Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

TRINOMIA CAPS (F.C.TAB X100 +

atorvastatin, acetylsalicylic acid and ramipril

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
130 / CAP 14.69 €
122.5 / CAP 11.86 €
125 / CAP 12.14 €
150 / CAP 19.58 €
142.5 / CAP 15.19 €
145 / CAP 17.00 €

TRINOMIA CAPS (F.C.TAB X100 + — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, κατά προτίμηση μετά από ένα γεύμα
  • Ενήλικες
    ΔόσηΔόση-στόχος συντήρησης της ραμιπρίλης: 10 mg μία φορά την ημέρα.
    Για ασθενείς ήδη ελεγχόμενους με ισοδύναμες θεραπευτικές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος, ατορβαστατίνης και ραμιπρίλης, μπορούν να μεταβούν άμεσα σε Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    ΔόσηΗ ημερήσια δόση πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    ΔόσηΜέγιστη ημερήσια δόση ραμιπρίλης: 2,5 mg. Η θεραπεία να ξεκινά μόνο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
    Να χορηγείται με προσοχή. Πρέπει να πραγματοποιούνται δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Σε περίπτωση αύξησης των τρανσαμινασών μεγαλύτερη από 3 φορές του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN) που επιμένει, συνιστάται διακοπή. Αντενδείκνυται σε σοβαρή ή ενεργό ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ηλικιωμένοι
    Η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει με προσοχή λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Ασθενείς που λαμβάνουν ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη
    ΔόσηΗ δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
    Μέγ. δόση20 mg/ημέρα (ατορβαστατίνη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, σε άλλα σαλικυλικά, στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), σε οποιονδήποτε άλλον αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτενσίνης) ή στην ταρτραζίνη
  • Υπερευαισθησία στη σόγια ή στα φυστίκια
  • Ιστορικό προηγούμενων επεισοδίων άσθματος ή άλλων αλλεργικών αντιδράσεων στο σαλικυλικό οξύ ή σε άλλα μη στεροειδή αναλγητικά/αντιφλεγμονώδη
  • Ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους και/ή γαστρορραγία/αιμορραγία του εντέρου, ή άλλοι τύποι αιμορραγίας όπως αγγειακές εγκεφαλικές αιμορραγίες
  • Αιμοφιλία και άλλες διαταραχές αιμορραγίας
  • Σοβαρή νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
  • Υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
  • Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με μεθοτρεξάτη σε δοσολογία των 15 mg ή περισσότερο ανά εβδομάδα
  • Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2)
  • Ρινικοί πολύποδες που σχετίζονται με άσθμα που προκαλείται ή επιδεινώνεται από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ρινικούς πολύποδες
  • Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητες επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού που υπερβαίνουν το 3πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου
  • Κατά τη διάρκεια της κύησης, της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με τιπραναβίρη ή ριτοναβίρη
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνη
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς ΜΕΑ ή με ανταγωνιστές του υποδοχέα της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ))
  • Εξωσωματικές θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
  • Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό
  • Υπόταση ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
  • Ηλικία κάτω των 18 ετών
    ΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών
  • Θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη
  • Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan
    ΠληθυσμόςΜετά από τελευταία δόση sacubitril/valsartan (εντός 36 ωρών)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Άλλες γνωστές αλλεργίες, βρογχικό άσθμα, πυρετός εκ χόρτου, διογκωμένοι ρινικοί βλεννογόνοι υμένες (υπερπλασία αδενοειδών) και άλλες χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Ιστορικό γαστρικού ή εντερικού έλκους, ή γαστρεντερικής αιμορραγίας
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Μειωμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργία
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Κίνδυνος υπότασης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχυρά ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, παροδική ή επιμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίας
    Στην περίπτωση οξείας υπότασης είναι απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος της οξείας έντονης πτώσης στην αρτηριακή πίεση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω της αναστολής του ΜΕΑ
  • Επιδείνωση της καρδιαγγειακής κυκλοφορίας
    προσοχή
    Πληθυσμός(Νεφρική αγγειακή νόσος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μείωση όγκου, μείζονα χειρουργική επέμβαση, σήψη ή σοβαρά αιμορραγικά συμβάντα)
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Ανεπάρκεια της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε κίνδυνο
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Κατανάλωση οινοπνευματωδών και/ή ιστορικό ηπατικής νόσου
    προσοχή
    Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
  • Διαγνωσμένη κύηση
    προσοχή
    Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινάει εναλλακτική θεραπεία, εάν κρίνεται κατάλληλο
  • Αγγειοοίδημα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΈγχρωμοι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ
    Υψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος
  • Μειωμένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της αρτηριακής πίεσης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΈγχρωμοι ασθενείς
    Η ραμιπρίλη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης
  • Συμπτώματα που υποδηλώνουν βλάβη του ήπατος
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν
    Πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας
  • Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η(οι) διαταραχή(ές) αποκατασταθεί(ούν). Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών (ULN) επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της χορήγησης του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril
  • Ραβδομυόλυση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμός, ιστορικό μυϊκών διαταραχών, ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη/φιμπράτη, ιστορικό ηπατικής νόσου/κατανάλωση οινοπνευματωδών)
    Πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα CK πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα (>5xULN) η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά. Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες, ή αδυναμία. Εάν τα επίπεδα CK είναι >5xULN, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά ακόμη και με CK έως 5xULN, πρέπει να εξετάζεται διακοπή. Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθούν κλινικά σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της CK (>10xULN), ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία ραβδομυόλυσης.
  • Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς στεφανιαία νόσο (CHD) που είχαν υποστεί πρόσφατα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (TIA) με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτου
    Ο δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας.
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
    προσοχή
    Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με φουσιδικό οξύ
    αντένδειξη
    Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικώς χορηγούμενα σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής πρέπει να αναζητά αμέσως ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να εισαχθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος.
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    προσοχή
    Εάν υπάρχει υποψία ότι ένας ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
  • Σακχαρώδης Διαβήτης
    παρακολούθηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI > 30kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)
    Πρέπει να παρακολουθούνται και κλινικά και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές. Ο κίνδυνος υπεργλυκαιμίας αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου.
  • Αγγειοοίδημα (με αναστολείς ΜΕΑ)
    προσοχή
    Στην περίπτωση αγγειοοιδήματος, το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πρέπει να διακόπτεται. Πρέπει να αρχίσει άμεσα επείγουσα θεραπεία. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 έως 24 ώρες και να δίδεται εξιτήριο μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα του εντέρου.
  • Αγγειοοίδημα (με sacubitril/valsartan)
    αντένδειξη
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με sacubtril/valsartan αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου αγγειοοιδήματος. Η θεραπεία με sacubitril/valsartan δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril. H θεραπεία με Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση του sacubitril/valsartan.
  • Αγγειοοίδημα (με racecadotril, αναστολείς mTOR, vildagliptin)
    προσοχή
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με racecadotril, αναστολείς του mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus, temsirolimus) και vildagliptin μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη θεραπείας.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    προσοχή
    Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Δεν συνιστάται. Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, πρέπει να γίνεται υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης
    προσοχή
    Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πριν την απευαισθητοποίηση.
  • Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία και αναιμία, καταστολή του μυελού των οστών
    παρακολούθηση
    Συνιστάται παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων. Πιο συχνή παρακολούθηση συνιστάται στην αρχική φάση της θεραπείας και σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, σε εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα), καθώς και σε αυτούς που έλαβαν θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στην εικόνα του αίματος.
  • Βήχας (λόγω αναστολέων ΜΕΑ)
    προσοχή
    Ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
  • Λακτόζη
    προσοχή
    Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Τικλοπιδίνη, Κλοπιδογρέλη (άλλοι αναστολείς συσσώρευσης των αιμοπεταλίων)
    προσοχή
    Αύξηση του χρόνου πήξης
  • Άλλα μη στεροειδή αναλγητικά / αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικής αιμορραγίας και ελκών
  • Συστηματικά γλυκοκορτικοειδή
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών και αιμορραγίας
  • Διουρητικά
    παρακολούθηση
    Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ειδικά σε ασθενείς με αφυδάτωση
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της σωστής ενυδάτωσης των ασθενών
  • Οινοπνευματώδη
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών και αιμορραγίας
  • Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας, ιδιαίτερα γαστρεντερικής αιμορραγίας
  • Ουρικοζουρικοί παράγοντες
    προσοχή
    Μείωση της επίδρασης των ουρικοζουρικών παραγόντων και αύξηση των επιπέδων του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στο πλάσμα
  • Μεταμιζόλη
    προσοχή
    Μείωση της επίδρασης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων
    ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση ασπιρίνης για καρδιοπροστασία
  • Αντιπηκτική και θρομβολυτική θεραπεία
    παρακολούθηση
    Αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας
    ΣύστασηΟι ασθενείς να παρακολουθούνται για σημεία εξωτερικής ή εσωτερικής αιμορραγίας
  • παρακολούθηση
    Αύξηση των επιπέδων της διγοξίνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της γλυκόζης αίματος
  • Μεθοτρεξάτη (≥ 15 mg/εβδομάδα)
    αντένδειξη
    Τοξικές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο πλάσμα
  • Μεθοτρεξάτη (< 15 mg/εβδομάδα)
    παρακολούθηση
    Τοξικές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο πλάσμα
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και αιμοδιάγραμμα, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας
  • προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα
  • προσοχή
    Μειωμένη επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση αιμοπεταλίων
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Αύξηση της νεφρικής αποβολής των σαλικυλικών
  • Αναστολείς ΜΕΑ (υψηλές δόσεις ασπιρίνης ≥ 325 mg)
    προσοχή
    Μείωση της ευεργετικής επίδρασης των αναστολέων του ΜΕΑ
  • παρακολούθηση
    Αύξηση της νεφροτοξικότητας
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς
  • προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου της ωτοτοξικότητας
  • Ιντερφερόνη α
    προσοχή
    Μείωση της δραστικότητας της ιντερφερόνης α
  • αντένδειξη
    Αύξηση της τοξικότητας του λιθίου (μείωση απέκκρισης)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση συγκέντρωσης λιθίου στο πλάσμα.
  • Βαρβιτουρικά
    προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων των βαρβιτουρικών στο πλάσμα
  • προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα
  • προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα
  • Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 9,4 φορές)
    ΣύστασηΤο Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 7,9 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 20 mg.
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 8,7 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Λοπιναβίρη, Ριτοναβίρη
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 5,9 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 4,4 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Σακιναβίρη, Ριτοναβίρη
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,9 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,3 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,3 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,5 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,3 φορές)
    ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
  • καμία ειδική σύσταση
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 1,7 φορές)
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 37%)
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων
  • παρακολούθηση
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 51%)
    ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση μετά την έναρξη ή προσαρμογές της δόσης της διλτιαζέμης
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 33%)
    ΣύστασηΣυνιστάται η χαμηλότερη μέγιστη δόση και κλινική παρακολούθηση
  • καμία ειδική σύσταση
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 18%)
  • καμία ειδική σύσταση
    Μείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ λιγότερο από 1%)
  • Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων του μαγνησίου και του αλουμινίου
    καμία ειδική σύσταση
    Μείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 35%)
  • καμία ειδική σύσταση
    Μείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 41%)
  • Ριφαμπίνη (συγχορηγούμενη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 30%)
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται η ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη, με κλινική παρακολούθηση.
  • Ριφαμπίνη (ξεχωριστές δόσεις)
    προσοχή
    Μείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 80%)
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 35%)
    ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3%)
    ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,3 φορές)
    ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση. Η δόση της ατορβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
  • Γκλεκαπρεβίρη/Πιμπρεντασβίρη
    αντένδειξη
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 8,3 φορές)
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση
  • Ελμπασβίρη, Γκραζοπρεβίρη
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 1,95 φορές)
    ΣύστασηΗ δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ημερήσια δόση των 20 mg
  • προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης
    ΣύστασηΕάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με ατορβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
  • προσοχή
    Αναφέρθηκαν περιπτώσεις μυοπάθειας
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται ατορβαστατίνη μαζί με κολχικίνη
  • παρακολούθηση
    Οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση αυξήθηκαν ελαφρώς
    ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
  • Από στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθινδρόνη, αιθινυλοιστραδιόλη)
    καμία ειδική σύσταση
    Αύξηση των συγκεντρώσεων της νοραιθινδρόνης και αιθινυλοιστραδιόλης στο πλάσμα
  • παρακολούθηση
    Μικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνης
    ΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης πρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της θεραπείας με ατορβαστατίνη και αρκετά συχνά κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
  • Φαιναζόνη
    καμία ειδική σύσταση
    Μικρή ή καμία ανιχνεύσιμη επίδραση στην κάθαρση της φαιναζόνης
  • Εξωσωματικές θεραπείες (αιμοκάθαρση/αιμοδιήθηση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας, αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας με θειική δεξτράνη)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων
    ΣύστασηΕάν τέτοια θεραπεία είναι απαραίτητη, πρέπει να εξετάζεται η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.
  • Sacubtril/Valsatran
    αντένδειξη
    Αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειοοιδήματος
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο
    αντένδειξη
    Υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Τριμεθοπρίμη και κο-τριμοξαζόλη
    αντένδειξη
    Αύξηση του καλίου του ορού
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά), άλλες ουσίες που μπορεί να μειώσουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη)
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου υπότασης
  • Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)
    προσοχή
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία)
  • Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, αδρεναλίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ραμιπρίλης
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά
    προσοχή
    Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
  • Άλατα λιθίου
    παρακολούθηση
    Μειωμένη απέκκριση του λιθίου και αυξημένη τοξικότητα του λιθίου
    ΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης)
    παρακολούθηση
    Υπογλυκαιμικές αντιδράσεις
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος.
  • Racecadotril, αναστολείς mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus, temsirolimus), vildagliptin
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Θρομβοπενία
  • Πανκυτταροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή της ακοκκιοκυτταραιμίας) (Σπάνιες)
  • Μειωμένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων (Σπάνιες)
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Σπάνιες)
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (θρομβοπενία) (Σπάνιες)
  • Σοβαρές αιμορραγίες που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή (π.χ. εγκεφαλική αιμορραγία, ρινική αιμορραγία, αιμορραγία των ούλων, αιμορραγία του δέρματος ή αιμορραγία στο ουρογεννητικό σύστημα, με πιθανή παράταση του χρόνου πήξης) (Σπάνιες)
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών (Πολύ σπάνιες)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Γαστρεντερικές ενοχλήσεις (καύσος, ναυτία, έμετος, στομαχικό άλγος και διάρροια) (Πολύ συχνές)
  • Μικρή απώλεια αίματος από τον γαστρεντερικό σωλήνα (μικροαιμορραγία) (Συχνές)
  • Πεπτικές διαταραχές (Όχι συχνές)
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήνα (Όχι συχνές)
  • Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα (Όχι συχνές)
  • Σιδηροπενική αναιμία λόγω κρυφής απώλειας αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα (Όχι συχνές)
  • Άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Σπάνιες)
  • Ερυγή (Σπάνιες)
  • Παγκρεατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση) (Πολύ σπάνιες)
  • Παγκρεατικά ένζυμα αυξημένα (Πολύ σπάνιες)
  • Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου (Πολύ σπάνιες)
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης γαστρίτιδας) (Πολύ σπάνιες)
  • Ξηροστομία (Πολύ σπάνιες)
  • Γλωσσίτιδα (Πολύ σπάνιες)
  • Διάτρηση γαστρεντερικού έλκους (Πολύ σπάνιες)
  • Αφθώδης στοματίτιδα (Μη γνωστές)
Γαστρεντερικό
  • Δυσπεψία
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μετεωρισμός
  • Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας (Πολύ συχνές)
  • Παροξυσμικός βρογχόσπασμος (Συχνές)
  • Σοβαρή δύσπνοια (Συχνές)
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος (Συχνές)
  • Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου βρογχικού άσθματος επιδεινωθέντος (Όχι συχνές)
Λοιμώξεις
  • Ρινίτιδα
  • Βρογχίτιδα
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
Αναπνευστικό
  • Ρινική συμφόρηση
  • Επίσταξη
  • Δύσπνοια
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Ίλιγγος
  • Παραισθησία
  • Δυσγευσία
  • Υπαισθησία
  • Αμνησία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Τρόμος
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Συγκοπή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Αγευσία (Όχι συχνές)
  • Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου) (Σπάνιες)
  • Ψυχοκινητικές ικανότητες επηρεασμένες (Σπάνιες)
  • Αίσθημα καύση (Σπάνιες)
  • Παροσμία (Σπάνιες)
  • Προβλήματα ακοής ή βούισμα στα αυτιά (εμβοές) (Μη γνωστές)
  • Διανοητική σύγχυση (Μη γνωστές)
  • Μυασθένεια gravis (Μη γνωστές)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Δερματικές αντιδράσεις (Συχνές)
  • Εξάνθημα κυρίως κηλιδοβλατιδώδες (Όχι συχνές)
  • Δερματικό εξάνθημα (Όχι συχνές)
  • Αγγειοοίδημα (με πιθανή απόφραξη των αεραγωγών και θανατηφόρα έκβαση) (Σπάνιες)
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα (Πολύ σπάνιες)
  • Δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης) (Πολύ σπάνιες)
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα (Πολύ σπάνιες)
  • Ονυχόλυση (Πολύ σπάνιες)
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας (Μη γνωστές)
  • Πέμφιγα (Μη γνωστές)
  • Ψωρίαση επιδεινωθείσα (Μη γνωστές)
  • Ψωριασόμορφη δερματίτιδα (Μη γνωστές)
  • Πεμφιγοειδές ή λειχηνοειδές εξάνθημα ή ενάνθημα (Μη γνωστές)
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Υπεριδρωσία
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας του δέρματος, του αναπνευστικού συστήματος, του γαστρεντερικού σωλήνα, και του καρδιαγγειακού συστήματος (Σπάνιες)
  • Αναφυλαξία (Πολύ σπάνιες)
  • Αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Μη γνωστές)
  • Αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα (Μη γνωστές)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατικά ένζυμα και/ή χολερυθρίνη συζευγμένη αυξημένη (Όχι συχνές)
  • Ίκτερος χολοστατικός (Σπάνιες)
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη (Σπάνιες)
  • Ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες)
  • Αυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες αίματος (Πολύ σπάνιες)
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια (Μη γνωστές)
  • Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση) (Μη γνωστές)
Ήπαρ
  • Χολόσταση
  • Ηπατίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) (Όχι συχνές)
  • Παραγωγή ούρων αυξημένη (Όχι συχνές)
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας (Όχι συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική δυσλειτουργία
Μεταβολισμός
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπογλυκαιμία
  • Ανορεξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Κάλιο αίματος αυξημένο (Συχνές)
  • Αύξηση σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
  • Όρεξη μειωμένη (Όχι συχνές)
  • Μείωση της απέκκρισης του ουρικού οξέος (μπορεί να προκαλέσει επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς) (Πολύ σπάνιες)
  • Νάτριο αίματος μειωμένο (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Εφιάλτες (Όχι συχνές)
  • Διαταραχή του ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας) (Όχι συχνές)
  • Διαταραχή προσοχής (Μη γνωστές)
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Άγχος
  • Νευρικότητα
  • Ανησυχία
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
  • Οπτική διαταραχή
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Επιπεφυκίτιδα (Σπάνιες)
  • Μυασθένεια των οφθαλμών (Μη γνωστές)
Αυτί
  • Εμβοές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας (Όχι συχνές)
  • Απώλεια ακοής (Σπάνιες)
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Πόνος στα άκρα
  • Οσφυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Αυχεναλγία
  • Μυοπάθεια
  • Ραβδομυόλυση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκοί σπασμοί (Πολύ συχνές)
  • Διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
  • Μυϊκή κόπωση (Όχι συχνές)
  • Μυοσίτιδα (Σπάνιες)
  • Ρήξη μυός (Σπάνιες)
  • Τενοντοπάθεια (μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης) (Σπάνιες)
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο (Πολύ σπάνιες)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Παροδική στυτική ανικανότητα (Όχι συχνές)
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Θωρακικό άλγος
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Αίσθημα κακουχίας
Αγγειακές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Υπόταση
  • Έξαψη
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Εξασθένιση (Όχι συχνές)
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας (Όχι συχνές)
  • Κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • Λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Σπάνιες)
Καρδιακές διαταραχές
  • Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου) (Όχι συχνές)
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές
  • Ορθοστατική αρτηριακή πίεση μειωμένη (Συχνές)
  • Αγγειακή στένωση (Σπάνιες)
  • Υποαιμάτωση (Σπάνιες)
  • Αγγειίτιδα (Σπάνιες)
  • Φαινόμενο Raynaud (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Γαστρεντερικές ενοχλήσεις (καύσος, ναυτία, έμετος, στομαχικό άλγος και διάρροια)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Δερματικές αντιδράσεις
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διόγκωση άρθρωσης
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μικρή απώλεια αίματος από τον γαστρεντερικό σωλήνα (μικροαιμορραγία)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ορθοστατική αρτηριακή πίεση μειωμένη
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Παροξυσμικός βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αμνησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου βρογχικού άσθματος επιδεινωθέντος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Όχι συχνές
  • Δερματικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτες
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Καταθλιπτική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή κόπωση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Παραγωγή ούρων αυξημένη
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Παροδική στυτική ανικανότητα
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Πεπτικές διαταραχές
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Σιδηροπενική αναιμία λόγω κρυφής απώλειας αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήνα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αίσθημα καύσου
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Αγγειακή στένωση
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα (με πιθανή απόφραξη των αεραγωγών και θανατηφόρα έκβαση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας του δέρματος, του αναπνευστικού συστήματος, του γαστρεντερικού σωλήνα, και του καρδιαγγειακού συστήματος
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Απώλεια ακοής
    Αυτί
    Σπάνιες
  • Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (θρομβοπενία)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή της ακοκκιοκυτταραιμίας)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Μυοσίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Παροσμία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ρήξη μυός
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σοβαρές αιμορραγίες (π.χ. εγκεφαλική αιμορραγία, ρινική αιμορραγία, αιμορραγία των ούλων, αιμορραγία του δέρματος ή αιμορραγία στο ουρογεννητικό σύστημα) με πιθανή παράταση του χρόνου πήξης
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Τενοντοπάθεια (μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Υποαιμάτωση
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ψυχοκινητικές ικανότητες επηρεασμένες
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης γαστρίτιδας)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ σπάνιες
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Διάτρηση γαστρεντερικού έλκους
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Μείωση της απέκκρισης του ουρικού οξέος (σε χαμηλές δόσεις, μπορεί να προκαλέσει επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ σπάνιες
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ονυχόλυση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρας έκβασης με αναστολείς ΜΕΑ)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατικά ένζυμα αυξημένα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Διανοητική σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή προσοχής
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ενάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Λειχηνοειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια Gravis
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μυασθένεια των οφθαλμών
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Πέμφιγα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πεμφιγοειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Προβλήματα ακοής ή βούισμα στα αυτιά (εμβοές)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Φαινόμενο Raynaud
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ψωρίαση επιδεινωθείσα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Ψωριασόμορφη δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι αναστολείς ΜΕΑ δεν συνιστώνται κατά το 1ο τρίμηνο και αντενδείκνυνται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις κατά το 1ο και 2ο τρίμηνο και παρουσιάζει κινδύνους κατά το 3ο τρίμηνο.
    Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης. Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υποψιάζονται πως είναι έγκυες. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ/ΑΥΑΙΙ κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο προκαλεί εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις (εμβρυικός θάνατος, καρδιακές ανωμαλίες, γαστροσχιστία, καρδιοαναπνευστική τοξικότητα, νεφρική ανεπάρκεια, παράταση χρόνου αιμορραγίας, αναστολή συσπάσεων μήτρας). Η ασφάλεια της ατορβαστατίνης δεν έχει τεκμηριωθεί σε έγκυες γυναίκες, έχουν αναφερθεί σπάνιες συγγενείς ανωμαλίες.
  • Γαλουχία
    Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι γυναίκες που το λαμβάνουν δεν πρέπει να θηλάζουν.
    Μικρές ποσότητες ακετυλοσαλικυλικού οξέος και των μεταβολιτών του διέρχονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Γονιμότητα
    Σε μελέτες σε ζώα η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρρένων ή των θηλέων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, άλλοι συνδυασμοί. Κωδικός ATC: C10BX06

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Αυτή η επίδραση στα αιμοπετάλια οφείλεται στην ακετυλίωση της κυκλοοξυγενάσης. Αυτό αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη σύνθεση της θρομβοξάνης Α2 (μία αγγειοσυσταλτική προσταγλανδίνη που προάγει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων) στα αιμοπετάλια. Αυτή η επίδραση είναι μόνιμη και συνήθως διαρκεί για όλη τη διάρκεια ζωής 8 ημερών των αιμοπεταλίων. Παραδόξως, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει επίσης τη σύνθεση της προστακυκλίνης (μία προσταγλανδίνη που αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, αλλά με αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις) στα ενδοθηλιακά κύτταρα των αιμοφόρων αγγείων. Αυτή η επίδραση είναι προσωρινή. Μόλις το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει απομακρυνθεί από το αίμα, τα εμπύρηνα ενδοθηλιακά κύτταρα συνθέτουν ξανά προστακυκλίνη. Ως αποτέλεσμα, μία εφάπαξ, χαμηλή ημερήσια δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (<100 mg/ημέρα) οδηγεί σε αναστολή της θρομβοξάνης Α2 στα αιμοπετάλια χωρίς να επηρεάζει σημαντικά τη σύνθεση προστακυκλίνης. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ επίσης ανήκει στην κατηγορία των όξινων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών με αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Ο μηχανισμός για τη δράση τους αποτελείται από τη μη αναστρέψιμη αναστολή των ενζύμων κυκλοοξυγενάσης που εμπλέκονται στη σύνθεση των προσταγλανδινών. Σε υψηλότερες δόσεις, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του ήπιας έως μέτριας έντασης πόνου, της αυξημένης θερμοκρασίας του σώματος, καθώς και για τη θεραπεία οξέων και χρόνιων φλεγμονωδών νόσων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει την επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων σε χαμηλότερες δόσεις όταν χορηγείται ταυτόχρονα. Σε μια μελέτη σύγκρισης του αποτελέσματος της χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 400 mg ιβουπροφαίνης 8 ώρες πριν ή 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση 81 mg ακετυλοσαλικυλικού οξέος (σε δισκίο άμεσης απελευθέρωσης), παρατηρήθηκε μείωση της επίδρασης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στο σχηματισμό της θρομβοξάνης ή στη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά είναι περιορισμένα καθώς υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με την προέκταση των δεδομένων αυτών στην κλινική πρακτική. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν σχετικά συμπέρασμα για την τακτική χρήση της ιβουπροφαίνης και επίσης δεν υπάρχουν σχετικές κλινικές επιδράσεις που μπορεί να θεωρηθούν ότι σχετίζονται με την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης.

Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του περιοριστικού της ταχύτητας ενζύμου υπεύθυνου για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανόμενης της χοληστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω του υποδοχέα με υψηλή συγγένεια προς την LDL (LDL υποδοχέας). Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τις συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των ηπατικών LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των κυττάρων για την αύξηση της πρόσληψης και του καταβολισμού της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. H ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας του LDL υποδοχέα σε συνδυασμό με μία ωφέλιμη μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει αποτελεσματικά την LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, έναν πληθυσμό που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η ατορβαστατίνη σε μία μελέτη δόσης-απόκρισης αποδείχτηκε ότι ελαττώνει τη συγκέντρωση της ολικής-C (30% - 46%), της LDL-C (41% - 61%), της απολιποπρωτεΐνης Β (34% - 50%) και των τριγλυκεριδίων (14% - 33%) ενώ παράλληλα προκαλεί ποικίλες αυξήσεις της HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα αποτελέσματα αυτά είναι το ίδιο σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας, και σε μεικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανόμενων των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει διαπιστωθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-C, και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και της καρδιαγγειακής θνησιμότητας.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο στεφανιαία νόσο (ΣΝ), αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη AngloScandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί, ηλικίας 40-79 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη, και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) ≤ 6,5 mmol/l (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις από τους εξής προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥ 55 ετών, κάπνισμα, διαβήτης, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, TC: HDL > 6, περιφερική αγγειακή νόσο, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/αλβουμινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κίνδυνου για εμφάνιση του πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=5.168) ή εικονικό φάρμακο (n=5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και απόλυτη μείωση του κινδύνου ήταν η ακόλουθη:

Σύμβαμα Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) τιμή p Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι Εικονικού φαρμάκου)
Θανατηφόρα ΣΝ συν μη-θανατηφόρο ΕΜ 36% 1,1% 0,0005 100 έναντι 154
Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και διαδικασιών επαναγγείωσης 20% 1,9% 0,0008 389 έναντι 483
Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων 29% 1,4% 0,0006 178 έναντι 247

1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου H ολική θνησιμότητα και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51 αντίστοιχα). Στις αναλύσεις υποομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. H ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση με τη θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που λάμβαναν αμλοδιπίνη (HR 0,47 (0,32 - 0,69), p=0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που λάμβαναν ατενολόλη (HR 0,83 (0,59 - 1,17), p= 0,287). Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (CARDS- Collaborative Atorvastatin Diabetes Study-CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40 - 75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, και με LDL-χοληστερόλη ≤ 4,14 mmol/l (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/l (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισμα κατά την περίοδο διεξαγωγής της μελέτης, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς λάμβαναν, είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=1.428), είτε εικονικό φάρμακο (n=1.410), για μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου είναι η ακόλουθη:

Σύμβαμα Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) τιμή p Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι Εικονικού φαρμάκου)
Κύρια καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, αιφνίδιος θάνατος από ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CABG, PTCA, επαναγγείωση, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) 37% 3,2% 0,0010 83 έναντι 127
ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) 42% 1,9% 0,0070 38 έναντι 64
Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα) 48% 1,3% 0,0163 21 έναντι 39

1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. ΟΕΜ: Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG= coronary artery bypass graft -Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίου αγγείου, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος. ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, PTCA= percutaneous transluminal coronary angioplasty - Διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία διαφοροποίησης στην επίδραση της θεραπείας ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, ή το αρχικό επίπεδο της LDL-χοληστερόλης των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση σχετικά με το ποσοστό θνησιμότητας (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p=0,0592).

Ραμιπρίλη Μηχανισμός δράσης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, κινινάση ΙΙ). Το ένζυμο αυτό στο πλάσμα και στους ιστούς καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στη δραστική αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτενσίνη II, καθώς και την αποδόμηση της δραστικής αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η αναστολή της αποδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν σε αγγειοδιαστολή. Αφού η αγγειοτενσίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την απελευθέρωση της αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους έγχρωμους (Αφρο-Καραϊβική καταγωγή) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως ένας υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλά επίπεδα ρενίνης) από ότι σε μη έγχρωμους ασθενείς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν υπάρχουν μεγάλες μεταβολές στη νεφρική ροή πλάσματος και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντισταθμιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας μεμονωμένης δόσης εμφανίζεται 1 έως 2 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας μεμονωμένης δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μίας μεμονωμένης δόσης συνήθως διαρκεί για 24 ώρες. Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση της συνεχούς θεραπείας με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Έχει αποδειχθεί ότι η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία διάρκειας 2 ετών. Η απότομη διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Καρδιακή ανεπάρκεια: Εκτός από τη συμβατική θεραπεία με διουρητικά και προαιρετικά με καρδιακές γλυκοσίδες, η ραμιπρίλη έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική σε ασθενείς με νόσο λειτουργικής κατηγορίας ΙΙ-IV της κλίμακας New-York Heart Association. Το φάρμακο είχε ευεργετικές επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά είτε από αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή από σακχαρώδη διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα τσιγάρων). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, μεμονωμένα και συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα συμβάντα).

Πίνακας 4: Μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα

Ραμιπρίλη % Εικονικό φάρμακο % σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) τιμή p
Όλοι οι ασθενείς
Πρωτεύοντα συνδυασμένα συμβάντα 14,0 (n=4.645) 17,8 (n=4.652) 0,78 (0,70-0,86) <0,001
Έμφραγμα του μυοκαρδίου 9,9 12,3 0,80 (0,70-0,90) <0,001
Θάνατος από καρδιαγγειακά συμβάντα 6,1 8,1 0,74 (0,64-0,87) <0,001
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο 3,4 4,9 0,68 (0,56-0,84) <0,001
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας 10,4 12,2 0,84 (0,75-0,95) 0,005
Ανάγκη επαναγγείωσης 16,0 18,3 0,85 (0.77-0,94) 0,002
Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης 12,1 12,3 0,98 (0,87-1,10) NS
Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας 3,2 3,5 0,88 (0,70-1,10) 0,25
Επιπλοκές σχετιζόμενες με διαβήτη 6,4 7,6 0,84 (0,72-0,98) 0,03

Η μελέτη MICRO-HOPE, μια προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) συμμετέχοντες υπό ραμιπρίλη και 149 (8,4%) υπό εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%, 95% CI [3-40], p= 0,027. Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (ηλικίας 18-70 ετών) που έπασχαν από ήπια (δηλαδή μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24 h) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υποπληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση των ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο, -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης πέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).

Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5,7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].

Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS): Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην πρόληψη της ισχαιμικής καρδιακής νόμης (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μεταβολίζεται στον κύριο ενεργό μεταβολίτη του, το σαλικυλικό οξύ πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την απορρόφηση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς. Εκτός από σαλικυλικό οξύ, οι κύριοι μεταβολίτες του ακετυλοσαλικυλικού οξέος είναι το συζευγμένο με γλυκίνη σαλικυλικό οξύ (σαλικυλουρικό οξύ), ο γλυκουρονιδικός αιθέρας και εστέρας του σαλικυλικού οξέος (γλυκουρονιδικός φαινολικός αιθέρας και γλυκουρονιδικός ακυλεστέρας του σαλικυλικού οξέος), καθώς και το γεντισικό οξύ που σχηματίζεται με οξείδωση του σαλικυλικού οξέος, και η συζευγμένη με γλυκίνη ένωσή του. Η απορρόφηση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος μετά την από στόματος χορήγηση είναι ταχεία και πλήρης, ανάλογα με τη φαρμακοτεχνική μορφή. Η υδρόλυση του ακετυλικού υπολείμματος από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ στην πραγματικότητα λαμβάνει χώρα σε κάποιο βαθμό κατά τη διάρκεια της διόδου μέσω του γαστρεντερικού βλεννογόνου. Τα μέγιστα επίπεδα επιτεύχθηκαν στο πλάσμα μετά από 10 - 20 λεπτά (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) ή μετά από 0,3 - 2 ώρες, αντίστοιχα (σαλικυλικό συνολικά). Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή δεν έχει καμία επίδραση στη συνολική έκθεση στο φάρμακο αλλά καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (tmax) του ακετυλοσαλικυλικού οξέος κατά 1,1 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 42%. Η κινητική της απέκκρισης του σαλικυλικού οξέος σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τη δοσολογία, δεδομένου ότι η ικανότητα μεταβολισμού του σαλικυλικού οξέος είναι περιορισμένη (η ημίσεια ζωή της απέκκρισης κυμαίνεται μεταξύ 2 και 30 ωρών). Η ημίσεια ζωή της απέκκρισης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος είναι μόνο μερικά λεπτά. Η ημίσεια ζωή της απέκκρισης του σαλικυλικού οξέος είναι 2 ώρες μετά τη χορήγηση μιας δόσης 0,5 g ακετυλοσαλικυλικού οξέος, 4 ώρες μετά τη χορήγηση 1 g, και αυξάνεται σε 20 ώρες μετά από μια μεμονωμένη δόση 5 g. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε υγιή άτομα εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Έχουν αναφερθεί τιμές που κυμαίνονται από 49% έως περισσότερο από 70% (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) και 66% έως 98% (σαλικυλικό οξύ, αντίστοιχα). Το σαλικυλικό οξύ είναι μετρήσιμο στο αμνιακό και στο αρθρικό υγρό μετά τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Το σαλικυλικό οξύ διέρχεται μέσω του πλακούντα και μεταφέρεται στο μητρικό γάλα.

Ατορβαστατίνη Απορρόφηση: Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Η έκταση απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12% και η συστημική διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή συστημική διαθεσιμότητα αποδίδεται στην συστημική κάθαρση στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σ΄αυτό και/ή στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή δεν έχει καμία επίδραση στη συνολική έκθεση στο φάρμακο αλλά καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) της ατορβαστατίνης κατά 1,7 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 47%.

Κατανομή: Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 l. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό ≥98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός: Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. In vitro, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παραϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες.

Αποβολή: Η ατορβαστατίνη μετά τον ηπατικό και/ή τον εξωηπατικό μεταβολισμό αποβάλλεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν φαίνεται να υπóκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Η μέση ημίσεια ζωή αποβολής της ατορβαστατίνης από το πλάσμα στον άνθρωπο είναι περίπου 14 ώρες. H ημίσεια ζωή της ανασταλτικής δράσης για την HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών. Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και τον μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής της πολυανθεκτικής πρωτεΐνης 1 (MDR1) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση μέσω της χολής της ατορβαστατίνης.

Ειδικοί πληθυσμοί: Ηλικιωμένοι: Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε άτομα μικρότερης ηλικίας ενώ οι επιδράσεις στα λιπίδια ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών. Παιδιατρικός πληθυσμός: Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 κατά Tanner (N=15) και Σταδίου ≥2 κατά Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχικά επίπεδα LDL χοληστερόλης ≥4 mmol/L έλαβαν μασώμενα δισκία 5 ή 10 mg ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 ή 20 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική συμμεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων όταν έγινε αλλομετρική αναγωγή ανά βάρος σώματος. Παρατηρήθηκαν σταθερές μειώσεις στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και της ολικής χοληστερόλης σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ο-υδροξυατορβαστατίνη. Φύλο: Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν από εκείνες των ανδρών (Γυναίκες: περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC). Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην επίδραση στα λιπίδια. Νεφρική ανεπάρκεια: Η παρουσία νεφρικής νόσου δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την επίδραση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στα λιπίδια. Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Child-Pugh B) οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC). Πολυμορφισμός SLOC1B1: Ο μεταφορέας OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) έχει συσχετισθεί με 2,4 φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ότι σε άτομα χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μια γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης είναι επίσης πιθανή σε αυτούς τους ασθενείς. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.

Ραμιπρίλη Απορρόφηση: Μετά την από στόματος χορήγηση η ραμιπρίλη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανάκτηση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή μειώνει τη μέση AUC κατά 26% και καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (tmax) της ραμιπρίλης κατά 1,2 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 69%. Η επίδραση της τροφής στην AUC και τη Cmax της ραμιπρίλης δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από μεμονωμένη ημερησία δόση με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.

Κατανομή: Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

Μεταβολισμός: Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στη ραμιπριλάτη, και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ, και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.

Αποβολή: Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Οι συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού της με το ΜΕΑ και του αργού διαχωρισμού από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από πολλαπλές εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, η αποτελεσματική ημίσεια ζωή των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13-7 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερη για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου στην δέσμευση της ραμιπριλάτης. Μία μεμονωμένη από στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία): Η απέκκριση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία): Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη ήταν καθυστερημένος, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών, και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, άλλοι συνδυασμοί. Κωδικός ATC: C10BX06 Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Αυτή η επίδραση στα…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, άλλοι συνδυασμοί. Κωδικός ATC: C10BX06 Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Αυτή η επίδραση στα…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μεταβολίζεται στον κύριο ενεργό μεταβολίτη του, το σαλικυλικό οξύ πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την απορρόφηση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς. Εκτός από…

info Πληροφορίες
pill