TRINOMIA CAPS (F.C.TAB X100 +
atorvastatin, acetylsalicylic acid and ramipril
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 130 / CAP | 14.69 € | |
| 122.5 / CAP | 11.86 € | |
| 125 / CAP | 12.14 € | |
| 150 / CAP | 19.58 € | |
| 142.5 / CAP | 15.19 € | |
| 145 / CAP | 17.00 € |
TRINOMIA CAPS (F.C.TAB X100 + — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, κατά προτίμηση μετά από ένα γεύμα
-
ΕνήλικεςΔόσηΔόση-στόχος συντήρησης της ραμιπρίλης: 10 mg μία φορά την ημέρα.Για ασθενείς ήδη ελεγχόμενους με ισοδύναμες θεραπευτικές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος, ατορβαστατίνης και ραμιπρίλης, μπορούν να μεταβούν άμεσα σε Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΑντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΗ ημερήσια δόση πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΜέγιστη ημερήσια δόση ραμιπρίλης: 2,5 mg. Η θεραπεία να ξεκινά μόνο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.Να χορηγείται με προσοχή. Πρέπει να πραγματοποιούνται δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Σε περίπτωση αύξησης των τρανσαμινασών μεγαλύτερη από 3 φορές του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN) που επιμένει, συνιστάται διακοπή. Αντενδείκνυται σε σοβαρή ή ενεργό ηπατική δυσλειτουργία.
-
ΗλικιωμένοιΗ θεραπεία πρέπει να ξεκινάει με προσοχή λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρηΔόσηΗ δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.Μέγ. δόση20 mg/ημέρα (ατορβαστατίνη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, σε άλλα σαλικυλικά, στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), σε οποιονδήποτε άλλον αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτενσίνης) ή στην ταρτραζίνη
-
Υπερευαισθησία στη σόγια ή στα φυστίκια
-
Ιστορικό προηγούμενων επεισοδίων άσθματος ή άλλων αλλεργικών αντιδράσεων στο σαλικυλικό οξύ ή σε άλλα μη στεροειδή αναλγητικά/αντιφλεγμονώδη
-
Ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους και/ή γαστρορραγία/αιμορραγία του εντέρου, ή άλλοι τύποι αιμορραγίας όπως αγγειακές εγκεφαλικές αιμορραγίες
-
Αιμοφιλία και άλλες διαταραχές αιμορραγίας
-
Σοβαρή νεφρική και ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
-
Υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με μεθοτρεξάτη σε δοσολογία των 15 mg ή περισσότερο ανά εβδομάδα
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2)
-
Ρινικοί πολύποδες που σχετίζονται με άσθμα που προκαλείται ή επιδεινώνεται από το ακετυλοσαλικυλικό οξύΠληθυσμόςΑσθενείς με ρινικούς πολύποδες
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητες επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού που υπερβαίνουν το 3πλάσιο του ανώτατου φυσιολογικού ορίου
-
Κατά τη διάρκεια της κύησης, της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με τιπραναβίρη ή ριτοναβίρη
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνη
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς ΜΕΑ ή με ανταγωνιστές του υποδοχέα της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ))
-
Εξωσωματικές θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
-
Σημαντική αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε μονήρη λειτουργικό νεφρό
-
Υπόταση ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις
-
Ηλικία κάτω των 18 ετώνΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών
-
Θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη
-
Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartanΠληθυσμόςΜετά από τελευταία δόση sacubitril/valsartan (εντός 36 ωρών)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπερευαισθησίαπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Άλλες γνωστές αλλεργίες, βρογχικό άσθμα, πυρετός εκ χόρτου, διογκωμένοι ρινικοί βλεννογόνοι υμένες (υπερπλασία αδενοειδών) και άλλες χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματοςπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Ιστορικό γαστρικού ή εντερικού έλκους, ή γαστρεντερικής αιμορραγίαςπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Μειωμένη ηπατική και/ή νεφρική λειτουργίαπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Κίνδυνος υπότασηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχυρά ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, παροδική ή επιμένουσα καρδιακή ανεπάρκεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, ασθενείς σε κίνδυνο καρδιακής ή εγκεφαλικής ισχαιμίαςΣτην περίπτωση οξείας υπότασης είναι απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος της οξείας έντονης πτώσης στην αρτηριακή πίεση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω της αναστολής του ΜΕΑ
-
Επιδείνωση της καρδιαγγειακής κυκλοφορίαςπροσοχήΠληθυσμός(Νεφρική αγγειακή νόσος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μείωση όγκου, μείζονα χειρουργική επέμβαση, σήψη ή σοβαρά αιμορραγικά συμβάντα)Απαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Ανεπάρκεια της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζηςπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε κίνδυνοΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Κατανάλωση οινοπνευματωδών και/ή ιστορικό ηπατικής νόσουπροσοχήΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση
-
Διαγνωσμένη κύησηπροσοχήΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινάει εναλλακτική θεραπεία, εάν κρίνεται κατάλληλο
-
ΑγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςΈγχρωμοι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΥψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος
-
Μειωμένη αποτελεσματικότητα στη μείωση της αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΠληθυσμόςΈγχρωμοι ασθενείςΗ ραμιπρίλη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της υπέρτασης με χαμηλά επίπεδα ρενίνης
-
Συμπτώματα που υποδηλώνουν βλάβη του ήπατοςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουνΠρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας
-
Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η(οι) διαταραχή(ές) αποκατασταθεί(ούν). Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών (ULN) επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της χορήγησης του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril
-
ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμός, ιστορικό μυϊκών διαταραχών, ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη/φιμπράτη, ιστορικό ηπατικής νόσου/κατανάλωση οινοπνευματωδών)Πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα CK πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα (>5xULN) η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά. Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες, ή αδυναμία. Εάν τα επίπεδα CK είναι >5xULN, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά ακόμη και με CK έως 5xULN, πρέπει να εξετάζεται διακοπή. Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθούν κλινικά σημαντικές αυξήσεις των επιπέδων της CK (>10xULN), ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία ραβδομυόλυσης.
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού ΕπεισοδίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς στεφανιαία νόσο (CHD) που είχαν υποστεί πρόσφατα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (TIA) με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτουΟ δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαπροσοχήΈχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με φουσιδικό οξύαντένδειξηΤο Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικώς χορηγούμενα σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Η θεραπεία με στατίνες πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής πρέπει να αναζητά αμέσως ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσει συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνες μπορεί να εισαχθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαπροσοχήΕάν υπάρχει υποψία ότι ένας ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI > 30kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Πρέπει να παρακολουθούνται και κλινικά και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές. Ο κίνδυνος υπεργλυκαιμίας αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου.
-
Αγγειοοίδημα (με αναστολείς ΜΕΑ)προσοχήΣτην περίπτωση αγγειοοιδήματος, το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πρέπει να διακόπτεται. Πρέπει να αρχίσει άμεσα επείγουσα θεραπεία. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 έως 24 ώρες και να δίδεται εξιτήριο μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα του εντέρου.
-
Αγγειοοίδημα (με sacubitril/valsartan)αντένδειξηΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με sacubtril/valsartan αντενδείκνυται λόγω του αυξημένου κινδύνου αγγειοοιδήματος. Η θεραπεία με sacubitril/valsartan δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril. H θεραπεία με Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση του sacubitril/valsartan.
-
Αγγειοοίδημα (με racecadotril, αναστολείς mTOR, vildagliptin)προσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ με racecadotril, αναστολείς του mTOR (π.χ. sirolimus, everolimus, temsirolimus) και vildagliptin μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοοιδήματος. Θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη θεραπείας.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)προσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Δεν συνιστάται. Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, πρέπει να γίνεται υπό επίβλεψη ειδικού με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςπροσοχήΠρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής του Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril πριν την απευαισθητοποίηση.
-
Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία και αναιμία, καταστολή του μυελού των οστώνπαρακολούθησηΣυνιστάται παρακολούθηση των λευκών αιμοσφαιρίων. Πιο συχνή παρακολούθηση συνιστάται στην αρχική φάση της θεραπείας και σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, σε εκείνους με συνυπάρχουσα νόσο του κολλαγόνου (π.χ. ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα), καθώς και σε αυτούς που έλαβαν θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στην εικόνα του αίματος.
-
Βήχας (λόγω αναστολέων ΜΕΑ)προσοχήΟ βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να θεωρείται ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
-
ΛακτόζηπροσοχήΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τικλοπιδίνη, Κλοπιδογρέλη (άλλοι αναστολείς συσσώρευσης των αιμοπεταλίων)προσοχήΑύξηση του χρόνου πήξης
-
Άλλα μη στεροειδή αναλγητικά / αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικάπροσοχήΑύξηση του κινδύνου γαστρεντερικής αιμορραγίας και ελκών
-
Συστηματικά γλυκοκορτικοειδήπροσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών και αιμορραγίας
-
ΔιουρητικάπαρακολούθησηΟξεία νεφρική ανεπάρκεια, ειδικά σε ασθενείς με αφυδάτωσηΣύστασηΠαρακολούθηση της σωστής ενυδάτωσης των ασθενών
-
ΟινοπνευματώδηπροσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών και αιμορραγίας
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)προσοχήΑύξηση του κινδύνου αιμορραγίας, ιδιαίτερα γαστρεντερικής αιμορραγίας
-
Ουρικοζουρικοί παράγοντεςπροσοχήΜείωση της επίδρασης των ουρικοζουρικών παραγόντων και αύξηση των επιπέδων του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στο πλάσμα
-
ΜεταμιζόληπροσοχήΜείωση της επίδρασης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίωνΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση ασπιρίνης για καρδιοπροστασία
-
Αντιπηκτική και θρομβολυτική θεραπείαπαρακολούθησηΑύξηση του κινδύνου αιμορραγίαςΣύστασηΟι ασθενείς να παρακολουθούνται για σημεία εξωτερικής ή εσωτερικής αιμορραγίας
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων της διγοξίνης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης)παρακολούθησηΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσηςΣύστασηΠαρακολούθηση της γλυκόζης αίματος
-
Μεθοτρεξάτη (≥ 15 mg/εβδομάδα)αντένδειξηΤοξικές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο πλάσμα
-
Μεθοτρεξάτη (< 15 mg/εβδομάδα)παρακολούθησηΤοξικές συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας και αιμοδιάγραμμα, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας
-
προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα
-
προσοχήΜειωμένη επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση αιμοπεταλίων
-
ΑντιόξιναπροσοχήΑύξηση της νεφρικής αποβολής των σαλικυλικών
-
Αναστολείς ΜΕΑ (υψηλές δόσεις ασπιρίνης ≥ 325 mg)προσοχήΜείωση της ευεργετικής επίδρασης των αναστολέων του ΜΕΑ
-
παρακολούθησηΑύξηση της νεφροτοξικότηταςΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου της ωτοτοξικότητας
-
Ιντερφερόνη απροσοχήΜείωση της δραστικότητας της ιντερφερόνης α
-
αντένδειξηΑύξηση της τοξικότητας του λιθίου (μείωση απέκκρισης)ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση συγκέντρωσης λιθίου στο πλάσμα.
-
ΒαρβιτουρικάπροσοχήΑύξηση των επιπέδων των βαρβιτουρικών στο πλάσμα
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 9,4 φορές)ΣύστασηΤο Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 7,9 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 8,7 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
Λοπιναβίρη, ΡιτοναβίρηπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 5,9 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 4,4 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
Σακιναβίρη, ΡιτοναβίρηπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,9 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,3 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3,3 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,5 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,3 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση για δόσεις > 40 mg.
-
καμία ειδική σύστασηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 1,7 φορές)
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 37%)ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων
-
παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 51%)ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση μετά την έναρξη ή προσαρμογές της δόσης της διλτιαζέμης
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 33%)ΣύστασηΣυνιστάται η χαμηλότερη μέγιστη δόση και κλινική παρακολούθηση
-
καμία ειδική σύστασηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 18%)
-
καμία ειδική σύστασηΜείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ λιγότερο από 1%)
-
Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων του μαγνησίου και του αλουμινίουκαμία ειδική σύστασηΜείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 35%)
-
καμία ειδική σύστασηΜείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 41%)
-
Ριφαμπίνη (συγχορηγούμενη)παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 30%)ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται η ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη, με κλινική παρακολούθηση.
-
Ριφαμπίνη (ξεχωριστές δόσεις)προσοχήΜείωση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↓ 80%)
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 35%)ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 3%)ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 2,3 φορές)ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση. Η δόση της ατορβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
-
Γκλεκαπρεβίρη/ΠιμπρεντασβίρηαντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 8,3 φορές)ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση
-
Ελμπασβίρη, ΓκραζοπρεβίρηπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (AUC ↑ 1,95 φορές)ΣύστασηΗ δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ημερήσια δόση των 20 mg
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΕάν η θεραπεία με συστηματικώς χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με ατορβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
προσοχήΑναφέρθηκαν περιπτώσεις μυοπάθειαςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνταγογραφείται ατορβαστατίνη μαζί με κολχικίνη
-
παρακολούθησηΟι συγκεντρώσεις της διγοξίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση αυξήθηκαν ελαφρώςΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
-
Από στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθινδρόνη, αιθινυλοιστραδιόλη)καμία ειδική σύστασηΑύξηση των συγκεντρώσεων της νοραιθινδρόνης και αιθινυλοιστραδιόλης στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνηςΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης πρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της θεραπείας με ατορβαστατίνη και αρκετά συχνά κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Φαιναζόνηκαμία ειδική σύστασηΜικρή ή καμία ανιχνεύσιμη επίδραση στην κάθαρση της φαιναζόνης
-
Εξωσωματικές θεραπείες (αιμοκάθαρση/αιμοδιήθηση με μεμβράνες υψηλής διαπερατότητας, αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας με θειική δεξτράνη)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεωνΣύστασηΕάν τέτοια θεραπεία είναι απαραίτητη, πρέπει να εξετάζεται η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιυπερτασικού παράγοντα.
-
Sacubtril/ValsatranαντένδειξηΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειοοιδήματος
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιοαντένδειξηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Τριμεθοπρίμη και κο-τριμοξαζόληαντένδειξηΑύξηση του καλίου του ορούΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά), άλλες ουσίες που μπορεί να μειώσουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρώδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνη, αλφουζοσίνη, δοξαζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοσίνη, τεραζοσίνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπότασης
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)προσοχήΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία)
-
παρακολούθησηΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ραμιπρίληςΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
προσοχήΑυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων
-
Άλατα λιθίουπαρακολούθησηΜειωμένη απέκκριση του λιθίου και αυξημένη τοξικότητα του λιθίουΣύστασηΤα επίπεδα του λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης)παρακολούθησηΥπογλυκαιμικές αντιδράσειςΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμίαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή της ακοκκιοκυτταραιμίας) (Σπάνιες)
- Μειωμένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων (Σπάνιες)
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Σπάνιες)
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (θρομβοπενία) (Σπάνιες)
- Σοβαρές αιμορραγίες που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή (π.χ. εγκεφαλική αιμορραγία, ρινική αιμορραγία, αιμορραγία των ούλων, αιμορραγία του δέρματος ή αιμορραγία στο ουρογεννητικό σύστημα, με πιθανή παράταση του χρόνου πήξης) (Σπάνιες)
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών (Πολύ σπάνιες)
- Γαστρεντερικές ενοχλήσεις (καύσος, ναυτία, έμετος, στομαχικό άλγος και διάρροια) (Πολύ συχνές)
- Μικρή απώλεια αίματος από τον γαστρεντερικό σωλήνα (μικροαιμορραγία) (Συχνές)
- Πεπτικές διαταραχές (Όχι συχνές)
- Φλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήνα (Όχι συχνές)
- Έλκη του γαστρεντερικού σωλήνα (Όχι συχνές)
- Σιδηροπενική αναιμία λόγω κρυφής απώλειας αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα (Όχι συχνές)
- Άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Σπάνιες)
- Ερυγή (Σπάνιες)
- Παγκρεατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση) (Πολύ σπάνιες)
- Παγκρεατικά ένζυμα αυξημένα (Πολύ σπάνιες)
- Αγγειοοίδημα του λεπτού εντέρου (Πολύ σπάνιες)
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης γαστρίτιδας) (Πολύ σπάνιες)
- Ξηροστομία (Πολύ σπάνιες)
- Γλωσσίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Διάτρηση γαστρεντερικού έλκους (Πολύ σπάνιες)
- Αφθώδης στοματίτιδα (Μη γνωστές)
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα
- Παγκρεατίτιδα
- Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας (Πολύ συχνές)
- Παροξυσμικός βρογχόσπασμος (Συχνές)
- Σοβαρή δύσπνοια (Συχνές)
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος (Συχνές)
- Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου βρογχικού άσθματος επιδεινωθέντος (Όχι συχνές)
- Ρινίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ρινική συμφόρηση
- Επίσταξη
- Δύσπνοια
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Υπαισθησία
- Αμνησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Συγκοπή
- Αγευσία (Όχι συχνές)
- Εγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου) (Σπάνιες)
- Ψυχοκινητικές ικανότητες επηρεασμένες (Σπάνιες)
- Αίσθημα καύση (Σπάνιες)
- Παροσμία (Σπάνιες)
- Προβλήματα ακοής ή βούισμα στα αυτιά (εμβοές) (Μη γνωστές)
- Διανοητική σύγχυση (Μη γνωστές)
- Μυασθένεια gravis (Μη γνωστές)
- Δερματικές αντιδράσεις (Συχνές)
- Εξάνθημα κυρίως κηλιδοβλατιδώδες (Όχι συχνές)
- Δερματικό εξάνθημα (Όχι συχνές)
- Αγγειοοίδημα (με πιθανή απόφραξη των αεραγωγών και θανατηφόρα έκβαση) (Σπάνιες)
- Αγγειονευρωτικό οίδημα (Πολύ σπάνιες)
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης) (Πολύ σπάνιες)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα (Πολύ σπάνιες)
- Ονυχόλυση (Πολύ σπάνιες)
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας (Μη γνωστές)
- Πέμφιγα (Μη γνωστές)
- Ψωρίαση επιδεινωθείσα (Μη γνωστές)
- Ψωριασόμορφη δερματίτιδα (Μη γνωστές)
- Πεμφιγοειδές ή λειχηνοειδές εξάνθημα ή ενάνθημα (Μη γνωστές)
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Υπεριδρωσία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αλλεργική αντίδραση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας του δέρματος, του αναπνευστικού συστήματος, του γαστρεντερικού σωλήνα, και του καρδιαγγειακού συστήματος (Σπάνιες)
- Αναφυλαξία (Πολύ σπάνιες)
- Αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (Μη γνωστές)
- Αντιπυρηνικά αντισώματα αυξημένα (Μη γνωστές)
- Ηπατικά ένζυμα και/ή χολερυθρίνη συζευγμένη αυξημένη (Όχι συχνές)
- Ίκτερος χολοστατικός (Σπάνιες)
- Ηπατοκυτταρική βλάβη (Σπάνιες)
- Ηπατική ανεπάρκεια (Πολύ σπάνιες)
- Αυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες αίματος (Πολύ σπάνιες)
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια (Μη γνωστές)
- Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση) (Μη γνωστές)
- Χολόσταση
- Ηπατίτιδα
- Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) (Όχι συχνές)
- Παραγωγή ούρων αυξημένη (Όχι συχνές)
- Επιδείνωση προϋπάρχουσας πρωτεϊνουρίας (Όχι συχνές)
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Ανορεξία
- Κάλιο αίματος αυξημένο (Συχνές)
- Αύξηση σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Όρεξη μειωμένη (Όχι συχνές)
- Μείωση της απέκκρισης του ουρικού οξέος (μπορεί να προκαλέσει επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς) (Πολύ σπάνιες)
- Νάτριο αίματος μειωμένο (Μη γνωστές)
- Εφιάλτες (Όχι συχνές)
- Διαταραχή του ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας) (Όχι συχνές)
- Διαταραχή προσοχής (Μη γνωστές)
- Αϋπνία
- Καταθλιπτική διάθεση
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Συγχυτική κατάσταση
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Επιπεφυκίτιδα (Σπάνιες)
- Μυασθένεια των οφθαλμών (Μη γνωστές)
- Εμβοές
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας (Όχι συχνές)
- Απώλεια ακοής (Σπάνιες)
- Μυαλγία
- Πόνος στα άκρα
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Αυχεναλγία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκοί σπασμοί (Πολύ συχνές)
- Διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
- Μυϊκή κόπωση (Όχι συχνές)
- Μυοσίτιδα (Σπάνιες)
- Ρήξη μυός (Σπάνιες)
- Τενοντοπάθεια (μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης) (Σπάνιες)
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο (Πολύ σπάνιες)
- Παροδική στυτική ανικανότητα (Όχι συχνές)
- Γυναικομαστία
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Υπόταση
- Έξαψη
- Εξασθένιση (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας (Όχι συχνές)
- Κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- Λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Σπάνιες)
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου) (Όχι συχνές)
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Ορθοστατική αρτηριακή πίεση μειωμένη (Συχνές)
- Αγγειακή στένωση (Σπάνιες)
- Υποαιμάτωση (Σπάνιες)
- Αγγειίτιδα (Σπάνιες)
- Φαινόμενο Raynaud (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικές ενοχλήσεις (καύσος, ναυτία, έμετος, στομαχικό άλγος και διάρροια)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΜη παραγωγικός ερεθιστικός βήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜικρή απώλεια αίματος από τον γαστρεντερικό σωλήνα (μικροαιμορραγία)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική αρτηριακή πίεση μειωμένηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαροξυσμικός βρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
Όχι συχνέςΈλκη του γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένου βρογχικού άσθματος επιδεινωθέντοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕπιδείνωση πρωτεϊνουρίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία του μυοκαρδίου (συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜυϊκή κόπωσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαραγωγή ούρων αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροδική στυτική ανικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΠεπτικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣιδηροπενική αναιμία λόγω κρυφής απώλειας αίματος από το γαστρεντερικό σωλήναΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΆλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑίσθημα καύσουΓενικές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειακή στένωσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημα (με πιθανή απόφραξη των αεραγωγών και θανατηφόρα έκβαση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας του δέρματος, του αναπνευστικού συστήματος, του γαστρεντερικού σωλήνα, και του καρδιαγγειακού συστήματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλική ισχαιμία (συμπεριλαμβανομένου ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων (θρομβοπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή της ακοκκιοκυτταραιμίας)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαροσμίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡήξη μυόςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣοβαρές αιμορραγίες (π.χ. εγκεφαλική αιμορραγία, ρινική αιμορραγία, αιμορραγία των ούλων, αιμορραγία του δέρματος ή αιμορραγία στο ουρογεννητικό σύστημα) με πιθανή παράταση του χρόνου πήξηςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΤενοντοπάθεια (μερικές φορές με επιπλοκή ρήξης)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥποαιμάτωσηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΨυχοκινητικές ικανότητες επηρεασμένεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΆλγος άνω κοιλιακής χώρας (συμπεριλαμβανομένης γαστρίτιδας)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημα λεπτού εντέρουΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές στις ηπατικές δοκιμασίες αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔιάτρηση γαστρεντερικού έλκουςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση της απέκκρισης του ουρικού οξέος (σε χαμηλές δόσεις, μπορεί να προκαλέσει επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΟνυχόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδα (θανατηφόρας έκβασης με αναστολείς ΜΕΑ)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατικά ένζυμα αυξημέναΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑντιπυρηνικά αντισώματα αυξημέναΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑφθώδης στοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιανοητική σύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕνάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠέμφιγαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠεμφιγοειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠροβλήματα ακοής ή βούισμα στα αυτιά (εμβοές)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (με θανατηφόρα έκβαση)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΨωρίαση επιδεινωθείσαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΨωριασόμορφη δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι αναστολείς ΜΕΑ δεν συνιστώνται κατά το 1ο τρίμηνο και αντενδείκνυνται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις κατά το 1ο και 2ο τρίμηνο και παρουσιάζει κινδύνους κατά το 3ο τρίμηνο.Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης. Το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υποψιάζονται πως είναι έγκυες. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ/ΑΥΑΙΙ κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο προκαλεί εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις (εμβρυικός θάνατος, καρδιακές ανωμαλίες, γαστροσχιστία, καρδιοαναπνευστική τοξικότητα, νεφρική ανεπάρκεια, παράταση χρόνου αιμορραγίας, αναστολή συσπάσεων μήτρας). Η ασφάλεια της ατορβαστατίνης δεν έχει τεκμηριωθεί σε έγκυες γυναίκες, έχουν αναφερθεί σπάνιες συγγενείς ανωμαλίες.
-
ΓαλουχίαΤο Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι γυναίκες που το λαμβάνουν δεν πρέπει να θηλάζουν.Μικρές ποσότητες ακετυλοσαλικυλικού οξέος και των μεταβολιτών του διέρχονται στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ραμιπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΓονιμότηταΣε μελέτες σε ζώα η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρρένων ή των θηλέων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, άλλοι συνδυασμοί. Κωδικός ATC: C10BX06
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων. Αυτή η επίδραση στα αιμοπετάλια οφείλεται στην ακετυλίωση της κυκλοοξυγενάσης. Αυτό αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη σύνθεση της θρομβοξάνης Α2 (μία αγγειοσυσταλτική προσταγλανδίνη που προάγει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων) στα αιμοπετάλια. Αυτή η επίδραση είναι μόνιμη και συνήθως διαρκεί για όλη τη διάρκεια ζωής 8 ημερών των αιμοπεταλίων. Παραδόξως, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αναστέλλει επίσης τη σύνθεση της προστακυκλίνης (μία προσταγλανδίνη που αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, αλλά με αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις) στα ενδοθηλιακά κύτταρα των αιμοφόρων αγγείων. Αυτή η επίδραση είναι προσωρινή. Μόλις το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει απομακρυνθεί από το αίμα, τα εμπύρηνα ενδοθηλιακά κύτταρα συνθέτουν ξανά προστακυκλίνη. Ως αποτέλεσμα, μία εφάπαξ, χαμηλή ημερήσια δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (<100 mg/ημέρα) οδηγεί σε αναστολή της θρομβοξάνης Α2 στα αιμοπετάλια χωρίς να επηρεάζει σημαντικά τη σύνθεση προστακυκλίνης. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ επίσης ανήκει στην κατηγορία των όξινων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών με αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Ο μηχανισμός για τη δράση τους αποτελείται από τη μη αναστρέψιμη αναστολή των ενζύμων κυκλοοξυγενάσης που εμπλέκονται στη σύνθεση των προσταγλανδινών. Σε υψηλότερες δόσεις, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του ήπιας έως μέτριας έντασης πόνου, της αυξημένης θερμοκρασίας του σώματος, καθώς και για τη θεραπεία οξέων και χρόνιων φλεγμονωδών νόσων όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει την επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων σε χαμηλότερες δόσεις όταν χορηγείται ταυτόχρονα. Σε μια μελέτη σύγκρισης του αποτελέσματος της χορήγησης μίας εφάπαξ δόσης 400 mg ιβουπροφαίνης 8 ώρες πριν ή 30 λεπτά πριν από τη χορήγηση 81 mg ακετυλοσαλικυλικού οξέος (σε δισκίο άμεσης απελευθέρωσης), παρατηρήθηκε μείωση της επίδρασης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στο σχηματισμό της θρομβοξάνης ή στη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά είναι περιορισμένα καθώς υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με την προέκταση των δεδομένων αυτών στην κλινική πρακτική. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν σχετικά συμπέρασμα για την τακτική χρήση της ιβουπροφαίνης και επίσης δεν υπάρχουν σχετικές κλινικές επιδράσεις που μπορεί να θεωρηθούν ότι σχετίζονται με την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης.
Ατορβαστατίνη Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του περιοριστικού της ταχύτητας ενζύμου υπεύθυνου για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανόμενης της χοληστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω του υποδοχέα με υψηλή συγγένεια προς την LDL (LDL υποδοχέας). Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τις συγκεντρώσεις των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των ηπατικών LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των κυττάρων για την αύξηση της πρόσληψης και του καταβολισμού της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. H ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας του LDL υποδοχέα σε συνδυασμό με μία ωφέλιμη μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει αποτελεσματικά την LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, έναν πληθυσμό που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η ατορβαστατίνη σε μία μελέτη δόσης-απόκρισης αποδείχτηκε ότι ελαττώνει τη συγκέντρωση της ολικής-C (30% - 46%), της LDL-C (41% - 61%), της απολιποπρωτεΐνης Β (34% - 50%) και των τριγλυκεριδίων (14% - 33%) ενώ παράλληλα προκαλεί ποικίλες αυξήσεις της HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα αποτελέσματα αυτά είναι το ίδιο σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας, και σε μεικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανόμενων των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει διαπιστωθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-C, και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και της καρδιαγγειακής θνησιμότητας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο στεφανιαία νόσο (ΣΝ), αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη AngloScandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί, ηλικίας 40-79 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη, και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) ≤ 6,5 mmol/l (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις από τους εξής προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥ 55 ετών, κάπνισμα, διαβήτης, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, TC: HDL > 6, περιφερική αγγειακή νόσο, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/αλβουμινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κίνδυνου για εμφάνιση του πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=5.168) ή εικονικό φάρμακο (n=5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και απόλυτη μείωση του κινδύνου ήταν η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | τιμή p | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι Εικονικού φαρμάκου) |
|---|---|---|---|---|
| Θανατηφόρα ΣΝ συν μη-θανατηφόρο ΕΜ | 36% | 1,1% | 0,0005 | 100 έναντι 154 |
| Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και διαδικασιών επαναγγείωσης | 20% | 1,9% | 0,0008 | 389 έναντι 483 |
| Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων | 29% | 1,4% | 0,0006 | 178 έναντι 247 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου H ολική θνησιμότητα και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51 αντίστοιχα). Στις αναλύσεις υποομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. H ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση με τη θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που λάμβαναν αμλοδιπίνη (HR 0,47 (0,32 - 0,69), p=0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που λάμβαναν ατενολόλη (HR 0,83 (0,59 - 1,17), p= 0,287). Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (CARDS- Collaborative Atorvastatin Diabetes Study-CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40 - 75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, και με LDL-χοληστερόλη ≤ 4,14 mmol/l (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/l (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισμα κατά την περίοδο διεξαγωγής της μελέτης, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς λάμβαναν, είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=1.428), είτε εικονικό φάρμακο (n=1.410), για μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου είναι η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | τιμή p | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι Εικονικού φαρμάκου) |
|---|---|---|---|---|
| Κύρια καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, αιφνίδιος θάνατος από ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CABG, PTCA, επαναγγείωση, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) | 37% | 3,2% | 0,0010 | 83 έναντι 127 |
| ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) | 42% | 1,9% | 0,0070 | 38 έναντι 64 |
| Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα) | 48% | 1,3% | 0,0163 | 21 έναντι 39 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. ΟΕΜ: Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG= coronary artery bypass graft -Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίου αγγείου, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος. ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, PTCA= percutaneous transluminal coronary angioplasty - Διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία διαφοροποίησης στην επίδραση της θεραπείας ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, ή το αρχικό επίπεδο της LDL-χοληστερόλης των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση σχετικά με το ποσοστό θνησιμότητας (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p=0,0592).
Ραμιπρίλη Μηχανισμός δράσης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (συνώνυμα: μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης, κινινάση ΙΙ). Το ένζυμο αυτό στο πλάσμα και στους ιστούς καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στη δραστική αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτενσίνη II, καθώς και την αποδόμηση της δραστικής αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η αναστολή της αποδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν σε αγγειοδιαστολή. Αφού η αγγειοτενσίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την απελευθέρωση της αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης. Η μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ ήταν μικρότερη στους έγχρωμους (Αφρο-Καραϊβική καταγωγή) υπερτασικούς ασθενείς (συνήθως ένας υπερτασικός πληθυσμός με χαμηλά επίπεδα ρενίνης) από ότι σε μη έγχρωμους ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Αντιυπερτασικές ιδιότητες: Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης. Γενικά, δεν υπάρχουν μεγάλες μεταβολές στη νεφρική ροή πλάσματος και στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Η χορήγηση ραμιπρίλης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση χωρίς αντισταθμιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Στους περισσότερους ασθενείς η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης μιας μεμονωμένης δόσης εμφανίζεται 1 έως 2 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη δράση μιας μεμονωμένης δόσης συνήθως επιτυγχάνεται 3 έως 6 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η αντιυπερτασική δράση μίας μεμονωμένης δόσης συνήθως διαρκεί για 24 ώρες. Η μέγιστη αντιυπερτασική δράση της συνεχούς θεραπείας με ραμιπρίλη γενικά είναι ορατή μετά από 3 έως 4 εβδομάδες. Έχει αποδειχθεί ότι η αντιυπερτασική δράση διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία διάρκειας 2 ετών. Η απότομη διακοπή της ραμιπρίλης δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Καρδιακή ανεπάρκεια: Εκτός από τη συμβατική θεραπεία με διουρητικά και προαιρετικά με καρδιακές γλυκοσίδες, η ραμιπρίλη έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική σε ασθενείς με νόσο λειτουργικής κατηγορίας ΙΙ-IV της κλίμακας New-York Heart Association. Το φάρμακο είχε ευεργετικές επιδράσεις στην αιμοδυναμική της καρδιάς (μειωμένες πιέσεις πλήρωσης της αριστερής και δεξιάς κοιλίας, μειωμένη ολική περιφερική αγγειακή αντίσταση, αυξημένη καρδιακή παροχή και βελτιωμένος καρδιακός δείκτης). Ακόμα μείωσε τη νευροενδοκρινική ενεργοποίηση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Καρδιαγγειακή πρόληψη/Νεφροπροστασία: Μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη πρόληψης (η μελέτη HOPE), πραγματοποιήθηκε με την προσθήκη ραμιπρίλης στην καθιερωμένη θεραπεία σε περισσότερους από 9.200 ασθενείς. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μετά είτε από αθηροθρομβωτική καρδιαγγειακή νόσο (ιστορικό στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ή περιφερικής αγγειακής νόσου) ή από σακχαρώδη διαβήτη με έναν τουλάχιστον ακόμα παράγοντα κινδύνου (τεκμηριωμένη μικρολευκωματινουρία, υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης, χαμηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας ή κάπνισμα τσιγάρων). Η μελέτη έδειξε ότι η ραμιπρίλη μειώνει στατιστικά σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, μεμονωμένα και συνδυασμένα (πρωτεύοντα συνδυασμένα συμβάντα).
Πίνακας 4: Μελέτη HOPE: Κύρια αποτελέσματα
| Ραμιπρίλη % | Εικονικό φάρμακο % | σχετικός κίνδυνος (95% διάστημα εμπιστοσύνης) | τιμή p | |
|---|---|---|---|---|
| Όλοι οι ασθενείς | ||||
| Πρωτεύοντα συνδυασμένα συμβάντα | 14,0 (n=4.645) | 17,8 (n=4.652) | 0,78 (0,70-0,86) | <0,001 |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 9,9 | 12,3 | 0,80 (0,70-0,90) | <0,001 |
| Θάνατος από καρδιαγγειακά συμβάντα | 6,1 | 8,1 | 0,74 (0,64-0,87) | <0,001 |
| Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 3,4 | 4,9 | 0,68 (0,56-0,84) | <0,001 |
| Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία | ||||
| Θάνατος οποιασδήποτε αιτιολογίας | 10,4 | 12,2 | 0,84 (0,75-0,95) | 0,005 |
| Ανάγκη επαναγγείωσης | 16,0 | 18,3 | 0,85 (0.77-0,94) | 0,002 |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω ασταθούς στηθάγχης | 12,1 | 12,3 | 0,98 (0,87-1,10) | NS |
| Εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας | 3,2 | 3,5 | 0,88 (0,70-1,10) | 0,25 |
| Επιπλοκές σχετιζόμενες με διαβήτη | 6,4 | 7,6 | 0,84 (0,72-0,98) | 0,03 |
Η μελέτη MICRO-HOPE, μια προκαθορισμένη υπομελέτη της HOPE, διερεύνησε το αποτέλεσμα της προσθήκης 10 mg ραμιπρίλης στην τρέχουσα θεραπευτική αγωγή έναντι εικονικού φαρμάκου σε 3.577 ασθενείς ηλικίας τουλάχιστον ≥ 55 ετών (χωρίς μέγιστο όριο ηλικίας), η πλειοψηφία των οποίων με διαβήτη τύπου 2 (και τουλάχιστον έναν ακόμα καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου), νορμοτασικούς ή υπερτασικούς. Η κύρια ανάλυση έδειξε ότι 117 (6,5%) συμμετέχοντες υπό ραμιπρίλη και 149 (8,4%) υπό εικονικό φάρμακο ανέπτυξαν έκδηλη νεφροπάθεια, η οποία αντιστοιχεί σε ένα RRR 24%, 95% CI [3-40], p= 0,027. Η μελέτη REIN, μια πολυκεντρική τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη είχε ως σκοπό να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αγωγής με ραμιπρίλη στο ρυθμό μείωσης του ρυθμού σπειραματικής διήθησης (GFR) σε 352 νορμοτασικούς ή υπερτασικούς ασθενείς (ηλικίας 18-70 ετών) που έπασχαν από ήπια (δηλαδή μέση απέκκριση πρωτεϊνών από τα ούρα > 1 και < 3 g/24 h) ή σοβαρή πρωτεϊνουρία (≥ 3 g/24ωρο) λόγω χρόνιας μη διαβητικής νεφροπάθειας. Και οι δύο υποπληθυσμοί διαστρωματώθηκαν προοπτικά. Η κύρια ανάλυση των ασθενών με την πιο σοβαρή πρωτεϊνουρία (η ομάδα διέκοψε πρόωρα λόγω του οφέλους στην ομάδα της ραμιπρίλης) κατέδειξε ότι ο μέσος ρυθμός μείωσης του GFR ανά μήνα ήταν χαμηλότερος με τη ραμιπρίλη από ότι με το εικονικό φάρμακο, -0,54 (0,66) έναντι -0,88 (1,03) ml/λεπτό/μήνα, p = 0,038. Η εντός της ομάδας διαφορά ήταν επομένως 0,34 [0,03-0,65) ανά μήνα και περίπου 4 ml/λεπτό/έτος. Το 23,1% των ασθενών στην ομάδα της ραμιπρίλης πέτυχαν το σύνθετο δευτερεύον τελικό σημείο του διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού και/ή την τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ανάγκη αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης νεφρού) έναντι 45,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,02).
Δευτερεύουσα πρόληψη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου: Η μελέτη AIRE συμπεριέλαβε περισσότερους από 2.000 ασθενείς με παροδικά/επιμένοντα κλινικά σημεία καρδιακής ανεπάρκειας μετά από τεκμηριωμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αγωγή με τη ραμιπρίλη άρχισε 3 έως 10 ημέρες μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η μελέτη έδειξε ότι μετά από ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15 μηνών η θνησιμότητα στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ραμιπρίλη ήταν 16,9% και στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ήταν 22,6%. Αυτό υποδεικνύει μία απόλυτη μείωση της θνησιμότητας κατά 5,7% και μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 27% [95% CI (11-40%)].
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS): Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Atorvastatin, Acetylsalicylic Acid And Ramipril σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην πρόληψη της ισχαιμικής καρδιακής νόμης (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ μεταβολίζεται στον κύριο ενεργό μεταβολίτη του, το σαλικυλικό οξύ πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την απορρόφηση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς. Εκτός από σαλικυλικό οξύ, οι κύριοι μεταβολίτες του ακετυλοσαλικυλικού οξέος είναι το συζευγμένο με γλυκίνη σαλικυλικό οξύ (σαλικυλουρικό οξύ), ο γλυκουρονιδικός αιθέρας και εστέρας του σαλικυλικού οξέος (γλυκουρονιδικός φαινολικός αιθέρας και γλυκουρονιδικός ακυλεστέρας του σαλικυλικού οξέος), καθώς και το γεντισικό οξύ που σχηματίζεται με οξείδωση του σαλικυλικού οξέος, και η συζευγμένη με γλυκίνη ένωσή του. Η απορρόφηση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος μετά την από στόματος χορήγηση είναι ταχεία και πλήρης, ανάλογα με τη φαρμακοτεχνική μορφή. Η υδρόλυση του ακετυλικού υπολείμματος από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ στην πραγματικότητα λαμβάνει χώρα σε κάποιο βαθμό κατά τη διάρκεια της διόδου μέσω του γαστρεντερικού βλεννογόνου. Τα μέγιστα επίπεδα επιτεύχθηκαν στο πλάσμα μετά από 10 - 20 λεπτά (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) ή μετά από 0,3 - 2 ώρες, αντίστοιχα (σαλικυλικό συνολικά). Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή δεν έχει καμία επίδραση στη συνολική έκθεση στο φάρμακο αλλά καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (tmax) του ακετυλοσαλικυλικού οξέος κατά 1,1 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 42%. Η κινητική της απέκκρισης του σαλικυλικού οξέος σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τη δοσολογία, δεδομένου ότι η ικανότητα μεταβολισμού του σαλικυλικού οξέος είναι περιορισμένη (η ημίσεια ζωή της απέκκρισης κυμαίνεται μεταξύ 2 και 30 ωρών). Η ημίσεια ζωή της απέκκρισης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος είναι μόνο μερικά λεπτά. Η ημίσεια ζωή της απέκκρισης του σαλικυλικού οξέος είναι 2 ώρες μετά τη χορήγηση μιας δόσης 0,5 g ακετυλοσαλικυλικού οξέος, 4 ώρες μετά τη χορήγηση 1 g, και αυξάνεται σε 20 ώρες μετά από μια μεμονωμένη δόση 5 g. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε υγιή άτομα εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Έχουν αναφερθεί τιμές που κυμαίνονται από 49% έως περισσότερο από 70% (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) και 66% έως 98% (σαλικυλικό οξύ, αντίστοιχα). Το σαλικυλικό οξύ είναι μετρήσιμο στο αμνιακό και στο αρθρικό υγρό μετά τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Το σαλικυλικό οξύ διέρχεται μέσω του πλακούντα και μεταφέρεται στο μητρικό γάλα.
Ατορβαστατίνη Απορρόφηση: Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Η έκταση απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12% και η συστημική διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή συστημική διαθεσιμότητα αποδίδεται στην συστημική κάθαρση στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σ΄αυτό και/ή στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή δεν έχει καμία επίδραση στη συνολική έκθεση στο φάρμακο αλλά καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) της ατορβαστατίνης κατά 1,7 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 47%.
Κατανομή: Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 l. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό ≥98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός: Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. In vitro, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παραϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες.
Αποβολή: Η ατορβαστατίνη μετά τον ηπατικό και/ή τον εξωηπατικό μεταβολισμό αποβάλλεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν φαίνεται να υπóκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Η μέση ημίσεια ζωή αποβολής της ατορβαστατίνης από το πλάσμα στον άνθρωπο είναι περίπου 14 ώρες. H ημίσεια ζωή της ανασταλτικής δράσης για την HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών. Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και τον μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής της πολυανθεκτικής πρωτεΐνης 1 (MDR1) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση μέσω της χολής της ατορβαστατίνης.
Ειδικοί πληθυσμοί: Ηλικιωμένοι: Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε άτομα μικρότερης ηλικίας ενώ οι επιδράσεις στα λιπίδια ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών. Παιδιατρικός πληθυσμός: Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 κατά Tanner (N=15) και Σταδίου ≥2 κατά Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχικά επίπεδα LDL χοληστερόλης ≥4 mmol/L έλαβαν μασώμενα δισκία 5 ή 10 mg ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 ή 20 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική συμμεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων όταν έγινε αλλομετρική αναγωγή ανά βάρος σώματος. Παρατηρήθηκαν σταθερές μειώσεις στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και της ολικής χοληστερόλης σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ο-υδροξυατορβαστατίνη. Φύλο: Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν από εκείνες των ανδρών (Γυναίκες: περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC). Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην επίδραση στα λιπίδια. Νεφρική ανεπάρκεια: Η παρουσία νεφρικής νόσου δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την επίδραση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στα λιπίδια. Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Child-Pugh B) οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC). Πολυμορφισμός SLOC1B1: Ο μεταφορέας OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον μεταφορέα OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) έχει συσχετισθεί με 2,4 φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ότι σε άτομα χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μια γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης είναι επίσης πιθανή σε αυτούς τους ασθενείς. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.
Ραμιπρίλη Απορρόφηση: Μετά την από στόματος χορήγηση η ραμιπρίλη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα: οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μέσα σε 1 ώρα. Όπως μετρήθηκε από την ανάκτηση στα ούρα, ο βαθμός απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης, η τροφή μειώνει τη μέση AUC κατά 26% και καθυστερεί το χρόνο επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (tmax) της ραμιπρίλης κατά 1,2 ώρες και μειώνει την Cmax κατά περίπου 69%. Η επίδραση της τροφής στην AUC και τη Cmax της ραμιπρίλης δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης στο πλάσμα, του μοναδικού δραστικού μεταβολίτη της ραμιπρίλης επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες μετά τη λήψη της ραμιπρίλης. Συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από μεμονωμένη ημερησία δόση με τις συνήθεις δόσεις της ραμιπρίλης επιτυγχάνονται περίπου κατά την τέταρτη ημέρα της αγωγής.
Κατανομή: Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
Μεταβολισμός: Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στη ραμιπριλάτη, και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, στο δικετοπιπεραζινικό οξύ, και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.
Αποβολή: Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Οι συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνονται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού της με το ΜΕΑ και του αργού διαχωρισμού από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Μετά από πολλαπλές εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, η αποτελεσματική ημίσεια ζωή των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης ήταν 13-7 ώρες για δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερη για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg. Η διαφορά σχετίζεται με την ικανότητα κορεσμού του ενζύμου στην δέσμευση της ραμιπριλάτης. Μία μεμονωμένη από στόματος δόση ραμιπρίλης επέφερε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της στο μητρικό γάλα. Ωστόσο το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία): Η απέκκριση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς μειώνεται σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, και η κάθαρση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα, οι οποίες μειώνονται πιο αργά από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία): Σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη ήταν καθυστερημένος, λόγω μειωμένης δραστηριότητας των ηπατικών εστερασών, και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν αυξημένα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.