Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 639.18 € | |
| 100 / TAB | 2399.71 € | |
| 500 / TAB | 2438.69 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C92 Μυελοειδής λευχαιμία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Θετική για χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας χρόνια μυελογενή λευχαιμία σε χρόνια φάση · Χρόνια μυελογενής λευχαιμία · Χρόνια μυελογενής λευχαιμία Ph+ στη χρόνια φάση
BOSULIF — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως με φαγητό
- Δόση έναρξης: 400 mg μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Σε ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ οι οποίοι ήταν ανθεκτικοί ή μη ανεκτικοί στην προηγούμενη θεραπεία μπορεί να γίνει κλιμάκωση των δόσεων στα 600 mg μία φορά ημερησίως μαζί με φαγητό σε εκείνους που είχαν μη ικανοποιητική ανταπόκριση ή είχαν ενδείξεις προόδου της νόσου και απουσία οποιωνδήποτε ανεπιθύμητων συμβάντων Βαθμού 3 ή 4 ή επίμονων ανεπιθύμητων συμβάντων Βαθμού 2. Σε ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση, μπορεί να γίνει κλιμάκωση των δόσεων με προσαυξήσεις των 100 mg έως τη μέγιστη τιμή των 600 mg μία φορά ημερησίως, εάν οι ασθενείς δεν παρουσιάσουν μετάγραφα BCR-ABL ≤ 10% κατά τον Μήνα 3 και δεν έχουν ανεπιθύμητη ενέργεια Βαθμού 3 ή 4 κατά τον χρόνο της κλιμάκωσης της δόσης και όλες οι μη αιματολογικές τοξικότητες Βαθμού 2 έχουν υποχωρήσει σε τουλάχιστον Βαθμού 1. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με BSA < 1,1 m2 και ανεπαρκή ανταπόκριση μετά από 3 μήνες, εξετάστε το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης με προσαυξήσεις των 50 mg έως τη μέγιστη δόση των 100 mg πάνω από τη δόση έναρξης με βάση το BSA. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με BSA ≥ 1,1 m2 και ανεπαρκή ανταπόκριση μετά από 3 μήνες, εξετάστε το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης παρόμοια με τις συστάσεις για ενήλικες με προσαυξήσεις των 100 mg.
-
Ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάση (CP)Δόση400 mg μία φορά ημερησίως
-
Ενήλικες ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάση (CP), επιταχυνόμενη φάση (AP) ή βλαστική φάση (BP) με ανθεκτικότητα ή μη ανεκτικότητα στην προηγούμενη θεραπεία (R/I)Δόση500 mg μία φορά ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάσηΔόση300 mg/m2 επιφάνειας σώματος (BSA) από του στόματος μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση500 mg μία φορά ημερησίωςΑνάλογα με την BSA: 0.55 - < 0.63 m2: 200 mg; 0.63 - < 0.75 m2: 200 mg; 0.75 - < 0.9 m2: 250 mg; 0.9 - < 1.1 m2: 300 mg; ≥ 1.1 m2: 400 mg (μέγιστη δόση έναρξης).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ σε χρόνια φάση με ανθεκτικότητα ή μη ανεκτικότητα στην προηγούμενη θεραπείαΔόση400 mg/m2 BSA από του στόματος μία φορά ημερησίωςΜέγ. δόση600 mg μία φορά ημερησίωςΑνάλογα με την BSA: 0.55 - < 0.63 m2: 250 mg; 0.63 - < 0.75 m2: 300 mg; 0.75 - < 0.9 m2: 350 mg; 0.9 - < 1.1 m2: 400 mg; ≥ 1.1 m2: 500 mg (μέγιστη δόση έναρξης).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)Δεν απαιτούνται ειδικές δοσολογικές συστάσεις. Συνιστάται προσοχή.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικούς ασθενείςΈλεγχος ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας και ανά μήνα κατά τους πρώτους 3 μήνες θεραπείας και όπως ενδείκνυται κλινικά. Αντιμετώπιση αυξήσεων τρανσαμινασών με προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης (μετά επαναφορά σε Βαθμό 1 ή τιμές αναφοράς), και/ή οριστική διακοπή. Σε περίπτωση ταυτόχρονων αυξήσεων στη χολερυθρίνη, αντιμετώπιση κατάλληλα (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Διάρροια και έμετοςπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς, ασθενείς με πρόσφατη ή σε εξέλιξη κλινικά σημαντική γαστρεντερική διαταραχήΧρήση με προσοχή και μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου. Αντιμετώπιση με καθιερωμένη θεραπευτική προσέγγιση (αντιδιαρροϊκό/αντιεμετικό φάρμακο, χορήγηση υγρών) και/ή προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης, οριστική διακοπή (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αποφυγή συγχορήγησης με δομπεριδόνη εκτός εάν άλλα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά (απαραίτητη εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου και παρακολούθηση για παράταση QTc).
-
ΜυελοκαταστολήΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικούς ασθενείςΠραγματοποίηση γενικών εξετάσεων αίματος εβδομαδιαίως κατά τον πρώτο μήνα και κατόπιν ανά μήνα ή όπως ενδείκνυται κλινικά. Αντιμετώπιση με προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης και/ή οριστική διακοπή της βοσουτινίμπης (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κατακράτηση υγρώνΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικούς ασθενείςΠαρακολούθηση και αντιμετώπιση με την καθιερωμένη θεραπευτική προσέγγιση. Αντιμετώπιση με προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης και/ή οριστική διακοπή της βοσουτινίμπης (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Λιπάση ορούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενο ιστορικό παγκρεατίτιδαςΣυνιστάται προσοχή. Σε περίπτωση αυξήσεων λιπάσης με κοιλιακά συμπτώματα, διακοπή χορήγησης και λήψη διαγνωστικών μέτρων για αποκλεισμό παγκρεατίτιδας (βλ. Δοσολογία).
-
ΛοιμώξειςΗ βοσουτινίμπη μπορεί να προδιαθέσει σε βακτηριακές, μυκητιασικές, ιογενείς ή πρωτοζωικές λοιμώξεις.
-
Καρδιαγγειακή τοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη ηλικία ή παράγοντες κινδύνου (ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, διαβήτη, ΔΜΣ > 30, υπέρταση, αγγειακές διαταραχές)Παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας και καρδιακής ισχαιμίας και αντιμετώπιση όπως ενδείκνυται κλινικά. Αντιμετώπιση με διακοπή δόσης, μείωση δόσης ή/και διακοπή της βοσουτινίμπης.
-
Κίνδυνος προαρρυθμίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ή προδιάθεση για παράταση QTc, μη ελεγχόμενη ή σημαντική καρδιακή νόσο (πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ασταθής στηθάγχη, κλινικά σημαντική βραδυκαρδία) ή λαμβάνοντες φάρμακα που παρατείνουν το QTc (βλ. Αλληλεπιδράσεις)Χορήγηση με προσοχή. Διόρθωση υποκαλιαιμίας και υπομαγνησιαιμίας πριν τη χορήγηση και τακτική παρακολούθηση. Παρακολούθηση για επίδραση στο διάστημα QTc.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ, ασθενείς με προϋπάρχουσα επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας ή παράγοντες κινδύνου (συγχορήγηση νεφροτοξικών φαρμάκων)Αξιολόγηση νεφρικής λειτουργίας πριν την έναρξη και στενή παρακολούθηση. Συνιστάται μείωση δόσης σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 1,5 x ULN αποκλείστηκαν από μελέτες.
-
Ασιατική φυλήΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΠαρακολούθηση στενά για τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά σε περίπτωση κλιμάκωσης της δόσης.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΟριστική διακοπή της βοσουτινίμπης σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή δερματική αντίδραση (Σύνδρομο Stevens-Johnson, Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση) κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Σύνδρομο λύσης όγκουΔιόρθωση κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και αντιμετώπιση υψηλών επιπέδων ουρικού οξέος πριν την έναρξη της βοσουτινίμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας BΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι χρόνιοι φορείς του ιού HBVΕξέταση για λοίμωξη από HBV πριν την έναρξη. Συμβουλή ειδικών πριν την έναρξη για HBV θετικούς (ενεργός νόσος) και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Στενή παρακολούθηση HBV φορέων για σημεία/συμπτώματα ενεργού λοίμωξης καθ' όλη τη διάρκεια και για αρκετούς μήνες μετά (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
ΦωτοευαισθησίαΑποφυγή ή ελαχιστοποίηση έκθεσης σε άμεσο ηλιακό φως ή UV ακτινοβολία. Χρήση προστατευτικής ενδυμασίας και αντιηλιακού με υψηλό δείκτη προστασίας.
-
Αναστολείς του κυτοχρώματος P-450 (CYP)3AπροσοχήΑποφυγή συγχορήγησης με ισχυρούς ή μέτριους αναστολείς CYP3A. Εάν αναγκαία, εξέταση διακοπής ή μείωσης δόσης βοσουτινίμπης. Συνιστάται επιλογή εναλλακτικού φαρμάκου με ελάχιστη αναστολή CYP3A (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Επαγωγείς του CYP3AπροσοχήΑποφυγή συγχορήγησης με ισχυρούς ή μέτριους επαγωγείς CYP3A (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Επίδραση της τροφήςπροσοχήΑποφυγή προϊόντων από γκρέιπφρουτ (χυμός και άλλες τροφές που αναστέλλουν CYP3A) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΝάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς σε διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα νατρίουΕνημέρωση ότι το προϊόν είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A (ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, μιμπεφραδίλη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, προϊόντα από γκρέιπφρουτ)αντένδειξηαύξηση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση. Εάν είναι αναγκαία, διακοπή της θεραπείας με βοσουτινίμπη ή μείωση της δόσης της βοσουτινίμπης.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A (φλουκοναζόλη, σιπροφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη, διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, δαρουναβίρη, ριτοναβίρη, φοσαμπρεναβίρη, απρεπιτάντη, κριζοτινίμπη, ιματινίμπη)προσοχήαύξηση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση. Εάν είναι αναγκαία, διακοπή της θεραπείας με βοσουτινίμπη ή μείωση της δόσης της βοσουτινίμπης.
-
Ήπιοι αναστολείς του CYP3Aπροσοχήαύξηση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται η επιλογή ενός εναλλακτικού φαρμακευτικού προϊόντος με καθόλου ή ελάχιστη δυνατότητα αναστολής του ένζυμου CYP3A.
-
αντένδειξημείωση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
αντένδειξημείωση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Ήπιοι επαγωγείς του CYP3Aπροσοχήμείωση της συγκέντρωσης της βοσουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs)προσοχήμείωση της απορρόφησης της βοσουτινίμπηςΣύστασηΤα αντιόξινα βραχείας δράσης θα πρέπει να εξετάζονται ως εναλλακτική θεραπεία. Διαχωρισμός ωρών χορήγησης της βοσουτινίμπης και των αντιόξινων.
-
Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα (αμιοδαρόνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, κινιδίνη, σοταλόλη) ή άλλες ουσίες που μπορεί να παρατείνουν το διάστημα QT (χλωροκίνη, αλοφαντρίνη, κλαριθρομυκίνη, δομπεριδόνη, αλοπεριδόλη, μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη)προσοχήπαράταση του διαστήματος QTΣύστασηΗ βοσουτινίμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ή μπορεί να παρουσιάσουν παράταση του διαστήματος QT.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη αναπνευστικής οδού
- Γρίπη
- Πνευμονία
- Βρογχίτιδα
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Μειωμένη όρεξη
- Υποφωσφαταιμία
- Αφυδάτωση
- Υπερκαλιαιμία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Εμβοές
- Περικαρδιακή συλλογή
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρδιακή ισχαιμία
- Περικαρδίτιδα
- Παράταση διαστήματος QT στο ΗΚΓ
- Υπέρταση
- Πνευμονική υπέρταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Πλευριτική συλλογή
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Οξύ πνευμονικό οίδημα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Γαστρίτιδα
- Αιμορραγία γαστρεντερικού
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατοτοξικότητα
- Ηπατική κάκωση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ακμή
- Κνίδωση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Εξάνθημα από φάρμακο
- Αποφολιδωτικό εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Πόνος στη ράχη
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠλευριτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος στη ράχηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράσηΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ισχαιμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαράταση διαστήματος QT στο ΗΚΓΚαρδιά
-
ΣυχνέςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονική υπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία στο φάρμακοΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα από φάρμακοΔέρμα
-
Όχι συχνέςΗπατική κάκωσηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΟξύ πνευμονικό οίδημαΑναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ βοσουτινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αντισύλληψης.Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βοσουτινίμπη και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση και να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες ενόσω λαμβάνουν βοσουτινίμπη. Επιπλέον, θα πρέπει η ασθενής να συμβουλεύεται ότι ο έμετος ή η διάρροια μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των από του στόματος αντισυλληπτικών, εμποδίζοντας την πλήρη απορρόφηση. Εάν η βοσουτινίμπη χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μία ασθενής καταστεί έγκυος ενώ λαμβάνει βοσουτινίμπη, πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βοσουτινίμπη.Δεν είναι γνωστό εάν η βοσουτινίμπη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μία μελέτη της ραδιοσημασμένης με [14C] βοσουτινίμπης σε επίμυες έδειξε έκκριση ραδιενέργειας προερχόμενης από τη βοσουτινίμπη στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο δυνητικός κίνδυνος για τα θηλάζοντα βρέφη.
-
ΓονιμότηταΣυνιστάται να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση του σπέρματος πριν την έναρξη της θεραπείας.Βάσει μη κλινικών ευρημάτων, η βοσουτινίμπη έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την αναπαραγωγική λειτουργία και τη γονιμότητα στους ανθρώπους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με βοσουτινίμπη συνιστάται να αναζητούν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση του σπέρματος πριν την έναρξη της θεραπείας εξαιτίας της πιθανότητας μειωμένης γονιμότητας λόγω της θεραπείας με βοσουτινίμπη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EA04.
Μηχανισμός δράσης
Η βοσουτινίμπη ανήκει στη φαρμακολογική κατηγορία φαρμακευτικών προϊόντων που είναι γνωστά ως αναστολείς κινάσης. Η βοσουτινίμπη αναστέλλει τη μη φυσιολογική κινάση BCR-ABL που επάγει τη ΧΜΛ. Μελέτες μοντελοποίησης καταδεικνύουν ότι η βοσουτινίμπη δεσμεύει την περιοχή της κινάσης του BCR-ABL. Η βοσουτινίμπη είναι επίσης αναστολέας των κινασών της οικογένειας Src, συμπεριλαμβανομένων των Src, Lyn και Hck. Η βοσουτινίμπη αναστέλλει ελάχιστα τον υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα που προέρχεται από τα αιμοπετάλια (platelet-derived growth factor, PDGF) και τον υποδοχέα c-Kit.
Σε in vitro μελέτες, η βοσουτινίμπη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και την επιβίωση καθορισμένων κυτταρικών σειρών ΧΜΛ, κυτταρικών σειρών Ph+ ΟΛΛ και πρωτογενών πρωτόγονων κυττάρων από ασθενείς με ΧΜΛ. Η βοσουτινίμπη ανέστειλε 16 από τις 18 ανθεκτικές στην ιματινίμπη μορφές της BCR-ABL που εκφράζονται σε μυελοειδείς κυτταρικές σειρές μυός. Η θεραπεία με βοσουτινίμπη μείωσε το μέγεθος των όγκων της ΧΜΛ που σχηματίζονται σε αθυμικούς μύες και ανέστειλε την ανάπτυξη μυελογενών όγκων μυών που εκφράζουν ανθεκτικές στην ιματινίμπη μορφές της BCR-ABL. Η βοσουτινίμπη αναστέλλει επίσης τους υποδοχείς με δράση τυροσινικής κινάσης c-Fms, τους υποδοχείς EphA και B, τις κινάσες της οικογένειας Trk, τις κινάσες της οικογένειας Axl, τις κινάσες της οικογένειας Tec, ορισμένα μέλη της οικογένειας ErbB, τον υποδοχέα χωρίς δράση τυροσινικής κινάσης Csk, τις κινάσες σερίνης/θρεονίνης της οικογένειας Ste20 και 2 εξαρτώμενες από την καλμοδουλίνη πρωτεϊνικές κινάσες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η επίδραση της χορήγησης 500 mg βοσουτινίμπης στο διορθωμένο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, άπαξ δόσης, διπλά τυφλή (όσον αφορά τη βοσουτινίμπη), διασταυρούμενη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και με μοξιφλοξασίνη ανοικτού τύπου μελέτη σε υγιή άτομα.
Τα δεδομένα από αυτήν τη μελέτη υποδεικνύουν ότι η βοσουτινίμπη δεν παρατείνει το διάστημα QTc σε υγιή άτομα στη δόση των 500 mg ημερησίως με φαγητό και υπό συνθήκες που οδηγούν σε υπερθεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά τη χορήγηση άπαξ από στόματος δόσης 500 mg βοσουτινίμπης (θεραπευτική δόση) και 500 mg βοσουτινίμπης σε συνδυασμό με 400 mg κετοκοναζόλης (με σκοπό την επίτευξη υπερθεραπευτικών συγκεντρώσεων βοσουτινίμπης) σε υγιή άτομα, το ανώτερο όριο του μονόπλευρου διαστήματος εμπιστοσύνης (CI) 95% γύρω από τη μέση μεταβολή του QTc ήταν λιγότερο από 10 ms σε όλα τα χρονικά σημεία μετά τη χορήγηση της δόσης, ενώ δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες ενδεικτικές για παράταση του διαστήµατος QTc.
Σε μία μελέτη σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκε αυξανόμενη συχνότητα παράτασης του διαστήµατος QTc > 450 ms με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας. Στην κλινική μελέτη Φάσης 1/2 σε ασθενείς που είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία για Ph+ λευχαιμίες που έλαβαν θεραπεία με βοσουτινίμπη 500 mg, παρατηρήθηκε αύξηση του διαστήματος QTcF > 60 ms από την αρχική τιμή σε 9 (1,6%) από τους 570 ασθενείς. Στην κλινική μελέτη Φάσης 3 σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση που έλαβαν θεραπεία με βοσουτινίμπη 400 mg, δεν υπήρχε κανένας ασθενής στην ομάδα θεραπείας με βοσουτινίμπη (N=268) με αύξηση του διαστήματος QTcF > 60 ms συγκριτικά με την αρχική τιμή. Στην κλινική μελέτη Φάσης 3 σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ χρόνιας φάσης ΧΜΛ που έλαβαν θεραπεία με 500 mg βοσουτινίμπης, παρατηρήθηκε αύξηση του διαστήματος QTcF > 60 ms από την αρχική τιμή σε 2 (0,8%) από τους 248 ασθενείς που έλαβαν βοσουτινίμπη. Στην κλινική μελέτη Φάσης 4 σε ασθενείς με Ph+ ΧΜΛ που είχαν προηγουμένως αντιμετωπιστεί με 1 ή περισσότερους TKIs που έλαβαν θεραπεία με βοσουτινίμπη 500 mg (N=163), δεν υπήρξαν ασθενείς με αύξηση του διαστήματος QTcF > 60 ms από την αρχική τιμή. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το προαρρυθμικό δυναμικό της βοσουτινίμπης.
Φαρμακοκινητικές
Η φαρμακοκινητική της βοσουτινίμπης αξιολογήθηκε μετά από χορήγηση δόσεων από του στόματος με τροφή σε ενήλικες ασθενείς με ΧΜΛ και παρουσιάζεται ως γεωμετρικός μέσος όρος (CV%), εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση άπαξ δόσης βοσουτινίμπης (500 mg) με τροφή σε υγιή άτομα, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 34%. Η απορρόφηση ήταν σχετικά αργή, ενώ ο διάμεσος χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση (tmax) επιτεύχθηκε μετά από 6 ώρες. Η βοσουτινίμπη παρουσιάζει δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της AUC στο εύρος δόσης 100 με 600 mg. Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής της βοσουτινίμπης για τους ενήλικες προέκυψαν από μια ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού χρησιμοποιώντας συγκεντρωτικά δεδομένα από όλες τις μελέτες. Η Cmax της βοσουτινίμπης σε σταθερή κατάσταση ήταν 127 ng/ml (31%), η Ctrough ήταν 68 ng/ml (39%) και η AUC ήταν 2.370 ng-h/ml (34%) μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις βοσουτινίμπης 400 mg. Η Cmax σταθερής κατάστασης της βοσουτινίμπης ήταν 171 ng/ml (38%), η Ctrough ήταν 91 ng/ml (42%) και η AUC ήταν 3.150 ng-h/ml (38%) μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις Βοσουτινίμπη 500 mg.
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της βοσουτινίμπης μετά τη χορήγηση των δοσολογικών μορφών είτε δισκίου είτε ακέραιου σκληρού καψακίου βοσουτινίμπης στην ίδια δόση, μετά το φαγητό. Το περιεχόμενο των σκληρών καψακίων βοσουτινίμπης, αναμεμειγμένο με πουρέ μήλου ή γιαούρτι παρουσίασε συγκρίσιμη φαρμακοκινητική με το ακέραιο σκληρό καψάκιο βοσουτινίμπης μετά το φαγητό σε υγιείς ενήλικες συμμετέχοντες. Η υδατοδιαλυτότητα της βοσουτινίμπης είναι εξαρτώμενη από το pH και η απορρόφηση μειώνεται όταν το γαστρικό pH αυξάνεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Επίδραση του φαγητού
Η Cmax της βοσουτινίμπης αυξήθηκε κατά 1,8 φορές και η AUC αυξήθηκε κατά 1,7 φορές όταν τα δισκία της βοσουτινίμπης χορηγήθηκαν με ένα γεύμα υψηλό σε λιπαρά σε υγιείς συμμετέχοντες σε σύγκριση με τη χορήγηση υπό νηστεία. Σε μια ξεχωριστή μελέτη, η χορήγηση σκληρού καψακίου βοσουτινίμπης μετά το φαγητό είχε ως αποτέλεσμα, τιμές έκθεσης περίπου 1,5 - 1,6 φορές υψηλότερες σε σύγκριση με τη χορήγηση υπό νηστεία.
Κατανομή
Μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας άπαξ δόσης βοσουτινίμπης των 120 mg σε υγιή άτομα, η βοσουτινίμπη είχε μέσο (% συντελεστής διακύμανσης [CV]) όγκο κατανομής 2.331 (32) l, γεγονός που υποδηλώνει ότι η βοσουτινίμπη κατανέμεται ευρέως στον εξωαγγειακό ιστό. Η βοσουτινίμπη συνδέθηκε εκτενώς με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro (94%) και ex vivo σε υγιή άτομα (96%), ενώ η σύνδεση δεν ήταν εξαρτημένη από τη συγκέντρωση.
Βιομετασχηματισμός
In vitro και in vivo μελέτες έδειξαν ότι η βοσουτινίμπη (μητρική ουσία) υφίσταται εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό στους ανθρώπους. Μετά από χορήγηση άπαξ ή πολλαπλών δόσεων βοσουτινίμπης (400 ή 500 mg) σε ανθρώπους, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες φάνηκε ότι είναι το αποχλωριωμένο οξείδιο της βοσουτινίμπης (M2) και η Ν-απομεθυλιωμένη (M5) βοσουτινίμπη, ενώ το Ν-οξείδιο (M6) της βοσουτινίμπης ήταν δευτερεύων κυκλοφορών μεταβολίτης. Η συστηματική έκθεση του Ν-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη αποτελούσε το 25% της μητρικής ουσίας, ενώ το αποχλωριωμένο οξείδιο του μεταβολίτη αποτελούσε το 19% της μητρικής ουσίας. Και οι 3 μεταβολίτες εμφάνισαν δράση που αντιστοιχούσε με το ≤ 5% της δράσης της βοσουτινίμπης σε μία δοκιμασία πολλαπλασιασμού ανεξάρτητη από την προσκόλληση των Src-μετασχηματισμένων ινοβλαστών. Στα κόπρανα, η βοσουτινίμπη και η Ν-απομεθυλιωμένη βοσουτινίμπη ήταν τα κύρια σχετιζόμενα με το φάρμακο συστατικά. In vitro μελέτες με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα έδειξαν ότι το κύριο ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της βοσουτινίμπης είναι το CYP3A4 και μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων έδειξαν ότι η κετοκοναζόλη και ριφαμπικίνη είχαν έντονη επίδραση στη φαρμακοκινητική της βοσουτινίμπης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Δεν παρατηρήθηκε μεταβολισμός της βοσουτινίμπης από τα ισοένζυμα CYP 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 ή 3A5.
Αποβολή
Μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας άπαξ δόσης βοσουτινίμπης των 120 mg σε υγιή άτομα, ο μέσος (%CV) τελικός χρόνος ημίσειας ζωής ήταν 35,5 (24) ώρες, ενώ η μέση (%CV) κάθαρση ήταν 61,9 (26) l/h. Σε μία μελέτη ισοζυγίου μάζας με από στόματος βοσουτινίμπης, ανακτήθηκε κατά μέσο όρο το 94,6% της συνολικής δόσης μέσα σε 9 ημέρες· τα κόπρανα (91,3%) ήταν η κύρια οδός απέκκρισης, ενώ το 3,29% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα. Το εβδομήντα πέντε τοις εκατό της δόσης ανακτήθηκε εντός 96 ωρών. Η απέκκριση της αμετάβλητης βοσουτινίμπης στα ούρα ήταν χαμηλή, κινούμενη περίπου στο 1% της δόσης, τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε ασθενείς με προχωρημένους κακοήθεις συμπαγείς όγκους.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία
Εκτιμήθηκε η χορήγηση δόσης βοσουτινίμπης 200 mg μαζί με τροφή σε μία κοόρτη 18 ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίες A, B και C κατά Child-Pugh) και 9 αντίστοιχα υγιή άτομα. Η Cmax της βοσουτινίμπης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 2,4 φορές, 2 φορές και 1,5 φορές, αντίστοιχα, στις κατηγορίες A, B και C κατά Child-Pugh, ενώ η AUC της βοσουτινίμπης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 2,3 φορές, 2 φορές και 1,9 φορές, αντίστοιχα. Ο t1/2 της βοσουτινίμπης αυξήθηκε σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα υγιή άτομα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε μια μελέτη της νεφρικής δυσλειτουργίας χορηγήθηκε άπαξ δόση βοσουτινίμπης 200 mg με τροφή σε 26 άτομα με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σε 8 αντίστοιχους υγιείς εθελοντές. Η νεφρική δυσλειτουργία εκτιμήθηκε με βάση την τιμή CLCr (υπολογιζόμενη βάσει του τύπου Cockcroft-Gault) < 30 mL/min (σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία), 30 ≤ CLCr ≤ 50 mL/min (μέτρια νεφρική δυσλειτουργία) ή 50 < CLCr ≤ 80 mL/min (ήπια νεφρική δυσλειτουργία). Τα άτομα με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία παρουσίασαν αύξηση της AUC έναντι των υγιών εθελοντών κατά 35% και 60%, αντίστοιχα. Η μέγιστη έκθεση Cmax αυξήθηκε κατά 28% και 34% στις ομάδες με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η έκθεση στη βοσουτινίμπη δεν αυξήθηκε στα άτομα με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της βοσουτινίμπης στα άτομα με νεφρική δυσλειτουργία ήταν παρόμοιος με εκείνον στα υγιή άτομα. Οι προσαρμογές της δόσης για νεφρική δυσλειτουργία βασίστηκαν στα αποτελέσματα αυτής της μελέτης και τη γνωστή γραμμική φαρμακοκινητική της βοσουτινίμπης στο εύρος δόσεων από 200 έως 600 mg.
Ηλικία, φύλο και φυλή
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες για την αξιολόγηση των επιδράσεων των συγκεκριμένων δημογραφικών παραγόντων. Πληθυσμιακές φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε ασθενείς με Ph+ λευχαιμία ή κακοήγη συμπαγή όγκο και σε υγιή άτομα δείχνουν ότι δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές επιδράσεις της ηλικίας, του φύλου ή του σωματικού βάρους. Πληθυσμιακές φαρμακοκινητικές αναλύσεις αποκάλυψαν ότι οι Ασιάτες παρουσίαζαν μικρότερη κάθαρση κατά 18% που αντιστοιχεί σε αύξηση της έκθεσης στη βοσουτινίμπη (AUC) κατά 25%.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της βοσουτινίμπης σε 41 νεοδιαγνωσθέντες παιδιατρικούς ασθενείς ή παιδιατρικούς ασθενείς με ανθεκτική/μη ανεκτικότητα στην προηγούμενη θεραπεία νόσο, ηλικίας 1 έως < 18 ετών αξιολογήθηκε στο εύρος δόσεων 300 mg/m2 έως 400 mg/m2 χορηγούμενων από του στόματος μία φορά ημερησίως με φαγητό. Στους παιδιατρικούς ασθενείς, η διάμεση Tmax παρατηρήθηκε περίπου 3 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης (εύρος 1 έως 8 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης). Οι τιμές έκθεσης αύξαναν με δοσοεξαρτώμενο τρόπο ανάμεσα στα 100 - 600 mg. Ο γεωμετρικός μέσος όρος AUCtau στις κοόρτες των 300 mg/m2 έως 400 mg/m2 ήταν εντός του εύρους (+/- 20%) του γεωμετρικού μέσου AUCtau του επιπέδου δόσης ενηλίκων στις αντίστοιχες ενδείξεις νεοδιαγνωσθείσας και ανθεκτικής ή με μη ανεκτικότητα στην προηγούμενη θεραπείας Ph+ ΧΜΛ, ωστόσο, οι τιμές Cmax και κάθαρσης ήταν υψηλότερες και η Cmin ήταν χαμηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς από ό,τι στους ενήλικες.