Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

TORVACARD NEO

atorvastatin

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
10 / TAB 7.85 €
40 / TAB 8.59 €
20 / TAB 8.59 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)

  1. Μείωση των αυξημένων επιπέδων της ολικής χοληστερόλης (ολική-C), της LDL-χοληστερόλης (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β και των τριγλυκεριδίων

    σε: ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω

    με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, συμπεριλαμβανομένης της ετερόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας και της συνδυασμένης (μεικτής) υπερλιπιδαιμίας (τύπος ΙIα και ΙIβ κατά Fredrickson), όταν η δίαιτα και τα άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα δεν επαρκούν

    • E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
  2. Μείωση της ολικής-C και της LDL-C

    σε: ενήλικες

    με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν οι θεραπείες αυτές δεν είναι διαθέσιμες

    • E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
  3. Πρόληψη των καρδιαγγειακών επεισοδίων

    σε: ενήλικες ασθενείς για τους οποίους εκτιμάται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης πρώτου καρδιαγγειακού επεισοδίου

    ως συμπλήρωμα στη διόρθωση άλλων παραγόντων κινδύνου (βλ. Φαρμακοδυναμικές)

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη

TORVACARD NEO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
εφάπαξ, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
10 mg μία φορά την ημέρα
Τιτλοποίηση:
Ρύθμιση της δόσης πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Για ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, οι δόσεις εξατομικεύονται και προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, με δυνατότητα αύξησης σε 80 mg ημερησίως ή συγχορήγηση 40 mg με συμπλοκοποιητή χολικών οξέων. Για παιδιατρικούς ασθενείς ≥10 ετών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 80 mg ημερησίως, εξατομικευμένα, με προσαρμογές ανά 4 εβδομάδες ή περισσότερο.
  • Ενήλικες (Γενικός πληθυσμός)
    Δόση10 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση80 mg μία φορά την ημέρα
    Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα της LDL-C, τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
  • Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μεικτή) υπερλιπιδαιμία
    Δόση10 mg άπαξ ημερησίως
    Τα αποτελέσματα της θεραπείας φαίνονται σε 2 εβδομάδες, μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση σε 4 εβδομάδες, διατηρείται κατά τη χρόνια θεραπεία.
  • Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (Ενήλικες)
    Δόση10 mg ημερησίως (αρχική δόση)
    Μέγ. δόση80 mg ημερησίως
    Οι δόσεις να εξατομικεύονται και να προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80 mg ημερησίως ή χορηγούνται 40 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με συµπλοκοποιητή χολικών οξέων.
  • Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία
    Δόση10 έως 80 mg ημερησίως
    Ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
  • Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου
    Δόση10 mg/ημέρα
    Υψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες ώστε να επιτευχθούν τα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης που προβλέπονται από τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΔόσηΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατική νόσο.
  • Συγχορήγηση με ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη ή λετερμοβίρη
    Δόσηέως 20 mg/ημέρα
    Μέγ. δόση20 mg/ημέρα
    Η δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
  • Συγχορήγηση με λετερμοβίρη και κυκλοσπορίνη
    Δεν συνιστάται.
  • Ηλικιωμένοι (>70 ετών)
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια είναι παρόμοιες με τον γενικό πληθυσμό.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (γενικά)
    Η χρήση πρέπει να πραγματοποιείται από ιατρούς ειδικούς στην παιδιατρική υπερλιπιδαιμία. Οι ασθενείς θα πρέπει να επαναξιολογούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (10 ετών και άνω)
    Δόση10 mg ημερησίως (αρχική δόση)
    Μέγ. δόση80 mg ημερησίως
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 80 mg ημερησίως, σύμφωνα με την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με το συνιστώμενο στόχο της θεραπείας. Προσαρμογές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (6 έως 10 ετών)
    Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Η ατορβαστατίνη δεν ενδείκνυται για θεραπεία ασθενών ηλικίας κάτω των 10 ετών. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων
  • Κύηση, θηλασμός και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
    Πληθυσμόςγυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας
  • Θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της χορήγησης του Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος ή/και έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου
    Το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτου
    Ο δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Επίδραση στους σκελετικούς μυς (ραβδομυόλυση, μυαλγία, μυοσίτιδα, μυοπάθεια, IMNM, μυασθένεια gravis)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης (Νεφρική δυσλειτουργία, Υποθυρεοειδισμός, Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικής μυϊκής διαταραχής, Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιμπράτη, Προηγούμενο ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος, Ηλικιωμένοι (> 70 ετών) με άλλους παράγοντες κινδύνου, Περιπτώσεις αυξημένων επιπέδων στο πλάσμα λόγω αλληλεπιδράσεων ή γενετικών υποπληθυσμών)
    Η ατορβαστατίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή
  • Ραβδομυόλυση
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να γίνει έναρξη της θεραπείας
  • Μυϊκά συμπτώματα (μυϊκοί πόνοι, κράμπες ή αδυναμία)
    προσοχή
    Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα CK είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές τα ULN), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινές διαταραχές, ακόμα και αν τα επίπεδα CK είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ULN, πρέπει να εκτιμάται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο.
  • Ραβδομυόλυση
    αντένδειξη
    Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί
  • Αλληλεπιδράσεις
    προσοχή
    Ο κίνδυνος ραβδομυόλυσης/μυοπάθειας είναι αυξημένος. Εάν συγχορήγηση απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης. Σε περιπτώσεις ισχυρών αναστολέων CYP3A4, χαμηλότερη αρχική δόση και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
  • Αλληλεπίδραση με δαπτομυκίνη
    προσοχή
    Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής της χορήγησης του Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν δαπτομυκίνη, εκτός εάν τα οφέλη της ταυτόχρονης χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου.
  • Αλληλεπίδραση με φουσιδικό οξύ
    αντένδειξη
    Η ατορβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστημικά σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από την ημέρα διακοπής της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστημικού φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται για ολόκληρη την περίοδο θεραπείας με φουσιδικού οξέος. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να ξαναξεκινήσει επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η ανάγκη συγχορήγησης της ατορβαστατίνης με φουσιδικό οξύ θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    προσοχή
    Εάν υπάρχει υποψία ότι ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνες θα πρέπει να διακοπεί.
  • Σακχαρώδης Διαβήτης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 - 6,9 mmol/L ή 100 - 125 mg/dl, ΒΜΙ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)
    Πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Έκδοχα
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
  • Δελαβιρδίνη
    προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
  • προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • Ελμπασβίρη, Γκραζοπρεβίρη
    προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: Δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα)
  • Αναστολείς πρωτεασών HIV (ριτοναβίρη, λοπιναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, δαρουναβίρη κ.λπ.)
    προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας
    ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: κλινική παρακολούθηση μετά την έναρξη ή προσαρμογή δόσης διλτιαζέμης)
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ατορβαστατίνη
    ΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα
  • προσοχή
    Μειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται η συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη ταυτόχρονα, κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
  • St. John’s Wort
    προσοχή
    Μειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα
  • προσοχή
    Αυξημένη συστημική έκθεση της ατορβαστατίνης
    ΣύστασηΜείωση της δόσης και κλινική παρακολούθηση ως προς την αποτελεσματικότητα. (Από πίνακα: δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα)
  • Λετερμοβίρη + Κυκλοσπορίνη
    αντένδειξη
    ΣύστασηΔεν συνιστάται.
  • Γεμφιβροζίλη, Φιμπράτες
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση ατορβαστατίνης για επίτευξη θεραπευτικού σκοπού, κατάλληλη παρακολούθηση ασθενών. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση)
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης
    ΣύστασηΚατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
  • Κολεστιπόλη
    παρακολούθηση
    Χαμηλότερες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης και δραστικών μεταβολιτών στο πλάσμα. Επίδραση στα λιπίδια μεγαλύτερη όταν χορηγούνται μαζί.
  • Συστημικό Φουσιδικό οξύ
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης
    ΣύστασηΗ θεραπεία με ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
  • προσοχή
    Περιστατικά μυοπάθειας έχουν αναφερθεί
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • προσοχή
    Περιστατικά μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης έχουν αναφερθεί
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Ελαφρώς αυξημένες συγκεντρώσεις διγοξίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθυνδρόνη, αιθυνυλ-οιστραδιόλη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα
  • παρακολούθηση
    Μικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνης, με επακόλουθη επιστροφή στα φυσιολογικά επίπεδα. Σπάνιες κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
    ΣύστασηΠροσδιορισμός χρόνου προθρομβίνης πριν την έναρξη και συχνά στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Παρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης σε συνήθη διαστήματα μόλις σταθεροποιηθεί.
  • Γκλεκαπρεβίρη/Πιμπρεντασβίρη
    αντένδειξη
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 8,3 φορές)
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
  • Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 9,4 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, δόση ατορβαστατίνης όχι πάνω από 10 mg ημερησίως. Κλινική παρακολούθηση.
  • Λοπιναβίρη, Ριτοναβίρη
    προσοχή
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 5,9 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
  • Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 3,9 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
  • Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 3,4 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
  • Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,5 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
  • Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,3 φορές)
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
  • παρακολούθηση
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,74 φορές)
  • Χυμός γκρέιπφρουτ (μεγάλες ποσότητες)
    προσοχή
    Αύξηση της AUC της ατορβαστατίνης κατά 2,5 φορές και της AUC των δραστικών αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης κατά 1,3 φορές.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων.
  • παρακολούθηση
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,18 φορές)
  • παρακολούθηση
    Καμία σημαντική επίδραση στην έκθεση της ατορβαστατίνης
  • Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων μαγνησίου και αργιλίου
    παρακολούθηση
    Μειωμένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 0,59 φορές)
  • Φαινοφιμπράτη
    προσοχή
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,03 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Αυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,3 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση. Δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
  • Φαιναζόνη
    παρακολούθηση
    Λίγη ή καθόλου επίδραση στην κάθαρση της φαιναζόνης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • ρινοφαρυγγίτιδα (Συχνές)
Αίμα
  • Θρομβοπενία
Ανοσοποιητικό
  • Αγγειίτιδα
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αναφυλαξία
Μεταβολισμός
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπογλυκαιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • αύξηση του σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Ανορεξία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Παγκρεατίτιδα
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • εφιάλτες (Όχι συχνές)
  • αϋπνία (Όχι συχνές)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Υποαισθησία
  • Αμνησία
  • Περιφερική νευροπάθεια
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • δυσγευσία (Όχι συχνές)
  • Μυασθένεια gravis (Μη γνωστές)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • όραση θαμπή (Όχι συχνές)
  • οπτική διαταραχή (Σπάνιες)
  • Μυασθένεια των οφθαλμών (Μη γνωστές)
Αυτί
  • Εμβοές
  • Απώλεια ακοής
Αναπνευστικό
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
  • Επίσταξη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία (Συχνές)
  • άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Όχι συχνές)
  • ερυγές (Όχι συχνές)
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • χολόσταση (Σπάνιες)
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Δερματικό εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • αγγειονευρωτικό οίδημα (Σπάνιες)
  • δερματίτιδα πομφολυγώδης συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (Σπάνιες)
  • λειχηνοειδές φαρμακοεπαγόμενο εξάνθημα (Σπάνιες)
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Οσφυαλγία
  • Αυχεναλγία
  • Μυοσίτιδα
  • Ραβδομυόλυση
  • Θωρακικό άλγος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • άλγος στα άκρα (Συχνές)
  • διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
  • μυϊκή καταβολή (Όχι συχνές)
  • μυοπάθεια (Σπάνιες)
  • ρήξη μυός (Σπάνιες)
  • τενοντοπάθεια, μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένοντα (Σπάνιες)
  • σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο (Πολύ σπάνιες)
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
Ενδοκρινικό
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Περιφερικό οίδημα
  • Κόπωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • εξασθένηση (Όχι συχνές)
  • πυρεξία (Όχι συχνές)
Παρακλινικές εξετάσεις
  • δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές (Συχνές)
  • κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη (Συχνές)
  • λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
Άλλες αναφερόμενες με στατίνες
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία (Μη γνωστές)
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες)
  • Σακχαρώδης διαβήτης (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διόγκωση άρθρωσης
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αμνησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δερματικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτες
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • αύξηση του σωματικού βάρους
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • ερυγές
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • μυϊκή καταβολή
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Μυοσίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ρήξη μυός
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • δερματίτιδα πομφολυγώδης συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • λειχηνοειδές φαρμακοεπαγόμενο εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • τενοντοπάθεια, μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένοντα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Απώλεια ακοής
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
    Μυοσκελετικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια Gravis
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια των οφθαλμών
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη αντενδείκνυται στην κύηση. Η ασφάλεια στις έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Για αυτούς τους λόγους, το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υπάρχει υπόνοια πως είναι έγκυες. Η θεραπεία με το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μέχρι να εξακριβωθεί ότι η γυναίκα δεν είναι έγκυος (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Είναι άγνωστο εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που λαμβάνουν Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους. Η ατορβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γονιμότητα
    Δεν επηρεάζει
    Σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρρένων ή των θηλέων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Ο ασθενής πρέπει να αντιμετωπιστεί συμπτωματικά και να εφαρμοστούν τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα, όπως απαιτείται κατά περίπτωση. Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας και να παρακολουθούνται τα επίπεδα της CK στον ορό.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Το LIPIGAN/MEDICAL PHARMAQUALITY έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Ανθρακικό ασβέστιο
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη
Λακτόζη μονοϋδρική
Διασυνδεδεμένη νατριούχος καρμελλόζη
Πολυσορβικό 80
Υδροξυπροπυλο-κυτταρίνη
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου
OPADRY Y-I-7000 που αποτελείται από: Υπρομελλόζη E5 Premium EP, Διοξείδιο του Τιτανίου,
Πολυαιθυλενογλυκόλη 400
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05

H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που περιορίζει το ρυθμό και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλγλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης και της χολεστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω υποδοχέων υψηλής χημικής συγγένειας προς τις LDL (LDL υποδοχείς). Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία αυξάνουν την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. H ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με μία ωφέλιμη μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη είναι αποτελεσματική στη μείωση της LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, μια ομάδα ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η ατορβαστατίνη σε μία μελέτη δόσης-αποτελέσματος, αποδείχτηκε ότι ελαττώνει τη συγκέντρωση της ολικής-C (30% - 46%), της LDL-C (41% - 61%), της απολιποπρωτεΐνης Β (34% - 50%) και των τριγλυκεριδίων (14% - 33%), ενώ παράλληλα προκαλεί ποικίλες αυξήσεις των HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα αποτελέσματα αυτά είναι το ίδιο σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μεικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει διαπιστωθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής-C, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών.

Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Σε μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης μελέτη παρηγορητικής θεραπείας διάρκειας 8 εβδομάδων, με μια προαιρετική φάση επέκτασης μεταβλητής διάρκειας, έλαβαν μέρος 355 ασθενείς, 89 εκ των οποίων ήταν εξακριβωμένο ότι ήταν ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Από αυτούς τους 89 ασθενείς, το μέσο ποσοστό μείωσης της LDL-C ήταν περίπου 20%. Η ατορβαστατίνη χορηγήθηκε σε δόσεις έως και 80 mg/ημέρα.

Αθηροσκλήρωση

Στη μελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), αξιολογήθηκε με ενδαγγειακό υπερηχογράφημα (IVUS), κατά τη διάρκεια αγγειογραφίας, η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής με ατορβαστατίνη 80 mg και συνήθους υπολιπιδαιμικής αγωγής με πραβαστατίνη 40 mg στη στεφανιαία αθηροσκλήρωση σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, το IVUS πραγματοποιήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 μήνες, σε 502 ασθενείς. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη (n=253), δεν εξελίχθηκε η αθηροσκλήρωση. Η διάμεση επί τοις εκατό μεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στο συνολικό αθηρωματικό όγκο (το πρωτεύον κριτήριο της μελέτης) ήταν - 0,4% (p=0,98) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη και +2,7% (p=0,001) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (n=249). Συγκρινόμενη με την πραβαστατίνη, τα αποτελέσματα της ατορβαστατίνης ήταν στατιστικώς σημαντικά (p=0,02). Το αποτέλεσμα της εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε καρδιαγγειακά τελικά σημεία (π.χ. ανάγκη για επαναγγείωση, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, θάνατος στεφανιαίας αιτιολογίας) δεν εξετάστηκε σε αυτή την μελέτη. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,04 mmol/L ± 0,8 (78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,85 mmol/L ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Η ατορβαστατίνη επίσης ελάττωσε σημαντικά τη μέση τιμή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη μέση τιμή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη μέση τιμή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22,0%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη αύξησε τη μέση τιμή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=Μη Σημαντικό). Υπήρξε μια μέση μείωση της C-Αντιδρώσας Πρωτεΐνης (CRP) κατά 36,4% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, σε σύγκριση με τη μείωση κατά 5,2% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (p<0,0001). Τα αποτελέσματα της μελέτης επιτεύχθηκαν με την δοσολογία των 80 mg. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να επεκταθούν σε χαμηλότερες δόσεις. Τα προφίλ ασφαλείας και ανεκτικότητας των δύο θεραπευτικών ομάδων ήταν συγκρίσιμα. Η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε μείζονα καρδιαγγειακά τελικά σημεία δεν εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Ως εκ τούτου, η κλινική σημασία αυτών των αποτελεσμάτων απεικόνισης σχετικά με την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων δεν είναι γνωστή.

Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο

Στη μελέτη MIRACL, η ατορβαστατίνη 80 mg έχει αξιολογηθεί σε 3.086 ασθενείς (ατορβαστατίνη n=1.538, εικονικό φάρμακο n=1.548) με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q ή ασταθής στηθάγχη). Η θεραπεία άρχισε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης μετά από την εισαγωγή σε νοσοκομείο και διήρκεσε για μια περίοδο 16 εβδομάδων. Η θεραπεία με ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα αύξησε τον χρόνο εμφάνισης του συνδυασμένου πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ορίστηκε ως ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή με ανάνηψη ή στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου που απαιτεί την εισαγωγή σε νοσοκομείο, υποδεικνύοντας μία μείωση κινδύνου κατά 16% (p =0,048). Αυτό οφειλόταν κυρίως στη μείωση κατά 26% της επανα-εισαγωγής στο νοσοκομείο για στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Τα άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία δεν ήταν στατιστικά σημαντικά από μόνα τους (συνολικά: εικονικό φάρμακο: 22,2%, ατορβαστατίνη: 22,4%). Το προφίλ ασφάλειας της ατορβαστατίνης στη μελέτη MIRACL ήταν σύμφωνο με αυτό που περιγράφεται στην Ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου

Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη στεφανιαία νόσο (ΣΝ) αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Anglo-Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί ηλικίας 40-79 ετών χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) ≤ 6,5 mmol/L (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις από τους εξής προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥ 55 ετών, κάπνισμα, διαβήτη, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, TC:HDL-C > 6, περιφερική αγγειακή νόσο, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/αλβουμινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=5.168) ή εικονικό φάρμακο (n=5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και απόλυτη μείωση του κινδύνου ήταν η ακόλουθη:

Σύμβαμα Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) Τιμή p
Θανατηφόρα ΣΝ συν μηθανατηφόρο ΕΜ 36% 100 έναντι 154 1,1% 0,0005
Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης 20% 389 έναντι 483 1,9% 0,0008
Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων 29% 178 έναντι 247 1,4% 0,0006

1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου H ολική θνησιμότητα και η θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51). Στις αναλύσεις υποομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. H ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση με τη θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που ελάμβαναν αμλοδιπίνη (HR 0,47 (0,32-0,69), p=0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που ελάμβαναν ατενολόλη (HR 0,83 (0,59-1,17), p=0,287).

Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study-CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40-75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και με LDL-C ≤ 4,14 mmol/L (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/L (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισμα, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς ελάμβαναν είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=1.428) είτε εικονικό φάρμακο (n=1.410) για μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου είναι η ακόλουθη:

Σύμβαμα Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) Τιμή p
Κύρια καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, θάνατος λόγω οξείας ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CABG, PTCA, επαναγγείωση, εγκεφαλικό επεισόδιο) 37% 83 έναντι 127 3,2% 0,0010
ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) 42% 38 έναντι 64 1,9% 0,0070
Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα) 48% 21 έναντι 39 1,3% 0,0163

1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. ΟΕΜ: Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG= coronary artery bypass graft - Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίας αρτηρίας, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος. ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, PTCA= percutaneous transluminal coronary angioplasty - Διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία που να υποστηρίζουν διαφορά στην επίδραση της θεραπείας, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση, όσον αφορά τη θνησιμότητα (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p=0,0592).

Υποτροπή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου

Στη μελέτη Πρόληψης Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου με Επιθετική Μείωση των Επιπέδων Χολεστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels - SPARCL), η επίδραση της ατορβαστατίνης 80 mg ημερησίως ή εικονικού φαρμάκου στο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο αξιολογήθηκε σε 4.731 ασθενείς, που είχαν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΤΙΑ) μέσα στους προηγούμενους 6 μήνες και δεν είχαν ιστορικό στεφανιαίας νόσου (ΣΝ). Οι ασθενείς ήταν 60% άνδρες, ηλικίας 21-92 ετών (μέση ηλικία ήταν τα 63 έτη) και στην αρχική επίσκεψη είχαν μέση τιμή LDL 133 mg/dL (3,4 mmol/L). Η μέση τιμή της LDL-C ήταν 73 mg/dL (1,9 mmol/L) κατά τη θεραπεία με ατορβαστατίνη και 129 mg/dL (3,3 mmol/L) κατά τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Διάμεση παρακολούθηση ήταν τα 4,9 έτη. Η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ήταν το θανατηφόρο και μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά 15% (HR 0,85, 95% CI, 0,72-1,00, p =0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71-0,99, p=0,03 μετά την προσαρμογή ως προς τις τιμές των παραγόντων στην αρχική επίσκεψη), συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 9,1% (216/2.365) για την ατορβαστατίνη, έναντι 8,9% (211/2.366) για το εικονικό φάρμακο. Σε μια post-hoc ανάλυση η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (218/2.365, 9,2% έναντι 274/2.366, 11,6%, p=0,01) και αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2.365, 2,3% έναντι 33/2.366, 1,4%, p=0,02) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

  • Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84-19,57), και ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν παρόμοιος μεταξύ των ομάδων (3/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27-9,82).
  • Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 4/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,99, 95% CI, 1,71-14,61), αλλά ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν επίσης μειωμένος σε αυτούς τους ασθενείς (79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 0,76, 95% CI, 0,57-1,02). Είναι πιθανό ο συνολικός/ολικός κίνδυνος για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο να είναι αυξημένος σε ασθενείς με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο που λαμβάνουν ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 15,6% (7/45) για την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 10,9% (77/708) για την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για το εικονικό φάρμακο στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών Μία μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, της φαρμακοδυναμικής, της ασφάλειας και της ανεκτικότητας της ατορβαστατίνης πραγματοποιήθηκε σε παιδιά και εφήβους με γενετικά επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C  4 mmol/L. Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 39 παιδιά και έφηβοι, ηλικίας 6 έως 17 ετών. Η Κοόρτη Α περιελάμβανε 15 παιδιά ηλικίας 6 έως 12 ετών και Σταδίου 1 κατά Tanner. Η Κοόρτη Β περιελάμβανε 24 παιδιά ηλικίας 10 έως 17 ετών και Σταδίου  2 κατά Tanner. Η αρχική δόση της ατορβαστατίνης ήταν 5 mg ημερησίως με τη μορφή μασώμενου δισκίου στην Κοόρτη Α και 10 mg ημερησίως με τη μορφή δισκίου στην Κοόρτη Β. Η δόση της ατορβαστατίνης επιτρεπόταν να διπλασιαστεί, εφόσον ο ασθενής δεν είχε επιτύχει το στόχο της LDL-C < 3,35 mmol/L την Εβδομάδα 4 και η ατορβαστατίνη ήταν καλώς ανεκτή. Οι μέσες τιμές των επιπέδων της LDL-C, της ολικής-C, της VLDL-C και της Απoλιποπρωτεΐνης Β μειώθηκαν έως την Εβδομάδα 2 σε όλα τα άτομα. Στα άτομα που διπλασιάστηκε η δόση, παρατηρήθηκαν επιπρόσθετες μειώσεις ήδη από τις πρώτες 2 εβδομάδες, κατά την πρώτη αξιολόγηση μετά την αύξηση της δόσης. Οι μέσες ποσοστιαίες μειώσεις στις παραμέτρους των λιπιδίων ήταν παρόμοιες και στις δύο κοόρτες, ανεξάρτητα από το εάν τα άτομα παρέμειναν στην αρχική τους δόση ή εάν διπλασίασαν την αρχική τους δόση. Κατά την Εβδομάδα 8, κατά μέσο όρο, η ποσοστιαία μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα της LDL-C και της TC, ήταν περίπου 40% και 30%, αντίστοιχα, σε όλο το εύρος των εκθέσεων. Σε μια δεύτερη, μονού σκέλους, μελέτη ανοικτής επισήμανσης εντάχθηκαν 271 αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 6-15 ετών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη για διάστημα έως τρία έτη. Η ένταξη στη μελέτη απαιτούσε επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C ≥ 4 mmol/L (περίπου 152 mg/dL). Η μελέτη συμπεριέλαβε 139 παιδιά σε αναπτυξιακό στάδιο 1 κατά Tanner (γενικά κυμαίνονταν μεταξύ 6-10 ετών). Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ξεκίνησε στα 5 mg (μασώμενο δισκίο) σε παιδιά κάτω των 10 ετών. Τα παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ξεκίνησαν με 10 mg ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως). Όλα τα παιδιά θα μπορούσαν να τιτλοποιηθούν σε υψηλότερες δόσεις ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της LDL-C < 3,35 mmol/L. Η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας από 6 έως 9 ετών ήταν 19,6 mg και η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ήταν 23,9 mg. Η μέση (+/- SD) αρχική τιμή της LDL-C ήταν 6,12 (1,26) mmol/L, η οποία ήταν περίπου 233 (48) mg/dL. Βλ. πίνακα 3 παρακάτω για τα τελικά αποτελέσματα. Τα δεδομένα ήταν σύμφωνα με την απουσία επίδρασης του φαρμάκου σε οποιαδήποτε από τις παραμέτρους της αύξησης και ανάπτυξης (δηλαδή, το ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ (BMI), το στάδιο Tanner, την αξιολόγηση του ερευνητή για τη συνολική ωρίμανση και ανάπτυξη) σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη κατά την 3ετούς διάρκειας μελέτη. Δεν σημειώθηκε καμία αξιολογηθείσα από τον ερευνητή επίδραση του φαρμάκου στο ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ ανά ηλικία ή ανά φύλο ανά επίσκεψη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Επιδράσεις της Ατορβαστατίνης στη Μείωση των Λιπιδίων σε Έφηβα Αγόρια και Κορίτσια με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (mmol/L)

Χρονικό σημείο N TC (S.D.) LDL-C (S.D.) HDL-C (S.D.) TG (S.D.) Apo B (S.D.)#
Αρχικό σημείο 271 7,86 (1,30) 6,12 (1,26) 1,314 (0,2663) 0,93 (0,47) 1,42 (0,28)**
Μήνας 30 206 4,95 (0,77)* 3,25 (0,67) 1,327 (0,2796) 0,79 (0,38)* 0,90 (0,17)*
Μήνας 36/ET 240 5,12 (0,86) 3,45 (0,81) 1,308 (0,2739) 0,78 (0,41) 0,93 (0,20)***

TC= ολική χοληστερόλη, LDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας, HDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας, TG = τριγλυκερίδια, Apo B = απολιποπρωτεΐνη B, “Μήνας 36/ET” περιέλαβε δεδομένα από την τελευταία επίσκεψη ατόμων που τερμάτισαν τη συμμετοχή τους στη μελέτη πριν το προγραμματισμένο χρονικό σημείο των 36 μηνών, καθώς και πλήρη δεδομένα 36 μηνών, ατόμων που ολοκλήρωσαν την συμμετοχή τους διάρκειας 36 μηνών, “”= στο χρονικό σημείο «Μήνας 30», ο αριθμός N για τη συγκεκριμένη παράμετρο ήταν 207, “”= για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο αρχικό σημείο, ο αριθμός N ήταν 270, “” = για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο χρονικό σημείο «Μήνας 36/ET», ο αριθμός N ήταν 243, “#”=g/L για την Apo B.

Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 10-17 ετών Σε μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την οποία ακολούθησε μια περίοδο ανοικτής επισήμανσης, συμμετείχαν 187 αγόρια και κορίτσια μετεμμηναρχικού σταδίου, ηλικίας 10-17 ετών (μέση ηλικία 14,1 έτη), με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (FH) ή σοβαρή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία τυχαιοποιήθηκαν σε ατορβαστατίνη (n=140) ή εικονικό φάρμακο (n=47) για 26 εβδομάδες και στη συνέχεια όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν ατορβαστατίνη για 26 εβδομάδες. Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ήταν 10 mg για τις πρώτες 4 εβδομάδες και τιτλοποίηση στα 20 mg, εφόσον τα επίπεδα της LDL-C ήταν > 3,36 mmol/L. Η ατορβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα της ολικής-C, της LDL-C, των τριγλυκεριδίων και της απoλιποπρωτεΐνης Β στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Η μέση τιμή των επιπέδων της LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 3,38 mmol/L (εύρος: 1,81-6,26 mmol/L) στην ομάδα της ατορβαστατίνης έναντι 5,91 mmol/L (εύρος: 3,93-9,96 mmol/L) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Μια επιπρόσθετη παιδιατρική μελέτη της ατορβαστατίνης έναντι της κολεστιπόλης σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 10-18 ετών έδειξε ότι η ατορβαστατίνη (N=25) οδήγησε σε σημαντική μείωση των επιπέδων της LDL-C την εβδομάδα 26 (p<0,05) σε σύγκριση με την κολεστιπόλη (N=31). Μια μελέτη παρηγορητικής θεραπείας σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία (συμπεριλαμβανομένης της ομόζυγου υπερχοληστερολαιμίας) συμπεριέλαβε 46 παιδιατρικούς ασθενείς υπό αγωγή με ατορβαστατίνη, τιτλοποιούμενη σύμφωνα με την ανταπόκριση (ορισμένοι ασθενείς έλαβαν 80 mg ατορβαστατίνης ημερησίως). Η μελέτη είχε διάρκεια 3 έτη: τα επίπεδα της LDL-C ελαττώθηκαν κατά 36%. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ατορβαστατίνη στην παιδική ηλικία όσον αφορά στη μείωση της νοσηρότητας και θνητότητας στην ενήλικη περίοδο δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με ατορβαστατίνη σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 6 ετών για τη θεραπεία της ετερόζυγου υπερχοληστερολαιμίας και σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της ομόζυγου οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, συνδυασμένης (μεικτής) υπερχοληστερολαιμίας, πρωτογενούς υπερχοληστερολαιμίας και για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από του στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12%, ενώ στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή διαθεσιμότητά της στην κυκλοφορία αποδίδεται στην κάθαρσή της στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σε αυτήν ή/και στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.

Κατανομή Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 L. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό  98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παρα- υδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών, τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. In vitro, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παρα- υδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες.

Αποβολή Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό ή/και τον εξωηπατικό μεταβολισμό της, απομακρύνεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν υπόκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα σε ανθρώπους είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών της, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής της δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες. Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και τον μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής της πολυανθεκτικής πρωτεΐνης 1 (MDR1) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση μέσω της χολής της ατορβαστατίνης.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε ενήλικες νεαρής ηλικίας, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης διάρκειας 8 εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 κατά Tanner (N=15) και Σταδίου  2 κατά Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχικά επίπεδα LDL-C  4 mmol/L έλαβαν μασώμενα δισκία 5 ή 10 mg ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 ή 20 mg ατορβαστατίνης άπαξ ημερησίως, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική συμμεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από του στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων, όταν ανάχθηκε αλλομετρικά κατά βάρος σώματος. Παρατηρήθηκαν συνεχείς μειώσεις στα επίπεδα της LDL-C και της TC σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ο-υδροξυατορβαστατίνη.

Φύλο Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία και, κατά συνέπεια, μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην επίδραση του φαρμάκου στα λιπίδια.

Νεφρική δυσλειτουργία Η παρουσία νεφρικής νόσου δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της.

Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Child-Pugh B) οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC).

Πολυμορφισμός SLCO1B1 Ο διακομιστής OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον διακομιστή OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) έχει συσχετιστεί με 2,4-φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ότι σε ανθρώπους χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μια γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης σε αυτούς τους ασθενείς είναι επίσης πιθανή. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Η ατορβαστατίνη αναστέλλει εκλεκτικά και ανταγωνιστικά το ηπατικό ένζυμο HMG-CoA αναγωγάση. Καθώς η HMG-CoA αναγωγάση είναι υπεύθυνη για τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό στην οδό βιοσύνθεσης της χοληστερόλης, αυτό οδηγεί σε επακόλουθη μείωση των…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05 H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που περιορίζει…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε ορθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης, κυρίως από το κυτόχρωμα P450 3A4 στο έντερο και στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης υφίστανται περαιτέρω λακτονιποίηση…
Απέκκριση
Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε ορθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα βήτα-οξείδωσης.