Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10 / TAB | 20.82 € | |
| 10 / TAB | 19.90 € | |
| 10 / TAB | 19.72 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
μείωση του κινδύνου των καρδιαγγειακών επεισοδίων
σε: ασθενείς με στεφανιαία νόσο (ΣΝ) και με ιστορικό οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ)
που είτε έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με στατίνη είτε όχι
- I25 Χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια (πληθυσμός)
-
συμπληρωματική θεραπεία στη δίαιτα σε ενήλικες ασθενείς με πρωτοπαθή (ετερόζυγο οικογενή και μη οικογενή) υπερχοληστερολαιμία ή μικτή υπερλιπιδαιμία
σε: ενήλικες ασθενείς με πρωτοπαθή (ετερόζυγο οικογενή και μη οικογενή) υπερχοληστερολαιμία ή μικτή υπερλιπιδαιμία
όταν η χορήγηση ενός προϊόντος συνδυασμού κρίνεται κατάλληλη: - σε ασθενείς που δεν ρυθμίζονται κατάλληλα μόνο με στατίνη - σε ασθενείς στους οποίους ήδη έχει χορηγηθεί στατίνη μαζί με εζετιμίμπη
- E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
-
συμπληρωματική θεραπεία στη δίαιτα σε ενήλικες ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH)
σε: ενήλικες ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH)
Οι ασθενείς μπορεί επίσης να λαμβάνουν συμπληρωματικές θεραπείες (π.χ. αφαίρεση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης - LDL)
- E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξηANCILLEG — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή. ≥ 2 ώρες πριν ή ≥4 ώρες μετά τη χορήγηση σκευασμάτων που δεσμεύουν το χολικό οξύ.
- Δόση έναρξης: 10/10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η αναπροσαρμογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή παραπάνω.
-
Υπερχοληστερολαιμία και/ή Στεφανιαία Νόσος (με Ιστορικό Οξέος Στεφανιαίου Συνδρόμου (ΟΣΣ))Δόση10/10 mg ημερησίως έως 10/80 mg ημερησίωςΗ τυπική δόση είναι 10/10 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Αναπροσαρμογή της δόσης σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή παραπάνω.
-
Ομόζυγος Οικογενής ΥπερχοληστερολαιμίαΔόση10/10 έως 10/80 mg ημερησίωςΜπορεί να χορηγηθεί ως συμπληρωματικό άλλων θεραπειών που μειώνουν τα λιπίδια (π.χ. αφαίρεση LDL) ή εάν τέτοιες θεραπείες δεν είναι διαθέσιμες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αποδειχθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΧρησιμοποιείται με προσοχή. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατική νόσο (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού
-
σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψηςΠληθυσμόςγυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
-
ενεργό ηπατική νόσοΠληθυσμόςασθενείς
-
ανεξήγητα επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού που υπερβαίνουν 3 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN)Πληθυσμόςασθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυσησυνταγογραφείται με προσοχή
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείςΕάν τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) είναι σημαντικά αυξημένα πριν την έναρξη (>5 φορές x ULN), η θεραπεία δεν θα πρέπει να αρχίσει.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηδιακοπήΠληθυσμόςασθενείς που αναφέρουν μυϊκό πόνο, κράμπες ή αδυναμίαΕάν αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται κατά το διάστημα που ο ασθενής λαμβάνει τη θεραπευτική αγωγή του Atorvastatin And Ezetimibe, θα πρέπει να γίνεται μέτρηση των επιπέδων της CPK. Εάν τα επίπεδα της CPK είναι σημαντικά αυξημένα (>5 x ULN), η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρά μυϊκά συμπτώματα που προκαλούν καθημερινή δυσφορίαθα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας (ακόμη και αν CPK ≤5 x ULN)
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηδιακοπήΠληθυσμόςασθενείςΤο Atorvastatin And Ezetimibe θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί κλινικά σημαντική αύξηση των επιπέδων της CPK (>10 xULN), ή εάν υπάρχει διάγνωση ή υποψία ραβδομυόλυσης.
-
Αύξηση συγκέντρωσης ατορβαστατίνηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή πρωτεΐνες μεταφοράς (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, δελαβιρδίνη, στιριπεντόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη και αναστολείς πρωτεασών HIV)Ο κίνδυνος για ραβδομυόλυση αυξάνεται. Εναλλακτικές θεραπείες θα πρέπει να εξετάζονται. Συνιστάται χαμηλότερη μέγιστη δόση του Atorvastatin And Ezetimibe και μικρότερη δόση έναρξης για ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
-
Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν γεμφιβροζίλη και άλλα παράγωγα ινικού οξέος, ερυθρομυκίνη, νιασίνη, αντιιικούς παράγοντες για την ηπατίτιδα C (μποσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, elbasvir, grazoprevir ή tipranavir/ριτοναβίρης)Ο κίνδυνος μυοπάθειας μπορεί να αυξηθεί. Εναλλακτικές θεραπείες θα πρέπει να εξετάζονται.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με φουσιδικό οξύαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν συστηματική χορήγηση φουσιδικού οξέοςΗ ατορβαστατίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα ή μέσα σε 7 ημέρες από τη διακοπή της θεραπείας του φουσιδικού οξέος. Η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
Ηπατικά ΈνζυμαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνθα πρέπει να ελέγχονται μέχρι να υποχωρήσουν οι μη φυσιολογικές τιμές. Εάν μια αύξηση των τρανσαμινασών μεγαλύτερη των 3 x ULN επιμένει, τότε συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή του Atorvastatin And Ezetimibe.
-
Ηπατικά ΈνζυμαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσουΤο Atorvastatin And Ezetimibe θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ηπατική ΑνεπάρκειααποφεύγεταιΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΤο Atorvastatin And Ezetimibe δεν συνιστάται
-
ΦιβράτεςαποφεύγεταιΠληθυσμόςασθενείςδεν συνιστάται η συγχορήγηση του Atorvastatin And Ezetimibe με τις φιβράτες
-
ΚυκλοσπορίνηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη του Atorvastatin And Ezetimibe
-
ΑντιπηκτικάπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη, άλλο κουμαρινικό αντιπηκτικό ή φλουϊνδιόνηη Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση (INR) πρέπει να ελέγχεται κατάλληλα
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου (SPARCL)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή βοθριωτού εμφράκτουΗ αναλογία κινδύνου-οφέλους της ατορβαστατίνης 80 mg είναι αβέβαιη και ο δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαδιακοπήΠληθυσμόςασθενής με υποψία διάμεσης πνευμονοπάθειαςη θεραπεία με τη στατίνη θα πρέπει να διακοπεί
-
Σακχαρώδης διαβήτηςπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον (γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI > 30 kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)θα πρέπει να εξετάζονται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Έκδοχα (λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (8,7 φορές) και εζετιμίμπης (3,4 έως 12 φορές), αύξηση AUC κυκλοσπορίνης (15%). Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe. Οι συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης θα πρέπει να ελέγχονται. Συνιστάται μείωση της δόσης του Atorvastatin And Ezetimibe και κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (4,4 φορές), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
ΔελαβιρδίνηπροσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (3,3 φορές), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe, κλινική παρακολούθηση.
-
Αναστολείς της HIV πρωτεάσης (ριτοναβίρη, λοπιναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, δαρουναβίρη, τιπραναβίρη, σακουϊναβίρη, νελφιναβίρη, φοσαμπρεναβίρη)προσοχήΣημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα (π.χ. τιπραναβίρη/ριτοναβίρη 9,4 φορές, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 5,9 φορές, σακουϊναβίρη/ριτοναβίρη 3,9 φορές, δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 3,3 φορές, φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη 2,5 φορές, φοσαμπρεναβίρη 2,3 φορές, νελφιναβίρη 1,7 φορές). Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυοπάθειας.ΣύστασηΑποφεύγεται εάν είναι δυνατόν. Εάν αναπόφευκτο, χαμηλότερη αρχική και μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe (π.χ. max 10/10 mg με τιπραναβίρη/ριτοναβίρη, χαμηλότερη δόση συντήρησης / max 10/20 mg με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, χαμηλότερη δόση συντήρησης / max 10/40 mg με σακουϊναβίρη/ριτοναβίρη), κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (33%). Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe και κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (51%).ΣύστασηΚατάλληλη κλινική παρακολούθηση των ασθενών κατόπιν έναρξης ή αναπροσαρμογής της δόσης της διλτιαζέμης. Εξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΕξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΕξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΕξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση Atorvastatin And Ezetimibe και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (1,9 φορές), αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΗ δόση του Atorvastatin And Ezetimibe δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10/20 mg ημερησίως.
-
παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (41%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση. Παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (30%) με ταυτόχρονη χορήγηση, μείωση (80%) με χωριστές δόσεις.ΣύστασηΣυνιστάται ταυτόχρονη συγχορήγηση του Atorvastatin And Ezetimibe με ριφαμπικίνη, με κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα. Να αποφεύγεται η καθυστέρηση χορήγησης ατορβαστατίνης μετά τη ριφαμπικίνη.
-
Υπερικό (St. John’s Wort)παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (35%), αύξηση συγκεντρώσεων εζετιμίμπης (1,7 φορές). Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα (3%), αύξηση συγκεντρώσεων εζετιμίμπης (1,5 φορές). Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης όταν συγχορηγείται με ατορβαστατίνη.ΣύστασηΚατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης και δραστικών μεταβολιτών (περίπου 25%). Ενισχυμένη επίδραση στα λιπίδια.ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση για τη δόση. Η δόση του Atorvastatin And Ezetimibe θα πρέπει να χορηγείται είτε ≥ 2 ώρες πριν ή ≥4 ώρες μετά τη χορήγηση χολεστυραμίνης.
-
αντένδειξηΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΔιακοπή αγωγής με ατορβαστατίνη σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
προσοχήΜυοπάθεια.ΣύστασηΠροσοχή κατά την συνταγογράφηση.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (2,3 φορές).ΣύστασηΧαμηλότερη δυνατή δόση έναρξης Atorvastatin And Ezetimibe, τιτλοδότηση, χωρίς να υπερβαίνει τα 10/20 mg ημερησίως.
-
ΑντιόξιναπαρακολούθησηΜείωση του ρυθμού απορρόφησης της εζετιμίμπης, όχι κλινικά σημαντική.ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
προσοχήΜείωση της μέσης AUC της συνολικής εζετιμίμπης κατά περίπου 55%.ΣύστασηΗ δόση του Atorvastatin And Ezetimibe θα πρέπει να χορηγείται είτε ≥ 2 ώρες πριν ή ≥4 ώρες μετά τη χορήγηση σκευασμάτων που δεσμεύουν το χολικό οξύ.
-
παρακολούθησηΑύξηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) με εζετιμίμπη. Μικρή μείωση χρόνου προθρομβίνης αρχικά με ατορβαστατίνη, μετά επιστροφή στο φυσιολογικό.ΣύστασηΤο INR/χρόνος προθρομβίνης θα πρέπει να παρακολουθείται κατάλληλα πριν την έναρξη Atorvastatin And Ezetimibe και συχνά κατά τα αρχικά στάδια.
-
παρακολούθησηΑύξηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR).ΣύστασηΤο INR θα πρέπει να παρακολουθείται κατάλληλα.
-
παρακολούθησηΕλαφρά αύξηση των συγκεντρώσεων διγοξίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση (15% AUC αύξηση).ΣύστασηΑσθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (νορεθιστερόνη, αιθινυλοιστραδιόλη)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων νορεθιστερόνης (28%) και αιθινυλοιστραδιόλης (19%) στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΑύξηση της AUC της ατορβαστατίνης (18%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΜείωση της AUC της ατορβαστατίνης (λιγότερο από 1%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων μαγνησίου και αργιλίουπαρακολούθησηΜείωση της AUC της ατορβαστατίνης (35%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
ΦαιναζόνηπαρακολούθησηΜικρή αύξηση της κάθαρσης της φαιναζόνης (3%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΜείωση της AUC της φοσαμπρεναβίρης (27%).ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Χυμός ΓκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (37% για 240 ml, 2,5 φορές για >1,2 l).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων χυμού γκρέιπφρουτ και Atorvastatin And Ezetimibe.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γρίπη
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Διαταραχή ύπνου
- Εφιάλτες
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υποαισθησία
- Αμνησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Επίσταξη
- Διάρροια
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Συχνές κενώσεις
- Γαστρίτιδα
- Ναυτία
- Δυσφορία στομάχου
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Ερυγή
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Χολοκυστίτιδα
- Ακμή
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερύθηματος, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκή κόπωση
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
- Άλγος άκρου
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Αυχεναλγία
- Διόγκωση άρθρωσης
- Μυοσίτιδα
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Τενοντίτιδα
- Ρήξη τένοντα
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
- Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Θρομβοπενία
- υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, αγγειοοίδημα, εξάνθημα και κνίδωση
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Ηπατίτιδα
- Χολολιθίαση
- Χολόσταση
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος κάτω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή κόπωσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΆλγοςΓενικές
-
ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Αγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
ΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΑμνησίαΝευρικό
-
ΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Απώλεια ακοήςΑυτί
-
ΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
ΒήχαςΑναπνευστικό
-
Γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Δερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Διόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΕμβοέςΑυτί
-
ΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΕρυγήΓαστρεντερικό
-
ΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΗπατίτιδαΉπαρ
-
Ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Θαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Θετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
ΘρομβοπενίαΑίμα
-
Θωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΚνησμόςΔέρμα
-
Μειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Οπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Περιφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Πολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΠυρεξίαΓενικές
-
ΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Σεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΥποαισθησίαΝευρικό
-
ΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Φαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΧολοκυστίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΧολόστασηΉπαρ
-
δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθήματος, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
τενοντίτιδα (μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
υπερευαισθησία (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, εξάνθημα, κνίδωση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το Atorvastatin And Ezetimibe σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα έδειξαν σκελετικές μεταβολές και δυσμορφίες με τη συγχορήγηση εζετιμίμπης και ατορβαστατίνης. Η ασφάλεια της ατορβαστατίνης σε έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί και έχουν αναφερθεί σπάνιες συγγενείς ανωμαλίες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για την εζετιμίμπη σε εγκύους.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΛόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που λαμβάνουν Atorvastatin And Ezetimibe δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους. Η εζετιμίμπη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε αρουραίους. Οι συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης και μεταβολιτών στο πλάσμα αρουραίων είναι παρόμοιες με αυτές στο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν τα συστατικά εκκρίνονται στο μητρικό γάλα στους ανθρώπους.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας με το Atorvastatin And Ezetimibe. Μελέτες σε ζώα με ατορβαστατίνη και εζετιμίμπη δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα αρρένων ή θηλέων αρουραίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες που τροποποιούν τα λιπίδια, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που τροποποιούν τα λιπίδια, κωδικός ATC: C10BA05. Το Atorvastatin And Ezetimibe (εζετιμίμπη/ατορβαστατίνη) είναι ένα προϊόν που ελαττώνει τα λιπίδια, αναστέλλοντας επιλεκτικά την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και συναφών φυτικών στερολών και την ενδογενή σύνθεση της χοληστερόλης.
Μηχανισμός δράσης
Atorvastatin And Ezetimibe Η χοληστερόλη του πλάσματος προέρχεται από την εντερική απορρόφηση και την ενδογενή σύνθεση. Το Atorvastatin And Ezetimibe περιέχει εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη, δύο παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια με αλληλοσυμπληρούμενο μηχανισμό δράσης. Το Atorvastatin And Ezetimibe μειώνει την αυξημένη ολική χοληστερόλη (ολική-C), την LDL-C, την απολιποπρωτεΐνη Β (Apo B), τα τριγλυκερίδια (TG) και την χοληστερόλη με μη-υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (non HDL-C) και αυξάνει την χοληστερόλη με υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL-C) μέσω διπλής αναστολής της απορρόφησης και σύνθεσης της χοληστερόλης.
Εζετιμίμπη Η εζετιμίμπη αναστέλλει την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης. Ο μοριακός στόχος της εζετιμίμπης είναι ο μεταφορέας στερόλης, Niemann-Pick Cl-Like 1 (NPC1L1), που είναι υπεύθυνος για την εντερική απορρόφηση της χοληστερόλης και των φυτοστερολών. Η εζετιμίμπη εντοπίζεται στις ψηκτροειδείς παρυφές του λεπτού εντέρου και εμποδίζει την απορρόφηση της χοληστερόλης, οδηγώντας σε μια μείωση της προσαγόμενης εντερικής χοληστερόλης στο ήπαρ.
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, ενός ενζύμου που είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης και της χοληστερόλης. Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τις συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών στον ορό, αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία προσλαμβάνουν και καταβολίζουν περισσότερο την LDL.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, το Atorvastatin And Ezetimibe μείωσε σημαντικά την ολική C, την LDL-C, την Apo B, τα τριγλυκερίδια (TG) και αύξησε την HDL-C σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία.
Πρωτοπαθής Υπερχοληστερολαιμία Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, 628 ασθενείς με υπερλιπιδαιμία τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εικονικό φάρμακο, εζετιμίμπη (10 mg), ατορβαστατίνη (10 mg, 20 mg, 40 mg ή 80 mg) ή συγχορηγούμενη εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe (10/10, 10/20, 10/40 και 10/80) για έως 12 εβδομάδες. Οι ασθενείς που λάμβαναν όλες τις δοσoλογίες του Atorvastatin And Ezetimibe συγκρίθηκαν με αυτούς που λάμβαναν όλες τις δοσoλογίες της ατορβαστατίνης. Το Atorvastatin And Ezetimibe μείωσε την ολική C, την LDL-C, την Apo B, τα τριγλυκερίδια (TG) και την non HDL-C και αύξησε σημαντικά την HDL-C περισσότερο από ότι η ατορβαστατίνη μόνη της. (Βλέπε Πίνακα 3.)
| Θεραπεία (Ημερήσια Δόση) | N | Ολική-C | LDL-C | Apo B | TGα | HDL-C | Non-HDL-C |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Συγκεντρωτικά στοιχεία (Όλες οι δόσεις του Atorvastatin And Ezetimibe)γ | 255 | -41 | -56 | -45 | -33 | +7 | -52 |
| Συγκεντρωτικά στοιχεία (Όλες οι δόσεις της ατορβαστατίνης)γ | 248 | -32 | -44 | -36 | -24 | +4 | -41 |
| Εζετιμίμπη 10 mg | 65 | -14 | -20 | -15 | -5 | +4 | -18 |
| Εικονικό φάρμακο | 60 | +4 | +4 | +3 | -6 | +4 | +4 |
| Atorvastatin And Ezetimibe ανά δόση | |||||||
| 10/10 | 65 | -38 | -53 | -43 | -31 | +9 | -49 |
| 10/20 | 62 | -39 | -54 | -44 | -30 | +9 | -50 |
| 10/40 | 65 | -42 | -56 | -45 | -34 | +5 | -52 |
| 10/80 | 63 | -46 | -61 | -50 | -40 | +7 | -58 |
| Ατορβαστατίνη ανά δόση | |||||||
| 10 mg | 60 | -26 | -37 | -28 | -21 | +6 | -34 |
| 20 mg | 60 | -30 | -42 | -34 | -23 | +4 | -39 |
| 40 mg | 66 | -32 | -45 | -37 | -24 | +4 | -41 |
| 80 mg | 62 | -40 | -54 | -46 | -31 | +3 | -51 |
α Για τα τριγλυκερίδια, διάμεση% μεταβολή από την αρχική τιμή β Αρχική τιμή - χωρίς κανένα φαρμακευτικό προϊόν που μειώνει τα λιπίδια γ Οι συγκεντρωτικές δόσεις του Atorvastatin And Ezetimibe (10/10-10/80 mg), μείωσαν σημαντικά την ολική C, την LDL-C, την Apo B, τα τριγλυκερίδια (TG), την non-HDL-C και αύξησαν σημαντικά την HDL-C σε σύγκριση με όλες τις συγκεντρωτικές δόσεις της ατορβαστατίνης (10-80 mg).
Σε μία ελεγχόμενη μελέτη, την μελέτη Τιτλοδότησης της Ατορβαστατίνης Έναντι της Εζετιμίμπης που προστίθεται στην Ατορβαστατίνη σε Ασθενείς με Υπερχοληστερολαιμία, την μελέτη TEMPO (Titration of Atorvastatin Versus Ezetimibe Add-On to Atorvastatin in Patients with Hypercholesterolaemia), 184 ασθενείς με ένα επίπεδο της LDL-C ≥2,6 mmol/L και ≤4,1 mmol/L και σε μέτρια αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD), έλαβαν ατορβαστατίνη 20 mg για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν την τυχαιοποίηση. Ασθενείς που δεν είχαν την LDL-C σε επίπεδο <2,6 mmol/L τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε συγχορηγούμενη εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη (ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe 10/20) είτε ατορβαστατίνη 40 mg για 6 εβδομάδες. Το Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικό σε σχέση με τον διπλασιασμό της δόσης της ατορβαστατίνης σε 40 mg όσον αφορά την περαιτέρω μείωση της ολικής C (-20% έναντι -7%), της LDL-C (-31% έναντι -11%), της Apo B (-21% έναντι -8%) και της non-HDL-C (-27% έναντι -10%). Τα αποτελέσματα της HDL-C και των τριγλυκεριδίων (TG) μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν ήταν σημαντικά διαφορετικά. Επίσης, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 πέτυχαν τον στόχο της LDL-C<2,6 mmol/L συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν ατορβαστατίνη 40 mg, δηλαδή το 84% έναντι του 49%.
Σε μία ελεγχόμενη μελέτη, την μελέτη της Εζετιμίμπης Μαζί με Ατορβαστατίνη Έναντι της Τιτλοδότησης της Ατορβαστατίνης στην Επίτευξη του Στόχου για Χαμηλότερη LDL-C σε Υπερχοληστερολαιμικούς Ασθενείς, την μελέτη EZ-PATH (The Ezetimibe Atorvastatin And Ezetimibe Atorvastatin Versus Atorvastatin Titration in Achieving Lower LDL-C Targets in Hypercholesterolaemic Patients), 556 ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακά και με επίπεδο της LDL-C ≥1,8 mmol/L και ≤4,1 mmol/L έλαβαν ατορβαστατίνη 40 mg για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν την τυχαιοποίηση. Ασθενείς που δεν είχαν την LDL-C σε επίπεδο <1,8 mmol/L τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε συγχορηγούμενη εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη (ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe 10/40) είτε ατορβαστατίνη 80 mg για 6 εβδομάδες. Το Atorvastatin And Ezetimibe 10/40 ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικό σε σχέση με τον διπλασιασμό της δόσης της ατορβαστατίνης σε 80 mg όσον αφορά την περαιτέρω μείωση της ολικής C (-17% έναντι -7%), της LDL-C (-27% έναντι -11%), της Apo B (-18% έναντι -8%), των τριγλυκεριδίων TG (-12% έναντι -6%) και της non-HDL-C (-23% έναντι -9%). Τα αποτελέσματα της HDL-C μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν ήταν σημαντικά διαφορετικά. Επίσης, σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν Atorvastatin And Ezetimibe 10/40 πέτυχαν τον στόχο της LDL-C<1,8 mmol/L συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν ατορβαστατίνη 80 mg, δηλαδή το 74% έναντι του 32%.
Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 8 εβδομάδων, 308 ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία που λάμβαναν ατορβαστατίνη και δεν είχαν επιτύχει τον στόχο στην μείωση της LDL-C σύμφωνα με το πρόγραμμα National Cholesterol Education Program (NCEP) (ο στόχος της LDL-C βασίζεται στην αρχική τιμή της LDL-C και στην κατάσταση κινδύνου για στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD)) τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εζετιμίμπη 10 mg είτε εικονικό φάρμακο επιπρόσθετα της συνεχιζόμενης θεραπείας τους με ατορβαστατίνη. Μεταξύ των ασθενών που δεν βρίσκονταν στον στόχο LDL-C στην έναρξη της μελέτης (~83%), σημαντικά περισσότεροι ασθενείς που λάμβαναν εζετιμίμπη συγχορηγούμενη με ατορβαστατίνη πέτυχαν τον στόχο LDL-C συγκριτικά με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο συγχορηγούμενο με ατορβαστατίνη, δηλαδή 67% έναντι 19%. Η εζετιμίμπη προστιθέμενη στη θεραπεία της ατορβαστατίνης μείωσε σημαντικά περισσότερο την LDL-C από ότι το εικονικό φάρμακο προστιθέμενο στη θεραπεία της ατορβαστατίνης, δηλαδή 25% έναντι 4%. Η εζετιμίμπη προστιθέμενη στη θεραπεία της ατορβαστατίνης επίσης μείωσε σημαντικά περισσότερο την ολική C, την Apo B και τα τριγλυκερίδια (TG) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο προστιθέμενο στη θεραπεία της ατορβαστατίνης.
Σε μία ελεγχόμενη 2-φάσεων μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, 1.539 ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια, με ένα επίπεδο της LDL-C μεταξύ 2,6 και 4,1 mmol/L οι οποίοι λάμβαναν ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως, τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν: ατορβαστατίνη 20 mg, ροσουβαστατίνη 10 mg ή Atorvastatin And Ezetimibe 10/10. Μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας (Φάση Ι), οι ασθενείς που λάμβαναν ατορβαστατίνη 20 mg και δεν κατάφεραν να επιτύχουν ένα επίπεδο της LDL-C <2,6 mmol/L, άλλαξαν είτε σε ατορβαστατίνη 40 mg είτε σε Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 για 6 εβδομάδες (Φάση ΙΙ) και παρομοίως οι ασθενείς που λάμβαναν ροσουβαστατίνη 10 mg κατά τη διάρκεια της Φάσης Ι άλλαξαν είτε σε ροσουβαστατίνη 20 mg είτε σε Atorvastatin And Ezetimibe 10/20. Οι μειώσεις στην LDL-C και οι συγκρίσεις μεταξύ της ομάδας θεραπείας του Atorvastatin And Ezetimibe και των άλλων ομάδων θεραπείας που μελετήθηκαν παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.
| Θεραπεία | N | Επί τοις εκατό Μεταβολή από την Αρχική τιμή† Ολική-C | LDL-C | Apo B | TG‡ | HDL-C | Non-HDL-C |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Φάση I | |||||||
| Αλλαγή από ατορβαστατίνη 10 mg | |||||||
| Atorvastatin And Ezetimibe 10/10 | 120 | -13,5 | -22,2 | -11,3 | -6,0 | +0,6 | -18,3 |
| Ατορβαστατίνη 20 mg | 480 | -6,4§ | -9,5§ | -6,0¶ | -3,9 | -1,1 | -8,1§ |
| Ροσουβαστατίνη 10 mg | 939 | -7,7§ | -13,0§ | -6,9# | -1,1 | +1,1 | -10,6§ |
| Φάση II | |||||||
| Αλλαγή από ατορβαστατίνη 20 mg | |||||||
| Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 | 124 | -10,7 | -17,4 | -9,8 | -5,9 | +0,7 | -15,1 |
| Ατορβαστατίνη 40 mg | 124 | -3,8Þ | -6,9Þ | -5,4 | -3,1 | +1,7 | -5,8Þ |
| Αλλαγή από ροσουβαστατίνη 10 mg | |||||||
| Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 | 231 | -11,8 | -17,1 | -11,9 | -10,2 | +0,1 | -16,2 |
| Ροσουβαστατίνη 20 mg | 205 | -4,5Þ | -7,5Þ | -4,1Þ | -3,2ß | +0,8 | -6,4Þ |
- Συγχορηγούμενη εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe 10/10 ή το Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 † M-Εκτιμητές (με βάση την μέθοδο Huber. Το 95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI) και η τιμή-p ελήφθησαν με την εφαρμογή ενός ανθεκτικού μοντέλου παλινδρόμησης (robust Regression model) με παραμέτρους τη θεραπεία και την αρχική τιμή) ‡ Οι επί τοις εκατό μεταβολές του γεωμετρικού μέσου από την αρχική τιμή για τα τριγλυκερίδια (TG) υπολογίστηκαν με βάση τον αντίστροφο μετασχηματισμό μέσω ύψωσης σε δύναμη μέσων βασισμένων σε μοντέλο ελαχίστων τετραγώνων (LS) και εκφρασμένο ως (γεωμετρικός μέσος - 1) πολλαπλασιασμένο με 100. § p<0,001 έναντι του Atorvastatin And Ezetimibe 10/10 ¶ p<0,01 έναντι του Atorvastatin And Ezetimibe 10/10
p<0,05 έναντι του Atorvastatin And Ezetimibe 10/10
Þ p<0,001 έναντι του Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 ß p<0,05 έναντι του Atorvastatin And Ezetimibe 10/20 Ο πίνακας 4 δεν περιέχει δεδομένα σύγκρισης των επιδράσεων του Atorvastatin And Ezetimibe 10/10 ή 10/20 με δόσεις υψηλότερες της ατορβαστατίνης 40 mg ή της ροσουβαστατίνης 20 mg.
Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την μελέτη Μείωσης της Ισχαιμίας του Μυοκαρδίου με Επιθετική Ελάττωση της Χοληστερόλης, την μελέτη MIRACL (Myocardial Ischaemia Reduction with Aggressive Cholesterol Lowering), ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q ή ασταθής στηθάγχη) τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ατορβαστατίνη 80 mg/ημερησίως (n=1538) ή εικονικό φάρμακο (n=1548). Η θεραπεία άρχισε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης μετά την εισαγωγή σε νοσοκομείο και διήρκησε για μια περίοδο 16 εβδομάδων. Η θεραπεία με ατορβαστατίνη 80 mg/ημερησίως παρείχε μία μείωση 16% (p=0,048) στον κίνδυνο του συνδυασμένου πρωτεύοντος τελικού σημείου: θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή με ανάνηψη ή στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου που απαιτεί εισαγωγή σε νοσοκομείο. Αυτό οφειλόταν κυρίως στη μείωση κατά 26% της επαναεισαγωγής στο νοσοκομείο για στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου (p=0,018). Το Atorvastatin And Ezetimibe περιέχει ατορβαστατίνη. Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Anglo-Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA), αξιολογήθηκε η επίδραση της ατορβαστατίνης 10 mg στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD) σε 10.305 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 40-80 ετών και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (TC) ≤6,5 mmol/L και με τουλάχιστον τρεις παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για μια διάμεση περίοδο διάρκειας 3,3 ετών. Η ατορβαστατίνη 10 mg μείωσε σημαντικά (p<0,001) τον σχετικό κίνδυνο για: θανατηφόρα στεφανιαία καρδιακή νόσο (CHD) μαζί με τα μη-θανατηφόρα εμφράγματα του μυοκαρδίου κατά 36% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 1,1%), τα συνολικά καρδιαγγειακά συμβάντα και τις διαδικασίες επαναγγείωσης κατά 20% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 1,9%) και τα συνολικά στεφανιαία συμβάντα κατά 29% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 1,4%). Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την μελέτη Collaborative Atorvastatin Diabetes Study (CARDS), αξιολογήθηκε η επίδραση της ατορβαστατίνης 10 mg στα τελικά σημεία καρδιαγγειακής νόσου (CVD) σε 2.838 ασθενείς, ηλικίας 40-75 ετών, οι οποίοι είχαν διαβήτη τύπου 2 και έναν ή περισσότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, LDL≤4,1 mmol/L και τριγλυκερίδια (TG) ≤6,8 mmol/L. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για μια διάμεση περίοδο διάρκειας 3,9 ετών. Η ατορβαστατίνη 10 mg μείωσε σημαντικά (p<0,05): την συχνότητα των μείζονων καρδιαγγειακών συμβαμάτων κατά 37% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 3,2%), τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 48% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 1,3%) και τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου (MI) κατά 42% (απόλυτη μείωση κινδύνου = 1,9%).
Πρόληψη των Καρδιαγγειακών Επεισοδίων Σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα μελέτη εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης 18.144 ασθενείς εντάχθηκαν εντός 10 ημερών από την εισαγωγή τους σε νοσοκομείο για οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ, είτε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου [ΟΕΜ], είτε ασταθής στηθάγχη [ΑΣ]). Όλοι οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μια αναλογία 1:1 να λάβουν είτε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10/40 mg (n=9.067) είτε σιμβαστατίνη 40 mg (n=9.077) και με διάμεση περίοδο παρακολούθησης 6,0 χρόνων. Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία 63,6 έτη, το 76% ήταν άνδρες, το 84% ήταν Καυκάσιοι και το 27% ήταν διαβητικοί. Η μέση τιμή της LDL-C κατά τη χρονική στιγμή του συμβάντος ένταξης στη μελέτη ήταν 80 mg/dl (2,1 mmol/l) για εκείνους που λάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία (n=6.390) και 101 mg/dl (2,6 mmol/l) για εκείνους που δεν είχαν λάβει προηγούμενη υπολιπιδαιμική θεραπεία (n=11.594). Πριν την εισαγωγή στο νοσοκομείο λόγω επεισοδίου οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ), το 34% των ασθενών λάμβαναν θεραπεία με στατίνη. Στον ένα χρόνο, η μέση LDL-C σε ασθενείς που συνέχισαν τη θεραπεία ήταν 53,2 mg/dl (1,4 mmol/l) για την ομάδα της εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και 69,9 mg/dl (1,8 mmol/l) για την ομάδα που έλαβε μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η σύνθεση θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας, μειζόνων στεφανιαίων συμβαμάτων (ΜΣΣ, που ορίζονται ως μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, τεκμηριωμένη ασταθής στηθάγχη που χρειάστηκε εισαγωγή σε νοσοκομείο ή οποιαδήποτε επέμβαση στεφανιαίας επαναγγείωσης που πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον 30 ημέρες μετά την τυχαιοποιημένη απόφαση θεραπείας) και μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου. Η μελέτη έδειξε ότι η θεραπεία με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη παρείχε επιπρόσθετο όφελος στη μείωση του κύριου σύνθετου καταληκτικού σημείου του θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας, των μειζόνων στεφανιαίων συμβαμάτων (ΜΣΣ) και του μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη (μείωση σχετικού κινδύνου κατά 6,4%, p=0,016). To κύριο καταληκτικό σημείο συνέβη στους 2.572 από τους 9.067 ασθενείς (ποσοστό Kaplan-Meier [KM] 7-χρόνων 32,72%) στην ομάδα της εζετιμίμπης/σιμβαστατίνης και στους 2.742 από τους 9.077 ασθενείς (ποσοστό ΚΜ 7-χρόνων 34,67%) στην ομάδα της μονοθεραπείας με σιμβαστατίνη. (Βλ. Σχήμα 1 και Πίνακα 5.) Αυτό το επιπρόσθετο όφελος αναμένεται να είναι παρόμοιο με τη συγχορήγηση εζετιμίμπης και ατορβαστατίνης. Η συνολική θνησιμότητα ήταν αμετάβλητη σε αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου. Υπήρξε ένα συνολικό όφελος σε όλα τα εγκεφαλικά επεισόδια. Ωστόσο, υπήρξε μια μικρή μη σημαντική αύξηση στο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο στην ομάδα της εζετιμίμπης-σιμβαστατίνης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη. Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου από τη συγχορήγηση εζετιμίμπης με ισχυρότερες στατίνες σε μακροχρόνιες μελέτες έκβασης δεν έχει αξιολογηθεί. Τα αποτελέσματα της αγωγής με εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη σε πολλές υποομάδες ασθενών συμπεριλαμβανομένου φύλου, ηλικίας, φυλής, ιατρικού ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη, επιπέδων λιπιδίων κατά την ένταξη στη μελέτη, προηγούμενης θεραπείας με στατίνη, προηγούμενου εγκεφαλικού επεισοδίου και υπέρτασης, ήταν γενικά σε συμφωνία με τα συνολικά αποτελέσματα της μελέτης.
Ομόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία (HoFH) Μια διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη, διάρκειας 12 εβδομάδων διεξήχθη σε ασθενείς με κλινική και/ή γονοτυπική διάγνωση Ομόζυγης Οικογενούς Υπερχοληστερολαιμίας (HoFH). Αναλύθηκαν τα δεδομένα μιας υποομάδας ασθενών (n=36) που λάμβαναν ατορβαστατίνη 40 mg κατά την έναρξη. Αύξηση της δόσης της ατορβαστατίνης από 40 σε 80 mg (n=12) προκάλεσε μείωση της LDL-C κατά 2% σε σχέση με την αρχική τιμή με ατορβαστατίνη 40 mg. Η συγχορήγηση της εζετιμίμπης και της ατορβαστατίνης, ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe (10/40 και 10/80 συγκεντρωτικά, n=24), προκάλεσε μείωση της LDL-C κατά 19% σε σχέση με την αρχική τιμή με ατορβαστατίνη 40 mg. Σε αυτούς τους ασθενείς που συγχορηγήθηκε εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe (10/80, n=12) παρουσιάστηκε μείωση της LDL-C κατά 25% σε σχέση με την αρχική τιμή με ατορβαστατίνη 40 mg. Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης διάρκειας 12 εβδομάδων, στους ασθενείς που επιλέχθηκαν (n=35) και οι οποίοι λάμβαναν ατορβαστατίνη 40 mg κατά την έναρξη, συγχορηγήθηκε εζετιμίμπη και ατορβαστατίνη ισοδύναμη με το Atorvastatin And Ezetimibe 10/40 για ένα πρόσθετο διάστημα έως 24 μήνες. Μέτα από μία περίοδο θεραπείας τουλάχιστον 4 εβδομάδων, η δόση της ατορβαστατίνης θα μπορούσε να διπλασιαστεί σε μια μέγιστη δόση των 80 mg. Στο τέλος των 24 μηνών, το Atorvastatin And Ezetimibe (10/40 και 10/80 συγκεντρωτικά) προκάλεσε μείωση της LDL-C σε συμφωνία με αυτή που παρατηρήθηκε στη μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Atorvastatin And Ezetimibe σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της υπερχοληστερολαιμίας και της μικτής υπερλιπιδαιμίας (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Atorvastatin And Ezetimibe Το Atorvastatin And Ezetimibe έχει αποδειχτεί να είναι βιοϊσοδύναμο με την συγχορήγηση αντίστοιχων δόσεων δισκίων εζετιμίμπης και ατορβαστατίνης.
Απορρόφηση
Atorvastatin And Ezetimibe Οι επιδράσεις ενός γεύματος υψηλού σε λιπαρά στη φαρμακοκινητική της εζετιμίμπης και της ατορβαστατίνης όταν χορηγούνται ως δισκία του Atorvastatin And Ezetimibe είναι συγκρίσιμες με αυτές που αναφέρθηκαν για τα ξεχωριστά δισκία.
Εζετιμίμπη Κατόπιν χορήγησης από το στόμα, η εζετιμίμπη απορροφάται ταχέως και συζεύγνυται σε μεγάλο βαθμό σε ένα φαρμακολογικά ενεργό φαινολικό γλυκορουνίδιο (γλυκουρονίδιο εζετιμίμπης). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) εμφανίζονται μέσα σε 1 έως 2 ώρες για το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης και σε 4 έως 12 ώρες για την εζετιμίμπη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της εζετιμίμπης δεν μπορεί να προσδιορισθεί επειδή το συστατικό είναι ουσιαστικά αδιάλυτο σε υδατικά διαλύματα, που είναι κατάλληλα για ενέσιμα. Η ταυτόχρονη χορήγηση τροφής (γεύματα πλούσια σε λιπαρά ή μη-λιπαρά γεύματα) δεν είχε επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης εζετιμίμπης, όταν αυτή χορηγήθηκε ως δισκία των 10 mg.
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) εμφανίζονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από του στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12% ενώ στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή διαθεσιμότητα της στην κυκλοφορία αποδίδεται στην κάθαρση της στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σ’αυτήν και/ή στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Κατανομή
Εζετιμίμπη Η εζετιμίμπη και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης δεσμεύονται κατά 99,7% και 88 έως 92% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στον άνθρωπο, αντιστοίχως.
Ατορβαστατίνη Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 l. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό ≥98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Εζετιμίμπη Η εζετιμίμπη μεταβολίζεται πρωταρχικά στο λεπτό έντερο και στο ήπαρ μέσω σύζευξης σε γλυκουρονίδιο (αντίδραση φάσης ΙΙ) με επακόλουθη χολική απέκκριση. Παρατηρήθηκε ελάχιστος οξειδωτικός μεταβολισμός (αντίδραση φάσης Ι) σε όλα τα είδη που αξιολογήθηκαν. Η εζετιμίμπη και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης είναι τα κύρια παράγωγα του φαρμάκου που ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα συνιστώντας περίπου το 10 έως 20% και το 80 έως 90% του συνολικού φαρμάκου στο πλάσμα, αντιστοίχως. Τόσο η εζετιμίμπη όσο και το γλυκουρονίδιο της εζετιμίμπης απεκκρίνονται βραδέως από το πλάσμα με αποδεδειγμένη σημαντική εντεροηπατική ανακύκλωση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εζετιμίμπης και του γλυκουρονιδίου της εζετιμίμπης είναι περίπου 22 ώρες.
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών, τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται περαιτέρω μέσω της γλυκουρονιδίωσης. Η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παραϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη in vitro με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης στην HMG-CoA αναγωγάση στην κυκλοφορία, αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες της ατορβαστατίνης.
Αποβολή
Εζετιμίμπη Περίπου 78% και 11% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα και στα ούρα αντιστοίχως κατά τη διάρκεια συλλογής 10 ημερών. Μετά από 48 ώρες, δεν υπήρχαν ανιχνεύσιμα επίπεδα ραδιενέργειας στο πλάσμα.
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό και/ή τον εξωηπατικό μεταβολισμό της, αποβάλλεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, το φαρμακευτικό προϊόν δεν φαίνεται να υφίσταται σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα σε ανθρώπους είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω των δραστικών μεταβολιτών της, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ανασταλτικής της δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες. Η ατορβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της BCRP.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Εζετιμίμπη Η απορρόφηση και ο μεταβολισμός της εζετιμίμπης ήταν παρόμοιοι μεταξύ παιδιών και εφήβων (10 έως 18 ετών) και ενηλίκων. Με βάση τη συνολική εζετιμίμπη, δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ εφήβων και ενηλίκων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία φαρμακοκινητικής στον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας <10 ετών. Η κλινική εμπειρία σε παιδιατρικούς και εφήβους ασθενείς (ηλικίας 9 έως 17) περιορίζεται σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (HoFH) ή σιτοστερολαιμία.
Ατορβαστατίνη Σε μία ανοικτή μελέτη, διάρκειας 8-εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 Tanner (N=15) και Σταδίου 2 Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχική τιμή της LDL-C ≥ 4 mmol/L ακολούθησαν θεραπεία με μασώμενα δισκία ατορβαστατίνης των 5 ή 10 mg ή με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ατορβαστατίνης των 10 ή 20 mg μία φορά ημερησίως, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική μεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από του στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων, κατά την αλλομετρική αναγωγή ανά σωματικό βάρος. Οι μειώσεις που παρατηρήθηκαν στα επίπεδα της LDL-C και των τριγλυκεριδίων (TG) ήταν σε συμφωνία σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ορθο-υδροξυατορβαστατίνη.
Ηλικιωμένοι
Εζετιμίμπη Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ολικής εζετιμίμπης ήταν 2-φορές υψηλότερες στους ηλικιωμένους (≥65 ετών) από ότι στους νέους (18 έως 45 ετών). Η μείωση της LDL-C και το προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμα μεταξύ των ηλικιωμένων και νέων ατόμων που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη.
Ατορβαστατίνη Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα από ότι σε νεαρούς ενήλικες, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών.
Ηπατική δυσλειτουργία
Εζετιμίμπη Μετά από μία εφάπαξ δόση εζετιμίμπης 10 mg, η μέση συγκέντρωση κάτω από την καμπύλη AUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 1,7-φορές σε ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh score 5 ή 6) σε σύγκριση με υγιή άτομα. Σε μία πολλαπλών δόσεων μελέτη διάρκειας 14 ημερών (10 mg ημερησίως) σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh score 7 έως 9), η μέση AUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 4 φορές κατά την Ημέρα 1 και Ημέρα 14 σε σύγκριση με υγιή άτομα. Δεν απαιτήθηκε αναπροσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια. Λόγω των άγνωστων επιδράσεων της αυξημένης έκθεσης στην εζετιμίμπη σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή (Child Pugh score > 9) ηπατική ανεπάρκεια, η εζετιμίμπη δεν συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ατορβαστατίνη Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι σημαντικά αυξημένες (περίπου 16-φορές η Cmax και περίπου 11-φορές η AUC) σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατοπάθεια (Child-Pugh B).
Νεφρική δυσλειτουργία
Εζετιμίμπη Μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg εζετιμίμπης σε ασθενείς με σοβαρή νεφροπάθεια (n=8, μέση κάθαρση κρεατινίνης CrCl ≤ 30 ml/min/1,73 m²), η μέση AUC για την ολική εζετιμίμπη αυξήθηκε περίπου κατά 1,5 φορές σε σύγκριση με υγιή άτομα (n=9). Ένας επιπλέον ασθενής σε αυτή τη μελέτη (με μεταμόσχευση νεφρού και λαμβάνοντας πολλαπλά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης) είχε 12-φορές μεγαλύτερη έκθεση στην ολική εζετιμίμπη.
Ατορβαστατίνη Η ύπαρξη νεφροπάθειας δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα ή τις επιδράσεις τους στα λιπίδια.
Φύλο
Εζετιμίμπη Οι συγκεντρώσεις της ολικής εζετιμίμπης στο πλάσμα ήταν ελαφρώς υψηλότερες (περίπου 20%) σε γυναίκες από ότι σε άνδρες. Η μείωση της LDL-C και το προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμα μεταξύ των ανδρών και των γυναικών που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη.
Ατορβαστατίνη Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της διαφέρουν στις γυναίκες από ότι στους άνδρες (γυναίκες: περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC). Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, και κατά συνέπεια δεν είναι κλινικά σημαντικές οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την επίδραση της ατορβαστατίνης στα λιπίδια.
Πολυμορφισμός SLCO1B1
Ατορβαστατίνη Ο μεταφορέας OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1, υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) συνδέεται με 2,4-φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ότι σε ανθρώπους χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μία γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης σε αυτούς τους ασθενείς είναι επίσης πιθανή. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.