Σκευάσματα και τιμές DELSTRIGO
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 452.16 € |
DELSTRIGO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1)
σε: Ενήλικες
Χωρίς προηγούμενη ή υπάρχουσα ένδειξη αντοχής στην κατηγορία των μη-νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI), στην λαμιβουδίνη, ή στην τενοφοβίρη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές)
- B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
-
Θεραπεία λοίμωξης από τον ιό HIV-1
σε: Εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 35 kg
Χωρίς προηγούμενη ή υπάρχουσα ένδειξη αντοχής στην κατηγορία των NNRTI, στην λαμιβουδίνη, ή στην τενοφοβίρη και οι οποίοι έχουν εμφανίσει τοξικότητες που αποκλείουν τη χρήση άλλων θεραπευτικών σχημάτων που δεν περιέχουν δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές)
- B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο των 100/300/245 mg
- Τιτλοποίηση: Εάν συγχορηγείται με ριφαμπουτίνη ή άλλους μέτριους CYP3A επαγωγείς, η δόση του doravirine πρέπει να αυξηθεί στα 100 mg δύο φορές ημερησίως. Αυτό επιτυγχάνεται προσθέτοντας ένα δισκίο doravirine των 100 mg (ως μονοθεραπεία) περίπου 12 ώρες μετά τη δόση του Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine.
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίο των 100/300/245 mgΆπαξ ημερησίως με ή χωρίς τροφή
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΔεν απαιτείται διαφορετική δόσηΣυνιστάται ειδική φροντίδα λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η μείωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΒλ. νεφρικές προσαρμογές
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία A ή B)ΔόσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Κατηγορία C)Συνιστάται προσοχή. Δεν έχει μελετηθεί.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 12 ετών ή < 35 kg)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1)
-
Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι ισχυροί επαγωγείς ενζύμων κυτοχρώματος Ρ450 CYP3Α (π.χ. καρβαμαζεπίνη, oxcarbazepine, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, ριφαπεντίνη, Υπερικό (Hypericum perforatum), μιτοτάνη, enzalutamide, lumacaftor)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
NNRTI υποκαταστάσεις και χρήση του doravirineπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με HIV-1Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τη χρήση του doravirine σε ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον HIV-1 με ενδείξεις αντοχής στην κατηγορία NNRTI.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), συμπεριλαμβανομένων SJS/TENπροσοχήΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν τέτοιες αντιδράσεις, τα θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine πρέπει να διακόπτονται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας. Η αγωγή με θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν doravirine δεν πρέπει να επαναληφθεί εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει μια σοβαρή αντίδραση όπως η TEN.
-
Οξεία παρόξυνση της ηπατίτιδας BπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 και HBV λοίμωξη που έχουν διακόψει τη χορήγηση λαμιβουδίνης ή της δισοπροξίλης της τενοφοβίρηςΌλοι οι ασθενείς με HIV-1 θα πρέπει να εξετάζονται για την παρουσία του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) πριν την έναρξη της αντιρετροϊκής θεραπείας. Οι ασθενείς με συνυπάρχουσα HIV-1 και HBV λοίμωξη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, και με κλινική και με εργαστηριακή παρακολούθηση, τουλάχιστον για αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με το Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine. Εάν ενδείκνυται, μπορεί να δικαιολογηθεί η συνέχιση της θεραπείας κατά της ηπατίτιδας Β.
-
Νέα εκδήλωση ή επιδείνωση της νεφρικής δυσλειτουργίαςπροσοχήΤο Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine θα πρέπει να αποφεύγεται με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. υψηλή δόση ή πολλαπλά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντά [ΜΣΑΦ]). Οι εναλλακτικές λύσεις στα ΜΣΑΦ θα πρέπει να εξετάζονται, εάν χρειάζεται, σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
Κεντρική νεφρική σωληναριοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνοΕπίμονος ή επιδεινούμενος οστικός πόνος, πόνος στα άκρα, κατάγματα και/ή μυϊκός πόνος ή αδυναμία μπορεί να είναι εκδηλώσεις και θα πρέπει να προτρέπει την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Διακοπή λόγω νεφρικής δυσλειτουργίαςπροσοχήΤο Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine θα πρέπει να διακόπτεται εάν η εκτιμώμενη CrCl μειωθεί κάτω από τα 50 mL/λεπτό, καθώς η προσαρμογή του διαστήματος δόσης που απαιτείται για τη λαμιβουδίνη και τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν μπορεί να επιτευχθεί με το δισκίο συνδυασμού σταθερής δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Οστικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικος πληθυσμόςΘα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για ασθενείς με οστεοπόρωση ή με ιστορικό οστικών καταγμάτων. Επί υπόνοιας ή ανίχνευσης οστικών διαταραχών πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή.
-
Οστικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΣυνιστάται μια διεπιστημονική προσέγγιση για την επαρκή εκτίμηση κατά περίπτωση της ισορροπίας οφελών/κινδύνων της θεραπείας, την απόφαση της κατάλληλης παρακολούθησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για την απόσυρση από τη θεραπεία) και την εξέταση της ανάγκης για συμπλήωση. Σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας οστικών διαταραχών, θα πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή ενδοκρινολόγου και/ή νεφρολόγου.
-
Συγχορήγηση με άλλα αντιιικά προϊόντααντένδειξηTo doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη ή με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν δισοπροξίλης της τενοφοβίρης ή αλαφεναμίδη της τενοφοβίρης ή με αδενοφοβίρη διπιβοξίλη (βλ. Αλληλεπιδράσεις). To doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με doravirine, εκτός εάν απαιτείται για την προσαρμογή της δόσης (π.χ. με ριφαμπουτίνη) (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
-
Χρήση με CYP3Α επαγωγείςπροσοχήΣυνιστάται προσοχή στη συνταγογράφηση του doravirine με φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να μειώσουν την έκθεση του doravirine (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος (IRIS)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείαςΟι ασθενείς των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα ανταποκρίνεται μπορεί να αναπτύξουν μια φλεγμονώδη απόκριση σε δύσκολες ή υπολειμματικές ευκαιριακές λοιμώξεις, και οι οποίες μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω αξιολόγηση και θεραπεία.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται, καθώς το Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine είναι ένα πλήρες θεραπευτικό σχήμα.ΣύστασηΤο Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine δεν πρέπει να χορηγείται με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Ισχυροί επαγωγείς ενζύμων του CYP3AαντένδειξηΣημαντική μείωση των συγκεντρώσεων του doravirine στο πλάσμα, που μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΤο doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
Μέτριοι επαγωγείς του CYP3A (εκτός ριφαμπουτίνης) (π.χ. dabrafenib, λεσινουράδη, bosentan, θειοριδαζίνη, ναφκιλλίνη, μοδαφινίλη, telotristat ethyl)προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις του doravirine.ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται άπαξ ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση του Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine.
-
Αναστολείς του CYP3AπαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις του doravirine στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκρισηπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της λαμιβουδίνης στον ορό.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για ενεργό σωληναριακή απέκκριση (OAT 1, OAT 3 ή MRP4)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τενοφοβίρης στον ορό.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση.
-
Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. ακυκλοβίρη, cidofovir, γκανσικλοβίρη, valacyclovir, βαλγκανκυκλοβίρη, αμινογλυκοσίδες (π.χ. γενταμυκίνη), και υψηλών δόσεων ή πολλαπλών ΜΣΑΦ)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας λόγω του συστατικού δισοπροξίλης της τενοφοβίρης.ΣύστασηΗ χρήση του προϊόντος θα πρέπει να αποφεύγεται με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων.
-
Ευαίσθητα υποστρώματα του CYP3A με στενό θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. tacrolimus, sirolimus)προσοχήΤο doravirine μπορεί να είναι ασθενής επαγωγέας του CYP3A, μειώνοντας την έκθεση σε αυτά τα υποστρώματα.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή. Παρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις του tacrolimus και του sirolimus στο αίμα καθώς μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
-
Αντιόξινο (πόσιμο εναιώρημα υδροξειδίου αργιλίου και μαγνησίου)παρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα λισινοπρίλης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
αντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
ΝαφκιλλίνηπροσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
αντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
παρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα μετφορμίνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα καναγλιφλοζίνης, λιραγλουτίδης, σιταγλιπτίνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Telotristat ethylπροσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
ΛεσινουράδηπροσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
Ριφαμπικίνη (εφάπαξ δόση)παρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ριφαμπικίνη (πολλαπλή δόση)αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΕάν συγχορηγείται, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
αντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται αυξημένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται αυξημένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
LumacaftorαντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
Elbasvir + GrazoprevirπαρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα doravirine (Αναστολή του CYP3A), χωρίς μεταβολή στα επίπεδα elbasvir, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα grazoprevir.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ledipasvir + SofosbuvirπροσοχήΑυξημένα επίπεδα doravirine, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα ledipasvir, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα sofosbuvir, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα GS-331007. Αναμένεται αυξημένα επίπεδα tenofovir.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
Sofosbuvir, VelpatasvirπροσοχήΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine, αναμένεται αυξημένα επίπεδα τενοφοβίρης.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης..
-
παρακολούθησηΑναμένεται αυξημένα επίπεδα doravirine (αναστολή του CYP3A λόγω ριτοναβίρης).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Glecaprevir, pibrentasvirπαρακολούθησηΑναμένεται αυξημένα επίπεδα doravirine (Αναστολή του CYP3A).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Υπερικό (Hypericum perforatum)αντένδειξηΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
-
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρηςπαρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Λαμιβουδίνη + δισοπροξίλη της τενοφοβίρηςπαρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine, λαμιβουδίνης, τενοφοβίρης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα doravirine, μειωμένα επίπεδα tacrolimus, sirolimus (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΠαρακολουθήστε τις συγκεντρώσεις του tacrolimus και του sirolimus στο αίμα καθώς μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης αυτών των παραγόντων.
-
προσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
Διάλυμα σορβιτόληςπροσοχήΜειωμένα επίπεδα λαμιβουδίνης (AUC 14%, 32%, 35%; Cmax 28%, 52%, 55%).ΣύστασηΌταν είναι δυνατόν, αποφύγετε τη χρόνια συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σορβιτόλη ή άλλες ωσμωτικές πολυαλκοόλες. Εξετάστε συχνότερα την παρακολούθηση του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η χρόνια συγχορήγηση.
-
παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα doravirine, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα R-μεθαδόνης, χωρίς μεταβολή στα επίπεδα S-μεθαδόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα βουπρενορφίνης, ναλοξόνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα αιθινυλοιστραδιόλης, αυξημένα επίπεδα λεβονοργεστρέλης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Norgestimate, αιθινυλοιστραδιόληπαρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα norgestimate/αιθινυλοιστραδιόλης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΑναμένεται μειωμένα επίπεδα doravirine (Επαγωγή του CYP3A).ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, μια δόση doravirine των 100 mg πρέπει να λαμβάνεται ημερησίως, περίπου 12 ώρες μετά τη δόση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
-
παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα μιδαζολάμης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΧωρίς μεταβολή στα επίπεδα ατορβαστατίνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑναμένεται χωρίς μεταβολή στα επίπεδα ροσουβαστατίνης, σιμβαστατίνης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Ροδόχρους ακμή
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- απλασία της ερυθράς σειράς
- Υποφωσφαταιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Ανώμαλα όνειρα
- Αϋπνία
- Εφιάλτης
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Ευερεθιστότητα
- Συγχυτική κατάσταση
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Επιθετικότητα
- Ψευδαίσθηση
- Διαταραχή προσαρμογής
- Μεταβολή διάθεσης
- Υπνοβασία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Διαταραχή προσοχής
- Επηρεασμένη μνήμη
- Παραισθησία
- Υπερτονία
- Κακή ποιότητα ύπνου
- περιφερική νευροπάθεια (ή παραισθησία)
- Υπέρταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Υπερτροφία αμυγδαλών
- ρινικά συμπτώματα
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Διάταση κοιλίας
- Δυσπεψία
- Μαλακά κόπρανα
- Διαταραχή της κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήνα
- Παγκρεατίτιδα
- Τεινεσμός ορθού
- Ηπατική στεάτωση
- Ηπατίτιδα
- Αγγειοοίδημα
- Μυϊκές διαταραχές
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυοπάθεια
- μειωμένη οστική πυκνότητα
- μυική αδυναμία
- οστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi)
- νεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Νεφρική διαταραχή
- Λίθος ουροφόρων οδών
- Νεφρολιθίαση
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία σωληναριακή νέκρωση
- Νεφρογενής άποιος διαβήτης
- Κόπωση
- Πυρετός
- Καταβολή
- Αίσθημα κακουχίας
- Ρίγη
- Πόνος
- Δίψα
- Πόνος θώρακα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές διαταραχέςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνέςμειωμένη οστική πυκνότηταΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Συχνέςρινικά συμπτώματαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή της κινητικότητας του γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚακή ποιότητα ύπνουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταβολήΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜαλακά κόπραναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςκεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςμυική αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΔίψαΓενικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή προσαρμογήςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική στεάτωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΛίθος ουροφόρων οδώνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική διαταραχήΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρογενής άποιος διαβήτηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία σωληναριακή νέκρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠόνοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΠόνος θώρακαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΡοδόχρους ακμήΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤεινεσμός ορθούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΥπερτροφία αμυγδαλώνΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΥπνοβασίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Σπάνιεςνεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Σπάνιεςοστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςαπλασία της ερυθράς σειράςΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςπεριφερική νευροπάθεια (ή παραισθησία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν καθόλου ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση του doravirine σε έγκυες γυναίκες. Τα δεδομένα από σχετικά μεγάλο αριθμό εγκύων γυναικών (πάνω από 3.000 αποτελέσματα έκβασης εγκυμοσύνης από το πρώτο τρίμηνο) που λαμβάνουν το μεμονωμένο δραστικό συστατικό λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα, δεν καταδεικνύει τοξική δυσμορφία. Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη δυσμορφίας ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης. Για την παρακολούθηση των τελικών επιδράσεων σε μητέρα και έμβρυο ασθενών που εκτίθενται σε αντιρετροϊκούς παράγοντες κατά την διάρκεια της κύησης, έχει δημιουργηθεί ένα Μητρώο Κυήσεων υπό Αντιρετροϊική Θεραπεία. Συνιστάται στους ιατρούς να καταγράφουν τις ασθενείς σε αυτό το μητρώο. Μελέτες σε ζώα με doravirine δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες σε ζώα με δισοπροξίλη της τενοφοβίρης δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες σε ζώα με λαμιβουδίνη έδειξαν αύξηση στους πρώιμους εμβρυϊκούς θανάτους σε κουνέλια αλλά όχι σε αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μετάδοση της λαμιβουδίνης μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι λαμβάνει χώρα στους ανθρώπους. Η λαμιβουδίνη μπορεί να αναστείλει την αναπαραγωγή κυτταρικού DNA (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη. Ως προληπτικό μέτρο, προτιμάται η αποφυγή χρήσης του Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΕίναι άγνωστο εάν το doravirine απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση του doravirine στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η λαμιβουδίνη έχει εντοπιστεί σε νεογνά/βρέφη που θηλάζουν από γυναίκες που ελάμβαναν θεραπεία. Με βάση περισσότερα από 200 ζεύγη μητέρας/παιδιού που έλαβαν θεραπεία για HIV, οι συγκεντρώσεις λαμιβουδίνης στο πλάσμα θηλαζόντων βρεφών των οποίων οι μητέρες ελάμβαναν θεραπεία για HIV είναι πολύ χαμηλές (< 4% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της μητέρας), και σταδιακά μειώθηκαν σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα όταν τα θηλάζοντα βρέφη έφθασαν στην ηλικία των 24 εβδομάδων. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται σε βρέφη ηλικίας κάτω των τριών μηνών. Η τενοφοβίρη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της τενοφοβίρης στα νεογνά/βρέφη. Συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα ανθρώπινα δεδομένα για την επίδραση του Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν βλαβερές συνέπειες του doravirine, της λαμιβουδίνης ή της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε σχέση με τη γονιμότητα σε επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από ότι στους ανθρώπους στη συνιστώμενη κλινική δόση (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιιικά φάρμακα για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: J05AR24
Μηχανισμός δράσης
Doravirine
Το doravirine είναι ένας πυριδινόνος αναστολέας της μη-νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV-1 και αναστέλλει την αναπαραγωγή του ιού HIV-1 μέσω μη-ανταγωνιστικής αναστολής της HIV-1 ανάστροφης μεταγραφάσης (RT). Το doravirine δεν αναστέλλει τις ανθρώπινες κυτταρικές DNA πολυμεράσες α, ß, και την μιτοχονδριακή DNA πολυμεράση γ.
Λαμιβουδίνη
Η λαμιβουδίνη είναι ένα νουκλεοσιδικό ανάλογο. Ενδοκυτταρικά, η λαμιβουδίνη φωσφορυλιώνεται στον ενεργό μεταβολίτη του τριφωσφορικού του 5, την τριφωσφορική λαμιβουδίνη (3TC TP). Ο κύριος τρόπος δράσης του 3TC-TP είναι η αναστολή της RT μέσω τερματισμού της αλυσίδας του DNA μετά την ενσωμάτωση του νουκλεοσιδικού αναλόγου.
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης είναι ένας άκυκλος νουκλεοζίτης φωσφονικός διεστέρας αναλογικός της μονοφωσφορικής αδενοσίνης. H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης απαιτεί αρχική υδρόλυση διεστέρα για μετατροπή της σε τενοφοβίρη και επακόλουθες φωσφορυλιώσεις από κυτταρικά ένζυμα για τον σχηματισμό διφωσφορικής τενοφοβίρης. Η διφωσφορική τενοφοβίρη αναστέλλει τη δραστικότητα της HIV-1 RT με ανταγωνισμό δέσμευσης στο φυσικό υπόστρωμα της τριφωσφορικής δεοξυαδενοσίνης 5´ καθώς και με τερματισμό της αλυσίδας του DNA μετά την ενσωμάτωση στο DNA. H δισοπροξίλη της τενοφοβίρης είναι ένας ασθενής αναστολέας των θηλαστικών DNA πολυμερασών α, β και της μιτοχονδριακής DNA πολυμεράσης γ.
Αντιιική δράση σε καλλιέργεια κυττάρων
Doravirine
Το doravirine παρουσίασε μια τιμη EC50 του 12.0±4.4 nM έναντι εργαστηριακών ιικών στελεχών άγριου τύπου του HIV-1 όταν εξετάσθηκαν με την παρουσία 100% ανθρώπινου ορού χρησιμοποιώντας MT4-GFP κύτταρα δείκτες. Το doravirine εμφάνίσε αντιιϊκή δραστηριότητα έναντι ευρέως φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών (A, A1, AE, AG, B, BF, C, D, G, H) με τιμές EC50 να κυμαίνονται από 1.2 nM εως 10.0 nM. Η αντιιική δράση του doravirine δεν ήταν ανταγωνιστική όταν συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης.
Λαμιβουδίνη
Η αντιιική δράση της λαμιβουδίνης έναντι του HIV-1 αξιολογήθηκε σε έναν αριθμό κυτταρικών γραμμών που περιλάμβαναν μονοκύτταρα και μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος (PBMCs) χρησιμοποιώντας πρότυπους προσδιορισμούς ευαισθησίας. Οι τιμές EC50 ήταν στο εύρος από 0.003 έως 15 microM (1 microM = 0,23 μικρογραμμάρια ανά mL). Οι διάμεσες EC50 τιμές της λαμιβουδίνης ήταν 60 nM (εύρος: 20 έως 70 nM), 35 nM (εύρος: 30 έως 40 nM), 30 nM (εύρος: 20 έως 90 nM), 20 nM (εύρος: 3 έως 40 nM), 30 nM (εύρος: 1 έως 60 nM), 30 nM (εύρος: 20 έως 70 nM), 30 nM (εύρος: 3 έως 70 nM) και 30 nM (εύρος: 20 έως 90 nM) κατά των HIV-1 κλάδων AG και της ομάδας Ο (n = 3 εκτός n = 2 για τον κλάδο B), αντίστοιχα. Η ριμπαβιρίνη (50 μM) που χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία της χρόνιας λοίμωξης από τον ιό HCV μείωσε την αντιιική HIV-1 δράση της λαμιβουδίνης κατά 3,5 φορές στα κύτταρα ΜΤ-4.
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Η αντιιική δράση της τενοφοβίρης, έναντι εργαστηριακών και κλινικών απομονωμένων στελεχών του HIV-1, αξιολογήθηκε σε Τ λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, πρωτεύοντα μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος. Οι τιμές EC50για της τενοφοβίρη ήταν στο εύρος από 0,04 σε 8,5 microM. Η τενοφοβίρη παρουσίασε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια έναντι των HIV-1 κλάδων Α, Β, C, D, Ε, F, G και Ο (οι τιμές EC50 κυμαίνονταν από 0,5 σε 2,2 microM).
Αντοχή
Σε καλλιέργεια Κυττάρων
Doravirine
Στελέχη ανθεκτικά στο doravirine επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια ξεκινώντας από άγριο τύπο HIV-1 διαφορετικών προελεύσεων και υποτύπων, καθώς και NNRTI-ανθεκτικό HIV-1. Οι προκληθείσες υποκαταστάσεις αμινοξέων της RT που παρατηρήθηκαν περιελάμβαναν: V106A, V106M, V106I, V108I, F227L, F227C, F227I, F227V, H221Y, M230I, L234I, P236L και Y318F. Οι υποκαταστάσεις V106A, V106M, V108I, H221Y, F227C, M230I, P236L και Y318F επέφεραν μειώσεις στην ευαισθησία στο doravirine κατά 3,4 έως 70 φορές. Η Y318F σε συνδυασμό με την V106A, V106M, V108I ή F227C επέφερε μεγαλύτερες μειώσεις στην ευαισθησία στο doravirine από ό,τι η Y318F μόνο, η οποία επέφερε μία μείωση στην ευαισθησία στο doravirine κατά 10 φορές. Οι συχνές NNRTI-ανθεκτικές μεταλλάξεις (K103N, Y181C) δεν επιλέχθηκαν στην in vitro μελέτη. V106A (αποδίδοντας μια αλλαγή περιπου στο 19) εμφανίστηκε ως μια αρχική υποκατάσταση στον υπότυπο ιού B, και V106A ή M στον υπότυπο A και C του ιού. Στη συνέχεια προέκυψαν υποκαταστάσεις των F227(L/C/V) ή L234I επιπροσθέτως με τις υποκαταστάσεις V106 (οι διπλές μεταλλάξεις οδήγησαν σε μια αλλαγή > 100).
Λαμιβουδίνη
Οι ανθεκτικές στην λαμιβουδίνη παραλλαγές του HIV-1 επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια και σε άτομα που έλαβαν θεραπεία με λαμιβουδίνη. Η γονοτυπική ανάλυση έδειξε ότι η αντοχή οφειλόταν σε συγκεκριμένη υποκατάσταση αμινοξέων στην HIV-1 RT στο κωδικόνιο 184 αλλάζοντας τη μεθειονίνη σε είτε ισολευκίνη ή σε βαλίνη (Μ184V/Ι).
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Τα απομονωμένα στελέχη HIV-1 που επιλέχθηκαν από την τενοφοβίρη, εξέφρασαν μια υποκατάσταση K65R στην HIV-1 RT και έδειξαν μια μείωση 2-4 φορές στην ευαισθησία στην τενοφοβίρη. Επιπλέον, η υποκατάσταση του K70E στην HIV-1 RT που είχε επιλεγεί από την τενοφοβίρη είχε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μια μειωμένη, χαμηλού επιπέδου, ευαισθησία στην αβακαβίρη, την εμτρισιταβίνη, τη λαμιβουδίνη και την τενοφοβίρη.
Σε κλινικές δοκιμές
Ενήλικες ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν
Doravirine
Οι κλινικές μελέτες Φάσης 3, DRIVE-FORWARD και DRIVE-AHEAD, περιελάμβαναν ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν (n = 747) όπου οι παρακάτω υποκαταστάσεις NNRTI ήταν μέρος των κριτηρίων αποκλεισμού L100I, K101E, K101P, K103N, K103S, V106A, V106I, V106M, V108I, E138A, E138G, E138K, E138Q, E138R, V179L, Y181C, Y181I, Y181V, Y188C, Y188H, Y188L, G190A, G190S, H221Y, L234I, M230I, M230L, P225H, F227C, F227L, F227V. Η ακόλουθη de novo αντοχή παρατηρήθηκε στο υποσύνολο ανάλυσης αντοχής (δοκιμαζόμενοι με HIV-1 RNA μεγαλύτερο απο 400 αντίγραφα άνα mL σε ιολογική αποτυχία ή πρώιμη διακοπή απο την μελέτη και έχοντας δεδομένα αντοχής).
Πίνακας 3: Ανάπτυξη αντοχής έως την Εβδομάδα 96 σε πληθυσμό με ιολογική αποτυχία βάση πρωτοκόλλου + σε πληθυσμό με πρώιμη διακοπή της θεραπείας
| DRIVE-AHEAD | DRIVE-FORWARD | |
|---|---|---|
| DOR + NRTIs* (383) | DRV + r + NRTIs* (383) | DOR/TDF/3TC (364) |
| Επιτυχής γονότυπος, n | Γονοτυπική αντοχή στο DOR ή έλεγχος (DRV ή EFV) | 18 |
| Βασική θεραπεία NRTI | M184I/V μόνο | K65R μόνο |
| 2 (DOR) | 0 (DRV) | 8 (DOR) |
| 14 (EFV) | 2† | 0 |
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η χορήγηση μιας δόσης ενός δισκίου doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε υγιή άτομα (N = 24) σε συνθήκες νηστείας παρείχε συγκρίσιμες εκθέσεις δοραβιρίνης, λαμιβουδίνης και τενοφοβίρης με την χορήγηση δισκίων doravirine (100 mg) συν δισκίων λαμιβουδίνης (300 mg) συν δισκίων δισοπροξίλης της τενοφοβίρης (245 mg). Η χορήγηση ενός δισκίου Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά σε υγιή άτομα οδήγησε σε 26% αύξηση του doravirine C24, ενώ η AUC και η Cmax δεν επηρεάστηκαν σημαντικά. Η Cmax της λαμιβουδίνης μειώθηκε κατά 19% με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, ενώ η AUC δεν επηρεάστηκε σημαντικά. Η Cmax της τενοφοβίρης μειώθηκε κατά 12% και η AUC αυξήθηκε κατά 27% με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Αυτές οι διαφορές στη φαρμακοκινητική δεν είναι κλινικά σημαντικές.
Doravirine
Η φαρμακοκινητική του doravirine έχει μελετηθεί σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του doravirine είναι παρόμοιες σε υγιή άτομα και σε άτομα με λοίμωξη HIV-1. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε γενικότερα κατά την ημέρα 2 δοσολογίας άπαξ ημερησίως, με αναλογίες συσσώρευσης 1,2 έως 1,4 για τις συγκεντρώσεις AUC0-24, Cmax και C24. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Doravirine σε σταθεροποιημένη κατάσταση έπειτα απο χορήγηση 100 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, σύμφωνα με μία φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού, παρατίθενται παρακάτω.
| Παράμετρος | GM (%CV) |
|---|---|
| Doravirine 100 mg άπαξ ημερησίως | |
| AUC0-24 μg-h/ml | 16,1 (29) |
| Cmax μg/ml | 0,962 (19) |
| C24 μg/ml | 0,396 (63) |
GM: Γεωμετρικός μέσος όρος,%CV: Γεωμετρικός συντελεστής διακύμανσης
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση από του στόματος, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 2 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Το doravirine έχει απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα που υπολογίστηκε σε περίπου 64% για το δισκίο των 100 mg.
Κατανομή
Με βάση τη χορήγηση μίας ενδοφλέβιας μικρο-δόσης ο όγκος κατανομής του doravirine είναι 60,5 λίτρα. Το doravirine δεσμεύεται περίπου κατά 76% στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Με βάση τα in vitro δεδομένα, το doravirine μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A.
Αποβολή
Το doravirine έχει τελικό χρόνο ημίσειας ζωής (t1/2) περίπου 15 ώρες. Το doravirine αποβάλλεται κυρίως μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού μεσολαβούμενου από το CYP3A4. Η χολική απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να συμβάλλει στην αποβολή του doravirine, αλλά αυτή η οδός απομάκρυνσης δεν αναμένεται να είναι σημαντική. Η απέκκριση του αναλλοίωτου φαρμακευτικού προϊόντος μέσω των ούρων ειναι μικρή.
Λαμιβουδίνη
Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η λαμιβουδίνη απορροφάται ταχέως και κατανέμεται εκτεταμένα. Μετά τη χορήγηση από του στόματος πολλαπλών δόσεων λαμιβουδίνης 300 mg άπαξ ημερησίως για 7 ημέρες σε 60 υγιή άτομα, η Cmax σταθεροποιημένης κατάστασης (Cmax,ss) ήταν 2,04 ± 0,54 μικρογραμμάρια ανά mL (μέση τιμή ± SD) και η AUC 24-ωρης σταθεροποιημένης κατάστασης (AUC24,ss) ήταν 8,87 ± 1,83 mcg -ανά ώρα ανά ml. Η δέσμευση με την πρωτεΐνη του πλάσματος είναι χαμηλή. Περίπου το 71% μιας ενδοφλέβιας δόσης λαμιβουδίνης ανακτάται ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα. Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης είναι μια δευτερεύουσα οδός αποβολής. Στον άνθρωπο, ο μόνος γνωστός μεταβολίτης είναι ο μεταβολίτης trans-σουλφοξείδιο (περίπου 5% μιας δόσης από του στόματος μετά από 12 ώρες). Στις περισσότερες μελέτες εφάπαξ δόσης σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη ή σε υγιή άτομα με δειγματοληψία ορού για 24 ώρες μετά τη δοσολόγηση, ο παρατηρούμενος μέσος χρόνος ημίσειας ζωής (t½) κυμάνθηκε από 5 έως 7 ώρες. Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1, η συνολική κάθαρση ήταν 398,5 ± 69,1 ml/λεπτό (μέση τιμή ± SD).
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Μετά από χορήγηση από του στόματος μιας δόσης 245 mg δισοπροξίλης της τενοφοβίρης σε άτομα με λοίμωξη HIV-1 στη κατάσταση νηστείας, η Cmax επιτεύχθηκε σε μία ώρα. Οι τιμές Cmax και AUC ήταν 0,30 ± 0,09 μικρογραμμάρια ανά mL και 2,29 ± 0,69 μg ανά ώρα ανά mL, αντίστοιχα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της τενοφοβίρης από τη δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε άτομα σε κατάσταση νηστείας είναι περίπου 25%. Λιγότερο από 0,7% της τενοφοβίρης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος in vitro με εύρος από 0,01 έως 25 μικρογραμμάρια ανά mL. Περίπου το 70-80% της ενδοφλέβιας δόσης τενοφοβίρης ανακτάται ως αμετάβλητο φαρμακευτικό προϊόν στα ούρα εντός 72 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η τενοφοβίρη αποβάλλεται με συνδυασμό σπειραματικής διήθησης και ενεργής σωληναριακής έκκρισης με νεφρική κάθαρση σε ενήλικες με CrCl μεγαλύτερη από 80 ml ανά λεπτό με 243,5 ± 33,3 ml ανά λεπτό (μέση τιμή ± SD). Μετά από χορήγηση από του στόματος, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της τενοφοβίρης είναι περίπου 12 έως 18 ώρες. Σε in vitro μελέτες διαπιστώθηκε ότι ούτε η δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ούτε η δισοπροξίλη αποτελούν υπόστρωμα των ενζύμων CYP450.
Νεφρική δυσλειτουργία
Doravirine
Η νεφρική απέκκριση του doravirine είναι μικρή. Σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία με 8 άτομα χωρίς νεφρική δυσλειτουργία, η έκθεση μονής δόσης του doravirine ήταν 31% υψηλότερη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού που περιελάμβανε άτομα με χαμηλα επιπεδα CrCl μεταξύ 17 και 317 ml/λεπτό, η νεφρική λειτουργία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του doravirine. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το doravirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία).
Λαμιβουδίνη
Μελέτες με λαμιβουδίνη δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC) αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω μειωμένης κάθαρσης. Με βάση τα δεδομένα της λαμιβουδίνης, το Lamivudine, Tenofovir Disoproxil And Doravirine δεν συνιστάται για ασθενείς με CrCl < 50 ml/λεπτό.
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της τενοφοβίρης προσδιορίστηκαν μετά τη χορήγηση μίας δόσης δισοπροξίλης της τενοφοβίρης 245 mg σε 40 ασθενείς που δεν είχαν μολυνθεί με HIV και εμφάνιζαν διαφορετικού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια που καθορίσθηκε σύμφωνα με την αρχική τιμή CrCl (φυσιολογική νεφρική λειτουργία όταν CrCl > 80 mL/λεπτό, ήπια με CrCl = 50-79 ml/λεπτό; μέτρια με CrCl = 30-49 ml/λεπτό και σοβαρή με CrCl = 10-29 ml/λεπτό). Σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η μέση έκθεση (% CV) στην τενοφοβίρη αυξήθηκε από 2,185 (12%) ng ανά ώρα/ml σε άτομα με CrCl > 80 mL/λεπτό σε αντίστοιχα 3,064 (30%) ng ανά ώρα/ml, 6,009 (42%) ng ανά ώρα/ml και 15,985 (45%) ng ανά ώρα/ml σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης σε ενήλικα άτομα χωρίς αιμοκάθαρση με CrCl < 10 ml/min και σε άτομα με νεφρική νóσο τελικού σταδίου που διαχειρίζονται με περιτοναϊκές ή άλλες μορφές αιμοκάθαρσης, δεν έχει μελετηθεί.
Ηπατική δυσλειτουργία
Doravirine
Το doravirine μεταβολίζεται και αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος. Δεν υπήρχε καμία κλινικά σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική του doravirine σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμημένη κατά Child Pugh βαθμολογία Β κυρίως λόγω της αυξημένης βαθμολογίας εγκεφαλοπάθειας και ασκίτη) με 8 άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το doravirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh βαθμολογία C) (βλ. Δοσολογία).
Λαμιβουδίνη
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της λαμιβουδίνης έχουν προσδιοριστεί σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβλήθηκαν με μείωση της ηπατικής λειτουργίας. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λαμιβουδίνης δεν έχουν τεκμηριωθεί παρουσία μη αντιρροπούμενης ηπατικής νόσου.
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης μετά από δόση δισοπροξίλης της τενοφοβίρης των 245 mg, έχει μελετηθεί σε άτομα χωρίς HIV λοίμωξη με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης μεταξύ ατόμων με ηπατική δυσλειτουργία και σε άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία.
Παδιατρικός πληθυσμός
Οι μέσες εκθέσεις σε doravirine ήταν παρόμοιες σε 54 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών και βάρους τουλάχιστον 35 kg οι οποίοι έλαβαν doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης στην IMPAACT 2014 (Πρωτόκολλο 027) σε σχέση με ενήλικες μετά τη χορήγηση doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης. Οι εκθέσεις σε λαμιβουδίνη και τενοφοβίρη των παιδιατρικών ασθενών μετά τη χορήγηση doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης ήταν παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων μετά τη χορήγηση λαμιβουδίνης και δισοπροξίλη της τενοφοβίρης (Πίνακας 6).
Πίνακας 6: Φαρμακοκινητικές ιδιότητες του doravirine, της λαμιβουδίνης, και της τενοφοβίρης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά τη χορήγηση doravirine ή doravirine/λαμιβουδίνη/δισοπροξίλη της τενοφοβίρης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών και βάρους τουλάχιστον 35 kg
| Παράμετρος* | Doravirine† | Λαμιβουδίνη ‡ | Τενοφοβίρη‡ |
|---|---|---|---|
| AUC0-24 (μg-h/ml) | 16,4 (24) | 11,3 (28) | 2,55 (14) |
| Cmax (μg/ml) | 1,03 (16) | 2,1 (24) | 0,293 (37) |
| C24 (μg/ml) | 0,379 (42) | 0,0663 (55) | 0,0502 (9) |
*Παρουσιάζεται ως γεωμετρικός μέσος όρος (% CV: γεωμετρικός συντελεστής διακύμανσης) † Από την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική (PK) ανάλυση (n=54) ‡ Από την εντατική φαρμακοκινητική (PK) ανάλυση (n=10) Συντομογραφίες: AUC=περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης, Cmax= μέγιστη συγκέντρωση, C24= συγκέντρωση στις 24 ώρες
Ηλικιωμένοι
Αν και συμπεριλήφθηκε ένας περιορισμένος αριθμός ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω (n = 36), δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του doravirine σε άτομα ηλικίας τουλάχιστον 65 ετών σε σύγκριση με άτομα ηλικίας κάτω των 65 ετών σε μια μελέτη Φάσης 1 ή σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φύλο
Δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών για το doravirine, την λαμιβουδίνη και την τενοφοβίρη.
Φυλή
Doravirine
Δεν έχουν εντοπιστεί κλινικά σημαντικές φυλετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του doravirine με βάση φαρμακοκινητικής ανάλυσης πληθυσμού σε υγιείς και με λοίμωξη HIV-1 άτομα.
Λαμιβουδίνη
Δεν υπάρχουν σημαντικές ή κλινικά σχετικές φυλετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης.
Δισοπροξίλη της τενοφοβίρης
Υπήρξαν ανεπαρκή στοιχεία από φυλετικές και εθνικές ομάδες, εκτός της Καυκάσιας ομαδας, για τον επαρκή προσδιορισμό των πιθανών φαρμακοκινητικών διαφορών μεταξύ αυτών των πληθυσμών μετά τη χορήγηση της δισοπροξίλης της τενοφοβίρης.