Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AX18 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LETERMOVIR

Λετερμοβίρη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιϊκά για συστηματική χρήση, άμεσα δρώντα αντιϊκά, κωδικός ATC: J05AX18 ### Μηχανισμός δράσης Η λετερμοβίρη αναστέλει το σύμπλοκο της DNA-τερμινάσης του CMV, η οποία είναι απαραίτητη για τη διάσπαση και το πακετάρισμα του ιικού DNA των απογόνων …

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • B25 Νόσος από κυτταρομεγαλοϊό

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επανενεργοποίηση του κυτταρομεγαλοϊού (CMV) · Νόσος του CMV · Νόσος του κυτταρομεγαλοϊού (CMV)

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
480 mg μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς βάρους τουλάχιστον 30 kg που είναι HSCT λήπτες
    Δόση480 mg μία φορά ημερησίως
    Εάν συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη, η δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί στα 240 mg μία φορά την ημέρα. Εάν η κυκλοσπορίνη ξεκινήσει μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί στα 240 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η κυκλοσπορίνη διακοπεί μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να αυξηθεί στα 480 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η δόση της κυκλοσπορίνης διακοπεί προσωρινά λόγω υψηλών επιπέδων κυκλοσπορίνης, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λετερμοβίρης.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς βάρους τουλάχιστον 15 kg έως λιγότερο από 30 kg που είναι HSCT λήπτες
    Δόση240 mg μία φορά ημερησίως
    Εάν η από στόματος λετερμοβίρη συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη, η δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί στα 120 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η κυκλοσπορίνη ξεκινήσει μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί στα 120 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η κυκλοσπορίνη διακοπεί μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να αυξηθεί στα 240 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η δόση της κυκλοσπορίνης διακοπεί προσωρινά λόγω υψηλών επιπέδων κυκλοσπορίνης, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λετερμοβίρης.
  • Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς βάρους τουλάχιστον 40 kg που είναι λήπτες μοσχεύματος νεφρού
    Δόση480 mg μία φορά ημερησίως
    Εάν η λετερμοβίρη συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη, η δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί σε 240 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η κυκλοσπορίνη εισαχθεί μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί στα 240 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η κυκλοσπορίνη διακοπεί μετά την έναρξη της λετερμοβίρης, η επόμενη δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να αυξηθεί σε 480 mg μία φορά ημερησίως. Εάν η δόση της κυκλοσπορίνης διακοπεί προσωρινά λόγω υψηλών επιπέδων κυκλοσπορίνης, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της λετερμοβίρης.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Α & Β)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C)
    Δεν συνιστάται.
  • Συνδυασμένη ηπατική (μέτρια) και νεφρική (μέτρια ή σοβαρή) δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια, σοβαρή)
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης.
  • Νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD)
    Δεν μπορεί να γίνει σύσταση δόσης. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς HSCT βάρους < 5 kg ή λήπτες μοσχεύματος νεφρού βάρους < 40 kg
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα και καμία σύσταση δοσολογίας δεν μπορεί να υποστηριχθεί.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Συγχορήγηση με πιμοζίδη
  • Συγχορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας
  • Συγχορήγηση με St. John’s wort (Hypericum perforatum)
  • Ταυτόχρονη χρήση του dabigatran, της ατορβαστατίνης, της σιμβαστατίνης, της ροσουβαστατίνης ή της πιταβαστατίνης όταν η λετερμοβίρη συνδυάζεται με κυκλοσπορίνη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Παρακολούθηση του CMV DNA
    Πληθυσμόςλήπτες HSCT
    Σε περιπτώσεις κλινικά σημαντικής CMV DNAαιμίας ή νόσου, η προφύλαξη με λετερμοβίρη σταμάτησε και ξεκίνησε καθιερωμένη προληπτική θεραπεία (PET) ή αγωγή. Σε ασθενείς στους οποίους η προφύλαξη με λετερμοβίρη ξεκίνησε και ο έλεγχος CMV DNA βρέθηκε ακολούθως θετικός στην ένταξη, η προφύλαξη θα πρέπει να συνεχιστεί εάν τα κριτήρια PET δεν πληρούνταν.
  • Κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών ή μειωμένου θεραπευτικού αποτελέσματος λόγω φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων
    Δείτε τον Πίνακα 1 για τα βήματα πρόληψης ή διαχείρισης αυτών των γνωστών ή δυνητικά σημαντικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων, συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων δοσολογίας (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με υποστρώματα CYP3A
    προσοχή
    Η λετερμοβίρη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα του CYP3A με στενά θεραπευτικά εύρη (π.χ. αλφαιντανύλη, φαιντανύλη και κινιδίνη). Συνιστάται στενή παρακολούθηση ή/και προσαρμογή της δόσης των συγχορηγούμενων CYP3A υποστρωμάτων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Παρακολούθηση ανοσοκατασταλτικών
    Αυξημένη παρακολούθηση της κυκλοσπορίνης, του τακρόλιμους και του σιρόλιμους γενικά συνιστάται τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη και τη διακοπή της λετερμοβίρης (βλ. Αλληλεπιδράσεις) όπως και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης.
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (Επαγωγή ενζύμων και μεταφορέων)
    Η θεραπευτική παρακολούθηση φαρμάκου (TDM) συνιστάται για τη βορικοναζόλη. Η ταυτόχρονη χρήση του dabigatran θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου μειωμένης αποτελεσματικότητας του dabigatran.
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (OATP1B1/3 μεταφορείς)
    Η λετερμοβίρη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταφέρονται μέσω των OATP1B1/3 όπως είναι πολλές από τις στατίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Πίνακα 1).
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας λακτάσης, ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης
    δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
  • Νάτριο
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νάτριο ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • ναφσιλλίνη
    αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της ναφσιλλίνης δεν συνιστάται.
  • Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη φλουκοναζόλη, Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη λετερμοβίρη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στην ιτρακοναζόλη, Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη λετερμοβίρη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στην ποσακοναζόλη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση συγκεντρώσεων βορικοναζόλης
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση είναι απαραίτητη, TDM για τη βορικοναζόλη συνιστάται, τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη ή τη διακοπή της λετερμοβίρης, όπως και επίσης μετά την αλλαγή της οδού χορήγησης της λετερμοβίρης ή του ανοσοκατασταλτικού.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της ριφαμπουτίνης δεν συνιστάται.
  • ριφαμπικίνη (εφάπαξ δόση)
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της ριφαμπικίνης δεν συνιστάται.
  • ριφαμπικίνη (πολλαπλές δόσεις)
    αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΠολλαπλές δόσεις ριφαμπικίνης μειώνουν τις συγκεντρώσεις της λετερμοβίρης στο πλάσμα. Η συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της ριφαμπικίνης δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της θειοριδαζίνης δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της βοσεντάνης δεν συνιστάται.
  • ακυκλοβίρη
    Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στην ακυκλοβίρη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη βαλακυκλοβίρη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • St. John’s wort (Hypericum perforatum)
    αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και του St. John’s wort αντενδείκνυται.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της εφαβιρένζης δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης με αυτά τα αντιϊκά δεν συνιστάται.
  • ατορβαστατίνη (χωρίς κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Αύξηση ατορβαστατίνης
    ΣύστασηΑνεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με στατίνες, όπως η μυοπάθεια, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg ημερησίως όταν συγχορηγείται με τη λετερμοβίρη.
  • ατορβαστατίνη (με κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση ατορβαστατίνης
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με την κυκλοσπορίνη, η ατορβαστατίνη αντενδείκνυται.
  • σιμβαστατίνη, πιταβαστατίνη, ροσουβαστατίνη (χωρίς κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων αυτών των στατινών στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των στατινών. Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται με τη λετερμοβίρη μόνο. Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με στατίνες, όπως η μυοπάθεια, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • σιμβαστατίνη, πιταβαστατίνη, ροσουβαστατίνη (με κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση συγκεντρώσεων αυτών των στατινών στο πλάσμα
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, η χρήση αυτών των στατινών αντενδείκνυται.
  • φλουβαστατίνη (με/χωρίς κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων φλουβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με αυτή τη στατίνη, μία μείωση της δόσης της στατίνης μπορεί να είναι αναγκαία. Οι σχετιζόμενες με τις στατίνες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η μυοπάθεια θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • πραβαστατίνη (χωρίς κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων πραβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με αυτή τη στατίνη, μία μείωση της δόσης της στατίνης μπορεί να είναι αναγκαία. Οι σχετιζόμενες με τις στατίνες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η μυοπάθεια θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • πραβαστατίνη (με κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση συγκεντρώσεων πραβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, η πραβαστατίνη δεν συνιστάται.
  • κυκλοσπορίνη (επίδραση στη λετερμοβίρη)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΕάν η λετερμοβίρη συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη, η δόση της λετερμοβίρης θα πρέπει να μειωθεί σε 240 mg μία φορά ημερησίως σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς βάρους τουλάχιστον 30 kg. Εάν η λετερμοβίρη από στόματος συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς βάρους χαμηλότερου των 30 kg, η δόση πρέπει να μειωθεί.
  • κυκλοσπορίνη (επίδραση στην κυκλοσπορίνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης στο ολικό αίμα, θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της αγωγής, όταν αλλάζει η οδός χορήγησης της λετερμοβίρης, και στη διακοπή της λετερμοβίρης και η δόση της κυκλοσπορίνης να προσαρμόζεται ανάλογα.
  • μυκοφαινολάτη μοφετίλ
    Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στο μυκοφαινολικό οξύ, Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη λετερμοβίρη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση σιρόλιμους
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους στο ολικό αίμα θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της αγωγής, όταν αλλάζει η οδός χορήγησης της λετερμοβίρης, και στη διακοπή της λετερμοβίρης και η δόση του σιρόλιμους να προσαρμόζεται ανάλογα. Συχνή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους συνιστάται στην έναρξη ή στη διακοπή της συγχορήγησης κυκλοσπορίνης με τη λετερμοβίρη. Όταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, το μέγεθος της αύξησης των συγκεντρώσεων του σιρόλιμους μπορεί να είναι μεγαλύτερο από ότι με τη λετερμοβίρη μόνο. Ανατρέξτε επίσης στις πληροφορίες συνταγογράφησης του σιρόλιμους για συγκεκριμένες δοσολογικές συστάσεις.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση τακρόλιμους, Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη λετερμοβίρη
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του τακρόλιμους στο ολικό αίμα, θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της αγωγής, όταν αλλάζει η οδός χορήγησης της λετερμοβίρης, και στη διακοπή της λετερμοβίρης και η δόση του τακρόλιμους να προσαρμόζεται ανάλογα.
  • Αιθινυλοιστραδιόλη (ΕΕ) / λεβονοργεστρέλη (LNG)
    Κλινικά μη σημαντική αλλαγή σε EE και LNG
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Άλλα από στόματος αντισυλληπτικά στεροειδή
    προσοχή
    Μείωση αντισυλληπτικών στεροειδών (επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα)
    ΣύστασηΓια τη διασφάλιση μιας επαρκούς αντισυλληπτικής δράσης με ένα από στόματος αντισυλληπτικό, προϊόντα που περιέχουν ΕΕ και LNG θα πρέπει να επιλέγονται.
  • ρεπαγλινίδη (χωρίς κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση ή μείωση ρεπαγλινίδης (καθαρή επίδραση άγνωστη)
    ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • ρεπαγλινίδη (με κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Αύξηση ρεπαγλινίδης
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ρεπαγλινίδης αναμένεται να αυξηθούν. Ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • γλυβουρίδη
    παρακολούθηση
    Αύξηση γλυβουρίδης
    ΣύστασηΗ συχνή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της γλυκόζης συνιστάται τις πρώτες 2 εβδομάδες μετά την έναρξη ή τη διακοπή της λετερμοβίρης, όπως επίσης και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης. Όταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, ανατρέξτε επίσης στις πληροφορίες συνταγογράφησης της γλυβουρίδης για συγκεκριμένες δοσολογικές συστάσεις.
  • Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της καρβαμαζεπίνης ή της φαινοβαρβιτάλης δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα, Μείωση συγκεντρώσεων φαινυτοΐνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της φαινυτοΐνης δεν συνιστάται.
  • παρακολούθηση
    Μείωση συγκεντρώσεων βαρφαρίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR) θα πρέπει να γίνεται όταν η βαρφαρίνη συγχορηγείται με την αγωγή της λετερμοβίρης. Η παρακολούθηση συνιστάται τις πρώτες 2 εβδομάδες μετά την έναρξη ή τη διακοπή της λετερμοβίρης, όπως επίσης και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης ή του ανοσοκατασταλτικού.
  • dabigatran (χωρίς κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Μείωση dabigatran (μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα)
    ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση του dabigatran θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου μειωμένης αποστελεσματικότητας του dabigatran.
  • dabigatran (με κυκλοσπορίνη)
    αντένδειξη
    Μείωση dabigatran
    ΣύστασηΌταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, το dabigatran αντενδείκνυται.
  • προσοχή
    Αύξηση μιδαζολάμης
    ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση για αναπνευστική καταστολή ή/και παρατεταμένη καταστολή θα πρέπει να ασκείται κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης της λετερμοβίρης με τη μιδαζολάμη. Προσαρμογή της δόσης της μιδαζολάμης θα πρέπει να εξετάζεται.
  • αλφαιντανύλη, φαιντανύλη (CYP3A μεταβολιζόμενα οπιοειδή)
    προσοχή
    Αύξηση CYP3A μεταβολιζόμενων οπιοειδών
    ΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα συνιστάται κατά τη συγχορήγηση. Προσαρμογή της δόσης για τα CYP3A μεταβολιζόμενων οπιοειδών μπορεί να είναι αναγκαία. Παρακολούθηση συνιστάται επίσης όταν αλλάζει η οδός χορήγησης. Όταν η λετερμοβίρη συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη, το μέγεθος της αύξησης των συγκεντρώσεων στο πλάσμα των CYP3A μεταβολιζόμενων οπιοειδών μπορεί να είναι μεγαλύτερο. Στενή κλινική παρακολούθηση για την αναπνευστική καταστολή και/ή παρατεταμένη καταστολή πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης της λετερμοβίρης σε συνδυασμό με την κυκλοσπορίνη και την αλφαιντανύλη ή τη φαιντανύλη.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση αμιωδαρόνης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της αμιωδαρόνης. Συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την αμιωδαρόνη συνιστάται κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης. Παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της αμιωδαρόνης θα πρέπει να πραγματοποιείται τακτικά όταν η αμιωδαρόνη συγχορηγείται με τη λετερμοβίρη.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση κινιδίνης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της κινιδίνης. Στενή κλινική παρακολούθηση πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της χορήγησης της λετερμοβίρης με την κινιδίνη.
  • Κλινικά μη σημαντική αλλαγή στη διγοξίνη
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • προσοχή
    Μείωση ομεπραζόλης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις των CYP2C19 υποστρωμάτων στο πλάσμα. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • προσοχή
    Μείωση παντοπραζόλης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις των CYP2C19 υποστρωμάτων στο πλάσμα. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • αντένδειξη
    Μείωση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση της λετερμοβίρης και της μοδαφινίλης δεν συνιστάται.
  • γεμφιμπροζίλη
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν άλλοι OATP1B1/3 αναστολείς προστεθούν στη λετερμοβίρη σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν άλλοι OATP1B1/3 αναστολείς προστεθούν στη λετερμοβίρη σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
  • Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν άλλοι OATP1B1/3 αναστολείς προστεθούν στη λετερμοβίρη σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν άλλοι OATP1B1/3 αναστολείς προστεθούν στη λετερμοβίρη σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων λετερμοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν άλλοι OATP1B1/3 αναστολείς προστεθούν στη λετερμοβίρη σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
  • αντένδειξη
    Αύξηση συγκεντρώσεων πιμοζίδης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ πιμοζίδη αντενδείκνυται με τη λετερμοβίρη.
  • αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας
    αντένδειξη
    Αύξηση συγκεντρώσεων αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας στο πλάσμα
    ΣύστασηΤα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας αντενδείκνυνται με τη λετερμοβίρη.
  • προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων φεξοφεναδίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ χορήγηση της λετερμοβίρης μπορεί να οδηγήσει σε μια κλινικά σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φεξοφεναδίνης. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
  • προσοχή
    Μείωση έκθεσης διαζεπάμης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη έχει τη δυνατότητα να μειώνει την έκθεση σε υποστρώματα CYP2C9 ή/και CYP2C19. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • προσοχή
    Μείωση έκθεσης λανσοπραζόλης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη έχει τη δυνατότητα να μειώνει την έκθεση σε υποστρώματα CYP2C9 ή/και CYP2C19. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • προσοχή
    Μείωση έκθεσης εσομεπραζόλης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη έχει τη δυνατότητα να μειώνει την έκθεση σε υποστρώματα CYP2C9 ή/και CYP2C19. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • προσοχή
    Μείωση έκθεσης τιλιδίνης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη έχει τη δυνατότητα να μειώνει την έκθεση σε υποστρώματα CYP2C9 ή/και CYP2C19. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • τολβουταμίδη
    προσοχή
    Μείωση έκθεσης τολβουταμίδης
    ΣύστασηΗ λετερμοβίρη έχει τη δυνατότητα να μειώνει την έκθεση σε υποστρώματα CYP2C9 ή/και CYP2C19. Κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης μπορεί να είναι αναγκαία.
  • Μείωση συγκεντρώσεων σοφοσμπουβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΗ χορήγηση της λετερμοβίρης μπορεί να οδηγήσει σε μια κλινικά σχετική μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της σοφοσμπουβίρης. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων βουπροπιόνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βουπροπιόνης μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν. Μπορεί να συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων ραλτεγκραβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ραλτεγκραβίρης μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν. Μπορεί να συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων ντολουτεγκραβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ντολουτεγκραβίρης μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν. Μπορεί να συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων σουλφασαλαζίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της σουλφασαλαζίνης μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν. Μπορεί να συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση ή μείωση συγκεντρώσεων σελιπρολόλης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της σελιπρολόλης μπορεί να αυξηθούν ή να μειωθούν. Μπορεί να συνιστάται επιπρόσθετη παρακολούθηση.
  • Αύξηση συγκεντρώσεων σιπροφλοξασίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της σιπροφλοξασίνης μπορεί να αυξηθούν. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
  • τενοφοβίρη
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων τενοφοβίρης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της τενοφοβίρης μπορεί να αυξηθούν. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
  • ιμιπενέμη
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων ιμιπενέμης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ιμιπενέμης μπορεί να αυξηθούν. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
  • σιλαστατίνη
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων σιλαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΟι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της σιλαστατίνης μπορεί να αυξηθούν. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή δόσης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Νευρικό
  • Δυσγευσία
  • Κεφαλαλγία
  • Ίλιγγος
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
Ήπαρ
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Γενικές
  • Κόπωση
  • Περιφερικό οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Η λετερμοβίρη δεν συνιστάται κατά την κύηση και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της λετερμοβίρης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Γαλουχία
    Πρέπει να αποφασίζεται εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα γίνει διακοπή της θεραπείας/αποχή από τη θεραπεία με τη λετερμοβίρη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος από τον θηλασμό για το παιδί και το όφελος από τη θεραπεία για τη γυναίκα.
    Δεν είναι γνωστό εάν η λετερμοβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν δείξει απέκκριση της λετερμοβίρης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπήρξαν επιδράσεις στη γονιμότητα των θηλυκών αρουραίων. Μη αναστρέψιμη τοξικότητα των όρχεων και δυσλειτουργία γονιμότητας παρατηρήθηκε σε αρσενικούς αρουραίους, αλλά όχι σε αρσενικά ποντίκια ή αρσενικές μαϊμούδες.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Συνιστάται ο ασθενής να παρακολουθείται για ανεπιθύμητες ενέργειες και να εφαρμόζεται κατάλληλη συμπτωματική αγωγή.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Κόπωση και ίλιγγος έχουν αναφερθεί σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της αγωγής με τη λετερμοβίρη, οι οποίες μπορεί να επηρεάζουν την ικανότητα ενός ασθενούς να οδηγεί ή να χρησιμοποιεί μηχανήματα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (E460)
Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη (E468)
Ποβιδόνη (E1201)
Πυριτίου διοξείδιο κολλοειδές (E551)
Μαγνήσιο στεατικό (E470b)
Επικάλυψη
Λακτόζη μονοϋδρική
Υπρομελλόζη (E464)
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Τριακετίνη
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (μόνο για τα δισκία των 480 mg) (E172)
Κηρός καρναούβης (E903)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιϊκά για συστηματική χρήση, άμεσα δρώντα αντιϊκά, κωδικός ATC: J05AX18

Μηχανισμός δράσης

Η λετερμοβίρη αναστέλει το σύμπλοκο της DNA-τερμινάσης του CMV, η οποία είναι απαραίτητη για τη διάσπαση και το πακετάρισμα του ιικού DNA των απογόνων (viral progeny). Η λετερμοβίρη επηρεάζει τον σχηματισμό γονιδιωμάτων κατάλληλου μοναδιαίου μεγέθους και παρεμβαίνει στην ωρίμανση των ιοσωματίων.

Αντιική δραστικότητα

Η διάμεση τιμή EC50 της λετερμοβίρης έναντι μίας σειράς κλινικών CMV απομονωθέντων στελεχών μίας κυτταροκαλλιέργειας-μοντέλου μόλυνσης, ήταν 2,1 nM (εύρος= 0,7 nM έως 6,1 nM, n=74).

Ιική αντοχή

Σε κυτταροκαλλιέργεια Τα γονίδια UL51, UL56, και UL89 του CMV κωδικοποιούν υπομονάδες της DNA-τερμινάσης του CMV. Μεταλλαγμένα στελέχη του CMV με μειωμένη ευαισθησία στη λετερμοβίρη έχουν επιβεβαιωθεί σε κυτταροκαλλιέργεια. Οι τιμές EC50 για τα ανασυνδυασμένα μεταλλαγμένα στελέχη CMV που εκφράζουν τις υποκαταστάσεις χαρτογραφούνται στο pUL51 (P91S), pUL56 (C25F, S229F, V231A, V231L, V236A, T244K, T244R, L254F, L257F, L257I, F261C, F261L, F261S, Y321C, L328V, M329T, A365S, N368D) και pUL89 (N320H, D344E) και ήταν 1,6- έως < 10-φορές υψηλότερες από εκείνες του φυσικού τύπου ιού αναφοράς. Αυτές οι τιμές δεν είναι πιθανό να είναι κλινικά σημαντικές. Οι τιμές EC50 για τα ανασυνδυασμένα μεταλλαγμένα στελέχη CMV που εκφράζουν την pUL51 υποκατάσταση A95V ή τις pUL56 υποκαταστάσεις N232Y, V236L, V236M, E237D, E237G, L241P, K258E, C325F, C325R, C325W, C325Y, R369G, R369M, R369S και R369T ήταν 10 έως 9.300 φορές υψηλότερες από αυτές του φυσικού τύπου ιού αναφοράς. Μερικές από αυτές τις υποκαταστάσεις έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που εμφάνισαν αποτυχία στην προφύλαξη σε κλινικές δοκιμές (δείτε παρακάτω).

Σε κλινικές δοκιμές Σε μία δοκιμή Φάσης 2β, η οποία αξιολόγησε δόσεις της λετερμοβίρης των 60, 120 ή 240 mg/ημέρα ή το εικονικό φάρμακο για έως 84 ημέρες σε 131 ενήλικους λήπτες HSCT, πραγματοποιήθηκε ανάλυση της αλληλουχίας DNA μίας επιλεγμένης περιοχής του UL56 (αμινοξέα 231 έως 369) σε δείγματα που ελήφθησαν από 12 άτομα τα οποία έλαβαν λετερμοβίρη και εμφάνισαν αποτυχία στην προφύλαξη, και των οποίων τα δείγματα ήταν διαθέσιμα για ανάλυση. Ένα άτομο (το οποίο έλαβε 60 mg/ημέρα) είχε μία ανθεκτική στη λετερμοβίρη γονοτυπική παραλλαγή (GV) (V236M). Σε μία δοκιμή Φάσης 3 (P001), ανάλυση της αλληλουχίας του DNA του συνόλου των κωδικών περιοχών του UL56 και του UL89 πραγματοποιήθηκε σε δείγματα που ελήφθησαν από 40 ενήλικα άτομα τα οποία έλαβαν λετερμοβίρη, του πληθυσμού FAS τα οποία και εμφάνισαν αποτυχία στην προφύλαξη και των οποίων τα δείγματα ήταν διαθέσιμα για ανάλυση. Δύο άτομα ανιχνεύθηκαν με GV ανθεκτική στη λετερμοβίρη, και τα δύο με υποκαταστάσεις χαρτογραφημένες στο pUL56. Ένα άτομο είχε την υποκατάσταση V236M και το άλλο άτομο είχε την υποκατάσταση Ε237G. Ένα επιπλέον άτομο, το οποίο είχε ανιχνεύσιμο CMV DNA στην ένταξη (και για αυτό το λόγο δεν ήταν στον πληθυσμό FAS), είχε τις pUL56 υποκαταστάσεις, C325W και R369T, που ανιχνεύθηκαν μετά τη διακοπή της λετερμοβίρης. Σε μια δοκιμή Φάσης 3 (P040), πραγματοποιήθηκε ανάλυση αλληλουχίας DNA ολόκληρων κωδικοποιών περιοχών των UL51, UL56 και UL89 σε δείγματα που ελήφθησαν από 32 ενήλικα άτομα (ανεξάρτητα από την ομάδα θεραπείας) που παρουσίασαν αποτυχία στην προφύλαξη ή που διέκοψαν νωρίς με CMV ιαιμία. Δεν ανιχνεύθηκαν υποκαταστάσεις σχετιζόμενες με την αντίσταση στη λετερμοβίρη πάνω από το επικυρωμένο όριο 5% της ανάλυσης. Σε μια δοκιμή Φάσης 3 (P002), διεξήχθη ανάλυση αλληλουχίας DNA ολόκληρων κωδικοποιών περιοχών των UL51, UL56 και UL89 σε δείγματα που ελήφθησαν από 52 ενήλικα άτομα σε θεραπεία με λετερμοβίρη που παρουσίασαν νόσο CMV ή που αποχώρησαν νωρίς με CMV ιαιμία. Δεν ανιχνεύθηκαν υποκαταστάσεις σχετιζόμενες με την αντίσταση στη λετερμοβίρη πάνω από το επικυρωμένο όριο 5% της ανάλυσης. Σε μια δοκιμή Φάσης 2b (P030), διεξήχθη ανάλυση αλληλουχίας DNA ολόκληρων κωδικοποιών περιοχών των UL51, UL56 και UL89 σε δείγματα που ελήφθησαν από 10 παιδιατρικούς συμμετέχοντες που έλαβαν λετερμοβίρη σε μια επίσκεψη για την αξιολόγηση της λοίμωξης από CMV. Συνολικά 2 υποκαταστάσεις, που σχετίζονται με την αντίσταση στη λετερμοβίρη και οι οποίες αντιστοιχούν στο pUL56, ανιχνεύθηκαν σε 2 άτομα. Ένα άτομο είχε την υποκατάσταση R369S και το άλλο άτομο είχε την υποκατάσταση C325W.

Διασταυρούμενη αντοχή

Η διασταυρούμενη αντοχή δεν είναι πιθανή με φαρμακευτικά προϊόντα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Η λετερμοβίρη είναι πλήρως ενεργή ενάντια σε ιικούς πληθυσμούς με υποκαταστάσεις που επιφέρουν αντοχή στους αναστολείς της DNA-πολυμεράσης του CMV (γκανσικλοβίρη, σιντοφοβίρη και φοσκαρνέτη). Ένα σύνολο ανασυνδυασμένων στελεχών CMV με υποκαταστάσεις που επιφέρουν αντοχή στη λετερμοβίρη ήταν πλήρως ευαίσθητα στην σιντοφοβίρη, τη φοσκαρνέτη και την γκανσικλοβίρη με την εξαίρεση ενός ανασυνδυασμένου στελέχους με την pUL56 E237G υποκατάσταση η οποία επιφέρει μια μείωση 2,1 φορών ως προς την ευαισθησία στην γκανσικλοβίρη συγκριτικά με τον φυσικό τύπο.

Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Η επίδραση της λετερμοβίρης στο διάστημα QTc σε ενδοφλέβια χορηγούμενες δόσεις έως 960 mg, αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, εφάπαξ δόσης, ενεργά ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (μοξιφλοξασίνη 400 mg από στόματος), 4 περιόδων, διασταυρούμενη διεξοδική QT δοκιμή σε 38 ενήλικα υγιή άτομα. Η λετερμοβίρη δεν παρατείνει το QTc σε οποιονδήποτε κλινικά σημαντικό βαθμό, έπειτα από την ενδοφλέβια δόση των 960 mg με συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 2 φορές υψηλότερες από ότι με την ενδοφλέβια δόση των 480 mg.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ενήλικες CMV-οροθετικοί λήπτες [R+] ενός αλλογενούς μοσχεύματος αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων P001: Προφύλαξη έως την Εβδομάδα 14 (~100 ημέρες) μετά την HSCT Με σκοπό να αξιολογηθεί η προφύλαξη με λετερμοβίρη ως μία προληπτική στρατηγική για τη λοίμωξη ή τη νόσο CMV, η αποτελεσματικότητα της λετερμοβίρης αξιολογήθηκε σε μία πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο Φάσης 3 δοκιμή (P 001) σε ενήλικες CMV-οροθετικούς λήπτες [R+] ενός αλλογενούς HSCT. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν (2:1) για να λάβουν είτε λετερμοβίρη σε μία δόση 480 mg μία φορά ημερησίως, προσαρμοσμένη στα 240 mg όταν συγχορηγούταν με κυκλοσπορίνη ή εικονικό φάρμακο. Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε με βάση το ερευνητικό κέντρο και τον κίνδυνο (υψηλός έναντι χαμηλού) για την επανενεργοποίηση του CMV κατά τη στιγμή της εισόδου στη μελέτη. Η λετερμοβίρη χορηγήθηκε μετά την HSCT (Ημέρα 0-28 μετά την HSCT) και συνεχίστηκε μέχρι την Εβδομάδα 14 μετά την HSCT. Η λετερμοβίρη χορηγήθηκε είτε από στόματος είτε ενδοφλέβια. Η δόση της λετερμοβίρης ήταν ίδια ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Τα άτομα παρακολουθήθηκαν έως την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT για το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας με συνεχόμενη παρακολούθηση μέχρι την Εβδομάδα 48 μετά την HSCT. Τα άτομα παρακολουθήθηκαν για το CMV DNA εβδομαδιαία μέχρι την εβδομάδα 14 μετά την HSCT και έπειτα κάθε 2 εβδομάδες μέχρι την εβδομάδα 24 μετά τη μεταμόσχευση, με έναρξη καθιερωμένης CMV προληπτικής θεραπείας εάν η CMV DNAαιμία θεωρούνταν κλινικά σημαντική. Τα άτομα παρακολουθήθηκαν μέχρι την Εβδομάδα 48 μετά την HSCT. Μεταξύ των 565 ατόμων που έλαβαν αγωγή, τα 373 άτομα έλαβαν λετερμοβίρη (συμπεριλαμβανομένων 99 ατόμων που έλαβαν τουλάχιστον μία ενδοφλέβια δόση) και 192 άτομα έλαβαν εικονικό φάρμακο (συμπεριλαμβανομένων 48 ατόμων που έλαβαν τουλάχιστον μία ενδοφλέβια δόση). Ο διάμεσος χρόνος έναρξης της λετερμοβίρης ήταν 9 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση. Στο τριάντα επτά τοις εκατό (37%) των ατόμων έγινε εγκατάσταση του μοσχεύματος κατά την έναρξη. Η διάμεση ηλικία ήταν 54 έτη (εύρος 18 έως 78 έτη), 56 (15,0%) άτομα ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, 58% ήταν άνδρες, 82% ήταν Λευκοί, 10% ήταν Ασιάτες, 2% ήταν Μαύροι ή Αφρικανικής καταγωγής και 7% ήταν Ισπανικής ή Λατινικής καταγωγής. Κατά την έναρξη, το 50% των ατόμων έλαβαν ένα μυελοεκκαθαριστικό σχήμα, το 52% λάμβανε κυκλοσπορίνη και το 42% λάμβανε τακρόλιμους. Οι πιο κοινοί πρωταρχικοί λόγοι για μεταμόσχευση ήταν η οξεία μυελοειδής λευχαιμία (38%), το μυελοβλαστικό σύνδρομο (15%) και το λέμφωμα (13%). Δώδεκα τοις εκατό (12%) των ατόμων ήταν θετικοί για το DNA του CMV κατά την έναρξη. Κατά την έναρξη, το 31% των ατόμων βρίσκονταν σε υψηλό κίνδυνο για επανενεργοποίηση όπως ορίζεται από ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια: Δότης συνδεόμενος (συγγενής) με τα ανθρώπινα λευκοκυτταρικά αντιγόνα (HLA) με τουλάχιστον μία αναντιστοιχία σε έναν από τους ακόλουθους τρεις HLA-γενετικούς επιτόπους: HLA-A, -B ή -DR, απλοταυτόσημος δότης, μη συγγενής δότης με μία τουλάχιστον αναντιστοιχία σε έναν από τους ακόλουθους τέσσερεις HLA γενετικούς επίτοπους: HLA-A, -B, -C και -DRB1, χρήση ομφαλιοπλακουντιακού αίματος ως πηγή βλαστοκυττάρων, χρήση ex vivo μοσχευμάτων από τα οποία έχουν αφαιρεθεί τα Τ-κύτταρα, Αντίδραση Μοσχεύματος έναντι του Ξενιστή (GVHD) Βαθμού 2 ή μεγαλύτερου που απαιτεί συστηματικά κορτικοστεροειδή.

Κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της κλινικά σημαντικής CMV λοίμωξης στην P001 ορίστηκε από την επίπτωση της CMV DNAαιμίας η οποία επιβάλλει αντι-CMV προληπτική θεραπεία (PET) ή την εμφάνιση CMV νόσου τελικού οργάνου. Χρησιμοποιήθηκε η προσέγγιση ΜηΟλοκλήρωση=Αποτυχία, σύμφωνα με την οποία τα άτομα που αποχώρησαν από τη μελέτη πριν την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT ή είχαν έλλειψη έκβασης την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT, προσμετρήθηκαν ως αποτυχίες. Η λετερμοβίρη επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου στην ανάλυση του κύριου καταληκτικού σημείου, όπως φαίνεται στον Πίνακα 3. Η εκτιμώμενη διαφορά αγωγής του -23,5% ήταν στατιστικά σημαντική (μονόπλευρη p-value < 0,0001).

Πίνακας 3: P001: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε HSCT λήπτες (NC=F Προσέγγιση, FAS Πληθυσμός)

Παράμετρος Λετερμοβίρη (N=325) n (%) Εικονικό φάρμακο (N=170) n (%)
Κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας (Αναλογία ασθενών που απέτυχαν στην προφύλαξη μέχρι την Εβδομάδα 24) 122 (37,5) 103 (60,6)
Λόγοι για Αποτυχίες†
Κλινικά σημαντική CMV λοίμωξη 57 (17,5) 71 (41,8)
CMV DNAαιμία που δικαιολογεί αντι-CMV PET 52 (16,0) 68 (40,0)
Νόσος CMV τελικού οργάνου 5 (1,5) 3 (1,8)
Διακοπή-αποχώρηση απο τη μελέτη 56 (17,2) 27 (15,9)
Έλλειψη έκβασης 9 (2,8) 5 (2,9)
Στρωματοποιημένη διαφορά αγωγής (Λετερμοβίρη-Εικονικό φάρμακο)§ Διαφορά (95% CI) -23,5 (-32,5, -14,6)
p-value <0,0001

† Οι κατηγορίες της αποτυχίας είναι αμοιβαία αποκλειόμενες και βασίζονται στην ιεραρχία των κατηγοριών με τη σειρά που αναφέρονται. § Τα 95% CIs και η p-value για τις διαφορές στην αγωγή σε ποσοστιαία απόκριση, υπολογίστηκαν χρησιμοποιώντας τη στρωματοποιημένη σταθμισμένη μέθοδο Mantel-Haenszel με τη διαφορά να σταθμίζεται μέσω του αρμονικού μέσου του μεγέθους του δείγματος ανά σκέλος για κάθε στρώμα (υψηλός ή χαμηλός κίνδυνος). Μία μονόπλευρη p-value ≤0,0249 χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση στατιστικής σημαντικότητας. Σημείωση: FAS=Full analysis set (συνολο πλήρους ανάλυσης). Η FAS περιλαμβάνει τυχαιοποιημένα άτομα που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου της μελέτης και αποκλείει άτομα με ανιχνεύσιμο CMV DNA κατά την έναρξη. Προσέγγιση για τον χειρισμό ελλειπών τιμών: Μη-Ολοκλήρωση=Αποτυχία (NC=F) προσέγγιση. Με την NC=F προσέγγιση, η αποτυχία ορίστηκε ως όλα τα άτομα με κλινικά σημαντική CMV λοίμωξη ή που πρόωρα αποχώρησαν από τη μελέτη ή η έλλειψη έκβασης στο παράθυρο επίσκεψης έως την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT. N =αριθμός ατόμων σε κάθε ομάδα θεραπείας. n (%) = Αριθμός (επί τοις εκατό) των ατόμων σε κάθε υποκατηγορία. Σημείωση: Το ποσοστό των ατόμων με ανιχνεύσιμο ιικό CMV DNA την Ημέρα 1 που ανέπτυξε κλινικά σημαντική CMV λοίμωξη στην ομάδα της λετερμοβίρης ήταν 64,6% (31/48) σε σύγκριση με 90,9% (20/22) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου έως την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT. Η εκτιμώμενη διαφορά (95% CI για την διαφορά) ήταν -26,1% (-45,9%, -6,3%, με μια ονομαστική μονόπλευρη p-value <0,0048. Οι παράγοντες που σχετίστηκαν με CMV DNAαιμία μετά την Εβδομάδα 14 από την HSCT μεταξύ των ατόμων που έλαβαν αγωγή με λετερμοβίρη, περιελάμβαναν υψηλό κίνδυνο για επανενεργοποίηση CMV κατά την έναρξη, έχοντας GVHD, και χρήση κορτικοστεροειδών και CMV αρνητικό ορότυπο δότη.

Γράφημα 1: P001: Διάγραμμα χρόνου Kaplan-Meier για την έναρξη της αντι-CMV PET ή την έναρξη της CMV νόσου τελικού οργάνου έως την Εβδομάδα 24 μετά την μεταμόσχευση σε HSCT λήπτες (FAS πληθυσμός)

Δεν υπήρξαν διαφορές στην επίπτωση ή στον χρόνο μέχρι την εγκατάσταση του μοσχεύματος μεταξύ των ομάδων της λετερμοβίρης και του εικονικού φαρμάκου. Η αποτελεσματικότητα σταθερά ευνοούσε τη λετερμοβίρη σε όλες τις υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων χαμηλού και υψηλού κινδύνου για τη CMV επανενεργοποίηση, προπαρασκευαστικών σχημάτων και συγχορηγούμενων ανοσοκατασταλτικών σχημάτων (βλ. Γράφημα 2).

Γράφημα 2: P001: Διάγραμμα «δάσος» του ποσοστού των ατόμων που ξεκίνησαν αντι-CMV PET ή με CMV νόσο τελικού οργάνου έως την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT μέσω επιλεγμένων υποομάδων (NC=F προσέγγιση, FAS πληθυσμός)

NC=F. Μη Ολοκλήρωση=Αποτυχία. Με την προσέγιση NC=F, τα άτομα που αποχώρησαν από τη μελέτη πριν την Εβδομάδα 24 μετά τη μεταμόσχευση ή δεν είχαν έκβαση στην Εβδομάδα 24 μετά τη μεταμόσχευση προσμετρήθηκαν ως αποτυχίες.

P040: Προφύλαξη από την Εβδομάδα 14 (~100 ημέρες) έως την Εβδομάδα 28 (~200 ημέρες) μετά την HSCT Η αποτελεσματικότητα της επέκτασης της προφύλαξης με λετερμοβίρη από την Εβδομάδα 14 (~100 ημέρες) έως την Εβδομάδα 28 (~200 ημέρες) μετά την HSCT σε ασθενείς σε κίνδυνο για όψιμη λοίμωξη και νόσο CMV αξιολογήθηκε σε μια πολυκεντρική, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή Φάσης 3 (P040) σε ενήλικες CMV-οροθετικούς λήπτες [R+] αλλογενούς HSCT. Τα επιλέξιμα άτομα που ολοκλήρωσαν την προφύλαξη με λετερμοβίρη έως ~100 ημέρες μετά την HSCT τυχαιοποιήθηκαν (2:1) για να λάβουν λετερμοβίρη ή εικονικό φάρμακο από την Εβδομάδα 14 έως την Εβδομάδα 28 μετά την HSCT. Τα άτομα παρακολουθήθηκαν έως την Εβδομάδα 28 μετά την HSCT για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας με συνεχή παρακολούθηση εκτός θεραπείας έως την Εβδομάδα 48 μετά την HSCT. Μεταξύ των 218 ατόμων που έλαβαν θεραπεία, 144 άτομα έλαβαν λετερμοβίρη και 74 έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η διάμεση ηλικία ήταν 55 έτη (εύρος: 20 έως 74 έτη), 62% ήταν άρρενες, 79% ήταν λευκοί, 11% ήταν Ασιάτες, 2% ήταν Μαύροι, και 10% ήταν Ισπανόφωνοι ή Λατίνοι. Οι πιο συχνοί λόγοι για μεταμόσχευση ήταν η οξεία μυελογενής λευχαιμία (42%), η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία (15%) και το μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (11%). Κατά την είσοδο στην μελέτη, όλα τα άτομα είχαν παράγοντες κινδύνου για όψιμη λοίμωξη και νόσο CMV, με το 64% να έχει δύο ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου. Οι παράγοντες κινδύνου περιελάμβαναν: Δότης HLA-σχετιζόμενος (συγγενής) με τουλάχιστον μία αναντιστοιχία σε έναν από τους ακόλουθους τρεις τόπους του γονιδίου HLA: HLA-A, -B ή -DR, απλοταυτόσημος δότης, μη σχετιζόμενος δότης με τουλάχιστον μία αναντιστοιχία σε έναν από τους ακόλουθους τέσσερις τόπους γονιδίου HLA: HLA-A, -B, -C και -DRB1, χρήση αίματος από τον ομφάλιο λώρο ως πηγή βλαστοκυττάρων, χρήση ex vivo μοσχευμάτων χωρίς Τ-κύτταρα, λήψη αντι-θυμοκυτταρικής σφαιρίνης, λήψη αλεμτουζουμάμπης, χρήση συστηματικά πρεδνιζόνης (ή ισοδύναμου) σε δόση ≥ 1 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα.

Πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας της P040 ήταν η επίπτωση της κλινικά σημαντικής λοίμωξης CMV έως την Εβδομάδα 28 μετά την HSCT. Η κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV ορίστηκε ως η εμφάνιση είτε της νόσου του τελικού οργάνου CMV, είτε η έναρξη του αντι-CMV PET με βάση την τεκμηριωμένη ιαιμία CMV και την κλινική κατάσταση του ατόμου. Χρησιμοποιήθηκε η προσέγγιση της Παρατηρηθείσας Αποτυχίας (OF), στην οποία τα άτομα που ανέπτυξαν κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV ή διέκοψαν πρόωρα τη μελέτη με ιαιμία μετρήθηκαν ως αποτυχίες. Η λετερμοβίρη επέδειξε ανώτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου στην ανάλυση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου, όπως φαίνεται στον Πίνακα 4. Η εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας -16,1% ήταν στατιστικά σημαντική (μονόπλευρη p-value=0,0005). Η αποτελεσματικότητα ευνοούσε σταθερά τη λετερμοβίρη σε όλες τις υποομάδες με βάση τα χαρακτηριστικά του ατόμου (ηλικία, φύλο, φυλή) και παράγοντες κινδύνου για όψιμη λοίμωξη και νόσο CMV.

Πίνακας 4: P040: Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε λήπτες HSCT σε κίνδυνο για όψιμη λοίμωξη και Νόσο CMV (OF προσέγγιση, FAS Πληθυσμός)

Παράμετρος Λετερμοβίρη (~200 ημέρες λετερμοβίρη) (N=144) n (%) Εικονικό φάρμακο (~100 ημέρες λετερμοβίρη) (N=74) n (%)
Αποτυχίες* 4 (2,8) 14 (18,9)
Κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV έως την Εβδομάδα 28†
Εναρξη PET βάσει τεκμηριωμένης ιαιμίας CMV 2 (1,4) 13 (17,6)
Νόσος CMV τελικού οργάνου 1 (0,7) 11 (14,9)
Διακοπή από την μελέτη με ιαιμία CMV πριν την Εβδομάδα 28 1 (0,7) 2 (2,7)
Στρωματοποιημένη διαφορά αγωγής (λετερμοβίρη (~200 μέρες λετερμοβίρη)-Εικονικό φάρμακο (~100 μέρες λετερμοβίρη))‡ Διαφορά (95% CI) -16,1 (-25,8, -6,5)
p-value 0,0005
  • Οι κατηγορίες αποτυχίας είναι αμοιβαία αποκλειόμενες και βασίζονται στην ιεράρχηση των κατηγοριών με τη σειρά που παρουσιάζονται. † Η κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV προσδιορίστηκε ως η νόσος CMV τελικού οργάνου (αποδεδειγμένη ή πιθανή) ή έναρξη PET βάσει τεκμηριωμένης ιαιμίας CMV και της κλινικής κατάστασης του ατόμου. ‡ 95% CIs και p-value για τις διαφορές της θεραπείας σε ποσοστιαία απόκριση υπολογίστηκαν χρησιμοποιώντας τη στρωματοποιημένη σταθμισμένη μέθοδο Mantel-Haenszel με τη διαφορά να σταθμίζεται μέσω του αρμονικού μέσου του μεγέθους του δείγματος ανά σκέλος για κάθε στρώμα (απλοταυτόσημος δότης ναι ή όχι). Μια μονόπλευρη p-value ≤0,0249 χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση της στατιστικής σημαντικότητας. Προσέγγιση για τη διαχείριση τιμών που λείπουν: Προσέγγιση Παρατηρούμενης Αποτυχίας (OF). Με την προσέγγιση OF, η αποτυχία ορίστηκε ως όλα τα άτομα που ανέπτυξαν κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV ή αποχώρησαν πρόωρα από την μελέτη με CMV ιαιμία από την Εβδομάδα 14 (~100 μέρες) έως την Εβδομάδα 28 (~200 ημέρες) μετά την HSCT. N=Αριθμός ασθενών σε κάθε ομάδα θεραπείας. n (%)=Αριθμός (ποσοστό) ασθενών σε κάθε υποκατηγορία.

P002: Ενήλικες CMV-οροαρνητικοί λήπτες μοσχεύματος νεφρού από CMV-οροθετικό δότη [D+/R-] Για να αξιολογηθεί η προφύλαξη με λετερμοβίρη ως προληπτική στρατηγική για τη νόσο του CMV σε λήπτες νεφρικού μοσχεύματος, η αποτελεσματικότητα της λετερμοβίρης αξιολογήθηκε σε μια πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ενεργό παράγοντα σύγκρισης, μη κατωτερότητας δοκιμή Φάσης 3 (P002) σε ενήλικες λήπτες μοσχεύματος νεφρού σε υψηλό κίνδυνο [D+/R-]. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν (1:1) για να λάβουν είτε λετερμοβίρη είτε βαλγκανσικλοβίρη. Η λετερμοβίρη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ακυκλοβίρη. H βαλγκανσικλοβίρη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με εικονικό φάρμακο σε ακυκλοβίρη. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με τη χρήση ή μη υψηλής κυτταρολυτικής, αντι-λεμφοκυτταρικής ανοσοθεραπείας κατά τη διάρκεια της επαγωγής. Η λετερμοβίρη ή η βαλγκανσικλοβίρη ξεκίνησαν μεταξύ της Ημέρας 0 και της Ημέρας 7 μετά την μεταμόσχευση νεφρού και συνεχίστηκαν μέχρι την Εβδομάδα 28 (~200 ημέρες) μετά την μεταμόσχευση. Τα άτομα παρακολουθήθηκαν έως την Εβδομάδα 52 μετά την μεταμόσχευση. Μεταξύ των 589 ατόμων που έλαβαν θεραπεία, 292 άτομα έλαβαν λετερμοβίρη και 297 έλαβαν βαλγκανσικλοβίρη. Η διάμεση ηλικία ήταν 51 έτη (εύρος: 18 έως 82 έτη), το 72% ήταν άρρενες, το 84% ήταν Λευκοί, το 2% ήταν Ασιάτες, το 9% ήταν Μαύροι, το 17% ήταν Ισπανόφωνοι ή Λατίνοι, και το 60% έλαβε νεφρό από νεκρό δότη. Οι πιο συχνοί κύριοι λόγοι για μεταμόσχευση ήταν η συγγενής κυστική νεφρική νόσος (17%), η υπέρταση (16%) και ο διαβήτης/διαβητική νεφροπάθεια (14%).

Πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της P002 ήταν η συχνότητα εμφάνισης της νόσου CMV (νόσος του τελικού οργάνου CMV ή σύνδρομο CMV, επιβεβαιωμένο από ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης) έως την Εβδομάδα 52 μετά την μεταμόσχευση. Χρησιμοποιήθηκε η προσέγγιση OF, κατά την οποία οι ασθενείς που αποχώρησαν πρόωρα από την μελέτη για οποιονδήποτε λόγο ή έλειπαν δεδομένα στο χρονικό σημείο δεν θεωρήθηκαν αποτυχίες. Η λετερμοβίρη έδειξε μη κατωτερότητα έναντι της βαλγκανσικλοβίρης στην ανάλυση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου, όπως φαίνεται στον Πίνακα 5.

Πίνακας 5: P002: Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε λήπτες μοσχέυματος νεφρού (OF προσέγγιση, FAS πληθυσμός)

Παράμετρος Λετερμοβίρη (N=289) n (%) Βαλγκανσικλοβίρη (N=297) n (%)
CMV νόσος* έως Εβδομάδα 52 30 (10,4) 35 (11,8)
Στρωματοποιημένη σταθμισμένη διαφορά θεραπείας (Λετερμοβίρη-Βαλγκανσικλοβίρη)† -1,4 (-6,5, 3,8)‡
  • Περιστατικά νόσου CMV που επιβεβαιώθηκαν από ανεξάρτητη επιτροπή αξιολόγησης. † Τα CIs 95% για τις διαφορές θεραπείας στην ποσοστιαία απόκριση υπολογίστηκαν χρησιμοποιώντας τη στρωματοποιημένη σταθμισμένη μέθοδο Mantel-Haenszel με τη διαφορά να σταθμίζεται μέσω του αρμονικού μέσου του μεγέθους του δείγματος ανά σκέλος για κάθε στρώμα (χρήση/μη χρήση άκρως κυτταρολυτικής, αντι-λεμφοκυτταρικής ανοσοθεραπείας κατά τη διάρκεια της επαγωγής). ‡ Με βάση το περιθώριο μη κατωτερότητας 10%, η λετερμοβίρη δεν είναι κατώτερη από τη βαλγκανσικλοβίρη. Προσέγγιση χειρισμού τιμών που λείπουν: Προσέγγιση Παρατηρούμενης Αποτυχίας (OF). Με την προσέγγιση OF, οι συμμετέχοντες που διακόπτουν πρόωρα τη μελέτη για οποιονδήποτε λόγο δεν θεωρούνται αποτυχίες. Σημείωση: Τα άτομα που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα της λετερμοβίρης έλαβαν ακυκλοβίρη για προφύλαξη από τον ιό του απλού έρπητα (HSV) και τον ιό του έρπητα ζωστήρα (VZV). Τα άτομα που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα βαλγκανσικλοβίρης έλαβαν εικονικό φάρμακο αντί ακυκλοβίρης. N=αριθμός ατόμων σε κάθε θεραπευτική ομάδα. n (%)=Αριθμός (ποσοστό) ατόμων σε κάθε υποκατηγορία. Η αποτελεσματικότητα ήταν συγκρίσιμη σε όλες τις υποομάδες, συμπεριλαμβανομένων του φύλου, της ηλικίας, της φυλής, της περιοχής, και της χρήσης/μη χρήσης ισχυρά κυτταρολυτικής, αντιλεμφοκυτταρικής ανοσοθεραπείας κατά την επαγωγή.

Παιδιατρικός πληθυσμός P030: Παιδιατρικοί λήπτες αλλογενούς μοσχεύματος αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων Για να αξιολογηθεί η προφύλαξη με λετερμοβίρη ως προληπτική στρατηγική για λοίμωξη ή νόσο από CMV σε παιδιατρικούς λήπτες μοσχεύματος, η αποτελεσματικότητα της λετερμοβίρης αξιολογήθηκε σε μια πολυκεντρική, ανοιχτής επισήμανσης, μονού σκέλους Δοκιμή Φάσης 2β (P030) σε παιδιατρικούς λήπτες αλλογενούς HSCT. Το φάρμακο της μελέτης ξεκίνησε μετά την HSCT (Ημέρα 0-28 μετά την HSCT) και συνεχίστηκε έως την Εβδομάδα 14 μετά την HSCT. Το φάρμακο της μελέτης χορηγήθηκε είτε από στόματος είτε ενδοφλέβια. Η δόση της λετερμοβίρης βασίστηκε στην ηλικία, το σωματικό βάρος και τη μορφή. Μεταξύ των 63 ατόμων που έλαβαν θεραπεία, τα 8 ήταν ηλικίας 0 έως 2 ετών, τα 27 ήταν ηλικίας 2 έως 12 ετών και τα 28 ήταν 12 έως 18 ετών. Κατά την έναρξη, το 87% των ατόμων λάμβανε μυελοεκκαθαριστικό σχήμα, το 67% λάμβανε κυκλοσπορίνη, και το 27% λάμβανε τακρόλιμους. Οι πιο συχνοί κύριοι λόγοι μεταμόσχευσης ήταν η οξεία μυελογενής λευχαιμία (18%) και η απλαστική αναιμία (10%) στο συνολικό πληθυσμό, και η συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια (37,5%) και η οικογενής αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκύττωση (25,0%) σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών.

Δευτερεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας Τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας της P030 ήταν δευτερεύοντα και περιελάμβαναν τη συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικής λοίμωξης CMV έως την Εβδομάδα 14 μετά την HSCT και έως την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT. Η κλινικά σημαντική λοίμωξη CMV ορίστηκε ως η εμφάνιση είτε της νόσου του τελικού οργάνου CMV, είτε η έναρξη του αντι-CMV PET με βάση την τεκμηριωμένη ιαιμία CMV και την κλινική κατάσταση του ατόμου. Η συχνότητα της κλινικά σημαντικής λοίμωξης CMV ήταν 7,1% και 10,7% έως την Εβδομάδα 14 μετά την HSCT και την Εβδομάδα 24 μετά την HSCT, αντίστοιχα.

Φαρμακοκινητική

Σε υγιή ενήλικα άτομα, η φαρμακοκινητική της λετερμοβίρης έχει χαρακτηρισθεί έπειτα από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση. Η έκθεση στη λετερμοβίρη αυξήθηκε κατά τρόπο μεγαλύτερο από τον δοσοεξαρτώμενο, τόσο με από στόματος όσο και με ενδοφλέβια χορήγηση. Ο μηχανισμός είναι πιθανά ο κορεσμός/αυτοαναστολή των OATP1B1/3. Η φαρμακοκινητική της λετερμοβίρης έχει επίσης χαρακτηριστεί μετά από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικους λήπτες HSCT (βλ. Πίνακα 6) και παιδιατρικούς λήπτες HSCT (βλ. Πίνακα 8 και Πίνακα 9) και μετά από χορήγηση από στόματος σε ενήλικους λήπτες μοσχεύματος νεφρού (βλ. Πίνακα 7).

Υγιή ενήλικα άτομα

Οι γεωμετρικές μέσες τιμές της AUC και της Cmax σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 71.500 ng-hr/ml και 13.000 ng/ml, αντίστοιχα, με 480 mg από στόματος λετερμοβίρη μία φορά ημερησίως. Η λετερμοβίρη έφτασε τη σταθεροποιημένη κατάσταση σε 9 με 10 ημέρες με μία αναλογία συσσώρευσης ίση με 1,2 για την AUC και 1 για τη Cmax.

Ενήλικοι λήπτες HSCT

Η AUC της λετερμοβίρης εκτιμήθηκε χρησιμοποιώντας φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού από δεδομένα Φάσης 3 της P001 (βλ. Πίνακα 6). Οι διαφορές στην έκθεση μεταξύ των θεραπευτικών σχημάτων δεν είναι κλινικά σημαντικές. Η αποτελεσματικότητα ήταν σταθερή σε όλο το εύρος των εκθέσεων που παρατηρήθηκαν στην P001.

Πίνακας 6: Τιμές AUC της λετερμοβίρης (ng-hr/ml) σε ενήλικους HSCT Λήπτες

Θεραπευτικό Σχήμα Διάμεση (90% Διάστημα Πρόγνωσης)*
480 mg Από στόματος, χωρίς κυκλοσπορίνη 34.400 (16.900, 73.700)
480 mg ενδοφλεβίως, χωρίς κυκλοσπορίνη 100.000 (65.300, 148.000)
240 mg Από στόματος, με κυκλοσπορίνη 60.800 (28.700, 122.000)
240 mg ενδοφλεβίως, με κυκλοσπορίνη 70.300 (46.200, 106.000)

*Post-hoc προβλέψεις πληθυσμού απο τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, χρησιμοποιώντας δεδομένα Φάσης 3

Ενήλικοι λήπτες μοσχεύματος νεφρού

Οι τιμές AUC της λετερμοβίρης αξιολογήθηκαν χρησιμοποιώντας πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση με χρήση των δεδομένων της P002 Φάσης 3 (βλ. Πίνακα 7). Η αποτελεσματικότητα ήταν σταθερή σε όλο το εύρος των εκθέσεων που παρατηρήθηκαν στην P002.

Πίνακας 7: Τιμές AUC της λετερμοβίρης (ng-hr/ml) σε ενήλικους λήπτες μοσχεύματος νεφρού

Θεραπευτικό σχήμα Διάμεσος (90% Διάστημα Πρόγνωσης)*
480 mg Από στόματος, χωρίς κυκλοσπορίνη 62.200 (28.900, 145.000)
240 mg Από στόματος, με κυκλοσπορίνη 57.700 (26.900, 135.000)
  • Οι διάμεσοι και τα διαστήματα πρόγνωσης 90% βασίζονται σε προσομοιώσεις με χρήση μοντέλου πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής Φάσης 3 με διατομική μεταβλητότητα. Σημείωση: Η PK της λετερμοβίρης δεν μελετήθηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε λήπτες μοσχεύματος νεφρού. Ωστόσο, η προβλεπόμενη AUC μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι παρόμοια με το μοντέλο προβλεπόμενης AUC μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε λήπτες HSCT (βλ. Πίνακα 6).

Απορρόφηση

Σε υγιή ενήλικα άτομα, η λετερμοβίρη απορροφήθηκε ταχέως με έναν διάμεσο χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) από 1,5 έως 3,0 ώρες και μειώθηκε με διφασικό τρόπο. Σε ενήλικους HSCT λήπτες, η βιοδιαθεσιμότητα της λετερμοβίρης εκτιμήθηκε να είναι περίπου 35% με 480 mg μία φορά ημερησίως από στόματος λετερμοβίρη χορηγούμενο χωρίς κυκλοσπορίνη. Η ενδοατομική μεταβλητότητα της βιοδιαθεσιμότητας εκτιμήθηκε να είναι περίπου 37%. Σε ενήλικους λήπτες μοσχεύματος νεφρού, η βιοδιαθεσιμότητα της λετερμοβίρης αξιολογήθηκε ότι είναι περίπου 60% με 480 mg άπαξ ημερησίως από στόματος χορηγηθείσα λετερμοβίρη χωρίς κυκλοσπορίνη.

Επίδραση της κυκλοσπορίνης Σε ενήλικους HSCT λήπτες, η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης αύξησε τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της λετερμοβίρης λόγω της αναστολής του OATP1B. Η βιοδιαθεσιμότητα της λετερμοβίρης εκτιμήθηκε να είναι περίπου 85% με 240 mg μία φορά ημερησίως από στόματος λετερμοβίρη συγχορηγούμενο με κυκλοσπορίνη σε ασθενείς. Εάν η λετερμοβίρη συγχορηγηθεί με κυκλοσπορίνη, η συνιστώμενη δόση της λετερμοβίρης είναι 240 mg μία φορά ημερησίως σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς βάρους τουλάχιστον 30 kg (βλ. Δοσολογία). Εάν η λετερμοβίρη από στόματος συγχορηγείται με κυκλοσπορίνη σε παιδιατρικούς ασθενείς βάρους χαμηλότερου των 30 kg, η δόση πρέπει να μειωθεί (βλ. Δοσολογία).

Επίδραση της τροφής Σε ενήλικα υγιή άτομα, η από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης δισκίου 480 mg λετερμοβίρης μαζί με ένα κανονικό γεύμα πλούσιο σε λιπαρά και σε θερμίδες, δεν είχε καμία επίδραση στη συνολική έκθεση (AUC) και οδήγησε σε αύξηση περίπου 30% των ανώτατων επιπέδων (Cmax) της λετερμοβίρης. Τα δισκία λετερμοβίρης μπορούν να χορηγηθούν από στόματος με ή χωρίς τροφή όπως έγινε στις κλινικές δοκιμές (βλ. Δοσολογία). Σε υγιή ενήλικα άτομα, η από στόματος χορήγηση 240 mg εφάπαξ δόσης κοκκίων λετερμοβίρης με μαλακές τροφές (πουτίγκα ή χυμό μήλου) είχε ως αποτέλεσμα περίπου 13% και 20% αύξηση στη συνολική έκθεση (AUC) και οδήγησε σε αύξηση περίπου 25% και 33% στα μέγιστα επίπεδα (Cmax) της λετερμοβίρης. Τα κοκκία λετερμοβίρης μπορούν να χορηγηθούν με μαλακές τροφές, όπως έγινε στην παιδιατρική δοκιμή (βλ. Δοσολογία).

Κατανομή

Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού, ο μέσος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση εκτιμήθηκε να είναι 45,5 l έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικους HSCT λήπτες. Η λετερμοβίρη δεσμεύεται εκτεταμένα (98,2%) από τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, ανεξάρτητα από το εύρος συγκέντρωσης (3 έως 100 mg/l) που αξιολογήθηκε, in vitro. Κάποιος κορεσμός παρατηρήθηκε στις χαμηλότερες συγκεντρώσεις.Ο λόγος κατανομής της λετερμοβίρης στο αίμα ως προς το πλάσμα είναι 0,56 και ανεξάρτητος από το εύρος συγκεντρώσεων (0,1 έως 10 mg/l), αξιολογούμενος in vitro. Σε προκλινικές μελέτες κατανομής, η λετερμοβίρη κατανέμεται στα όργανα και στους ιστούς με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να παρατηρούνται στον γαστρεντερικό σωλήνα, στον χοληδόχο πόρο και στο ήπαρ και τις χαμηλές συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο.

Βιομετασχηματισμός

Η πλειονότητα των σχετιζόμενων με τη λετερμοβίρη συστατικών στο πλάσμα είναι η αμετάβλητη μητρική ένωση (96,6%). Δεν ανιχνεύονται μείζονες μεταβολίτες στο πλάσμα. Η λετερμοβίρη αποβάλλεται μερικώς μέσω γλυκουρονιδίωσης που επάγεται από το UGT1A1/1A3.

Αποβολή

Η μέση φαινομενική τελική ημίσεια ζωή για τη λετερμοβίρη είναι περίπου 12 ώρες με 480 mg ενδοφλέβιας λετερμοβίρης σε ενήλικα υγιή άτομα. Οι κύριες οδοί αποβολής της λετερμοβίρης είναι η χολική απέκκριση καθώς και η άμεση γλυκουρονιδίωση. Η διαδικασία περιλαμβάνει τους ηπατικούς μεταφορείς OATP1B1 και 3 ακολουθούμενη από UGT1A1/3 καταλυμένη γλυκουρονίδιωση. Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού, η εμφανής κάθαρση (CL) της λετερμοβίρης στη σταθεροποιημένη κατάσταση εκτιμάται ότι είναι 4,84 l/hr έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση 480 mg σε ενήλικους HSCT λήπτες. Η ενδοατομική μεταβλητότητα για τη CL εκτιμάται ότι είναι 24,6%.

Απέκκριση

Έπειτα από στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης λετερμοβίρης, 93,3% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα. Η πλειονότητα της λετερμοβίρης απεκκρίθηκε χολικά ως αμετάβλητη μητρική ένωση με μία μικρή ποσότητα (6% της δόσης) ως ένας ακυλο-γλυκουρονιδικός μεταβολίτης στα κόπρανα. Το ακυλο-γλυκουρονίδιο είναι ασταθές στα κόπρανα. Η απέκκριση της λετερμοβίρης από τα ούρα ήταν αμελητέα (<2% της δόσης).

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηπατική δυσλειτουργία Η AUC της μη προσδεδεμένης λετερμοβίρης ήταν περίπου 81% και 4 φορές υψηλότερη σε ενήλικα άτομα με μέτρια (Child-Pugh Βαθμός Β [CP-B], βαθμολογία 7-9) και σοβαρή (Child-Pugh Βαθμός C [CP-C], βαθμολογία 10-15) ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με ενήλικα υγιή άτομα. Οι μεταβολές στην έκθεση στη λετερμοβίρη σε ενήλικα άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν είναι κλινικά σημαντικές. Έντονες αυξήσεις στην έκθεση στο μη προσδεδεμένο λετερμοβίρη αναμένονται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε συνδυασμό με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία Κλινική μελέτη σε πληθυσμό με νεφρική δυσλειτουργία Η AUC της μη προσδεδεμένης λετερμοβίρης ήταν περίπου 115 -και 81% υψηλότερη σε ενήλικα άτομα με μέτρια (eGFR από 31,0 έως 56,8 ml/min/1,73 m²) και σοβαρή (eGFR από 11,9 έως 28,1 ml/min/1,73 m2) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή ενήλικα άτομα. Οι μεταβολές στην έκθεση στη λετερμοβίρη λόγω μέτριας ή σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Άτομα με ESRD δεν έχουν μελετηθεί.

Μετά την μεταμόσχευση νεφρού (P002) Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η AUC της λετερμοβίρης ήταν περίπου 12%, 27% και 35% υψηλότερη σε ενήλικα άτομα με ήπια (CrCl μεγαλύτερη ή ίση με 60 έως λιγότερο από 90 ml/min), μέτρια (CrCl μεγαλύτερη ή ίση με 30 έως λιγότερο από 60 mL/min) και σοβαρή (CrCl μεγαλύτερη ή ίση με 15 έως λιγότερο από 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με ενήλικα άτομα με CrCl μεγαλύτερη ή ίση με 90 ml/min. Αυτές οι αλλαγές δεν θεωρούνται κλινικά σχετιζόμενες.

Σωματικό βάρος Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού σε υγιή ενήλικα άτομα, η AUC της λετερμοβίρης εκτιμάται να είναι 18,7% χαμηλότερη σε άτομα με βάρος 80-100 κιλά σε σύγκριση με άτομα που ζυγίζουν 67 κιλά. Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ενήλικους λήπτες μοσχεύματος νεφρού (P002), η AUC της λετερμοβίρης εκτιμάται ότι είναι 26% χαμηλότερη σε άτομα που ζυγίζουν περισσότερο από 80 kg σε σύγκριση με άτομα που ζυγίζουν λιγότερο από ή ίσα με 80 kg. Αυτές οι διαφορές δεν είναι κλινικά σημαντικές.

Φυλή Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού σε υγιή ενήλικα άτομα, η AUC της λετερμοβίρης εκτιμάται να είναι 33,2% υψηλότερη σε Ασιάτες σε σύγκριση με Λευκούς. Αυτή η μεταβολή δεν είναι κλινικά σημαντική.

Φύλο Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού, δεν υπάρχει διαφορά στη φαρμακοκινητική της λετερμοβίρης στις ενήλικες γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες.

Ηλικιωμένοι Με βάση φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού, δεν υπάρχει επίδραση της ηλικίας στη φαρμακοκινητική της λετερμοβίρης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η AUC της λετερμοβίρης σε παιδιατρικούς λήπτες HSCT υπολογίστηκε με φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού χρησιμοποιώντας φαρμακοκινητικά (PK) δεδομένα από τη μελέτη P030 (βλ. Πίνακα 8 και Πίνακα 9). Οι εκθέσεις για παιδιατρικούς λήπτες HSCT σε όλες τις ζώνες σωματικού βάρους είναι εντός του εύρους των εκθέσεων που επιτυγχάνονται στις εκθέσεις αναφοράς HSCT ενηλίκων (βλ. Πίνακα 6).

Πίνακας 8: Τιμές λετερμοβίρης AUC (ng-hr/ml) μετά την από στόματος χορήγηση σε παιδιατρικούς λήπτες HSCT

Βάρος σώματος Δόση από στόματος, χωρίς κυκλοσπορίνη Διάμεσος (90% διάστημα πρόβλεψης)* Από στόματος δόση, με κυκλοσπορίνη Διάμεσος (90% διάστημα πρόβλεψης)*
30 kg και άνω 480 mg 39.100 (18.700-81.300) 240 mg 49.100 (23.200-104.000)
15 kg έως λιγότερο από 30 kg 240 mg 38.900 (20.200-74.300) 120 mg 51.000 (26.600-98.200)
7,5 kg έως λιγότερο από 15 kg 120 mg 32.000 (16.700-59.300) 60 mg 41.600 (22.300-81.100)
5 kg έως λιγότερο από 7,5 kg 80 mg 30.600 (16.200-55.000) 40 mg 39.000 (20.600-72.000)
  • Διάμεσοι και 90% διαστήματα πρόβλεψης που βασίζονται σε προσομοιώσεις που χρησιμοποιούν το μοντέλο ΦΚ του παιδιατρικού πληθυσμού HSCT με διατομική μεταβλητότητα.

Πίνακας 9: Τιμές λετερμοβίρης AUC (ng-hr/ml) μετά την ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιατρικούς λήπτες HSCT

Βάρος σώματος Ενδοφλέβια δόση, χωρίς κυκλοσπορίνη Διάμεσος (90% διάστημα πρόβλεψης)* Ενδοφλέβια δόση, με κυκλοσπορίνη Διάμεσος (90% διάστημα πρόβλεψης)*
30 kg και άνω 480 mg 111.000 (55.700-218.000) 240 mg 59.800 (28.400-120.000)
15 kg έως λιγότερο από 30 kg 120 mg 57.200 (29.700-113.000) 120 mg 61.100 (29.900-121.000)
7,5 kg έως λιγότερο από 15 kg 60 mg 46.000 (24.300-83.900) 60 mg 49.200 (25.800-93.800)
5 kg έως λιγότερο από 7,5 kg 40 mg 43.400 (24.300-81.000) 40 mg 45.900 (24.900-82.200)
  • Διάμεσοι και 90% διαστήματα πρόβλεψης που βασίζονται σε προσομοιώσεις που χρησιμοποιούν το μοντέλο ΦK παιδιατρικού πληθυσμού HSCT με διατομική μεταβλητότητα.
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Ο CMV βασίζεται σε ένα σύμπλεγμα τερμινάσης DNA που αποτελείται από πολλαπλές υπομονάδες (pUL51, pUL56 και pUL89) για την επεξεργασία του ιογενούς DNA. Το ιογενές DNA παράγεται σε μία μόνο επαναλαμβανόμενη αλυσίδα, η οποία στη συνέχεια…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιϊκά για συστηματική χρήση, άμεσα δρώντα αντιϊκά, κωδικός ATC: J05AX18 ### Μηχανισμός δράσης Η λετερμοβίρη αναστέλει το σύμπλοκο της DNA-τερμινάσης του CMV, η οποία είναι απαραίτητη για τη διάσπαση και το πακετάρισμα του…

Φαρμακοκινητική
Σε υγιή ενήλικα άτομα, η φαρμακοκινητική της λετερμοβίρης έχει χαρακτηρισθεί έπειτα από στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση. Η έκθεση στη λετερμοβίρη αυξήθηκε κατά τρόπο μεγαλύτερο από τον δοσοεξαρτώμενο, τόσο με από στόματος όσο και με ενδοφλέβια χορήγηση. Ο…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Το Letermovir υφίσταται μικρό βαθμό μεταβολισμού μέσω UGT1A1/1A3.
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Το Letermovir έχει βιοδιαθεσιμότητα 94% σε υγιείς εθελοντές όταν χορηγείται χωρίς κυκλοσπορίνη, 35% σε λήπτες HSCT όταν χορηγείται χωρίς κυκλοσπορίνη και 85% σε λήπτες HSCT όταν χορηγείται με κυκλοσπορίνη. Ο Tmax του…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
DNA κυτταρομεγαλοϊού (CMV) coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος μία εβδομαδιαία βάση μέχρι την Εβδομάδα 14 μετά την μεταμόσχευση, και ακολούθως κάθε δύο εβδομάδες μέχρι την Εβδομάδα 24 Λήπτες HSCT
Βορικοναζόλη (TDM) medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM)
Επίπεδα κυκλοσπορίνης medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη και τη διακοπή της λετερμοβίρης και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης
Επίπεδα σιρόλιμους medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη και τη διακοπή της λετερμοβίρης και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης
Επίπεδα τακρόλιμους medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη και τη διακοπή της λετερμοβίρης και μετά την αλλαγή οδού χορήγησης της λετερμοβίρης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Το letermovir αναστέλλει τη δραστηριότητα του συμπλέγματος τερμινάσης DNA του CMV, αποτρέποντας έτσι την κοπή του ιογενούς DNA σε γονιδιώματα ώριμου μήκους για συσκευασία σε ιογενή σωματίδια. Το letermovir αναστέλλει το σύμπλεγμα τερμινάσης DNA με EC50 2.1nM.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Ο CMV βασίζεται σε ένα σύμπλεγμα τερμινάσης DNA που αποτελείται από πολλαπλές υπομονάδες (pUL51, pUL56 και pUL89) για την επεξεργασία του ιογενούς DNA. Το ιογενές DNA παράγεται σε μία μόνο επαναλαμβανόμενη αλυσίδα, η οποία στη συνέχεια κόβεται από το σύμπλεγμα τερμινάσης DNA σε μεμονωμένα ιογενή γονιδιώματα, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να συσκευαστούν σε ώριμα ιογενή σωματίδια. Το letermovir αναστέλλει τη δραστηριότητα αυτού του συμπλέγματος για να αποτρέψει την παραγωγή ώριμων ιογενών γονιδιωμάτων και την παραγωγή βιώσιμων ιογενών σωματιδίων. Η ακριβής φύση της σύνδεσης του Letermovir με αυτό το σύμπλεγμα δεν είναι προς το παρόν γνωστή. Αρχικά, η παρατήρηση μεταλλάξεων που προκαλούν αντίσταση στην pUL56 υπέδειξε ότι αυτή η υπομονάδα ήταν η θέση σύνδεσης του Letermovir. Ωστόσο, μεταλλάξεις αντίστασης έχουν παρατηρηθεί πλέον στις pUL51, pUL56 και pUL89. Είναι πιθανό οι αλλαγές στην αλληλουχία αμινοξέων σε μία υπομονάδα να προκαλέσουν δομικές αλλαγές στις αλληλεπιδρώντες υπομονάδες που επηρεάζουν τη σύνδεση του Letermovir ή ότι το Letermovir αλληλεπιδρά με πολλαπλές υπομονάδες του συμπλέγματος, αλλά δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί καμία απόδειξη για καμία από αυτές τις διαφορές. Η pUL89 είναι γνωστό ότι περιέχει την ενδοπεπτιδική δραστηριότητα του συμπλέγματος, αλλά επειδή όλα τα μέλη του συμπλέγματος είναι απαραίτητα για την στόχευση καθώς και την προστασία από την πρωτεασωμική αποικοδόμηση, είναι δύσκολο να διακριθεί εάν το Letermovir αναστέλλει άμεσα τη δραστηριότητα της pUL89.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Το Letermovir έχει βιοδιαθεσιμότητα 94% σε υγιείς εθελοντές όταν χορηγείται χωρίς κυκλοσπορίνη, 35% σε λήπτες HSCT όταν χορηγείται χωρίς κυκλοσπορίνη και 85% σε λήπτες HSCT όταν χορηγείται με κυκλοσπορίνη.

Ο Tmax του Letermovir είναι 45 λεπτά έως 2,25 ώρες. Ο χρόνος για την επίτευξη σταθερής κατάστασης έχει παρατηρηθεί ότι είναι 9-10 ημέρες.

Η λήψη Letermovir με τροφή αυξάνει την Cmax κατά μέσο όρο 129,82% (εύρος 104,35%-161,50%). Δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική επίδραση στην AUC.

Το Letemovir λαμβάνεται από το ήπαρ μέσω των μεταφορέων OATP1B1/3.

Το 93% απεκκρίνεται στα κόπρανα, με το 70% ως μητρικό φάρμακο. <2% απεκκρίνεται στα ούρα.

Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 45,5L.

Η μέση κάθαρση είναι 11,25 L/h σε υγιείς εθελοντές.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

Το Letermovir έχει παρατηρηθεί ότι είναι 99% συνδεδεμένο με πρωτεΐνες πλάσματος σε συγκεντρώσεις 0,2-50 mg/L in vitro.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Το Letermovir υφίσταται μικρό βαθμό μεταβολισμού μέσω UGT1A1/1A3.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής παρατηρήθηκε να είναι 12 ώρες μετά τη χορήγηση Letermovir 480 mg IV μία φορά την ημέρα.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΑΠΟ ΙΟ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης περιλαμβάνουν την αναστολή της ιογενούς αναπαραγωγής αναστέλλοντας την πολυμεράση DNA του ιού· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιογενών πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.

Χημικές ουσίες και φάρμακα που αναστέλλουν τη δράση των POLY(ADP-RIBOSE)POLYMERASES.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA

1H09Y5WO1F

LETERMOVIR

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA Κυτταρομεγαλοϊού

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B1

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B3

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C8

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19

Το Letermovir είναι ένας Αναστολέας Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA Κυτταρομεγαλοϊού. Ο μηχανισμός δράσης του letermovir είναι ως Αναστολέας Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A, και Αναστολέας Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B1, και Αναστολέας Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B3, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2C8, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C9, και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C19.

LETERMOVIR

Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C8 [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]· Αναστολείς Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B3 [MoA]· Αναστολείς Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA [MoA]· Αναστολείς Οργανικού Ανιονικού Μεταφορέα Πολυπεπτιδίου 1B1 [MoA]· Αναστολέας Συμπλέγματος Τερμινάσης DNA Κυτταρομεγαλοϊού [EPC]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

99%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 2 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
45138674
Μοριακός τύπος
C29H28F4N4O4
Μοριακό βάρος
572.5
IUPAC
2-[(4S)-8-fluoro-2-[4-(3-methoxyphenyl)piperazin-1-yl]-3-[2-methoxy-5-(trifluoromethyl)phenyl]-4H-quinazolin-4-yl]acetic acid
InChIKey
FWYSMLBETOMXAG-QHCPKHFHSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΑΠΟ ΙΟ. Μερικοί από τους τρόπους δράσης περιλαμβάνουν την αναστολή της ιογενούς αναπαραγωγής αναστέλλοντας την πολυμεράση DNA του ιού· τη σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και την αναστολή της διείσδυσης ή απογύμνωσης του ιού· την αναστολή της σύνθεσης ιογενών πρωτεϊνών· ή το μπλοκάρισμα των τελικών σταδίων της συναρμολόγησης του ιού.

Χημικές ουσίες και φάρμακα που αναστέλλουν τη δράση των POLY(ADP-RIBOSE)POLYMERASES.