσολογία). Δεν συνιστάται συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D. Εάν τα φωσφορικά στον ορό είναι >7,0 mg/dl, εξετάστε το ενδεχόμενο προσθήκης φωσφοροδεσμευτικού. Προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης ή οριστική διακοπή του erdafitinib ανάλογα με τη διάρκεια και τη βαρύτητα της υπερφωσφαταιμίας (βλ. Δοσολογία).
-
Χρήση με προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTπροσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν το erdafitinib χορηγείται μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT ή προκαλούν κοιλιακές ταχυκαρδίες δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA/III, μακρολιδικά αντιβιοτικά, SSRIs, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά).
-
ΥποφωσφαταιμίαΠαρακολούθηση επιπέδου φωσφορικών στον ορό. Εάν το επίπεδο φωσφορικών στο αίμα πέσει κάτω από το φυσιολογικό, διακοπή αγωγών που μειώνουν τα φωσφορικά και διαιτητικού περιορισμού (εάν εφαρμόζονται). Για τροποποιήσεις δόσης, βλ. Δοσολογία.
-
Διαταραχές των ονύχωνΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα τοξικοτήτων των ονύχων. Παροχή συμβουλών για προληπτικές θεραπείες (καλή υγιεινή, μη συνταγογραφούμενα δυναμωτικά νυχιών, παρακολούθηση για λοιμώξεις). Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
-
Δερματικές διαταραχέςΠαρακολούθηση και υποστηρικτική φροντίδα (αποφυγή περιττής έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία, υπερβολικής χρήσης σαπουνιού/μπάνιου). Χρήση τακτικά ενυδατικών προϊόντων και αποφυγή προϊόντων με άρωμα. Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
-
Αντιδράσεις φωτοευαισθησίαςπροσοχήΑπαιτείται προσοχή κατά την έκθεση στον ήλιο, φορώντας προστατευτικά ρούχα και/ή αντηλιακό.
-
Διαταραχές των βλεννογόνωνΑναζήτηση ιατρικής φροντίδας σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων. Υποστηρικτική φροντίδα (καλή στοματική υγιεινή, στοματικές πλύσεις με μαγειρική σόδα, αποφυγή πικάντικων/όξινων τροφών). Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
-
Εργαστηριακές εξετάσεις (Αύξηση κρεατινίνης, υπονατριαιμία, αύξηση τρανσαμινασών, αναιμία)Πλήρης γενική εξέταση αίματος και βιοχημεία ορού θα πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικά.
-
Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότηταΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΕνημέρωση σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
-
Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότηταΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΧρήση εξαιρετικά αποτελεσματικής αντισύλληψης πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση. Διεξαγωγή τεστ εγκυμοσύνης με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας πριν την έναρξη του erdafitinib.
-
Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότηταΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείςΧρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης (π.χ. προφυλακτικό) και να μην δωρίζουν ή φυλάσσουν σπέρμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.
-
Συνδυασμός με ισχυρούς ή μέτριους αναστολείς του CYP2C9 ή του CYP3A4Απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνδυασμός με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4Δεν συνιστάται με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4. Για την ταυτόχρονη χρήση με μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συνδυασμός με ορμονικά αντισυλληπτικάΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικάΧρήση εναλλακτικού αντισυλληπτικού μέτρου που δεν επηρεάζεται από τους ενζυμικούς επαγωγείς (π.χ. μη ορμονική ενδομήτρια συσκευή) ή πρόσθετης μη ορμονικής αντισύλληψης (π.χ. προφυλακτικό) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Έκδοχα με γνωστή δράση (Νάτριο)Ενημέρωση ότι το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP2C9 ή ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, φλουκοναζόλη, μικοναζόλη, σεριτινίμπη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, ελβιτεγκραβίρη, ριτοναβίρη, παριταπρεβίρη, σακουιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, τιπραναβίρη, λοπιναβίρη, αμιωδαρόνη, πιπερίνη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στο erdafitinib και πιθανή αυξημένη τοξικότηταΣύστασηΜείωση της δόσης του erdafitinib στην επόμενη χαμηλότερη δόση. Εξετάστε το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών παραγόντων χωρίς καθόλου ή με ελάχιστο δυναμικό αναστολής ενζύμων.
-
Γκρέιπφρουτ ή πορτοκάλια ΣεβίλληςαντένδειξηΙσχυρή αναστολή του CYP3A4, πιθανή αύξηση έκθεσης στο erdafitinibΣύστασηΝα αποφεύγονται
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. απαλουταμίδη, ενζαλουταμίδη, λουμακαφτόρη, ιβοσιδενίμπη, μιτοτάνη, ριφαπεντίνη, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο)αντένδειξηΜειωμένη έκθεση στο erdafitinibΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση
-
Μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. δαμπραφενίμπη, βοσεντάνη, κενομπαμάτη, ελαγολίξη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, λορλατινίμπη, μιταπιβάτη, μοδαφινίλη, πεξινταρτινίμπη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη, ρεποτρεκτινίμπη, ριφαμπουτίνη, σοτορασίμπη, αιθυλική τελοτριστάτη)προσοχήΜειωμένη έκθεση στο erdafitinibΣύστασηΗ δόση θα πρέπει να αυξηθεί προσεκτικά κατά 1 έως 2 mg και να προσαρμόζεται σταδιακά κάθε δύο έως τρεις εβδομάδες με βάση την κλινική παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες, χωρίς να υπερβαίνει τα 9 mg.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικάπροσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας λόγω πιθανής επαγωγής του CYP3A4ΣύστασηΧρήση εναλλακτικού ή πρόσθετου μη ορμονικού αντισυλληπτικού μέτρου κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.
-
προσοχήΑύξηση της συστηματικής τους έκθεσηςΣύστασηΝα λαμβάνονται τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά το erdafitinib.
-
παρακολούθησηΔεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη ΦΚ της μετφορμίνης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να τροποποιήσουν τα επίπεδα φωσφορικών στον ορόπροσοχήΠιθανή επίδραση στην απόφαση για ανοδική τιτλοποίηση του erdafitinibΣύστασηΝα αποφεύγονται μέχρι την αξιολόγηση του επιπέδου των φωσφορικών στον ορό μεταξύ της 14ης και της 21ης ημέρας μετά την έναρξη της θεραπείας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- υπερπαραθυρεοειδισμός
- Υπερφωσφαταιμία
- Υπονατριαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερασβεστιαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Δυσγευσία
- κεντρική ορώδης αμφιβληστροειδοπάθεια
- ξηρός οφθαλμός
- ελκώδης κερατίτιδα
- αγγειακή ασβέστωση
- Κερατίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Καταρράκτης
- Βλεφαρίτιδα
- Αυξημένη δακρύρροια
- Επίσταξη
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- ξηρό στόμα
- Παρωνυχία
- ονυχόλυση
- τέλεια απόπτωση των ονύχων
- δυστροφία όνυχα
- αποχρωματισμός όνυχα
- σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- ονυχοαλγία
- ρήξη όνυχα
- ραβδώσεις όνυχα
- ρωγμές δέρματος
- ξηρόδερμα
- αιμορραγία κοίτης όνυχα
- ενόχλημα σε όνυχα
- ατροφία δέρματος
- παλαμιαίο ερύθημα
- τοξικότητα στο δέρμα
- Διαταραχή όνυχα
- Αλωπεκία
- Ξηρό δέρμα
- Κνησμός
- Αποφολίδωση δέρματος
- Υπερκεράτωση
- Δερματική βλάβη
- Έκζεμα
- Εξάνθημα
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- ηπατική κυτταρόλυση
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Υπερχολερυθριναιμία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- ξηρότητα βλεννογόνου
- Αναιμία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή όνυχαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηρό δέρμαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΠαρωνυχίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπερφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςαποχρωματισμός όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςδυστροφία όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςκεντρική ορώδης αμφιβληστροειδοπάθειαΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Πολύ συχνέςξηρό στόμαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςξηρός οφθαλμόςΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Πολύ συχνέςονυχόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςσύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςτέλεια απόπτωση των ονύχωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑποφολίδωση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔερματική βλάβηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερκεράτωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνέςαγγειακή ασβέστωσηΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Συχνέςελκώδης κερατίτιδαΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Συχνέςηπατική κυτταρόλυσηΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣυχνέςξηρόδερμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςξηρότητα βλεννογόνουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
ΣυχνέςονυχοαλγίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςρήξη όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςραβδώσεις όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςρωγμές δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςυπερπαραθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςαιμορραγία κοίτης όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςατροφία δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςενόχλημα σε όνυχαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςπαλαμιαίο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςτοξικότητα στο δέρμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση των γυναικών απαιτεί θεραπεία με erdafitinib.Με βάση τον μηχανισμό δράσης και τα ευρήματα σε μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα, το erdafitinib μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του erdafitinib σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν το erdafitinib χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος, ενημερώστε την ασθενή για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο και συμβουλέψτε την ασθενή σχετικά με τις κλινικές και θεραπευτικές επιλογές της. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν εξαιρετικά αποτελεσματική αντισύλληψη πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση. Η ταυτόχρονη χορήγηση του erdafitinib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών, επομένως πρέπει να χρησιμοποιείται εναλλακτικό ή πρόσθετο μη ορμονικό αντισυλληπτικό. Συνιστάται η διεξαγωγή τεστ εγκυμοσύνης με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας πριν από την έναρξη του erdafitinib.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την απέκκριση του erdafitinib στο ανθρώπινο γάλα ή τις επιδράσεις του erdafitinib στα θηλάζοντα βρέφη ή στην παραγωγή γάλακτος. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν μπορεί να αποκλειστεί μείωση της αρσενικής και θηλυκής γονιμότητας.Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση του erdafitinib στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες γονιμότητας σε ζώα με το erdafitinib (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση την προκαταρκτική αξιολόγηση της γονιμότητας σε γενικές μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και τη φαρμακολογία του erdafitinib.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης. Κωδικός ATC: L01EN01
Μηχανισμός δράσης
Το erdafitinib είναι ένας παν-αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των ινοβλαστών (FGFR).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Φωσφορικά ορού
Το erdafitinib αυξάνει τη συγκέντρωση των φωσφορικών στον ορό, μια δευτερεύουσα επίδραση της αναστολής του FGFR (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα του erdafitinib αξιολογήθηκε στην Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001, μιας Φάσης 3, τυχαιοποιημένης, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρικής μελέτης για την αξιολόγηση της συνολικής επιβίωσης (OS) του erdafitinib έναντι χημειοθεραπείας (δοσεταξέλη ή βινφλουνίνη) σε ασθενείς με προχωρημένο (μη εγχειρήσιμο ή μεταστατικό) ουροθηλιακό καρκίνο οι οποίοι φέρουν επιλεγμένες αλλοιώσεις του FGFR και παρουσίασαν εξέλιξη της νόσου μετά από 1 ή 2 προηγούμενες θεραπείες, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 περιλαμβάνει έναν αναστολέα υποδοχέων προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-1) ή συνδετών προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-L1) (αντι-PD-(L)1) που χρησιμοποιείται σε θεραπευτικό περιβάλλον τοπικά προχωρημένου μη εγχειρήσιμου ή μεταστατικού καρκίνου. Οι ασθενείς που έλαβαν νεοεπικουρική ή επικουρική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία και εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου εντός 12 μηνών από την τελευταία δόση θεωρείται ότι έχουν λάβει συστηματική θεραπεία στο πλαίσιο μεταστατικής νόσου. Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιαγγειακή νόσο εντός των προηγούρνων 3 μηνών ή με παράταση του διαστήματος QTc βαθμού 2 ή υψηλότερου (≥481 ms) και διαταραγμένη επούλωση τραυμάτων αποκλείστηκαν από τη μελέτη, όπως επίσης και οι ασθενείς με κεντρική ορώδη αμφιβληστροειδοπάθεια ή αποκόλληση του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς οποιουδήποτε βαθμού. Τα κύρια δεδομένα αποτελεσματικότητας βασίζονται σε 266 ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αντι-PD-(L)1 και τυχαιοποιήθηκαν σε erdafitinib (8 mg με εξατομικευμένη ανοδική τιτλοποίηση σε 9 mg εάν το επίπεδο φωσφορικών στον ορό είναι <9,0 mg/dl και δεν υπήρχε τοξικότητα σχετιζόμενη με το φάρμακο) έναντι χημειοθεραπείας (δοσεταξέλη 75 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες ή βινφλουνίνη 320 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες). Στη μελέτη, οι επιλέξιμοι ασθενείς ήταν απαραίτητο να έχουν τουλάχιστον 1 από τις ακόλουθες συντήξεις του FGFR: FGFR2-BICC1, FGFR2-CASP7, FGFR3-TACC3, FGFR3-BAIAP2L1, ή 1 από τις ακόλουθες μεταλλάξεις του γονιδίου FGFR3: R248C, S249C, G370C, Y373C. Η επιλεξιμότητα με βάση μοριακά κριτήρια προσδιορίστηκε με τη χρήση αποτελεσμάτων FGFR από κεντρικό (74,6%) ή τοπικό (25,4%) εργαστήριο. Τα δείγματα όγκων εξετάστηκαν για γενετικές αλλοιώσεις του FGFR με το κιτ Qiagen Therascreen FGFR RGQ RT-PCR στο κεντρικό εργαστήριο. Σε τοπικό επίπεδο, η ιστορική εξέταση σε δείγματα όγκου ή αίματος βασίστηκε σε τοπικές εξετάσεις αλληλούχισης επόμενης γενιάς (NGS). Μεταξύ του περιορισμένου αριθμού ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη με βάση τοπική εξέταση και είχαν δείγματα όγκου διαθέσιμα για επιβεβαιωτικό έλεγχο, παρατηρήθηκε συμφωνία 75,6% κατά την εξέταση με χρήση της κεντρικής εξέτασης. Στην κοόρτη της μελέτης, το 99,2% των ασθενών είχαν γενετικές αλλοιώσεις του FGFR (2 ασθενείς δεν είχαν αλλοιώσεις του FGFR: το 80,8% των ασθενών είχαν μεταλλάξεις του FGFR3, το 16,5% των ασθενών είχαν συντήξεις του FGFR3 και το 1,9% των ασθενών είχαν και μεταλλάξεις και συντήξεις του FGFR3). Δεν παρατηρήθηκαν ασθενείς με αλλοιώσεις του FGFR2 σε αυτήν την κοόρτη της μελέτης. Όγκος που φέρει ευαίσθητες γενετικές αλλοιώσεις του FGFR3 είναι όγκος με τουλάχιστον 1 από τις ακόλουθες συντήξεις του FGFR: FGFR3-TACC3, FGFR3-BAIAP2L1, ή 1 από τις ακόλουθες μεταλλάξεις του γονιδίου FGFR3: R248C, S249C, G370C, Y373C. Όλοι οι ασθενείς στην κοόρτη της μελέτης με αλλοιώσεις του FGFR είχαν τουλάχιστον 1 αλλοίωση του FGFR3. Η μετάλλαξη FGFR3-S249C ήταν η πιο διαδεδομένη αλλοίωση (46,6%), ακολουθούμενη από τη FGFR3-Y373C (16,9%) και τη σύντηξη FGFR3-TACC3 (9,8%). Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά ήταν ισορροπημένα μεταξύ των ομάδων θεραπείας με erdafitinib και με χημειοθεραπεία. Η διάμεση ηλικία κατά τη διαλογή της πλήρους μελέτης ήταν 67 έτη (εύρος: 32 έως 86 έτη). Η πλειονότητα των ασθενών ήταν 65 ετών και άνω: το 19,9% ήταν 65 έως 69 ετών, το 19,9% ήταν 70 έως 74 ετών, το 21,1% ήταν 75 ετών και άνω. Η πλειονότητα των ασθενών ήταν άνδρες (71,4%), λευκοί (54,1%) και από την Ευρώπη (60,9%). Όλοι οι ασθενείς είχαν καρκίνωμα στο μεταβατικό επιθήλιο, ενώ ένα μικρό ποσοστό (5,3%) των ασθενών είχε ελάσσονα στοιχεία (<50% συνολικά) ιστολογικής παραλλαγής. Η θέση του πρωτοπαθούς όγκου ήταν η ανώτερη οδός για το 33,5% των ασθενών και η κατώτερη οδός για το 66,5%. Οι ασθενείς είχαν βαθμολογία ECOG κατά την έναρξη 0 (42,9%), 1 (47,7%) ή 2 (9,4%). Όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον 1 προηγούμενη γραμμή αντικαρκινικής θεραπείας που πρέπει να περιλάμβανε έναν παράγοντα αντι-PD-(L)-1. Οι αντι-PD-(L)1 θεραπείες που είχαν ληφθεί πιο συχνά περιλάμβαναν πεμπρολιζουμάμπη (35,3%), αβελουμάμπη (22,2%) και ατεζολιζουμάμπη (19,5%). Δεν ήταν απαραίτητο να έχει προηγηθεί αγωγή με χημειοθεραπεία, ωστόσο η πλειονότητα των ασθενών (89,1%) είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον μία γραμμή χημειοθεραπείας. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα (89,7% στην ομάδα του erdafitinib, 85,4% στην ομάδα της χημειοθεραπείας): πιο συχνά σισπλατίνη (55,9% στην ομάδα του erdafitinib, 45,4% στην ομάδα της χημειοθεραπείας) ακολουθούμενη από καρβοπλατίνη (27,2% στην ομάδα του erdafitinib, 31,5% στην ομάδα της χημειοθεραπείας). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η Συνολική Επιβίωση. Η αξιολόγηση της ακτινολογικής ανταπόκρισης πραγματοποιήθηκε από τους ερευνητές σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST (Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης στους Συμπαγείς Όγκους, Έκδοση 1.1) μέχρι την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτής τοξικότητας, την ανάκληση της συναίνεσης, ή την απόφαση του ερευνητή να διακόψει τη θεραπεία ή το τέλος της μελέτης, όποιο συνέβη πρώτο. Η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) και η διάρκεια ανταπόκρισης συμπεριλήφθηκαν ως δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας. Η θεραπεία με erdafitinib έδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση της OS για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με erdafitinib, και μάλιστα το erdafitinib παρέτεινε την OS σε σύγκριση με τη θεραπεία με χημειοθεραπεία (διάμεση OS 12,1 μήνες έναντι 7,8 μηνών) (βλ. Πίνακα 7). Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 7.
Πίνακας 7: Επισκόπηση αποτελεσμάτων αποτελεσματικότητας για την Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001
| Erdafitinib (N=136) | Χημειοθεραπεία (N=130) | |
|---|---|---|
| Συνολική επιβίωση (OS) | ||
| Αριθμός συμβάντων (%) | 77 (56,6%) | 78 (60,0%) |
| Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) | 12,06 (10,28, 16,36) | 7,79 (6,54, 11,07) |
| HR (95% CI) | 0,64 (0,44, 0,93)α | |
| P-τιμή | 0,0050 | |
| Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) | ||
| Αριθμός συμβάντων (%) | 101 (74,3%) | 90 (69,2%) |
| Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) | 5,55 (4,40, 5,65) | 2,73 (1,81, 3,68) |
| HR (95% CI) | 0,58 (0,41, 0,82)α | |
| P-τιμή | 0,0002 | |
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), επιβεβαιωμένο | ||
| ORR (CR + PR) | 48 (35,3%) | 11 (8,5%) |
| Διάρκεια ανταπόκρισης (DoR), αξιολογημένη από τον ερευνητή, επιβεβαιωμένη | ||
| Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) | 5,55 (4,17, 8,31) | 5,75 (4,86, 7,16) |
Όλες οι p-τιμές που αναφέρονται είναι αμφίπλευρες. α Παρέχονται επαναλαμβανόμενα διαστήματα εμπιστοσύνης.
Εικόνα 1. Διάγραμμα Kaplan-Meier της Συνολικής Επιβίωσης - Μη Στρωματοποιημένη Ανάλυση (Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001)
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Στην κλινική μελέτη του erdafitinib, το 60,9% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω (το 39,8% ήταν ηλικίας 65-<75 ετών και το 21,1% των ασθενών ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω). Δεν παρατηρήθηκε συνολική διαφορά στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε ηλικιωμένους και νεότερους ενήλικες ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το erdafitinib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο ουροθηλιακό καρκίνωμα (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως, η έκθεση στο erdafitinib (μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση πλάσματος [Cmax] και περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου [AUC]) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος δόσεων από 0,5 έως 12 mg. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε μετά από 2 εβδομάδες με χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως και ο μέσος λόγος συσσώρευσης ήταν 4πλάσιος στους ασθενείς με καρκίνο. Μετά από χορήγηση 8 mg μία φορά ημερησίως, που είναι η προτεινόμενη δόση έναρξης, η μέση (συντελεστής μεταβλητότητας [CV%]) Cmax σε σταθερή κατάσταση του erdafitinib, η AUCτ και η ελάχιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmin) ήταν 1399 ng/ml (50,8%), 29268 ng.h/ml (59,9%) και 936 ng/ml (64,9%) σε ασθενείς με καρκίνο. Οι ημερήσιες διακυμάνσεις των συγκεντρώσεων του erdafitinib στο πλάσμα ήταν χαμηλές, με μέσο (CV%) λόγο ανώτατης-κατώτατης συγκέντρωσης 1,47 (23%) σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά την ημερήσια χορήγηση δόσης.
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης, ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) ήταν 2,5 ώρες (εύρος: 2 έως 6 ώρες) σε υγιείς εθελοντές και η από στόματος απορρόφηση είναι σχεδόν πλήρης.
Επίδραση της τροφής
Η χορήγηση erdafitinib σε υγιείς εθελοντές υπό συνθήκες νηστείας και με γεύμα υψηλών λιπαρών δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές μεταβολής στη Cmax και στην AUC. Οι μέσες τιμές της AUC∞ και της Cmax μειώθηκαν κατά 6% και 14%, αντίστοιχα, όταν το erdafitinib συγχορηγήθηκε με γεύμα υψηλών λιπαρών. Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη του tmax καθυστέρησε περίπου 1,5 ώρα με την τροφή (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής του erdafitinib σε ασθενείς με καρκίνο ήταν 0,411 l/kg. Το erdafitinib ήταν δεσμευμένο σε ποσοστό 99,7% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κατά προτίμηση στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός είναι η κύρια οδός αποβολής του erdafitinib. Στον άνθρωπο, το erdafitinib μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9 και το CYP3A4 και σχηματίζει τον O-απομεθυλιωμένο κύριο μεταβολίτη. Η συνεισφορά του CYP2C9 και του CYP3A4 στη συνολική κάθαρση του erdafitinib εκτιμάται ότι είναι 39% και 20%, αντίστοιχα. Το αμετάβλητο erdafitinib ήταν το κύριο σχετιζόμενο με το φάρμακο τμήμα στο πλάσμα, ενώ δεν υπήρχαν κυκλοφορούντες μεταβολίτες.
Αποβολή
Η μέση συνολική φαινόμενη κάθαρση (CL/F) του erdafitinib ήταν 0,362 l/h σε ασθενείς με καρκίνο. Η μέση αποτελεσματική ημιζωή του erdafitinib σε ασθενείς με καρκίνο ήταν 58,9 ώρες. Έως 16 ημέρες μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένου [14C]-erdafitinib, το 69% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (το 14-21% ως αμετάβλητo erdafitinib) και το 19% στα ούρα (το 13% ως αμετάβλητο erdafitinib) σε υγιείς εθελοντές.
Ειδικοί πληθυσμοί
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib με βάση την ηλικία (21-92 ετών), το φύλο, τη φυλή (Λευκή, Ισπανόφωνη ή Ασιατική), το σωματικό βάρος (36-166 kg), την ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και την ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική του erdafitinib δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib μεταξύ των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (απόλυτος GFR-MDRD [απόλυτος ρυθμός σπειραματικής διήθησης - τροποποίηση της δίαιτας στη νεφρική νόσο] ≥90 ml/min) και των ατόμων με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD 60 έως 89 ml/min) και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD 30 έως 59 ml/min) με βάση ΦΚ ανάλυση πληθυσμού. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD κάτω από τα 30 ml/min) ή με νεφρική δυσλειτουργία που απαιτεί αιμοδιύλιση, λόγω έλλειψης φαρμακοκινητικών δεδομένων (n=7, 0,8%).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του erdafitinib εξετάστηκε σε συμμετέχοντες με προϋπάρχουσα ήπια (n=8) ή μέτρια (n=8) ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας A και B κατά Child-Pugh, αντίστοιχα) και σε υγιείς συμμετέχοντες-μάρτυρες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=8). Η συνολική AUC∞ ήταν 82% και 61% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η συνολική Cmax ήταν 83% και 74% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η ελεύθερη AUC∞ ήταν 95% και 88% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η ελεύθερη Cmax ήταν 96% και 105% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib ανάμεσα σε άτομα με ήπια (κατηγορίας A κατά Child-Pugh) ή μέτρια (κατηγορίας B κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η φαρμακοκινητική του erdafitinib σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία δεν είναι γνωστή, λόγω περιορισμένων δεδομένων.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Επίδραση των αναστολέων της P-gp στο erdafitinib
Το erdafitinib είναι ένα υπόστρωμα της P-gp. Οι αναστολείς της P-gp δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη ΦΚ του erdafitinib κατά κλινικά σημαντικό τρόπο.
Επίδραση των παραγόντων μείωσης οξέων στο erdafitinib
Το erdafitinib έχει επαρκή διαλυτότητα σε όλο το εύρος του pH από 1 έως 7,4. Οι παράγοντες μείωσης οξέων (π.χ. αντιόξινα, ανταγωνιστές H2 ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων) δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη βιοδιαθεσιμότητα του erdafitinib.
Επίδραση της Σεβελαμέρης στο erdafitinib
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib σε ασθενείς που έλαβαν σεβελαμέρη.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Οφθαλμολογική εξέταση · Πριν την έναρξη
- Πλέγμα Amsler · Πριν την έναρξη
- Βυθοσκόπηση · Πριν την έναρξη
- Οπτική οξύτητα · Πριν την έναρξη
- Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) · Πριν την έναρξη
-
Τεστ εγκυμοσύνης
· Πριν την έναρξη
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Τακτικά | — |
| Βιοχημικές εξετάσεις ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | — |
| Φωσφορικά ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας και κατά τις διακοπές της θεραπείας | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Βυθοσκόπηση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα | — |
| Εξέταση με σχισμοειδή λυχνία | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα | — |
| Οπτική οξύτητα | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα | — |
| Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα | — |
| Οφθαλμολογική εξέταση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Επανέναρξη μετά από οφθαλμικό ανεπιθύμητο συμβάν |
| Πλέγμα Amsler | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα | — |
| Κλινική παρακολούθηση (τοξικότητα ονύχων) | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | — | — |
| Κλινική παρακολούθηση δερματικών διαταραχών | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | — | — |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ηλικία ≥65 ετών ή κλινικά σημαντικές οφθαλμικές διαταραχές |
| Κλινική παρακολούθηση διαταραχών βλεννογόνων | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | — |