Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Πρωτότυπο

ATRIPLA

emtricitabine, tenofovir disoproxil and efavirenz

ατρηπλα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
600+200+245 / TAB 593.19 €

ATRIPLA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά ημερησίως, με άδειο στομάχι, πριν τη νυχτερινή κατάκλιση
Δόση έναρξης:
ένα δισκίο μία φορά ημερησίως
  • Ενήλικες
    Δόσηένα δισκίο
    μία φορά ημερησίως
  • Ηλικιωμένοι
    Η χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν συνιστάται.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh-Turcotte Κατηγορίας A)
    Μπορούν να υποβληθούν σε θεραπεία με τη συνήθη συνιστώμενη δόση. Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως για συμπτώματα του νευρικού συστήματος που σχετίζονται με το efavirenz.
  • Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και από τον ιό HBV (μετά τη διακοπή της αγωγής)
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ένδειξη έξαρσης της ηπατίτιδας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (CPT, Κατηγορίας Γ)
  • Συγχορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, πιμοζίδη, βεπριδίλη ή αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (για παράδειγμα εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργονοβίνη και μεθυλεργονοβίνη)
  • Συγχορήγηση με elbasvir/grazoprevir
  • Συγχορήγηση με βορικοναζόλη
  • Συγχορήγηση με φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St. John’s wort (Hypericum perforatum)
  • Οικογενειακό ιστορικό αιφνίδιου θανάτου ή συγγενούς παράτασης του διαστήματος QTc στα ηλεκτροκαρδιογραφήματα ή με οποιαδήποτε άλλη κλινική κατάσταση που είναι γνωστό ότι παρατείνει το διάστημα QTc
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ιστορικό συμπτωματικών καρδιακών αρρυθμιών ή με κλινικά σχετική βραδυκαρδία ή με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που συνοδεύεται από μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Σοβαρές διαταραχές της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών π.χ. υποκαλιαιμία ή υπομαγνησαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTc (προαρρυθμικά), όπως αντιαρρυθμικά τάξεων IA και III, νευροληπτικοί, αντικαταθλιπτικοί παράγοντες, ορισμένα αντιβιοτικά (μακρολίδες, φθοριοκινολόνες, αντιμυκητιασικοί παράγοντες ιμιδαζόλη και τριαζόλη), ορισμένα μη κατασταλτικά αντιϊσταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη), σισαπρίδη, φλεκαϊνίδη, ορισμένα ανθελονοσιακά, μεθαδόνη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
    Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν τα ίδια δραστικά συστατικά, emtricitabine ή tenofovir disoproxil. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν efavirenz, εκτός εάν αυτό απαιτείται για αναπροσαρμογή της δόσης, π.χ. με ριφαμπικίνη. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως η λαμιβουδίνη. Δεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil ή με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide.
  • Συγχορήγηση με διδανοσίνη
    Δεν συνιστάται.
  • Συγχορήγηση με sofosbuvir/velpatasvir ή sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir
    Δεν συνιστάται, καθώς οι συγκεντρώσεις του velpatasvir και του voxilaprevir στο πλάσμα αναμένεται να μειωθούν, οδηγώντας σε μειωμένη θεραπευτική επίδραση.
  • Συγχορήγηση με εκχυλίσματα Ginkgo biloba
    Δεν συνιστάται.
  • Αλλαγή από μια αντιρετροϊκή αγωγή βασισμένη σε αναστολείς πρωτεασών (PI)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν αντιρετροϊκή αγωγή βασισμένη σε αναστολείς πρωτεασών (PI)
    Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά για αυξήσεις τού ιικού φορτίου και για ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι λαμβάνουν efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil ή κάποια άλλη αντιρετροϊκή αγωγή
    Πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους συσχετιζόμενες με τον ιό HIV.
  • Επίδραση της τροφής
    Συνιστάται το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil να λαμβάνεται με άδειο στομάχι κατά προτίμηση κατά τη νυχτερινή κατάκλιση.
  • Ηπατική νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται.
  • Ηπατική νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία
    Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για ανεπιθύμητες ενέργειες από το efavirenz, κυρίως συμπτώματα από το νευρικό σύστημα.
  • Ηπατική νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας, και λαμβάνουν CART
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Εάν παρατηρηθεί επιδείνωση της ηπατικής νόσου ή επίμονες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό πάνω από 5 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο, το θεραπευτικό όφελος της συνέχισης της αγωγής πρέπει να αντισταθμίζεται έναντι των πιθανών κινδύνων σημαντικής ηπατικής τοξικότητας. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή ή η οριστική παύση της θεραπείας.
  • Ηπατική τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγούνται και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα σχετιζόμενα με την ηπατική τοξικότητα
    Συνιστάται παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων.
  • Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν την αγωγή με efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις για τουλάχιστον τέσσερις μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εάν χρειάζεται, μπορεί να αιτιολογείται η συνέχιση της θεραπείας για ηπατίτιδα B. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, η διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται.
  • Παράταση QTc
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου (Torsade de Pointes) ή που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα με γνωστό κίνδυνο για εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου
    Εξετάστε τις εναλλακτικές του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil.
  • Ψυχιατρικά συμπτώματα
    Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται οδηγίες έτσι ώστε, όταν εμφανίζουν συμπτώματα, όπως, σοβαρή κατάθλιψη, ψύχωση ή τάση για αυτοκτονία να επικοινωνούν με το γιατρό τους αμέσως, ώστε αυτός να εκτιμά την πιθανότητα να συνδέονται τα συμπτώματα αυτά με τη χρήση του efavirenz και αν συμβαίνει αυτό, να προσδιορίζει εάν ο κίνδυνος της συνεχιζόμενης αγωγής υπερισχύει του θεραπευτικού οφέλους.
  • Συμπτώματα νευρικού συστήματος
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αν αυτά τα κοινά συμπτώματα εμφανιστούν, μπορούν να βελτιωθούν με τη συνέχιση της αγωγής και δεν προϋποθέτουν την κατά συνέπεια έναρξη κάποιου από τα λιγότερο συχνά εμφανιζόμενα ψυχιατρικά συμπτώματα.
  • Επιληπτικές κρίσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ, όπως η φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη και η φαινοβαρβιτάλη
    Μπορεί να χρειάζονται περιοδικό έλεγχο των επιπέδων στο πλάσμα.
  • Επιληπτικές κρίσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιληπτικών κρίσεων
    Απαιτείται προσοχή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min)
    Δεν συνιστάται.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Η χρήση του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος.
  • Συγχορήγηση νεφροτοξικών ουσιών
    Εάν η συγχορήγηση του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil και νεφροτοξικών ουσιών (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη B, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir, ιντερλευκίνη-2) είναι αναπόφευκτη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται κάθε εβδομάδα.
  • Συγχορήγηση ΜΣΑΦ
    Εάν το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil συγχορηγείται με ένα ΜΣΑΦ, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς.
  • Μειωμένα επίπεδα φωσφόρου ή κάθαρσης κρεατινίνης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβεβαιωμένη κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min ή μείωση του φωσφόρου ορού σε <1,0 mg/dl (0,32 mmol/l)
    Η θεραπεία με efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρέπει να διακόπτεται.
  • Προοδευτική μείωση της νεφρικής λειτουργίας
    Η διακοπή της θεραπείας με το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ως ενδεχόμενο όταν δεν έχει αναγνωριστεί κάποια άλλη αιτία.
  • Οστικές διαταραχές
    Επί υπόνοιας ή ανίχνευσης οστικών διαταραχών πρέπει να λαμβάνεται η κατάλληλη επιστημονική συμβουλή.
  • Οστικές διαταραχές
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οστεοπόρωση ή με ιστορικό καταγμάτων των οστών
    Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα.
  • Σοβαρού τύπου εξάνθημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν σοβαρής μορφής εξάνθημα συνοδευόμενο από φυσαλίδες, απολέπιση, συμμετοχή του βλεννογόνου ή πυρετό
    Η χορήγηση του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρέπει να διακόπτεται.
  • Απειλητική για τη ζωή δερματική αντίδραση (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσίασαν απειλητική για τη ζωή δερματική αντίδραση (π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson) ενώ λάμβαναν NNRTI
    Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν συνιστάται.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    ΠληθυσμόςΠαιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα
    Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
  • Σύνδρομο επανενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος
    Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία, όταν απαιτείται.
  • Οστεονέκρωση
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Λοίμωξη από στελέχη HIV-1 που περιλαμβάνουν μεταλλάξεις K65R, M184V/I ή K103N
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται.
  • Ηλικιωμένοι
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών)
    Απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία.
  • Μεταδιθειώδες νάτριο
    Μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να προκαλέσει βαριάς μορφής αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο.
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν emtricitabine
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται λόγω διπλοτυπίας συστατικών.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir disoproxil
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται λόγω διπλοτυπίας συστατικών.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν efavirenz
    προσοχή
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται, εκτός εάν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης (π.χ. με ριφαμπικίνη).
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται, εκτός αν για αναπροσαρμογή δόσης.
  • άλλα ανάλογα κυτιδίνης (π.χ. λαμιβουδίνη)
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται λόγω ομοιοτήτων με την emtricitabine.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • αντένδειξη
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν tenofovir alafenamide
    αντένδειξη
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
  • μεταμιζόλη
    προσοχή
    Μείωση στις συγκεντρώσεις efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil στο πλάσμα, με πιθανότητα μείωσης της κλινικής αποτελεσματικότητας.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Η κλινική απόκριση ή/και τα επίπεδα φαρμακευτικών προϊόντων θα πρέπει να παρακολουθούνται δεόντως.
  • φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. ριτοναβίρη) ή τροφές (π.χ. χυμός γκρέιπ-φρουτ) που αναστέλλουν CYP3A4 ή CYP2B6
    παρακολούθηση
    Η έκθεση στο efavirenz μπορεί να αυξηθεί.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • φυτικά σκευάσματα (π.χ. εκχυλίσματα Ginkgo biloba) που επάγουν CYP3A4 ή CYP2B6
    προσοχή
    Μειωμένες συγκεντρώσεις του efavirenz στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση εκχυλισμάτων Ginkgo biloba δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • St. John’s wort (Hypericum perforatum)
    αντένδειξη
    Μειωμένα επίπεδα efavirenz στο πλάσμα λόγω επαγωγής μεταβολικών ενζύμων ή/και πρωτεϊνών μεταφοράς, οδηγώντας σε πιθανή απώλεια θεραπευτικής δράσης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται. Εάν λαμβάνεται ήδη, διακοπή, έλεγχος ιικών επιπέδων και efavirenz επιπέδων.
  • τερφεναδίνη
    αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • σιζαπρίδη
    αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • βεπριδίλη
    αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού της μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (π.χ. εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργονοβίνη, μεθυλεργονοβίνη)
    αντένδειξη
    Η αναστολή του μεταβολισμού τους μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα.
  • αντένδειξη
    Μείωση των συγκεντρώσεων elbasvir/grazoprevir στο πλάσμα (AUC elbasvir: ↓ 54%, AUC grazoprevir: ↓ 83%), οδηγώντας σε απώλεια της ιολογικής ανταπόκρισης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
  • αντένδειξη
    Μείωση των συγκεντρώσεων βορικοναζόλης (AUC: ↓ 77%) και αύξηση των συγκεντρώσεων efavirenz (AUC: ↑ 44%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
  • φαρμακευτικά προϊόντα παράτασης του διαστήματος QTc
    αντένδειξη
    Κίνδυνος παράτασης του QTc και Torsade de Pointes.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται.
  • προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε atazanavir (AUC: ↓ 25%) και αυξημένη έκθεση σε tenofovir (AUC: ↑ 32%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • προσοχή
    Αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη (40-60%) οδηγώντας σε αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες (παγκρεατίτιδα, γαλακτική οξέωση) και πιθανή μείωση CD4 κυττάρων.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • sofosbuvir, velpatasvir
    προσοχή
    Μείωση των συγκεντρώσεων velpatasvir (AUC: ↓ 53%) και αύξηση της έκθεσης σε tenofovir (AUC: ↑ 81%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • sofosbuvir, velpatasvir, voxilaprevir
    προσοχή
    Αναμένεται μείωση των συγκεντρώσεων velpatasvir και voxilaprevir στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • προσοχή
    Σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων praziquantel στο πλάσμα, με κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται. Μπορεί να εξεταστεί αυξημένη δόση praziquantel εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος.
  • φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται την ενεργή σωληναριακή απέκκριση
    προσοχή
    Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις emtricitabine, tenofovir ή/και συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
    ΣύστασηΗ χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
  • νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φωσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir, ιντερλευκίνη-2)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
    ΣύστασηΗ χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
  • προσοχή
    Μείωση έκθεσης σε darunavir (AUC: ↓ 13%, Cmin: ↓ 31%), αύξηση έκθεσης σε efavirenz (AUC: ↑ 21%) και tenofovir (AUC: ↑ 22%, Cmin: ↑ 37%).
    ΣύστασηΤα darunavir/ritonavir θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Εάν το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα με darunavir/ritonavir 600/100 mg δύο φορές ημερησίως. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας ενδέχεται να ενδείκνυται.
  • χωρίς προσαρμογή
    Καμία κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης.
  • προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε indinavir (AUC: ↓ 31%, Cmin: ↓ 40%).
    ΣύστασηΕίναι ανεπαρκή τα δεδομένα για σύσταση δοσολογίας. Το μέγεθος της αλληλεπίδρασης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
  • lopinavir, ritonavir
    προσοχή
    Σημαντική μείωση της έκθεσης σε lopinavir (↓ 30-40%) και αυξημένη έκθεση σε tenofovir (AUC: ↑ 32%, Cmin: ↑ 51%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • ritonavir (χαμηλές δόσεις)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης σε efavirenz (AUC: ↑ 21%) και ritonavir.
    ΣύστασηΛήψη υπόψη της πιθανότητας αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το efavirenz.
  • ritonavir (600 mg δόση)
    αντένδειξη
    Αύξηση της έκθεσης σε efavirenz και ritonavir. Ο συνδυασμός δεν ήταν καλά ανεκτός.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • προσοχή
    Δεν έχουν μελετηθεί πλήρως οι αλληλεπιδράσεις με efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται. Δεν συνιστάται η χρήση efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil σε συνδυασμό με saquinavir ως μοναδικού αναστολέα πρωτεασών.
  • προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε maraviroc (AUC12h: ↓ 45%, Cmax: ↓ 51%).
    ΣύστασηΑνατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το maraviroc.
  • χωρίς προσαρμογή
    Μείωση έκθεσης σε raltegravir (AUC: ↓ 36%) λόγω επαγωγής UGT1A1. Αύξηση έκθεσης σε raltegravir (AUC: ↑ 49%) με tenofovir.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης.
  • άλλους NNRTIs (εκτός του efavirenz)
    προσοχή
    Μη επωφελής όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
  • Μείωση της έκθεσης σε κλαριθρομυκίνη (AUC: ↓ 39%) και αύξηση του μεταβολίτη της (AUC: ↑ 34%).
    ΣύστασηΘα πρέπει να εξετασθεί η χρήση εναλλακτικών έναντι της κλαριθρομυκίνης (π.χ. αζιθρομυκίνη) φαρμάκων.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε ριφαμπουτίνη (AUC: ↓ 38%).
    ΣύστασηΗ ημερήσια δόση ριφαμπουτίνης θα πρέπει να αυξάνεται κατά 50% ή να διπλασιαστεί σε ορισμένα σχήματα.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε efavirenz (AUC: ↓ 26%).
    ΣύστασηΣε ασθενείς ≥50 kg, πρόσθετη ποσότητα efavirenz 200 mg ημερησίως (800 mg σύνολο) μπορεί να χορηγηθεί. Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης ριφαμπικίνης.
  • προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε ιτρακοναζόλη (AUC: ↓ 39%) και του μεταβολίτη της (AUC: ↓ 37%).
    ΣύστασηΠρέπει να ληφθεί υπόψη μια εναλλακτική αντιμυκητιασική θεραπεία.
  • προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε ποσακοναζόλη (AUC: ↓ 50%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το θεραπευτικό όφελος υπερισχύει του κινδύνου.
  • αρτεμαιθέρας/λουμεφαντρίνη
    προσοχή
    Μείωση της έκθεσης σε αρτεμαιθέρα (AUC: ↓ 51%), διυδροαρτεμισίνη (AUC: ↓ 46%) και λουμεφαντρίνη (AUC: ↓ 21%).
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή λόγω πιθανής μείωσης της ανθελονοσιακής αποτελεσματικότητας.
  • Μείωση της έκθεσης σε ατοβακόνη (AUC: ↓ 75%) και προγουανίλη (AUC: ↓ 43%).
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Μείωση της έκθεσης σε καρβαμαζεπίνη (AUC: ↓ 27%) και efavirenz (AUC: ↓ 36%).
    ΣύστασηΔεν μπορεί να γίνει δοσολογική σύσταση. Να εξεταστεί εναλλακτικό αντιεπιληπτικό. Τα επίπεδα καρβαμαζεπίνης πρέπει να παρακολουθούνται.
  • φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, άλλα αντιεπιληπτικά που είναι υποστρώματα CYP
    παρακολούθηση
    Πιθανή μείωση ή αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΠεριοδική παρακολούθηση των επιπέδων των αντιεπιληπτικών.
  • χωρίς προσαρμογή
    Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του efavirenz ή του βαλπροϊκού οξέος.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης. Παρακολούθηση για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων.
  • βιγαμπατρίνη, γαβαπεντίνη
    χωρίς προσαρμογή
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Πιθανή μείωση ή αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης των αντιπηκτικών.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε σερτραλίνη (AUC: ↓ 39%).
    ΣύστασηΟι αυξήσεις στη δόση της σερτραλίνης πρέπει να καθοδηγούνται από την κλινική ανταπόκριση.
  • χωρίς προσαρμογή
    Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε βουπροπιόνη (AUC: ↓ 55%) και αύξηση του υδροξυμεταβολίτη της (Cmax: ↑ 50%).
    ΣύστασηΟι αυξήσεις στη δόση της βουπροπιόνης πρέπει να καθοδηγούνται από την κλινική ανταπόκριση, χωρίς να υπερβαίνουν τη μέγιστη συνιστώμενη δόση.
  • παρακολούθηση
    Σημαντική μείωση της έκθεσης σε διλτιαζέμη (AUC: ↓ 69%) και τους μεταβολίτες της.
    ΣύστασηΟι αναπροσαρμογές της δόσης της διλτιαζέμης πρέπει να γίνονται σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση.
  • βεραπαμίλη, φελοδιπίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη (υποστρώματα CYP3A4)
    παρακολούθηση
    Πιθανή μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα των ανταγωνιστών των διαύλων ασβεστίου.
    ΣύστασηΟι αναπροσαρμογές της δόσης πρέπει να γίνονται σύμφωνα με την κλινική ανταπόκριση.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε ατορβαστατίνη (AUC: ↓ 43%) και τους ενεργούς μεταβολίτες της.
    ΣύστασηΤα επίπεδα χοληστερόλης πρέπει να παρακολουθούνται. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης της ατορβαστατίνης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης σε πραβαστατίνη (AUC: ↓ 40%).
    ΣύστασηΤα επίπεδα χοληστερόλης πρέπει να παρακολουθούνται. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης της πραβαστατίνης.
  • παρακολούθηση
    Σημαντική μείωση της έκθεσης σε σιμβαστατίνη (AUC: ↓ 69%) και τον ενεργό μεταβολίτη της (AUC: ↓ 58%).
    ΣύστασηΤα επίπεδα χοληστερόλης πρέπει να παρακολουθούνται. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης της σιμβαστατίνης.
  • χωρίς προσαρμογή
    Δεν αναμένεται αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΜπορούν να συγχορηγηθούν χωρίς αναπροσαρμογή της δόσης.
  • αιθινυλοιστραδιόλη + νοργεστιμάτη (από του στόματος αντισυλληπτικά)
    προσοχή
    Μείωση της έκθεσης στους μεταβολίτες της νοργεστιμάτης (νορελγεστρομίνη AUC: ↓ 64%, λεβονοργεστρέλη AUC: ↓ 83%) λόγω επαγωγής μεταβολισμού.
    ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιείται μια αξιόπιστη μέθοδος μηχανικής αντισύλληψης, επιπλέον των ορμονικών αντισυλληπτικών.
  • depomedroxyprogesterone acetate (DMPA) (ενέσιμα αντισυλληπτικά)
    προσοχή
    Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους του MPA, αλλά τα επίπεδα προγεστερόνης παρέμειναν χαμηλά.
    ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιείται μια αξιόπιστη μέθοδος μηχανικής αντισύλληψης, επιπλέον των ορμονικών αντισυλληπτικών.
  • ετονογεστρέλη (εμφύτευμα αντισυλληπτικό)
    προσοχή
    Μπορεί να αναμένεται μειωμένη έκθεση στην ετονογεστρέλη (επαγωγή του CYP3A4) και αναφορές για αποτυχία αντισύλληψης.
    ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιείται μια αξιόπιστη μέθοδος μηχανικής αντισυλληπτικής, επιπλέον των ορμονικών αντισυλληπτικών.
  • ανοσοκατασταλτικά που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus)
    παρακολούθηση
    Μείωση της έκθεσης στο ανοσοκατασταλτικό (επαγωγή του CYP3A4).
    ΣύστασηΜπορεί να χρειαστούν αναπροσαρμογές της δόσης. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων των συγκεντρώσεων του ανοσοκατασταλτικού για τουλάχιστον δύο εβδομάδες.
  • αντένδειξη
    Μείωση των επιπέδων μεθαδόνης στο πλάσμα (AUC: ↓ 52%), οδηγώντας σε συμπτώματα στέρησης από οπιοειδή και κίνδυνο παράτασης του QTc.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου παράτασης του QTc.
  • χωρίς προσαρμογή
    Μείωση της έκθεσης στη βουπρενορφίνη (AUC: ↓ 50%).
    ΣύστασηΕνδεχομένως να μην απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης βουπρενορφίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υποφωσφαταιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Γαλακτική οξέωση
  • Ανορεξία
  • Αυξημένη όρεξη
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
  • Άγχος
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
  • Αϋπνία
  • Απόπειρα αυτοκτονίας
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
  • Ψύχωση
  • Μανία
  • Παράνοια
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ευφορική διάθεση
  • Συγκινησιακή αστάθεια
  • Κατάσταση σύγχυσης
  • Επιθετικότητα
  • Κατατονία
  • Παραλήρημα
  • Διέγερση
  • Μειωμένη libido
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • πράξη αυτοκτονίας
  • νεύρωση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Σπασμοί
  • Αμνησία
  • Αταξία
  • Μη φυσιολογικός συντονισμός
  • Τρόμος
  • Ίλιγγος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • παρεγκεφαλιδικές διαταραχές συντονισμού και ισορροπίας
  • διάσπαση προσοχής
  • μη φυσιολογικές σκέψεις
Οφθαλμικές
  • Θολή όραση
Αυτί
  • Εμβοές
Αγγειακές
  • Έξαψη
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Παγκρεατίτιδα
  • Κοιλιακή διάταση
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης
  • Αυξημένη κινάση κρεατίνης
  • Αυξημένη κρεατινίνη
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)
  • αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT)
  • αυξημένα επίπεδα γ-γλουταμυλτρανσφεράσης (GGT)
  • οξεία ηπατίτιδα
  • αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό ή/και αυξημένα επίπεδα ALT στον ορό
Ήπαρ
  • Υπερχολερυθριναιμία
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατική στεάτωση
  • Ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Κνίδωση
  • Αγγειοοίδημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • φλυκταινοφυσαλιδώδες εξάνθημα
  • σοβαρής μορφής εξάνθημα
  • φωτοαλλεργική δερματίτιδα
  • αποχρωματισμός του δέρματος (αυξημένη υπερμελάγχρωση)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • μειωμένη οστική πυκνότητα
  • οστεομαλάκυνση (εκδηλώνεται ως πόνος στα οστά και συμβάλλει αλλά όχι συχνά στην εμφάνιση καταγμάτων)
Μυοσκελετικό
  • Ραβδομυόλυση
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Μυοπάθεια
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Πρωτεϊνουρία
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρογενής άποιος διαβήτης
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια
  • οξεία νέκρωση των νεφρικών σωληναρίων
  • νεφρίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Άλγος
  • Εξασθένηση
Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη χρήση του Efavirenz/Emtricitabine/Tenofovir disoproxil
  • ασυνάρτητη ομιλία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Άλγος
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Αμνησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές(≥1/100)
  • Απόπειρα αυτοκτονίας
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αταξία
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη κινάση κρεατίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Αυξημένη κρεατινίνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυτοκτονικός ιδεασμός
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Επιθετικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ευφορική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Ηπατική στεάτωση
    Ήπαρ
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Θολή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Κατάσταση σύγχυσης
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κατατονία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Κοιλιακή διάταση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Μανία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μειωμένη libido
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Μη φυσιολογικός συντονισμός
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Νεφρογενής άποιος διαβήτης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Παράνοια
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Παραλήρημα
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Συγκινησιακή αστάθεια
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές(≥1/100)
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υποφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Φλυκταινώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ψύχωση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • αποχρωματισμός του δέρματος (αυξημένη υπερμελάγχρωση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • ασυνάρτητη ομιλία
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές(≥1/100)
  • αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές(≥1/100)
  • αυξημένα επίπεδα γ-γλουταμυλτρανσφεράσης (GGT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές(≥1/100)
  • αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό ή/και αυξημένα επίπεδα ALT στον ορό
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • διάσπαση προσοχής
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές(≥1/100)
  • κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • μειωμένη οστική πυκνότητα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • μη φυσιολογικές σκέψεις
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • νεφρίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της οξείας διάμεσης νεφρίτιδας)
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • νεύρωση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • οξεία ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • οξεία νέκρωση των νεφρικών σωληναρίων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • οστεομαλάκυνση
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • παρεγκεφαλιδικές διαταραχές συντονισμού και ισορροπίας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές(≥1/100)
  • πράξη αυτοκτονίας
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • σοβαρής μορφής εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • φλυκταινοφυσαλιδώδες εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές(≥1/100)
  • φωτοαλλεργική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές(≥1/1000)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η κύηση πρέπει να αποφεύγεται σε γυναίκες που λαμβάνουν efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να υποβληθούν σε δοκιμασία κύησης πριν από την έναρξη της θεραπείας. Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας χρήζει θεραπείας. Αναφορές ευρημάτων που αντιστοιχούν σε ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα έχουν συσχετιστεί με έκθεση σε efavirenz κατά το πρώτο τρίμηνο.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Το efavirenz, η emtricitabine και το tenofovir απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τους ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστηματική χρήση, αντιικά φάρμακα για τη θεραπεία HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR06.

Μηχανισμός δράσης

Το efavirenz είναι ένας NNRTI του HIV-1. Το efavirenz αναστέλλει μη ανταγωνιστικά την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV-1 και δεν αναστέλλει σημαντικά την RT του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 2 (HIV-2) ούτε τις κυτταρικές πολυμεράσες του δεοξυριβονουκλεϊνικού οξέος (DNA) (α, β, γ και δ).

H emtricitabine είναι νουκλεοσιδικό ανάλογο της κυτιδίνης.

Το tenofovir disoproxil μετατρέπεται in vivo σε tenofovir, ένα μονοφωσφορικό νουκλεοσιδικό (νουκλεοτιδικό) ανάλογο της μονοφωσφορικής αδενοσίνης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Τόσο η emtricitabine όσο και το tenofovir φωσφορυλιώνονται από κυτταρικά ένζυμα και σχηματίζουν τριφωσφορική emtricitabine και διφωσφορικό tenofovir, αντίστοιχα. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι τόσο η emtricitabine όσο και το tenofovir μπορούν να φωσφορυλιωθούν πλήρως όταν βρίσκονται ταυτόχρονα σε συνδυασμό μέσα στο κύτταρο. Η τριφωσφορική emtricitabine και το διφωσφορικό tenofovir αναστέλλουν ανταγωνιστικά την ανάστροφη μεταγραφάση του HIV-1 με αποτέλεσμα τον τερματισμό της αλύσου του DNA.

Η τριφωσφορική emtricitabine και το διφωσφορικό tenofovir είναι ασθενείς αναστολείς των DNA πολυμερασών των θηλαστικών και δεν υπήρξε ένδειξη για τοξικότητα στα μιτοχόνδρια είτε in vitro είτε in vivo.

Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία

Η επίδραση του efavirenz στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μία ανοιχτού σχεδιασμού, θετική και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, σταθερής, μονής ακολουθίας 3 περιόδων, 3 θεραπειών διασταυρούμενη μελέτη του QT σε 58 υγιή άτομα που παρουσιάζουν CYP2B6 πολυμορφισμούς. Η μέση Cmax του efavirenz σε άτομα με CYP2B6 *6/*6 γονότυπο μετά από τη χορήγηση 600 mg ημερήσιας δόσης για 14 ημέρες ήταν 2,25 φορές επί τη μέση Cmax που παρατηρήθηκε σε άτομα με CYP2B6 *1/*1 γονότυπο. Παρατηρήθηκε θετική σχέση ανάμεσα στη συγκέντρωση του efavirenz και την παράταση του QTc. Βάσει της σχέσης συγκέντρωσης-QTc, η μέση παράταση του QTc και το ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 90% είναι 8,7 ms και 11,3 ms στα άτομα με CYP2B6 *6/*6 γονότυπο μετά από τη χορήγηση 600 mg ημερήσιας δόσης για 14 ημέρες (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Αντι-ιική δράση in vitro

Το efavirenz κατέδειξε αντι-ιική δράση κατά των περισσότερων απομονωμένων στελεχών που δεν ανήκουν στον κλάδο B (υποτύποι A, AE, AG, C, D, F, G, J και N) αλλά κατέδειξε μειωμένη αντι-ιική δράση κατά των ιών της ομάδας O. Η emtricitabine κατέδειξε αντι-ιική δράση κατά των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F και G. Το tenofovir κατέδειξε αντι-ιική δράση κατά των HIV-1 κλάδων A, B, C, D, E, F, G και O. Τόσο η emtricitabine όσο και το tenofovir κατέδειξαν ειδική για το στέλεχος δράση κατά του HIV-2 και αντι-ιική δράση κατά του HBV.

Σε μελέτες συνδυασμού για την αξιολόγηση της in vitro αντι-ιικής δράσης με το συνδυασμό efavirenz και emtricitabine, efavirenz και tenofovir και emtricitabine και tenofovir, παρατηρήθηκαν επιπροσθέτως συνεργικά αντι-ιικά αποτελέσματα.

Αντοχή

Η αντοχή στο efavirenz μπορεί να επιλεγεί in vitro και είχε ως αποτέλεσμα μεμονωμένες ή πολλαπλές υποκαταστάσεις αμινοξέων στην HIV-1 RT, συμπεριλαμβανομένων των L100I, V108I, V179D και Y181C. Η Κ103Ν ήταν η πιο συχνά παρατηρούμενη υποκατάσταση RT σε ιικά απομονωμένα στελέχη από ασθενείς στους οποίους σημειώθηκε μία απότοπη αύξηση στο ιικό φορτίο κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με efavirenz. Παρατηρήθηκαν επίσης υποκαταστάσεις στις θέσεις 98, 100, 101, 108, 138, 188, 190 ή 225 της RT αλλά με μικρότερη συχνότητα και συχνά μόνο σε συνδυασμό με την Κ103Ν. Η διασταυρούμενη αντοχή στο efavirenz, στο nevirapine και στο delavirdine in vitro έδειξε ότι η Κ103Ν υποκατάσταση προσδίδει απώλεια ευαισθησίας και στους τρεις NNRTI.

Η πιθανότητα για διασταυρούμενη αντοχή ανάμεσα στο efavirenz και στα NRTIs είναι χαμηλή λόγω των διαφορετικών θέσεων δέσμευσης στο στόχο και του διαφορετικού μηχανισμού δράσης. H πιθανότητα διασταυρούμενης αντοχής ανάμεσα στο efavirenz και στα PIs είναι χαμηλή λόγω των διαφορετικών ενζύμων στόχων που εμπλέκονται.

Παρατηρήθηκε αντοχή στην emtricitabine ή στο tenofovir disoproxil in vitro και σε ορισμένους ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1, λόγω της ανάπτυξης μιας υποκατάστασης M184V ή M184I στην RT με την emtricitabine ή μιας υποκατάστασης K65R στην RT με το tenofovir disoproxil. Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine που έφεραν τη μετάλλαξη M184V/I εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη αλλά διατήρησαν την ευαισθησία τους στη διδανοσίνη, τη σταβουδίνη, το tenofovir disoproxil και τη ζιδοβουδίνη. Η μετάλλαξη K65R μπορεί να επιλεγεί και με το abacavir ή τη διδανοσίνη και προκαλεί μειωμένη ευαισθησία στις ουσίες αυτές, ως και στη λαμιβουδίνη, την emtricitabine και στο tenofovir disoproxil. Το tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με στελέχη του HIV-1 που περιλαμβάνουν την K65R μετάλλαξη. Τόσο η μετάλλαξη K65R όσο και η M184V/I παραμένουν πλήρως ευαίσθητες στο efavirenz. Επιπλέον, μια K70E υποκατάσταση στην RT του HIV-1 έχει επιλεγεί από το tenofovir disoproxil και προκαλεί μειωμένη ευαισθησία χαμηλού επιπέδου στο abacavir, στην emtricitabine, στη λαμιβουδίνη και στο tenofovir disoproxil.

Οι ασθενείς με HIV-1 που εμφανίζουν τρεις ή περισσότερες μεταλλάξεις που συσχετίζονται με ανάλογα θυμιδίνης (TAM) και περιλαμβάνουν είτε υποκατάσταση M41L είτε L210W στην RT, επέδειξαν μειωμένη ευαισθησία στην αγωγή με tenofovir disoproxil.

In vivo αντοχή (πρωτοθεραπευόμενοι με αντιρετροϊκή αγωγή ασθενείς)

Σε μια ανοικτή, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη διάρκειας 144 εβδομάδων (GS-01-934) σε πρωτοθεραπευόμενους με αντιρετροϊκή αγωγή ασθενείς, στην οποία το efavirenz, η emtricitabine και το tenofovir disoproxil χρησιμοποιήθηκαν ως μεμονωμένα σκευάσματα (ή ως efavirenz και σταθερός συνδυασμός emtricitabine και tenofovir disoproxil από την 96η μέχρι την 144η εβδομάδα) διενεργήθηκε γονοτυπική ανάλυση σε απομονωμένα στελέχη HIV-1 πλάσματος από όλους τους ασθενείς με επιβεβαιωμένα επίπεδα HIV RNA >400 αντίγραφα/ml κατά την 144η εβδομάδα ή πρώιμη οριστική διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. παράγραφο για την Κλινική εμπειρία). Μέχρι την 144η εβδομάδα:

  • Η μετάλλαξη M184V/I παρατηρήθηκε σε 2/19 (10,5%) απομονωμένα στελέχη από ασθενείς που αναλύθηκαν στην ομάδα θεραπείας με efavirenz + emtricitabine + tenofovir disoproxil και σε 10/29 (34,5%) απομονωμένα στελέχη από ασθενείς που αναλύθηκαν στην ομάδα η οποία έλαβε efavirenz + λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη (τιμή p <0,05, Fisher’s Exact Test, το οποίο συγκρίνει την ομάδα emtricitabine+tenofovir disoproxil με την ομάδα λαμιβουδίνης/ζιδοβουδίνης μεταξύ όλων των ασθενών).
  • Κανένας ιός που αναλύθηκε δεν περιείχε τη μετάλλαξη K65R ή K70E.
  • Αναπτύχθηκε γονοτυπική αντοχή του ιού στο efavirenz, κατά κύριο λόγο η μετάλλαξη Κ103Ν, στους 13/19 (68%) ασθενείς στην ομάδα efavirenz + emtricitabine + tenofovir disoproxil και στους 21/29 (72%) ασθενείς στην ομάδα efavirenz + λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη. Μία περίληψη της ανάπτυξης μεταλλάξεων που σχετίζονται με την αντοχή παρουσιάζεται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3: Ανάπτυξη αντοχής στη μελέτη GS-01-934 μέχρι την 144η εβδομάδα

Ανάλυση αντοχής μέχρι την 144η εβδομάδα Efavirenz + emtricitabine + tenofovir disoproxil (N = 244) Efavirenz + λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη (N = 243)
Γονότυποι κατά τη θεραπεία 19 31
Αντοχή στο efavirenz1 13 21
K103N 8 18*
K101E 3 3
G190A/S 2
Y188C/H 1
V108I 1
P225H 0
M184V/I 2 10
K65R 0 0
K70E 0 0
TAM2 0 0
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Οι μεμονωμένες φαρμακοτεχνικές μορφές των efavirenz, emtricitabine και tenofovir disoproxil χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων των efavirenz, emtricitabine και tenofovir disoproxil, χορηγούμενα μεμονωμένα, σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Η βιοϊσοδυναμία ενός επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil με ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο efavirenz 600 mg συν ένα σκληρό καψάκιο emtricitabine 200 mg συν ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο tenofovir disoproxil 245 mg (που ισοδυναμεί με 300 mg tenofovir disoproxil), συγχορηγούμενα, απεδείχθη μετά από χορήγηση εφάπαξ δόσης σε νηστικά υγιή άτομα στη μελέτη GS-US-177-0105 (βλ. Πίνακα 6).

Πίνακας 6: Σύνοψη των φαρμακοκινητικών δεδομένων από τη μελέτη GS-US-177-0105

Παράμετροι Δοκιμασία Efavirenz (n = 45) Αναφορά Efavirenz (n = 45) Δοκιμασία Emtricitabine (n = 45) Αναφορά Emtricitabine (n = 45) Δοκιμασία Tenofovir disoproxil (n = 45) Αναφορά Tenofovir disoproxil (n = 45)
Cmax (ng/ml) 2.130,6 (25,3) 2.384,4 (20,4) 325,1 (34,2) 352,9 (29,6) 2.264,3 (26,8) 2.308,6 (30,3)
AUC0-last (ng∙h/ml) 10.682,6 (18,1) 10.874,4 (14,9) 1.948,8 (32,9) 1.969,0 (32,8) 125.623,6 (25,7) 132.795,7 (27,0)
AUCinf (ng∙h/ml) 10.854,9 (17,9) 11.054,3 (14,9) 2.314,0 (33,1) 2.319,4 (34,6) 146.074,9 (29,2) 155.518,6 (30,3)
T½ (h) 180,6 (45,3) 182,5 (38,3) 14,5 (53,8) 14,6 (47,8) 18,9 (20,8) 17,8 (22,6)

Δοκιμασία: συνδυασμένο δισκίο εφάπαξ σταθερής δόσης λαμβανόμενο υπό συνθήκες νηστείας. Αναφορά: εφάπαξ δόση δισκίου 600 mg efavirenz, καψακίου 200 mg emtricitabine και δισκίου 300 mg tenofovir disoproxil, λαμβανόμενα υπό συνθήκες νηστείας.

Οι τιμές για Δοκιμασία και Αναφορά είναι μέσες τιμές (% συντελεστής μεταβολής). GMR=geometric least-squares mean ratio (γεωμετρικός μέσος λόγος ελαχίστων τετραγώνων), CI=confidence interval (διάστημα εμπιστοσύνης)

Απορρόφηση

Σε ασθενείς με λοίμωξη HIV, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του efavirenz στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 5 ωρών και οι συγκεντρώσεις στην κατάσταση ισορροπίας επετεύχθησαν σε 6 έως 7 ημέρες. Σε 35 ασθενείς που λάμβαναν 600 mg efavirenz μία φορά ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) στην κατάσταση ισορροπίας ήταν 12,9 ± 3,7 µM (29%) [μέση τιμή ± τυπική απόκλιση (S.D.) (συντελεστής μεταβολής (%CV))], η ελάχιστη συγκέντρωση Cmin στην κατάσταση ισορροπίας ήταν 5,6 ± 3,2 µM (57%) και η AUC ήταν 184 ± 73 µM-h (40%).

Η emtricitabine απορροφάται ταχέως, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Μετά την από στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων emtricitabine σε 20 ασθενείς με λοίμωξη HIV, η Cmax στην κατάσταση ισορροπίας ήταν 1,8 ± 0,7 μg/ml (μέση τιμή ± S.D.) (39% CV), η Cmin στην κατάσταση ισορροπίας ήταν 0,09 ± 0,07 μg/ml (80%) και η AUC ήταν 10,0 ± 3,1 μg-h/ml (31%) σε ένα διάστημα 24 ωρών μεταξύ των δόσεων.

Μετά την από στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 245 mg tenofovir disoproxil σε ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 στην κατάσταση νηστείας, οι μέγιστες συγκεντρώσεις tenofovir επετεύχθησαν εντός μίας ώρας και οι τιμές Cmax και AUC (μέση τιμή ± S.D.) (% CV) ήταν 296 ± 90 ng/ml (30%) και 2.287 ± 685 ng-h/ml (30%), αντίστοιχα. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά την από στόματος χορήγηση του tenofovir από το tenofovir disoproxil σε ασθενείς σε νηστεία ήταν περίπου 25%.

Επίδραση της τροφής

Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν έχει αξιολογηθεί παρουσία τροφής.

Η χορήγηση καψακίων efavirenz με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αύξησε τη μέση AUC και την Cmax του efavirenz κατά 28% και 79%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας. Σε σύγκριση με τη χορήγηση σε κατάσταση νηστείας, η δοσολογία του tenofovir disoproxil και της emtricitabine σε συνδυασμό με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ή με ελαφρύ γεύμα αύξησε τη μέση AUC του tenofovir κατά 43,6% και 40,5%, και την Cmax κατά 16% και 13,5%, αντίστοιχα, χωρίς να επηρεάζει την έκθεση στην emtricitabine.

Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil συνιστάται για χορήγηση με άδειο στομάχι, δεδομένου ότι η τροφή μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο efavirenz και μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αναμένεται ότι η έκθεση στο tenofovir (AUC) θα είναι κατά 30% περίπου χαμηλότερη μετά τη χορήγηση του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil με άδειο στομάχι σε σύγκριση με το μεμονωμένο συστατικό tenofovir disoproxil όταν λαμβάνεται μαζί με τροφή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Κατανομή

Το efavirenz δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό (>99%) στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στη λευκωματίνη.

Η in vitro δέσμευση της emtricitabine στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι <4% και ανεξάρτητη των συγκεντρώσεων στο εύρος από 0,02 έως 200 µg/ml. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της emtricitabine υπολογίσθηκε περίπου στα 1,4 l/kg. Μετά την από στόματος χορήγηση, η emtricitabine κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα. Ο μέσος λόγος συγκέντρωσης πλάσματος προς αίμα ήταν περίπου 1,0 και ο μέσος λόγος συγκέντρωσης σπέρματος προς πλάσμα ήταν περίπου 4,0.

Η in vitro δέσμευση του tenofovir στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ή του ορού είναι <0,7% και 7,2%, αντιστοίχως, σε εύρος συγκεντρώσεων του tenofovir από 0,01 έως 25 µg/ml. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής του tenofovir υπολογίσθηκε περίπου στα 800 ml/kg. Μετά την από στόματος χορήγηση, το tenofovir κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα.

Βιομετασχηματισμός

Μελέτες στον άνθρωπο και μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, έχουν δείξει ότι το efavirenz μεταβολίζεται κυρίως από το σύστημα του CYP σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες με συνακόλουθη γλυκουρονιδίωση αυτών των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ουσιαστικά ανενεργοί έναντι του HIV-1. Οι in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι τα CYP3A4 και CYP2B6 είναι τα κύρια ισοένζυμα που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό του efavirenz και ότι αυτό αναστέλλει τα ισοένζυμα του CYP 2C9, 2C19 και 3A4. Σε in vitro μελέτες, το efavirenz δεν ανέστειλε το CYP2E1 και ανέστειλε το CYP2D6 και το CYP1A2 μόνο σε συγκεντρώσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που επιτυγχάνονται κλινικά.

Η έκθεση στο efavirenz πλάσματος μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με ομοζυγωτική γενετική παραλλαγή G516T του ισοενζύμου CYP2B6. Η κλινική σημασία μιας τέτοιας συσχέτισης είναι άγνωστη. Εν τούτοις, το ενδεχόμενο για αυξημένη συχνότητα και σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το efavirenz δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Το efavirenz έχει δειχθεί ότι επάγει τα CYP3A4 και CYP2B6, με αποτέλεσμα την επαγωγή του ίδιου του μεταβολισμού του, το οποίο μπορεί να είναι κλινικά σημαντικό σε ορισμένους ασθενείς. Σε εθελοντές που δεν είχαν λοίμωξη από HIV, πολλαπλές δόσεις των 200 έως 400 mg την ημέρα για 10 ημέρες είχαν ως αποτέλεσμα μικρότερη από την προβλεπόμενη έκταση της συσσώρευσης (22 έως 42% χαμηλότερη) και μικρότερη τελική ημίσεια ζωή 40 έως 55 ώρες (ημίσεια ζωή μιας εφάπαξ δόσης 52 έως 76 ώρες). Το efavirenz έχει επίσης καταδειχθεί ότι επάγει το UGT1A1. Η έκθεση στο raltegravir (ένα υπόστρωμα του UGT1A1) είναι μειωμένη παρουσία του efavirenz (βλ. Αλληλεπιδράσεις, Πίνακα 1). Αν και τα δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι το efavirenz αναστέλλει τα CYP2C9 και CYP2C19, υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές τόσο αυξημένων όσο και μειωμένων εκθέσεων στα υποστρώματα αυτών των ενζύμων όταν συγχορηγούνται με το efavirenz in vivo. Η καθαρή επίδραση της συγχορήγησης δεν είναι σαφής.

Ο μεταβολισμός της emtricitabine είναι περιορισμένος. Ο βιομετασχηματισμός της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και τον σχηματισμό των 3’-σουλφοξείδιο διαστερεομερών (περίπου το 9% της δόσης) και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο (περίπου το 4% της δόσης). Σε μελέτες in vitro διαπιστώθηκε ότι ούτε το tenofovir disoproxil, ούτε το tenofovir αποτελούν υποστρώματα των ενζύμων CYP. Ούτε η emtricitabine ούτε το tenofovir ανέστειλαν in vitro το μεταβολισμό φαρμακευτικών προϊόντων που επιτελείται από όλες τις μείζονες ισομορφές του ανθρώπινου CYP, οι οποίες συμμετέχουν στο βιομετασχηματισμό των φαρμακευτικών προϊόντων. Επίσης, η emtricitabine δεν αναστέλλει την ουριδινο-5’-διφωσφογλυκουρονυλική τρανσφεράση, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη γλυκουρονιδίωση.

Αποβολή

Το efavirenz έχει σχετικά μεγάλη τελική ημίσεια ζωή τουλάχιστον 52 ώρες μετά από εφάπαξ δόσεις (βλ. επίσης δεδομένα από τη μελέτη βιοϊσοδυναμίας που περιγράφεται παραπάνω) και 40 έως 55 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις. Περίπου 14 έως 34% μιας ραδιοεπισημασμένης δόσης του efavirenz ανακτήθηκε στα ούρα και λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο efavirenz.

Μετά την από στόματος χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της emtricitabine ήταν περίπου 10 ώρες. Η emtricitabine απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης στα ούρα (περίπου το 86%) και στα κόπρανα (περίπου το 14%). Το 13% της δόσης της emtricitabine ανακτήθηκε στα ούρα με τη μορφή τριών μεταβολιτών. Ο μέσος όρος της συστηματικής κάθαρσης της emtricitabine ήταν 307 ml/min.

Μετά την από στόματος χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή του tenofovir ήταν περίπου 12 έως 18 ώρες. Το tenofovir απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών μέσω διήθησης και ενός ενεργού συστήματος σωληναριακής μεταφοράς με περίπου 70 έως 80% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο μέσος όρος της φαινόμενης κάθαρσης του tenofovir ήταν περίπου 307 ml/min. Η νεφρική κάθαρση έχει υπολογισθεί περίπου στα 210 ml/min, που είναι πέραν του ρυθμού σπειραματικής διήθησης. Αυτό υποδεικνύει ότι η ενεργός σωληναριακή απέκκριση συνιστά σημαντικό μέρος της αποβολής του tenofovir.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ηλικία

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες με efavirenz, emtricitabine ή tenofovir σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας πάνω από 65 ετών).

Φύλο

Η φαρμακοκινητική της emtricitabine και του tenofovir είναι παρόμοια σε άνδρες και σε γυναίκες ασθενείς. Περιορισμένα δεδομένα αναφέρουν ότι οι γυναίκες μπορεί να έχουν υψηλότερη έκθεση στο efavirenz αλλά δεν εμφανίζονται να είναι λιγότερο ανεκτικές στο efavirenz.

Εθνικότητα

Περιορισμένα δεδομένα αναφέρουν ότι οι Ασιάτες ασθενείς και ασθενείς από Νήσους του Ειρηνικού μπορεί να έχουν υψηλότερη έκθεση στο efavirenz αλλά δεν εμφανίζονται να είναι λιγότερο ανεκτικοί στο efavirenz.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες με efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil σε βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική του efavirenz, της emtricitabine και του tenofovir disoproxil μετά από συγχορήγηση των μεμονωμένων φαρμακοτεχνικών μορφών ή ως efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με λοίμωξη HIV και με νεφρική δυσλειτουργία.

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι προσδιορίστηκαν μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων μεμονωμένων σκευασμάτων emtricitabine 200 mg ή tenofovir disoproxil 245 mg σε ασθενείς χωρίς HIV λοίμωξη με ποικίλου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Ο βαθμός της νεφρικής δυσλειτουργίας προσδιορίστηκε σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης κατά την έναρξη της θεραπείας (φυσιολογική νεφρική λειτουργία όταν η κάθαρση κρεατινίνης >80 ml/min, ήπια δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης=50 έως 79 ml/min, μέτρια δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης=30 έως 49 ml/min και σοβαρή δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης=10 έως 29 ml/min).

Η μέση έκθεση στην emtricitabine (% CV) αυξήθηκε από 12 μg-h/ml (25%) σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 20 μg-h/ml (6%), 25 μg-h/ml (23%) και 34 μg-h/ml (6%), σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα.

Η μέση έκθεση σε tenofovir (% CV) αυξήθηκε από 2.185 ng-h/ml (12%) σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 3.064 ng-h/ml (30%), 6.009 ng-h/ml (42%) και 15.985 ng-h/ml (45%), σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα.

Σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) που χρήζουν αιμοδιύλισης, η έκθεση στο φάρμακο μεταξύ των συνεδριών αυξήθηκε σημαντικά εντός 72 ωρών φτάνοντας τα 53 μg-h/ml (19%) emtricitabine και εντός 48 ωρών φτάνοντας τα 42.857 ng-h/ml (29%) tenofovir.

Η φαρμακοκινητική του efavirenz δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, λιγότερο από 1% της δόσης του efavirenz απεκκρίνεται αμετάβλητη με τα ούρα, οπότε η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στο efavirenz πρέπει να είναι ελάχιστη.

Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν συνιστάται για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/min). Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία απαιτείται αναπροσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος της emtricitabine και του tenofovir disoproxil, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με το δισκίο συνδυασμού (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η φαρμακοκινητική του efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με λοίμωξη από HIV και με ηπατική δυσλειτουργία. Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Το efavirenz/emtricitabine/tenofovir disoproxil δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις) και δεν συνιστάται για ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε μια μελέτη εφάπαξ δόσης του efavirenz, η ημίσεια ζωή διπλασιάσθηκε στη μεμονωμένη περίπτωση ασθενούς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh-Turcotte Κατηγορία Γ), δείχνοντας πιθανότητα για μεγαλύτερου βαθμού συσσώρευση. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων του efavirenz δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του efavirenz σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh-Turcotte Κατηγορία A) σε σύγκριση με τους μάρτυρες. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να καθορισθεί εάν η μέτρια ή η σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh-Turcotte Κατηγορία B ή Γ) επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του efavirenz.

Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς χωρίς HBV λοίμωξη με ποικίλου βαθμού ηπατική ανεπάρκεια. Γενικά, η φαρμακοκινητική της emtricitabine σε ασθενείς με HBV λοίμωξη ήταν παρόμοια με αυτή των υγιών ατόμων και των ασθενών με HIV λοίμωξη.

Σε ασθενείς χωρίς HIV λοίμωξη με ποικίλου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία σύμφωνα με την κατάταξη CPT, χορηγήθηκε εφάπαξ δόση 245 mg tenofovir disoproxil. Η φαρμακοκινητική του tenofovir δεν μεταβλήθηκε σημαντικά σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας ότι στα άτομα αυτά δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του tenofovir disoproxil.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστηματική χρήση, αντιικά φάρμακα για τη θεραπεία HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR06. ### Μηχανισμός δράσης Το efavirenz είναι ένας NNRTI του HIV-1. Το efavirenz αναστέλλει μη ανταγωνιστικά την…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστηματική χρήση, αντιικά φάρμακα για τη θεραπεία HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR06. ### Μηχανισμός δράσης Το efavirenz είναι ένας NNRTI του HIV-1. Το efavirenz αναστέλλει μη ανταγωνιστικά την…
Φαρμακοκινητική
Οι μεμονωμένες φαρμακοτεχνικές μορφές των efavirenz, emtricitabine και tenofovir disoproxil χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων των efavirenz, emtricitabine και tenofovir disoproxil, χορηγούμενα μεμονωμένα, σε ασθενείς με…
info Πληροφορίες

Κωδικός ATC5

J05AR06

Κάτοχος Άδειας

Gilead
pill