Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01EN01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ERDAFITINIB

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης**.

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C67 Κακοήθης νεοπλασία της ουροδόχου κύστης

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ουροθηλιακό καρκίνωμα

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Μία φορά ημερησίως, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα
Δόση έναρξης:
8 mg
Τιτλοποίηση:
Τιτλοποιήστε προς τα άνω τη δόση σε 9 mg μία φορά ημερησίως, εάν το επίπεδο φωσφορικών στον ορό είναι <9,0 mg/dl (<2,91 mmol/l) και δεν υπάρχει τοξικότητα σχετιζόμενη με το φάρμακο. Μετά την ημέρα 21, το επίπεδο φωσφορικών στον ορό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καθοδηγήσει την απόφαση για ανοδική τιτλοποίηση.
  • Ενήλικες
    Δόση8 mg από στόματος μία φορά ημερησίως
    Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί προς τα άνω σε 9 mg μία φορά ημερησίως με βάση τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό και την τοξικότητα.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτούνται ειδικές προσαρμογές της δόσης. Περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς άνω των 85 ετών.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση για τη θεραπεία του ουροθηλιακού καρκινώματος.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Οφθαλμικές διαταραχές
    Πριν την έναρξη, πραγματοποίηση οφθαλμολογικής εξέτασης αναφοράς (πλέγμα Amsler, βυθοσκόπηση, οπτική οξύτητα, OCT). Μηνιαίες οφθαλμολογικές εξετάσεις (πλέγμα Amsler) για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως αν συμπτώματα. Αν ανωμαλία, ακολουθήστε οδηγίες διαχείρισης (βλ. Δοσολογία). Προφυλακτική αγωγή για ξηροφθαλμία ή θεραπεία με οφθαλμικά αντιερεθιστικά (π.χ. τεχνητά δάκρυα) τουλάχιστον κάθε 2 ώρες. Διακοπή προσωρινή του erdafitinib αν CSR, οριστική αν δεν υποχωρήσει σε 4 εβδομάδες ή Βαθμού 4. Για οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ακολουθήστε οδηγίες τροποποίησης δόσης (βλ. Δοσολογία, Διαχείριση οφθαλμικών διαταραχών).
  • Στενή κλινική παρακολούθηση για οφθαλμικές διαταραχές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και ασθενείς με κλινικά σημαντικές ιατρικές οφθαλμικές διαταραχές (διαταραχές του αμφιβληστροειδούς, εκφύλισης της ωχράς κηλίδας / του αμφιβληστροειδούς, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, προηγούμενη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς)
    Στενή κλινική παρακολούθηση.
  • Υπερφωσφαταιμία
    Παρακολούθηση για υπερφωσφαταιμία καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Περιορισμός διατροφικής πρόσληψης φωσφορικών (600-800 mg ημερησίως). Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης παραγόντων που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των φωσφορικών στον ορό αν ≥5,5 mg/dl (βλ. Δοσολογία). Δεν συνιστάται συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D. Εάν τα φωσφορικά στον ορό είναι >7,0 mg/dl, εξετάστε το ενδεχόμενο προσθήκης φωσφοροδεσμευτικού. Προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης ή οριστική διακοπή του erdafitinib ανάλογα με τη διάρκεια και τη βαρύτητα της υπερφωσφαταιμίας (βλ. Δοσολογία).
  • Χρήση με προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT
    προσοχή
    Συνιστάται προσοχή όταν το erdafitinib χορηγείται μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT ή προκαλούν κοιλιακές ταχυκαρδίες δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA/III, μακρολιδικά αντιβιοτικά, SSRIs, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά).
  • Υποφωσφαταιμία
    Παρακολούθηση επιπέδου φωσφορικών στον ορό. Εάν το επίπεδο φωσφορικών στο αίμα πέσει κάτω από το φυσιολογικό, διακοπή αγωγών που μειώνουν τα φωσφορικά και διαιτητικού περιορισμού (εάν εφαρμόζονται). Για τροποποιήσεις δόσης, βλ. Δοσολογία.
  • Διαταραχές των ονύχων
    Παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα τοξικοτήτων των ονύχων. Παροχή συμβουλών για προληπτικές θεραπείες (καλή υγιεινή, μη συνταγογραφούμενα δυναμωτικά νυχιών, παρακολούθηση για λοιμώξεις). Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
  • Δερματικές διαταραχές
    Παρακολούθηση και υποστηρικτική φροντίδα (αποφυγή περιττής έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία, υπερβολικής χρήσης σαπουνιού/μπάνιου). Χρήση τακτικά ενυδατικών προϊόντων και αποφυγή προϊόντων με άρωμα. Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
  • Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
    προσοχή
    Απαιτείται προσοχή κατά την έκθεση στον ήλιο, φορώντας προστατευτικά ρούχα και/ή αντηλιακό.
  • Διαταραχές των βλεννογόνων
    Αναζήτηση ιατρικής φροντίδας σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων. Υποστηρικτική φροντίδα (καλή στοματική υγιεινή, στοματικές πλύσεις με μαγειρική σόδα, αποφυγή πικάντικων/όξινων τροφών). Διακοπή ή τροποποίηση θεραπείας βάσει τοξικότητας.
  • Εργαστηριακές εξετάσεις (Αύξηση κρεατινίνης, υπονατριαιμία, αύξηση τρανσαμινασών, αναιμία)
    Πλήρης γενική εξέταση αίματος και βιοχημεία ορού θα πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικά.
  • Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
    Ενημέρωση σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
  • Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Χρήση εξαιρετικά αποτελεσματικής αντισύλληψης πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση. Διεξαγωγή τεστ εγκυμοσύνης με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας πριν την έναρξη του erdafitinib.
  • Αναπαραγωγική και αναπτυξιακή τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείς
    Χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης (π.χ. προφυλακτικό) και να μην δωρίζουν ή φυλάσσουν σπέρμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.
  • Συνδυασμός με ισχυρούς ή μέτριους αναστολείς του CYP2C9 ή του CYP3A4
    Απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συνδυασμός με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς του CYP3A4
    Δεν συνιστάται με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4. Για την ταυτόχρονη χρήση με μέτριους επαγωγείς του CYP3A4 απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συνδυασμός με ορμονικά αντισυλληπτικά
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά
    Χρήση εναλλακτικού αντισυλληπτικού μέτρου που δεν επηρεάζεται από τους ενζυμικούς επαγωγείς (π.χ. μη ορμονική ενδομήτρια συσκευή) ή πρόσθετης μη ορμονικής αντισύλληψης (π.χ. προφυλακτικό) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Έκδοχα με γνωστή δράση (Νάτριο)
    Ενημέρωση ότι το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μέτριοι αναστολείς του CYP2C9 ή ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, φλουκοναζόλη, μικοναζόλη, σεριτινίμπη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, ελβιτεγκραβίρη, ριτοναβίρη, παριταπρεβίρη, σακουιναβίρη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, τιπραναβίρη, λοπιναβίρη, αμιωδαρόνη, πιπερίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στο erdafitinib και πιθανή αυξημένη τοξικότητα
    ΣύστασηΜείωση της δόσης του erdafitinib στην επόμενη χαμηλότερη δόση. Εξετάστε το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών παραγόντων χωρίς καθόλου ή με ελάχιστο δυναμικό αναστολής ενζύμων.
  • Γκρέιπφρουτ ή πορτοκάλια Σεβίλλης
    αντένδειξη
    Ισχυρή αναστολή του CYP3A4, πιθανή αύξηση έκθεσης στο erdafitinib
    ΣύστασηΝα αποφεύγονται
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. απαλουταμίδη, ενζαλουταμίδη, λουμακαφτόρη, ιβοσιδενίμπη, μιτοτάνη, ριφαπεντίνη, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο)
    αντένδειξη
    Μειωμένη έκθεση στο erdafitinib
    ΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση
  • Μέτριοι επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. δαμπραφενίμπη, βοσεντάνη, κενομπαμάτη, ελαγολίξη, εφαβιρένζη, ετραβιρίνη, λορλατινίμπη, μιταπιβάτη, μοδαφινίλη, πεξινταρτινίμπη, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη, ρεποτρεκτινίμπη, ριφαμπουτίνη, σοτορασίμπη, αιθυλική τελοτριστάτη)
    προσοχή
    Μειωμένη έκθεση στο erdafitinib
    ΣύστασηΗ δόση θα πρέπει να αυξηθεί προσεκτικά κατά 1 έως 2 mg και να προσαρμόζεται σταδιακά κάθε δύο έως τρεις εβδομάδες με βάση την κλινική παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες, χωρίς να υπερβαίνει τα 9 mg.
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά
    προσοχή
    Μείωση της αποτελεσματικότητας λόγω πιθανής επαγωγής του CYP3A4
    ΣύστασηΧρήση εναλλακτικού ή πρόσθετου μη ορμονικού αντισυλληπτικού μέτρου κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.
  • Υποστρώματα P-gp με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. κολχικίνη, διγοξίνη, δαβιγατράνη, απιξαμπάνη)
    προσοχή
    Αύξηση της συστηματικής τους έκθεσης
    ΣύστασηΝα λαμβάνονται τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά το erdafitinib.
  • παρακολούθηση
    Δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη ΦΚ της μετφορμίνης.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να τροποποιήσουν τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό
    προσοχή
    Πιθανή επίδραση στην απόφαση για ανοδική τιτλοποίηση του erdafitinib
    ΣύστασηΝα αποφεύγονται μέχρι την αξιολόγηση του επιπέδου των φωσφορικών στον ορό μεταξύ της 14ης και της 21ης ημέρας μετά την έναρξη της θεραπείας.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ενδοκρινικές διαταραχές
  • υπερπαραθυρεοειδισμός
Μεταβολισμός
  • Υπερφωσφαταιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπερασβεστιαιμία
  • Υποφωσφαταιμία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
Νευρικό
  • Δυσγευσία
Διαταραχές του οφθαλμού
  • κεντρική ορώδης αμφιβληστροειδοπάθεια
  • ξηρός οφθαλμός
  • ελκώδης κερατίτιδα
  • αγγειακή ασβέστωση
Οφθαλμικές
  • Κερατίτιδα
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Ξηροφθαλμία
  • Καταρράκτης
  • Βλεφαρίτιδα
  • Αυξημένη δακρύρροια
Αναπνευστικό
  • Επίσταξη
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Στοματίτιδα
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • ξηρό στόμα
Λοιμώξεις
  • Παρωνυχία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • ονυχόλυση
  • τέλεια απόπτωση των ονύχων
  • δυστροφία όνυχα
  • αποχρωματισμός όνυχα
  • σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
  • ονυχοαλγία
  • ρήξη όνυχα
  • ραβδώσεις όνυχα
  • ρωγμές δέρματος
  • ξηρόδερμα
  • αιμορραγία κοίτης όνυχα
  • ενόχλημα σε όνυχα
  • ατροφία δέρματος
  • παλαμιαίο ερύθημα
  • τοξικότητα στο δέρμα
Δέρμα
  • Διαταραχή όνυχα
  • Αλωπεκία
  • Ξηρό δέρμα
  • Κνησμός
  • Αποφολίδωση δέρματος
  • Υπερκεράτωση
  • Δερματική βλάβη
  • Έκζεμα
  • Εξάνθημα
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική βλάβη
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Ηπατοχολικές διαταραχές
  • ηπατική κυτταρόλυση
Ήπαρ
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Υπερχολερυθριναιμία
Γενικές
  • Εξασθένιση
  • Κόπωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
  • ξηρότητα βλεννογόνου
Αίμα
  • Αναιμία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχή όνυχα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηρό δέρμα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Παρωνυχία
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Υπερφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • αποχρωματισμός όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • δυστροφία όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • κεντρική ορώδης αμφιβληστροειδοπάθεια
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Πολύ συχνές
  • ξηρό στόμα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • ξηρός οφθαλμός
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Πολύ συχνές
  • ονυχόλυση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • τέλεια απόπτωση των ονύχων
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αποφολίδωση δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Βλεφαρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Δερματική βλάβη
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Οξεία νεφρική βλάβη
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Υπερασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερκεράτωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Υποφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • αγγειακή ασβέστωση
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Συχνές
  • ελκώδης κερατίτιδα
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Συχνές
  • ηπατική κυτταρόλυση
    Ηπατοχολικές διαταραχές
    Συχνές
  • ξηρόδερμα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • ξηρότητα βλεννογόνου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
    Συχνές
  • ονυχοαλγία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • ρήξη όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • ραβδώσεις όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • ρωγμές δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • υπερπαραθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • αιμορραγία κοίτης όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • ατροφία δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • ενόχλημα σε όνυχα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • παλαμιαίο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • τοξικότητα στο δέρμα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση των γυναικών απαιτεί θεραπεία με erdafitinib.
    Με βάση τον μηχανισμό δράσης και τα ευρήματα σε μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα, το erdafitinib μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του erdafitinib σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν το erdafitinib χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος, ενημερώστε την ασθενή για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο και συμβουλέψτε την ασθενή σχετικά με τις κλινικές και θεραπευτικές επιλογές της. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν εξαιρετικά αποτελεσματική αντισύλληψη πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση. Η ταυτόχρονη χορήγηση του erdafitinib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών, επομένως πρέπει να χρησιμοποιείται εναλλακτικό ή πρόσθετο μη ορμονικό αντισυλληπτικό. Συνιστάται η διεξαγωγή τεστ εγκυμοσύνης με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας πριν από την έναρξη του erdafitinib.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 μήνα μετά την τελευταία δόση του erdafitinib.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την απέκκριση του erdafitinib στο ανθρώπινο γάλα ή τις επιδράσεις του erdafitinib στα θηλάζοντα βρέφη ή στην παραγωγή γάλακτος. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί μείωση της αρσενικής και θηλυκής γονιμότητας.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με την επίδραση του erdafitinib στη γονιμότητα. Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες γονιμότητας σε ζώα με το erdafitinib (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση την προκαταρκτική αξιολόγηση της γονιμότητας σε γενικές μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και τη φαρμακολογία του erdafitinib.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Διακοπή του erdafitinib και εφαρμογή γενικών υποστηρικτικών μέτρων μέχρι να μειωθεί ή να αποκατασταθεί η κλινική τοξικότητα.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Διαταραχές του οφθαλμού όπως κεντρική ορώδης αμφιβληστροειδοπάθεια ή κερατίτιδα έχουν σημειωθεί με αναστολείς του FGFR και με τη θεραπεία με erdafitinib. Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν σχετιζόμενα με τη θεραπεία συμπτώματα τα οποία επηρεάζουν την όρασή τους, συνιστάται να μην οδηγούν και να μην χειρίζονται μηχανήματα μέχρι να υποχωρήσει η επίδραση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
erdafitinib 3 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Πυρήνας δισκίου
Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη
Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Μαννιτόλη (E421)
Μεγλουμίνη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
Υμένιο επικάλυψης (Opadry amb II)
Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου Ι
Πολυβινυλαλκοόλη-μερικώς υδρολυμένη
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Τάλκης
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (E172)
erdafitinib 4 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Πυρήνας δισκίου
Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη
Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Μαννιτόλη (E421)
Μεγλουμίνη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
Υμένιο επικάλυψης (Opadry amb II)
Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου Ι
Πολυβινυλαλκοόλη-μερικώς υδρολυμένη
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Τάλκης
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (E172)
Οξείδιο του σιδήρου ερυθρό (E172)
22
erdafitinib 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Πυρήνας δισκίου
Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη
Στεατικό μαγνήσιο (E572)
Μαννιτόλη (E421)
Μεγλουμίνη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
Υμένιο επικάλυψης (Opadry amb II)
Μονοκαπρυλοκαπροϊκή γλυκερόλη Τύπου Ι
Πολυβινυλαλκοόλη-μερικώς υδρολυμένη
Λαουρυλοθειικό νάτριο
Τάλκης
Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (E172)
Οξείδιο του σιδήρου ερυθρό (E172)
Οξείδιο του σιδήρου μέλαν (E172)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης. Κωδικός ATC: L01EN01

Μηχανισμός δράσης

Το erdafitinib είναι ένας παν-αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των ινοβλαστών (FGFR).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Φωσφορικά ορού

Το erdafitinib αυξάνει τη συγκέντρωση των φωσφορικών στον ορό, μια δευτερεύουσα επίδραση της αναστολής του FGFR (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα του erdafitinib αξιολογήθηκε στην Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001, μιας Φάσης 3, τυχαιοποιημένης, ανοικτής επισήμανσης, πολυκεντρικής μελέτης για την αξιολόγηση της συνολικής επιβίωσης (OS) του erdafitinib έναντι χημειοθεραπείας (δοσεταξέλη ή βινφλουνίνη) σε ασθενείς με προχωρημένο (μη εγχειρήσιμο ή μεταστατικό) ουροθηλιακό καρκίνο οι οποίοι φέρουν επιλεγμένες αλλοιώσεις του FGFR και παρουσίασαν εξέλιξη της νόσου μετά από 1 ή 2 προηγούμενες θεραπείες, εκ των οποίων τουλάχιστον 1 περιλαμβάνει έναν αναστολέα υποδοχέων προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-1) ή συνδετών προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-L1) (αντι-PD-(L)1) που χρησιμοποιείται σε θεραπευτικό περιβάλλον τοπικά προχωρημένου μη εγχειρήσιμου ή μεταστατικού καρκίνου. Οι ασθενείς που έλαβαν νεοεπικουρική ή επικουρική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία και εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου εντός 12 μηνών από την τελευταία δόση θεωρείται ότι έχουν λάβει συστηματική θεραπεία στο πλαίσιο μεταστατικής νόσου. Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενη καρδιαγγειακή νόσο εντός των προηγούρνων 3 μηνών ή με παράταση του διαστήματος QTc βαθμού 2 ή υψηλότερου (≥481 ms) και διαταραγμένη επούλωση τραυμάτων αποκλείστηκαν από τη μελέτη, όπως επίσης και οι ασθενείς με κεντρική ορώδη αμφιβληστροειδοπάθεια ή αποκόλληση του μελαγχρωστικού επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς οποιουδήποτε βαθμού. Τα κύρια δεδομένα αποτελεσματικότητας βασίζονται σε 266 ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αντι-PD-(L)1 και τυχαιοποιήθηκαν σε erdafitinib (8 mg με εξατομικευμένη ανοδική τιτλοποίηση σε 9 mg εάν το επίπεδο φωσφορικών στον ορό είναι <9,0 mg/dl και δεν υπήρχε τοξικότητα σχετιζόμενη με το φάρμακο) έναντι χημειοθεραπείας (δοσεταξέλη 75 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες ή βινφλουνίνη 320 mg/m2 μία φορά κάθε 3 εβδομάδες). Στη μελέτη, οι επιλέξιμοι ασθενείς ήταν απαραίτητο να έχουν τουλάχιστον 1 από τις ακόλουθες συντήξεις του FGFR: FGFR2-BICC1, FGFR2-CASP7, FGFR3-TACC3, FGFR3-BAIAP2L1, ή 1 από τις ακόλουθες μεταλλάξεις του γονιδίου FGFR3: R248C, S249C, G370C, Y373C. Η επιλεξιμότητα με βάση μοριακά κριτήρια προσδιορίστηκε με τη χρήση αποτελεσμάτων FGFR από κεντρικό (74,6%) ή τοπικό (25,4%) εργαστήριο. Τα δείγματα όγκων εξετάστηκαν για γενετικές αλλοιώσεις του FGFR με το κιτ Qiagen Therascreen FGFR RGQ RT-PCR στο κεντρικό εργαστήριο. Σε τοπικό επίπεδο, η ιστορική εξέταση σε δείγματα όγκου ή αίματος βασίστηκε σε τοπικές εξετάσεις αλληλούχισης επόμενης γενιάς (NGS). Μεταξύ του περιορισμένου αριθμού ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη με βάση τοπική εξέταση και είχαν δείγματα όγκου διαθέσιμα για επιβεβαιωτικό έλεγχο, παρατηρήθηκε συμφωνία 75,6% κατά την εξέταση με χρήση της κεντρικής εξέτασης. Στην κοόρτη της μελέτης, το 99,2% των ασθενών είχαν γενετικές αλλοιώσεις του FGFR (2 ασθενείς δεν είχαν αλλοιώσεις του FGFR: το 80,8% των ασθενών είχαν μεταλλάξεις του FGFR3, το 16,5% των ασθενών είχαν συντήξεις του FGFR3 και το 1,9% των ασθενών είχαν και μεταλλάξεις και συντήξεις του FGFR3). Δεν παρατηρήθηκαν ασθενείς με αλλοιώσεις του FGFR2 σε αυτήν την κοόρτη της μελέτης. Όγκος που φέρει ευαίσθητες γενετικές αλλοιώσεις του FGFR3 είναι όγκος με τουλάχιστον 1 από τις ακόλουθες συντήξεις του FGFR: FGFR3-TACC3, FGFR3-BAIAP2L1, ή 1 από τις ακόλουθες μεταλλάξεις του γονιδίου FGFR3: R248C, S249C, G370C, Y373C. Όλοι οι ασθενείς στην κοόρτη της μελέτης με αλλοιώσεις του FGFR είχαν τουλάχιστον 1 αλλοίωση του FGFR3. Η μετάλλαξη FGFR3-S249C ήταν η πιο διαδεδομένη αλλοίωση (46,6%), ακολουθούμενη από τη FGFR3-Y373C (16,9%) και τη σύντηξη FGFR3-TACC3 (9,8%). Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά ήταν ισορροπημένα μεταξύ των ομάδων θεραπείας με erdafitinib και με χημειοθεραπεία. Η διάμεση ηλικία κατά τη διαλογή της πλήρους μελέτης ήταν 67 έτη (εύρος: 32 έως 86 έτη). Η πλειονότητα των ασθενών ήταν 65 ετών και άνω: το 19,9% ήταν 65 έως 69 ετών, το 19,9% ήταν 70 έως 74 ετών, το 21,1% ήταν 75 ετών και άνω. Η πλειονότητα των ασθενών ήταν άνδρες (71,4%), λευκοί (54,1%) και από την Ευρώπη (60,9%). Όλοι οι ασθενείς είχαν καρκίνωμα στο μεταβατικό επιθήλιο, ενώ ένα μικρό ποσοστό (5,3%) των ασθενών είχε ελάσσονα στοιχεία (<50% συνολικά) ιστολογικής παραλλαγής. Η θέση του πρωτοπαθούς όγκου ήταν η ανώτερη οδός για το 33,5% των ασθενών και η κατώτερη οδός για το 66,5%. Οι ασθενείς είχαν βαθμολογία ECOG κατά την έναρξη 0 (42,9%), 1 (47,7%) ή 2 (9,4%). Όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον 1 προηγούμενη γραμμή αντικαρκινικής θεραπείας που πρέπει να περιλάμβανε έναν παράγοντα αντι-PD-(L)-1. Οι αντι-PD-(L)1 θεραπείες που είχαν ληφθεί πιο συχνά περιλάμβαναν πεμπρολιζουμάμπη (35,3%), αβελουμάμπη (22,2%) και ατεζολιζουμάμπη (19,5%). Δεν ήταν απαραίτητο να έχει προηγηθεί αγωγή με χημειοθεραπεία, ωστόσο η πλειονότητα των ασθενών (89,1%) είχαν λάβει προηγουμένως τουλάχιστον μία γραμμή χημειοθεραπείας. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα (89,7% στην ομάδα του erdafitinib, 85,4% στην ομάδα της χημειοθεραπείας): πιο συχνά σισπλατίνη (55,9% στην ομάδα του erdafitinib, 45,4% στην ομάδα της χημειοθεραπείας) ακολουθούμενη από καρβοπλατίνη (27,2% στην ομάδα του erdafitinib, 31,5% στην ομάδα της χημειοθεραπείας). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η Συνολική Επιβίωση. Η αξιολόγηση της ακτινολογικής ανταπόκρισης πραγματοποιήθηκε από τους ερευνητές σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST (Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης στους Συμπαγείς Όγκους, Έκδοση 1.1) μέχρι την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτής τοξικότητας, την ανάκληση της συναίνεσης, ή την απόφαση του ερευνητή να διακόψει τη θεραπεία ή το τέλος της μελέτης, όποιο συνέβη πρώτο. Η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) και η διάρκεια ανταπόκρισης συμπεριλήφθηκαν ως δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας. Η θεραπεία με erdafitinib έδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση της OS για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με erdafitinib, και μάλιστα το erdafitinib παρέτεινε την OS σε σύγκριση με τη θεραπεία με χημειοθεραπεία (διάμεση OS 12,1 μήνες έναντι 7,8 μηνών) (βλ. Πίνακα 7). Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 7.

Πίνακας 7: Επισκόπηση αποτελεσμάτων αποτελεσματικότητας για την Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001

Erdafitinib (N=136) Χημειοθεραπεία (N=130)
Συνολική επιβίωση (OS)
Αριθμός συμβάντων (%) 77 (56,6%) 78 (60,0%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 12,06 (10,28, 16,36) 7,79 (6,54, 11,07)
HR (95% CI) 0,64 (0,44, 0,93)α
P-τιμή 0,0050
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Αριθμός συμβάντων (%) 101 (74,3%) 90 (69,2%)
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 5,55 (4,40, 5,65) 2,73 (1,81, 3,68)
HR (95% CI) 0,58 (0,41, 0,82)α
P-τιμή 0,0002
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), επιβεβαιωμένο
ORR (CR + PR) 48 (35,3%) 11 (8,5%)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DoR), αξιολογημένη από τον ερευνητή, επιβεβαιωμένη
Διάμεση τιμή, μήνες (95% CI) 5,55 (4,17, 8,31) 5,75 (4,86, 7,16)

Όλες οι p-τιμές που αναφέρονται είναι αμφίπλευρες. α Παρέχονται επαναλαμβανόμενα διαστήματα εμπιστοσύνης.

Εικόνα 1. Διάγραμμα Kaplan-Meier της Συνολικής Επιβίωσης - Μη Στρωματοποιημένη Ανάλυση (Κοόρτη 1 της Μελέτης BLC3001)

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Στην κλινική μελέτη του erdafitinib, το 60,9% των ασθενών ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω (το 39,8% ήταν ηλικίας 65-<75 ετών και το 21,1% των ασθενών ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω). Δεν παρατηρήθηκε συνολική διαφορά στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε ηλικιωμένους και νεότερους ενήλικες ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το erdafitinib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο ουροθηλιακό καρκίνωμα (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως, η έκθεση στο erdafitinib (μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση πλάσματος [Cmax] και περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου [AUC]) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση σε όλο το εύρος δόσεων από 0,5 έως 12 mg. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε μετά από 2 εβδομάδες με χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως και ο μέσος λόγος συσσώρευσης ήταν 4πλάσιος στους ασθενείς με καρκίνο. Μετά από χορήγηση 8 mg μία φορά ημερησίως, που είναι η προτεινόμενη δόση έναρξης, η μέση (συντελεστής μεταβλητότητας [CV%]) Cmax σε σταθερή κατάσταση του erdafitinib, η AUCτ και η ελάχιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmin) ήταν 1399 ng/ml (50,8%), 29268 ng.h/ml (59,9%) και 936 ng/ml (64,9%) σε ασθενείς με καρκίνο. Οι ημερήσιες διακυμάνσεις των συγκεντρώσεων του erdafitinib στο πλάσμα ήταν χαμηλές, με μέσο (CV%) λόγο ανώτατης-κατώτατης συγκέντρωσης 1,47 (23%) σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά την ημερήσια χορήγηση δόσης.

Απορρόφηση

Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης, ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax) ήταν 2,5 ώρες (εύρος: 2 έως 6 ώρες) σε υγιείς εθελοντές και η από στόματος απορρόφηση είναι σχεδόν πλήρης.

Επίδραση της τροφής

Η χορήγηση erdafitinib σε υγιείς εθελοντές υπό συνθήκες νηστείας και με γεύμα υψηλών λιπαρών δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικές μεταβολής στη Cmax και στην AUC. Οι μέσες τιμές της AUC∞ και της Cmax μειώθηκαν κατά 6% και 14%, αντίστοιχα, όταν το erdafitinib συγχορηγήθηκε με γεύμα υψηλών λιπαρών. Ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη του tmax καθυστέρησε περίπου 1,5 ώρα με την τροφή (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής του erdafitinib σε ασθενείς με καρκίνο ήταν 0,411 l/kg. Το erdafitinib ήταν δεσμευμένο σε ποσοστό 99,7% σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κατά προτίμηση στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός είναι η κύρια οδός αποβολής του erdafitinib. Στον άνθρωπο, το erdafitinib μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9 και το CYP3A4 και σχηματίζει τον O-απομεθυλιωμένο κύριο μεταβολίτη. Η συνεισφορά του CYP2C9 και του CYP3A4 στη συνολική κάθαρση του erdafitinib εκτιμάται ότι είναι 39% και 20%, αντίστοιχα. Το αμετάβλητο erdafitinib ήταν το κύριο σχετιζόμενο με το φάρμακο τμήμα στο πλάσμα, ενώ δεν υπήρχαν κυκλοφορούντες μεταβολίτες.

Αποβολή

Η μέση συνολική φαινόμενη κάθαρση (CL/F) του erdafitinib ήταν 0,362 l/h σε ασθενείς με καρκίνο. Η μέση αποτελεσματική ημιζωή του erdafitinib σε ασθενείς με καρκίνο ήταν 58,9 ώρες. Έως 16 ημέρες μετά από εφάπαξ από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένου [14C]-erdafitinib, το 69% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα (το 14-21% ως αμετάβλητo erdafitinib) και το 19% στα ούρα (το 13% ως αμετάβλητο erdafitinib) σε υγιείς εθελοντές.

Ειδικοί πληθυσμοί

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib με βάση την ηλικία (21-92 ετών), το φύλο, τη φυλή (Λευκή, Ισπανόφωνη ή Ασιατική), το σωματικό βάρος (36-166 kg), την ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και την ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική του erdafitinib δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib μεταξύ των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (απόλυτος GFR-MDRD [απόλυτος ρυθμός σπειραματικής διήθησης - τροποποίηση της δίαιτας στη νεφρική νόσο] ≥90 ml/min) και των ατόμων με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD 60 έως 89 ml/min) και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD 30 έως 59 ml/min) με βάση ΦΚ ανάλυση πληθυσμού. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (απόλυτος GFR‐MDRD κάτω από τα 30 ml/min) ή με νεφρική δυσλειτουργία που απαιτεί αιμοδιύλιση, λόγω έλλειψης φαρμακοκινητικών δεδομένων (n=7, 0,8%).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική του erdafitinib εξετάστηκε σε συμμετέχοντες με προϋπάρχουσα ήπια (n=8) ή μέτρια (n=8) ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας A και B κατά Child-Pugh, αντίστοιχα) και σε υγιείς συμμετέχοντες-μάρτυρες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (n=8). Η συνολική AUC∞ ήταν 82% και 61% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η συνολική Cmax ήταν 83% και 74% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η ελεύθερη AUC∞ ήταν 95% και 88% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Η ελεύθερη Cmax ήταν 96% και 105% σε συμμετέχοντες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με συμμετέχοντες με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib ανάμεσα σε άτομα με ήπια (κατηγορίας A κατά Child-Pugh) ή μέτρια (κατηγορίας B κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η φαρμακοκινητική του erdafitinib σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία δεν είναι γνωστή, λόγω περιορισμένων δεδομένων.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα

Επίδραση των αναστολέων της P-gp στο erdafitinib

Το erdafitinib είναι ένα υπόστρωμα της P-gp. Οι αναστολείς της P-gp δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη ΦΚ του erdafitinib κατά κλινικά σημαντικό τρόπο.

Επίδραση των παραγόντων μείωσης οξέων στο erdafitinib

Το erdafitinib έχει επαρκή διαλυτότητα σε όλο το εύρος του pH από 1 έως 7,4. Οι παράγοντες μείωσης οξέων (π.χ. αντιόξινα, ανταγωνιστές H2 ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων) δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη βιοδιαθεσιμότητα του erdafitinib.

Επίδραση της Σεβελαμέρης στο erdafitinib

Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του erdafitinib σε ασθενείς που έλαβαν σεβελαμέρη.

Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης. Κωδικός ATC: L01EN01 ### Μηχανισμός δράσης Το erdafitinib είναι ένας **παν-αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των ινοβλαστών…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης. Κωδικός ATC: L01EN01 ### Μηχανισμός δράσης Το erdafitinib είναι ένας **παν-αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των ινοβλαστών…
Φαρμακοκινητική
Μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης μία φορά ημερησίως, η έκθεση στο erdafitinib (μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση πλάσματος [Cmax] και περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου [AUC]) αυξήθηκαν αναλογικά με τη δόση σε όλο…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Οφθαλμολογική εξέταση · Πριν την έναρξη
  • Πλέγμα Amsler · Πριν την έναρξη
  • Βυθοσκόπηση · Πριν την έναρξη
  • Οπτική οξύτητα · Πριν την έναρξη
  • Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) · Πριν την έναρξη
  • Τεστ εγκυμοσύνης · Πριν την έναρξη
    Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τακτικά
Βιοχημικές εξετάσεις ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Τακτικά
Φωσφορικά ορού scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά Καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας και κατά τις διακοπές της θεραπείας
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Βυθοσκόπηση visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα
Εξέταση με σχισμοειδή λυχνία visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα
Οπτική οξύτητα visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα
Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα
Οφθαλμολογική εξέταση visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Επανέναρξη μετά από οφθαλμικό ανεπιθύμητο συμβάν
Πλέγμα Amsler visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μηνιαία για 4 μήνες, μετά κάθε 3 μήνες και επειγόντως ανά πάσα στιγμή για οφθαλμολογικά συμπτώματα
Κλινική παρακολούθηση (τοξικότητα ονύχων) dermatologyΔερματολογικός έλεγχος
Κλινική παρακολούθηση δερματικών διαταραχών dermatologyΔερματολογικός έλεγχος
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Ηλικία ≥65 ετών ή κλινικά σημαντικές οφθαλμικές διαταραχές
Κλινική παρακολούθηση διαταραχών βλεννογόνων stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 12 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science