Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

KALETRA

lopinavir and ritonavir

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
KALETRA (100+25)MG/TAB Διακοπή
100+25 / TAB 109.43 €
100+25 / TAB
133,3+33,3 / CAP 334.85 €
200+50 / TAB 292.32 €
80+20 / ML 315.89 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)

  1. Θεραπεία του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1)

    σε: Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας από 14 ημερών και άνω

    Σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες. Η επιλογή για ασθενείς που έχουν ήδη λάβει αναστολείς πρωτεασών πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένες εξετάσεις για την αντοχή στον ιό και στο ιστορικό θεραπείας των ασθενών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές).

    • B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη

KALETRA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Δύο φορές ημερησίως με τροφή
Δόση έναρξης:
5 ml πόσιμου διαλύματος (400/100 mg)
  • Ενήλικες και έφηβοι
    Δόση5 ml πόσιμου διαλύματος (400/100 mg)
  • Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας από 14 ημερών έως 6 μηνών
    Δόση16/4 mg/kg ή 300/75 mg/m2
    Δύο φορές ημερησίως με τροφή. Να μην χορηγείται σε συνδυασμό με efavirenz ή nevirapine.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας άνω των 6 μηνών και κάτω των 18 ετών (χωρίς συγχορήγηση Efavirenz ή Nevirapine)
    Δόση7 έως < 15 kg: 12/3 mg/kg (ή 1,25 ml για 7-10 kg, 1,75 ml για >10-15 kg); ≥ 15 έως 40 kg: 10/2,5 mg/kg (ή 2,25 ml για 15-20 kg, 2,75 ml για >20-25 kg, 3,50 ml για >25-30 kg, 4,00 ml για >30-35 kg, 4,75 ml για >35-40 kg); ≥ 40 kg: Συνιστώμενη δοσολογία ενηλίκων. Βάσει ΕΣ: βλ. πίνακα δοσολογίας.
    Δύο φορές ημερησίως με τροφή.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας άνω των 6 μηνών και κάτω των 18 ετών (με συγχορήγηση Efavirenz ή Nevirapine)
    Δόση300/75 mg/m2
    Μέγ. δόση533/133 mg ή 6,5 ml
    Η δόση των 230/57,5 mg/m2 μπορεί να είναι ανεπαρκής.
  • Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 14 ημερών και πρόωρα νεογνά
    Δεν πρέπει να χορηγείται πριν φτάσουν σε μετεμμηνορυσιακή ηλικία 42 εβδομάδων και μεταγεννητική ηλικία τουλάχιστον 14 ημερών.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Αύξηση κατά 30% της έκθεσης στο lopinavir, δεν αναμένεται κλινικής συσχέτισης.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν αναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
  • Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και για τα οποία οι υψηλές συγκεντρώσεις πλάσματος σχετίζονται με σοβαρά και/ή επικίνδυνα για τη ζωή συμβάντα.
  • Alfuzosin
  • Ranolazine
  • Amiodarone
  • Dronedarone
  • Fusidic Acid
    ΠληθυσμόςΓια δερματολογικές λοιμώξεις
  • Neratinib
  • Venetoclax
  • Colchicine
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
  • Astemizole
  • Terfenadine
  • Lurasidone
  • Pimozide
  • Quetiapine
  • Dihydroergotamine
  • Ergonovine
  • Ergotamine
  • Methylergonovine
  • Cisapride
  • Elbasvir/grazoprevir
  • Lovastatin
  • Simvastatin
  • Lomitapide
  • Avanafil
  • Sildenafil
    ΠληθυσμόςΓια τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (PAH)
  • Vardenafil
  • Από του στόματος midazolam
  • Triazolam
  • Φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St. John’s Wort (Hypericum perforatum)
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 14 ημερών
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν disulfiram
  • Πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν metronidazole
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενες ηπατικές διαταραχές
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Χρόνια ηπατίτιδα Β ή C
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που τους χορηγείται συνδυασμός αντιρετροϊκής θεραπείας
    Αυξημένος κίνδυνος για σοβαρές και πιθανώς θανατηφόρες ηπατικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Ανατρέξτε στο αντίστοιχο φύλλο οδηγιών των φαρμακευτικών προϊόντων αντιιικής θεραπείας.
  • Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης χρόνιας ηπατίτιδας
    Εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας. Θα πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν υπάρξει ένδειξη για επιδείνωση, να ληφθεί υπόψη προσωρινή ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας.
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες με ή χωρίς αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη μόνο από HIV-1 και σε άτομα που λαμβάνουν προφυλακτική θεραπεία μετά από έκθεση
    Κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις πριν την έναρξη της θεραπείας και στενή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να είναι σοβαρή.
  • Αιμοφιλία
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑιμορροφιλικοί ασθενείς τύπου Α και Β
    Έχουν αναφερθεί αναφορές αυξημένης αιμορραγίας, συμπεριλαμβανομένων αυτόματων αιματωμάτων του δέρματος και αιμάρθρων. Οι αιμορροφιλικοί ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.
  • Παγκρεατίτιδα
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (συμπεριλαμβανομένων όσων εμφάνισαν υπερτριγλυκεριδαιμία, με ιστορικό παγκρεατίτιδας ή ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φάρμακα που σχετίζονται με παγκρεατίτιδα, ή με προχωρημένη νόσο HIV)
    Να λαμβάνεται υπόψη η περίπτωση παγκρεατίτιδας εάν εμφανιστούν κλινικά συμπτώματα (ναυτία, έμετοι, κοιλιακό άλγος) ή μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές (όπως αυξημένες τιμές λιπάσης ή αμυλάσης ορού). Η θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να αναστέλλεται εάν γίνει διάγνωση παγκρεατίτιδας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Φλεγμονώδες Σύνδρομο Ανασύστασης του Ανοσοποιητικού
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIV και με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART)
    Ενδέχεται να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα. Να εκτιμάται κάθε φλεγμονώδες σύμπτωμα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Αυτοάνοσες διαταραχές
    Έχουν αναφερθεί ότι εμφανίζονται κατά την ανασύσταση του ανοσοποιητικού (π.χ. νόσος του Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα), πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
  • Οστεονέκρωση
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Παράταση διαστήματος PR
    Με προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενη δομική καρδιακή νόσο, προϋπάρχουσες ανωμαλίες του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικού ερεθίσματος ή λαμβάνουν φάρμακα γνωστά για την παράταση του διαστήματος PR (π.χ. verapamil ή atazanavir)
    Το Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σπάνιες αναφορές 2ου και 3ου βαθμού κολποκοιλιακού αποκλεισμού έχουν αναφερθεί.
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    Ενδέχεται να προκύψει αύξηση του σωματικού βάρους, των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Για την παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης, να λαμβάνονται υπόψη οι καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται κλινικά.
  • Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα
    Σοβαρή
    Το Lopinavir And Ritonavir είναι πιθανό να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαρμακευτικών προϊόντων που κυρίως μεταβολίζονται από το CYP3A, αυξάνοντας ή παρατείνοντας τη θεραπευτική τους δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με bedaquiline
    Προσοχή
    Θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου, η συγχορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται πιο συχνός ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος και έλεγχος των τρανσαμινασών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με delamanid
    Με προσοχή
    Εάν η συγχορήγηση θεωρείται απαραίτητη, συνιστάται πολύ συχνή παρακολούθηση με ΗΚΓ καθ 'όλη την περίοδο θεραπείας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με colchicine
    Αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
    Η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με tadalafil (για PAH)
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με riociguat
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με fusidic acid (για οστεο-αρθρικές λοιμώξεις)
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με salmeterol
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με rivaroxaban
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με atorvastatin
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται. Εάν είναι απολύτως απαραίτητη, χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή δόση με προσεκτική παρακολούθηση.
  • Συγχορήγηση με rosuvastatin
    Προσοχή
    Εφιστάται προσοχή και θα πρέπει να εξετάζεται μείωση των δόσεων (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με αναστολείς φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (sildenafil ή tadalafil)
    Με προσοχή
    ΠληθυσμόςΓια τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας
    Εφιστάται ιδιαίτερη προσοχή. Αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις τους, οδηγώντας σε ανεπιθύμητες ενέργειες όπως υπόταση, συγκοπή, αλλαγές στην όραση και παρατεταμένη στύση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με avanafil ή vardenafil
    Αντένδειξη
    Η ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Συγχορήγηση με sildenafil (για PAH)
    Αντένδειξη
    Η ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν επιμήκυνση του διαστήματος QT (chlorpheniramine, quinidine, erythromycin, clarithromycin)
    Με προσοχή
    Εφιστάται ιδιαίτερη προσοχή. Το Lopinavir And Ritonavir θα μπορούσε να αυξήσει τις συγκεντρώσεις τους, με αποτέλεσμα αύξηση των καρδιακών ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Πιθανές καρδιακές επιδράσεις του Lopinavir And Ritonavir δεν μπορούν προς το παρόν να αποκλεισθούν (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
  • Συγχορήγηση με rifampicin
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται. Να αποφεύγεται εκτός εάν κρίνεται απολύτως απαραίτητη, λόγω μειώσεων των συγκεντρώσεων lopinavir και αυξημένου κινδύνου ηπατικής ή γαστρεντερικής τοξικότητας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Συγχορήγηση με φλουτικαζόνη ή άλλα γλυκοκορτικοειδή μεταβολιζόμενα από CYP3A4 (budesonide, triamcinolone)
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί έναντι του κινδύνου συστηματικών εκδηλώσεων (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Τοξικότητα από προπυλενογλυκόλη
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν το πόσιμο διάλυμα, ιδίως εκείνοι με νεφρική δυσλειτουργία ή με μειωμένη ικανότητα μεταβολισμού της προπυλενογλυκόλης (π.χ. Ασιατικής εθνικότητας)
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες πιθανώς σχετιζόμενες με την τοξικότητα της προπυλενογλυκόλης (π.χ. σπασμοί, λήθαργος, ταχυκαρδία, υπεροσμωτικότητα, γαλακτική οξείωση, νεφροτοξικότητα, αιμόλυση) (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αλκοόλη στο πόσιμο διάλυμα
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΆτομα που πάσχουν από νόσο του ήπατος, αλκοολισμό, επιληψία, εγκεφαλική βλάβη ή νόσο, έγκυες γυναίκες και παιδιά
    Το πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir περιέχει αλκοόλη (42% ο/ο) η οποία είναι πιθανώς βλαβερή. Ενδέχεται να τροποποιήσει ή να αυξήσει τις δράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων.
  • Φρουκτόζη στο πόσιμο διάλυμα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη
    Το πόσιμο διάλυμα Lopinavir And Ritonavir περιέχει έως και 0,8 g φρουκτόζης ανά δόση. Αυτό μπορεί να είναι ακατάλληλο.
  • Γλυκερόλη στο πόσιμο διάλυμα
    Μόνο σε υψηλά λανθασμένες δόσεις, μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία και γαστρεντερική διαταραχή.
  • Υδρογονωμένο 40 πολυοξυλο κικέλαιο και κάλιο στο πόσιμο διάλυμα
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε κάλιο
    Μπορεί να προκαλέσουν γαστρεντερική διαταραχή μόνο σε υψηλά λανθασμένες δόσεις. Εφιστάται προσοχή.
  • Κίνδυνος τοξικότητας και ιατρικού λάθους από αλκοόλη και προπυλενογλυκόλη
    Σοβαρή
    ΠληθυσμόςΒρέφη και μικρά παιδιά
    Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται για τον ακριβή υπολογισμό της δόσης, την καταγραφή, την παροχή πληροφοριών και τις οδηγίες δοσολογίας ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος ιατρικού λάθους και υπερδοσολογίας.
  • Τοξικότητα από έκδοχα του πόσιμου διαλύματος
    Απειλητική για τη ζωή
    ΠληθυσμόςΒρέφη, πρόωρα νεογνά
    Οι συνολικές ποσότητες της αλκοόλης και της προπυλενογλυκόλης από όλα τα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Τα βρέφη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα (υπερωσμομοριακότητα κατά βάρος, γαλακτική οξέωση, νεφρική τοξικότητα, καταστολή ΚΝΣ, επιληπτικές κρίσεις, υποτονία, καρδιακές αρρυθμίες, αλλαγές στο ΗΚΓ, αιμόλυση). Έχουν αναφερθεί απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις καρδιακής τοξικότητας, γαλακτικής οξέωσης, οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, καταστολής του ΚΝΣ και αναπνευστικές επιπλοκές που οδηγούν στο θάνατο (βλ. Αντενδείξεις και Υπερδοσολογία).
  • Υπο-βέλτιστη έκθεση
    ΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας από 14 ημερών έως 3 μηνών
    Μπορεί να έχουν υπο-βέλτιστη έκθεση με δυνητικό κίνδυνο ανεπαρκούς ιολογικής καταστολής και εμφάνισης αντοχής (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ασυμβατότητα με καθετήρες σίτισης
    Προσοχή
    Δεν συνιστάται η χρήση του πόσιμου διαλύματος με καθετήρες σίτισης από πολυουρεθάνη λόγω πιθανής ασυμβατότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • χωρίς προσαρμογή
    Lopinavir: ↔
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Abacavir, Zidovudine: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν λόγω της αυξημένης γλυκουρονιδίωσης από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΔεν είναι γνωστή η κλινική σημασία των μειωμένων συγκεντρώσεων abacavir και zidovudine.
  • Tenofovir disoproxil fumarate (DF), 300 mg QD (αντιστοιχεί σε 245 mg tenofovir disoproxil)
    χωρίς προσαρμογή
    Tenofovir: AUC: ↑ 32%, Cmax: ↔, Cmin: ↑ 51%. Lopinavir: ↔. Υψηλότερες συγκεντρώσεις του tenofovir ενδέχεται να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες από το tenofovir, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών δυσλειτουργιών.
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Efavirenz, 600 mg QD
    προσοχή
    Lopinavir: AUC: ↓ 20%, Cmax: ↓ 13%, Cmin: ↓ 42%
    ΣύστασηΒλέπε Δοσολογία για την προτεινόμενη δοσολογία του Lopinavir And Ritonavir ή εξετάστε εναλλακτική θεραπεία.
  • Nevirapine, 200 mg BID
    προσοχή
    Lopinavir: AUC: ↓ 27%, Cmax: ↓ 19%, Cmin: ↓ 51%
    ΣύστασηΒλέπε Δοσολογία για την προτεινόμενη δοσολογία του Lopinavir And Ritonavir ή εξετάστε εναλλακτική θεραπεία.
  • χωρίς προσαρμογή
    Etravirine: AUC: ↓ 35%, Cmin: ↓ 45%, Cmax: ↓ 30% (Lopinavir/ritonavir δισκίο 400/100 mg BID)
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
  • Rilpivirine (Lopinavir/ritonavir καψάκιο 400/100 mg BID)
    χωρίς προσαρμογή
    Lopinavir: AUC: ↔, Cmin: ↓ 20%, Cmax: ↔. Rilpivirine: AUC: ↑ 52%, Cmin: ↑ 74%, Cmax: ↑ 29%. (αναστολή των ενζύμων CYP3A). Ταυτόχρονη χρήση του Lopinavir And Ritonavir με rilpivirine προκαλεί αύξηση των συγκεντρώσεων της rilpivirine στο πλάσμα, αλλά δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • μείωση δόσης
    Maraviroc: AUC: ↑ 295%, Cmax: ↑ 97%. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ δόση του maraviroc θα πρέπει να μειώνεται σε 150 mg δύο φορές ημερησίως κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με Lopinavir And Ritonavir 400/100 mg δύο φορές ημερησίως.
  • χωρίς προσαρμογή
    Raltegravir: AUC: ↔, Cmax: ↔, C12: ↓ 30%. Lopinavir: ↔
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Fosamprenavir, ritonavir (700, 100 mg BID) ή Fosamprenavir (1400 mg BID)
    αντένδειξη
    Fosamprenavir: Οι συγκεντρώσεις Amprenavir μειώνονται σημαντικά.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων δεν συνιστάται λόγω αυξημένης συχνότητας γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών και αυξήσεων των τριγλυκεριδίων χωρίς αυξήσεις της ιολογικής αποτελεσματικότητας.
  • Tipranavir, ritonavir (500, 100 mg BID)
    αντένδειξη
    Lopinavir: AUC: ↓ 55%, Cmin: ↓ 70%, Cmax: ↓ 47%
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων δεν συνιστάται.
  • Omeprazole (40 mg QD)
    χωρίς προσαρμογή
    Omeprazole: ↔. Lopinavir: ↔
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • Ranitidine (150 mg εφάπαξ δόση)
    χωρίς προσαρμογή
    Ranitidine: ↔
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • αντένδειξη
    Alfuzosin: Οι συγκεντρώσεις alfuzosin αναμένεται να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με alfuzosin αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις) καθώς η τοξικότητα που σχετίζεται με το alfuzosin, συμπεριλαμβανομένης της υπότασης, μπορεί να αυξηθεί.
  • προσοχή
    Fentanyl: Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών (αναπνευστική καταστολή, καταστολή) λόγω υψηλότερων συγκεντρώσεων στο πλάσμα που οφείλονται στην αναστολή του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΠροσεκτικός έλεγχος των ανεπιθυμήτων ενεργειών (ειδικά της αναπνευστικής καταστολής αλλά και της καταστολής) συστήνεται όταν το fentanyl χορηγείται ταυτόχρονα με το Lopinavir And Ritonavir.
  • αντένδειξη
    Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir, οι συγκεντρώσεις ranolazine αναμένεται να αυξηθούν.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση Lopinavir And Ritonavir και ranolazine αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Amiodarone, Dronedarone: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir. Μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος για αρρυθμία ή άλλες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με amiodarone ή dronedarone αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • προσοχή
    Digoxin: Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής της P-glycoprotein από το lopinavir/ritonavir. Το αυξημένο επίπεδο digoxin μπορεί να μειώνεται με τη πάροδο του χρόνου καθώς αναπτύσσεται επιτάχυνση της P-gp.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή και, εάν υπάρχει δυνατότητα, συστήνεται ο έλεγχος των θεραπευτικών συγκεντρώσεων digoxin σε περίπτωση συγχορήγησης Lopinavir And Ritonavir και digoxin. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν συνταγογραφείται Lopinavir And Ritonavir σε ασθενείς που λαμβάνουν digoxin αφού η οξεία ανασταλτική δράση του ritonavir στο Pgp αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα του digoxin. Έναρξη θεραπείας με digoxin σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν Lopinavir And Ritonavir είναι πιθανόν να έχει ως αποτέλεσμα μικρότερη αύξηση από την αναμενόμενη των συγκεντρώσεων digoxin.
  • Bepridil, Systemic Lidocaine, και Quinidine
    προσοχή
    Bepridil, Systemic Lidocaine, Quinidine: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν όταν συγχορηγούνται με lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή και, εάν υπάρχει δυνατότητα, συστήνεται ο έλεγχος των θεραπευτικών συγκεντρώσεων των φαρμάκων.
  • προσοχή
    Clarithromycin: Μέτριες αυξήσεις της AUC της κλαριθρομυκίνης αναμένονται λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΓια ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CrCL < 30 ml/min) πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης της κλαριθρομυκίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Εφιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση clarithromycin με Lopinavir And Ritonavir σε ασθενείς με δυσλειτουργία της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας.
  • αποφεύγεται
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A από το ritonavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του abemaciclib και του Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η συγχορήγηση αυτή κριθεί αναπόφευκτη, ανατρέξτε στην ΠΧΠ του abemaciclib για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δοσολογίας. Παρακολουθείστε για ΑΕ που σχετίζονται με το abemaciclib.
  • αποφεύγεται
    Το apalutamide είναι ένας μέτριος έως ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4 και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη έκθεση του lopinavir/ritonavir. Οι συγκεντρώσεις του apalutamide στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Η συγχορήγηση του apalutamide και του Lopinavir And Ritonavir μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων των σπασμών λόγω των υψηλότερων επιπέδων του apalutamide.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του Lopinavir And Ritonavir με το apalutamide δεν συνιστάται. Η μειωμένη έκθεση σε Lopinavir And Ritonavir μπορεί να οδηγήσει σε ενδεχόμενη απώλεια της ιολογικής ανταπόκρισης.
  • Afatinib (Ritonavir 200 mg δύο φορές ημερησίως)
    προσοχή
    Afatinib: AUC: ↑, Cmax: ↑. Το μέγεθος της αύξησης εξαρτάται από τη χρονική στιγμή της χορήγησης του ritonavir.
    ΣύστασηΕφιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση afatinib με Lopinavir And Ritonavir. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του afatinib για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δοσολογίας. Παρακολουθείστε για ΑΕ που σχετίζονται με το afatinib.
  • προσοχή
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής της BCRP (πρωτεΐνη αντίστασης στον καρκίνο του µαστού/ABCG2) και οξείας αναστολής της P-gp από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΕφιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση ceritinib με Lopinavir And Ritonavir. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του ceritinib για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δοσολογίας. Παρακολουθείστε για ΑΕ που σχετίζονται με το ceritinib.
  • Οι περισσότεροι αναστολείς τυροσινικής κινάσης, όπως τα dasatimib, nilotinib, vincristine, vinblastine
    παρακολούθηση
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A και της P-gp από το lopinavir/ritonavir. Κίνδυνος αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω των υψηλότερων συγκεντρώσεων στον ορό που οφείλονται στην αναστολή του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΠροσεκτικός έλεγχος της ανοχής σε αυτούς τους αντικαρκινικούς παράγοντες.
  • αποφεύγεται
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του encorafenib με το Lopinavir And Ritonavir μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο encorafenib, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών όπως η επιμήκυνση του διαστήματος QT. Η συγχορήγηση του encorafenib και του Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν το όφελος θεωρηθεί ότι υπερτερεί του κινδύνου και το Lopinavir And Ritonavir πρέπει να χρησιμοποιηθεί, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την ασφάλεια.
  • προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στον μεταβολίτη R406 του fostamatinib.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του fostamatinib με το Lopinavir And Ritonavir μπορεί να αυξήσει την έκθεση στον μεταβολίτη R406 του fostamatinib, οδηγώντας σε σχετιζόμενα με τη δόση ανεπιθύμητα συμβάντα, όπως ηπατοτοξικότητα, ουδετεροπενία, υπέρταση ή διάρροια. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του fostamatinib για συστάσεις σχετικά με τη μείωση της δόσης, σε περίπτωση που προκύψουν τέτοια συμβάντα.
  • αποφεύγεται
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του ibrutinib και του Lopinavir And Ritonavir μπορεί να αυξήσει την έκθεση στο ibrutinib, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας συμπεριλαμβανομένου τον κίνδυνο συνδρόμου λύσης όγκου. Η συγχορήγηση του ibrutinib και του Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν το όφελος θεωρηθεί ότι υπερτερεί του κινδύνου και το Lopinavir And Ritonavir πρέπει να χρησιμοποιηθεί, μειώστε τη δόση του ibrutinib στα 140 mg και παρακολουθήστε στενά τον ασθενή για τοξικότητα.
  • αντένδειξη
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A από το ritonavir. Κίνδυνος σοβαρών ή/και απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένης της ηπατοτοξικότητας.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του neratinib με το Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • προσοχή
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir, με αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο συνδρόμου λύσης όγκου κατά την έναρξη και τη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης της δόσης.
    ΣύστασηΣε ασθενείς που έχουν ολοκληρώσει την φάση τιτλοποίησης της δόσης και λαμβάνουν μια σταθερή ημερήσια δόση venetoclax, μειώστε τη δόση του venetoclax κατά τουλάχιστον 75% όταν χρησιμοποιείται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A (ανατρέξτε στην ΠΧΠ του venetoclax για οδηγίες δοσολογίας). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας που σχετίζονται με το venetoclax (βλ. Αντενδείξεις και ΠΧΠ του venetoclax).
  • παρακολούθηση
    Warfarin: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν κατά τη συγχορήγηση με lopinavir/ritonavir λόγω της επαγωγής του CYP2C9.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του INR (Διεθνούς Λόγου Ομαλοποίησης).
  • Rivaroxaban (Ritonavir 600 mg δύο φορές ημερησίως)
    αντένδειξη
    Rivaroxaban: AUC: ↑ 153%, Cmax: ↑ 55%. Λόγω της αναστολής του CYP3A και του P-gp από το lopinavir/ritonavir. Μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
    ΣύστασηΗ χρήση του rivaroxaban δεν συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • προσοχή
    Dabigatran etexilate, Edoxaban: Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του P-gp από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και/ή μείωση της δόσης των αντιπηκτικών άμεσης δράσης που χορηγούνται από το στόμα (DOAC) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν ένα DOAC που μεταφέρεται από το P-gp αλλά δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4, συμπεριλαμβανομένων των dabigatran etexilate και edoxaban, συγχορηγείται με Lopinavir And Ritonavir.
  • προσοχή
    Phenytoin: Οι συγκεντρώσεις σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν μετρίως μειωμένες λόγω της επαγωγικής δράσης στα CYP2C9 και CYP2C19 από το lopinavir/ritonavir. Lopinavir: Οι συγκεντρώσεις είναι μειωμένες λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A από τη phenytoin.
    ΣύστασηΕφιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση phenytoin με Lopinavir And Ritonavir. Τα επίπεδα phenytoin θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη συγχορήγηση με Lopinavir And Ritonavir. Όταν συγχορηγείται με phenytoin, θα πρέπει να προβλέπεται η αύξηση της δοσολογίας του Lopinavir And Ritonavir. Η αναπροσαρμογή της δόσης δεν έχει αξιολογηθεί στην κλινική πράξη.
  • προσοχή
    Carbamazepine: Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Lopinavir: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A από τη carbamazepine και τη phenobarbital.
    ΣύστασηΕφιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση carbamazepine ή phenobarbital με Lopinavir And Ritonavir. Τα επίπεδα carbamazepine και phenobarbital θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη συγχορήγηση με Lopinavir And Ritonavir. Όταν συγχορηγείται με carbamazepine ή phenobarbital, θα πρέπει να προβλέπεται η αύξηση της δοσολογίας του Lopinavir And Ritonavir. Η αναπροσαρμογή της δόσης δεν έχει αξιολογηθεί στην κλινική πράξη.
  • προσοχή
    Lamotrigine: AUC: ↓ 50%, Cmax: ↓ 46%, Cmin: ↓ 56%. Λόγω της επαγωγής γλυκουρονίδωσης της lamotrigine.
    ΣύστασηΣε ασθενείς που ξεκινούν ή διακόπτουν το Lopinavir And Ritonavir, ενώ παράλληλα λαμβάνουν δόση συντήρησης με lamotrigine: Η δόση του lamotrigine μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί εάν προστεθεί Lopinavir And Ritonavir, ή να μειωθεί εάν διακοπεί το Lopinavir And Ritonavir. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του lamotrigine στο πλάσμα, ιδιαίτερα πριν και κατά τη διάρκεια 2 εβδομάδων μετά την έναρξη ή τη διακοπή του Lopinavir And Ritonavir, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του lamotrigine. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη το Lopinavir And Ritonavir και ξεκινούν το lamotrigine: Δεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης στη συνιστώμενη κλιμακούμενη δόση lamotrigine.
  • Valproate
    παρακολούθηση
    Valproate: ↓. Μειωμένη επίδραση VPA.
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για μια μειωμένη επίδραση VPA όταν το Lopinavir And Ritonavir και το βαλπροϊκό οξύ ή το valproate χορηγούνται ταυτόχρονα.
  • Trazodone εφάπαξ δόση (Ritonavir, 200 mg BID)
    προσοχή
    Trazodone: AUC: ↑ 2,4-φορές. Παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ναυτία, ζάλη, υπόταση και συγκοπή μετά τη συγχορήγηση των trazodone και ritonavir.
    ΣύστασηΕίναι άγνωστο εάν ο συνδυασμός Lopinavir And Ritonavir προκαλεί παρόμοια αύξηση στην έκθεση trazodone. Ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μία μικρότερη δόση του trazodone.
  • προσοχή
    Ketoconazole, Itraconazole: Οι συγκεντρώσεις ορού μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΔεν συνιστώνται υψηλές δόσεις των ketoconazole και itraconazole (>200 mg/ημέρα).
  • αποφεύγεται
    Voriconazole: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του voriconazole και χαμηλών δόσεων ritonavir (100 mg BID) όπως περιέχεται στο Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση του οφέλους/κινδύνου για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση του voriconazole.
  • Colchicine εφάπαξ δόση (Ritonavir, 200 mg BID)
    αντένδειξη
    Colchicine: AUC: ↑ 3-φορές, Cmax: ↑ 1,8-φορές. Λόγω της αναστολής του P-gp και/ή του CYP3A4 από το ritonavir.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με colchicine σε ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία αντενδείκνυται λόγω της πιθανής αύξησης σοβαρών και/ή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων που σχετίζονται με την colchicine, όπως η νευρομυϊκή τοξικότητα (συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης) (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική ή ηπατική λειτουργία, εάν απαιτείται θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir, συνιστάται μείωση της δοσολογίας της colchicine ή διακοπή της θεραπείας με colchicine. Ανατρέξτε στις συνταγογραφικές πληροφορίες της colchicine.
  • αντένδειξη
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής αρρυθμίας.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με astemizole και terfenadine αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Fusidic Acid: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με fusidic acid αντενδείκνυται σε δερματολογικές λοιμώξεις λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το fusidic acid, ιδίως της ραβδομυόλυσης (βλ. Αντενδείξεις). Όταν χρησιμοποιείται για οστεοαρθρικές λοιμώξεις, όπου η συγχορήγηση είναι αναπόφευκτη, συνιστάται μετ’ επιτάσεως στενή κλινική παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες του μυϊκού συστήματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Bedaquiline (εφάπαξ δόση) (Lopinavir/ritonavir 400/100 mg BID, πολλαπλή δόση)
    προσοχή
    Bedaquiline: AUC: ↑ 22%, Cmax: ↔. Κατά την παρατεταμένη συγχορήγηση με lopinavir/ritonavir μπορεί να παρατηρηθεί μεγαλύτερη επίδραση στην έκθεση σε bedaquiline στο πλάσμα.
    ΣύστασηΛόγω του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με το bedaquiline, πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση bedaquiline και Lopinavir And Ritonavir. Εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου, η συγχορήγηση του bedaquiline με το Lopinavir And Ritonavir πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται πιο συχνός ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος και έλεγχος των τρανσαμινασών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ του bedaquiline).
  • Delamanid (100 mg BID) (Lopinavir/ritonavir 400/100 mg BID)
    παρακολούθηση
    Είναι πιθανή η αναστολή του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir. Delamanid: AUC: ↑ 22%. DM-6705 (ενεργός μεταβολίτης του delamanid): AUC: ↑ 30%. Κατά την παρατεταμένη συγχορήγηση με lopinavir/ritonavir μπορεί να παρατηρηθεί μεγαλύτερη επίδραση στην έκθεση σε DM-6705.
    ΣύστασηΛόγω του κινδύνου παράτασης του διαστήματος QTc που σχετίζεται με τον DM-6705, σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητη η συγχορήγηση του delamanid με Lopinavir And Ritonavir, συνιστάται πολύ συχνή παρακολούθηση με ΗΚΓ καθ' όλη την περίοδο θεραπείας με delamanid (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ του delamanid).
  • Rifabutin, 150 mg QD
    προσοχή
    Rifabutin (αρχικό φάρμακο και ενεργός μεταβολίτης 25-O-desacetyl): AUC: ↑ 5,7-φορές, Cmax: ↑ 3,5-φορές. Αυξημένη έκθεση σε rifabutin.
    ΣύστασηΌταν χορηγείται με Lopinavir And Ritonavir, η συνιστώμενη δόση rifabutin είναι 150 mg 3 φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες ημέρες. Η αυξημένη παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το rifabutin, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας και της ραγοειδίτιδας, είναι απαραίτητη. Σε ασθενείς στους οποίους δεν είναι ανεκτή η δόση των 150 mg τρεις φορές την εβδομάδα, συνιστάται περαιτέρω μείωση της δοσολογίας του rifabutin στα 150 mg δύο φορές την εβδομάδα σε καθορισμένες ημέρες. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η δοσολογία των 150 mg δύο φορές την εβδομάδα μπορεί να μην παρέχει τη βέλτιστη έκθεση στο rifabutin, οδηγώντας έτσι σε κίνδυνο αντοχής στο rifamycin και σε αποτυχία της θεραπείας. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης του Lopinavir And Ritonavir.
  • αποφεύγεται
    Lopinavir: Μπορεί να παρατηρηθούν μεγάλες μειώσεις των συγκεντρώσεων lopinavir λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A4 από τη rifampicin. Μειωμένη θεραπευτική δράση του lopinavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με rifampicin δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση αυτή κριθεί αναπόφευκτη, μπορεί να χορηγηθεί αυξημένη δόση Lopinavir And Ritonavir 400 mg/400 mg δύο φορές ημερησίως με rifampicin υπό στενή παρακολούθηση της ασφάλειας και της θεραπευτικής δράσης του φαρμάκου. Η δόση του Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να τιτλοποιείται προς τα πάνω μόνο μετά την έναρξη χορήγησης του rifampicin (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • αντένδειξη
    Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir, οι συγκεντρώσεις lurasidone αναμένεται να αυξηθούν.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση με lurasidone αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir, οι συγκεντρώσεις pimozide αναμένεται να αυξηθούν. Ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών αιματολογικών ανωμαλιών ή άλλων σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με pimozide αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Λόγω της αναστολής του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir, οι συγκεντρώσεις της quetiapine αναμένεται να αυξηθούν. Ενδέχεται να αυξήσει την τοξικότητα που σχετίζεται με την quetiapine.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με quetiapine αντενδείκνυται.
  • Από του στόματος Midazolam
    αντένδειξη
    Από του στόματος Midazolam: AUC: ↑ 13-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΤο Lopinavir And Ritonavir δεν πρέπει να συγχορηγείται με την από του στόματος χορηγούμενη midazolam (βλ. Αντενδείξεις).
  • Παρεντερική Midazolam
    προσοχή
    Παρεντερική Midazolam: AUC: ↑ 4- φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή για τη συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir και της παρεντερικά χορηγούμενης midazolam. Εάν το Lopinavir And Ritonavir συγχορηγείται με παρεντερική midazolam, θα πρέπει να γίνεται σε μονάδα εντατικής παρακολούθησης (ICU) ή παρεμφερή μονάδα για την εξασφάλιση στενής κλινικής παρακολούθησης και κατάλληλης ιατρικής αντιμετώπισης σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής και/ή παρατεταμένης καταστολής. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής της δόσης της midazolam, ειδικά εάν απαιτείται χορήγηση περισσότερων της μίας εφάπαξ δόσης midazolam.
  • αποφεύγεται
    Salmeterol: Οι συγκεντρώσεις αναμένεται να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών (παράταση QT, αίσθημα παλμών, φλεβοκομβική ταχυκαρδία).
    ΣύστασηΟ συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το salmeterol. Ως εκ τούτου, η συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με salmeterol δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Felodipine, Nifedipine, και Nicardipine
    παρακολούθηση
    Felodipine, Nifedipine, Nicardipine: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση των θεραπευτικών και των ανεπιθύμητων ενεργειών όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα με το Lopinavir And Ritonavir.
  • παρακολούθηση
    Lopinavir: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A από την dexamethasone.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων και των ανεπιθύμητων ενεργειών όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα με το Lopinavir And Ritonavir.
  • Εισπνεόμενα, ενέσιμα ή ενδορρινικά fluticasone propionate, budesonide, triamcinolone
    αποφεύγεται
    Fluticasone propionate, 50 μg ενδορρινικά 4 φορές ημερησίως: Συγκεντρώσεις πλάσματος ↑, Επίπεδα κορτιζόλης ↓ 86%. Συστηματικές επιδράσεις από κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Cushing και της καταστολής των επινεφριδίων.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir και αυτών των γλυκοκορτικοειδών εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος από την αγωγή υπερτερεί έναντι του κινδύνου για συστηματικές εκδηλώσεις από κορτικοστεροειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του γλυκοκορτικοειδούς με στενή παρακολούθηση των τοπικών και συστηματικών επιδράσεων, ή αλλαγή σε ένα γλυκοκορτικοειδές, το οποίο δεν αποτελεί υπόστρωμα για το CYP3A4 (π.χ. beclomethasone). Επιπλέον, στην περίπτωση διακοπής των γλυκοκορτικοειδών, ενδέχεται να απαιτείται προοδευτική μείωση της δόσης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
  • αντένδειξη
    Avanafil: (ritonavir 600 mg BID) AUC: ↑ 13-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ χρήση avanafil με Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αποφεύγεται
    Tadalafil: AUC: ↑ 2-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΓια τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης: Η συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με tadalafil δεν συνιστάται. Για τη στυτική δυσλειτουργία: Θα πρέπει να εφαρμόζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται tadalafil σε ασθενείς που λαμβάνουν Lopinavir And Ritonavir με αυξημένο έλεγχο για ανεπιθύμητες ενέργειες που συμπεριλαμβάνουν υπόταση, συγκοπή, αλλαγές στην όραση και παρατεταμένη στύση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι δόσεις του tadalafil δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τα 10 mg κάθε 72 ώρες.
  • αντένδειξη
    Sildenafil: AUC: ↑ 11-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΓια τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης: Η συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με sildenafil αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Για τη στυτική δυσλειτουργία: Θα πρέπει να εφαρμόζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφείται sildenafil σε ασθενείς που λαμβάνουν Lopinavir And Ritonavir με αυξημένο έλεγχο για ανεπιθύμητες ενέργειες που συμπεριλαμβάνουν υπόταση, συγκοπή, αλλαγές στην όραση και παρατεταμένη στύση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι δόσεις του sildenafil δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τα 25 mg σε 48 ώρες.
  • αντένδειξη
    Vardenafil: AUC: ↑ 49-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ χρήση του vardenafil με Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Dihydroergotamine, ergonovine, ergotamine, methylergonovine
    αντένδειξη
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Ενδέχεται να οδηγήσει σε οξεία τοξικότητα από ερυσιβώδη όλυρα, συμπεριλαμβανομένων του αγγειόσπασμου και της ισχαιμίας.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής αρρυθμίας.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με cisapride αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Elbasvir, grazoprevir (50, 200 mg QD)
    αντένδειξη
    Elbasvir: AUC: ↑ 2,71-φορές, Cmax: ↑ 1,87- φορές, C24: ↑ 3,58- φορές. Grazoprevir: AUC: ↑ 11,86- φορές, Cmax: ↑ 6,31- φορές, C24: ↑ 20,70- φορές. (συνδυασμός μηχανισμών συμπεριλαμβανομένης της αναστολής του CYP3A).
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση των elbasvir/grazoprevir με Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Glecaprevir/pibrentasvir
    αντένδειξη
    Lopinavir: ↔. Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής της P-glycoprotein, της BCRP και του OATP1B από το lopinavir/ritonavir. Αυξημένος κίνδυνος αυξήσεων της ALT.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του glecaprevir/pibrentasvir με το Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου αυξήσεων της ALT που σχετίζονται με αυξημένη έκθεση σε glecaprevir.
  • Sofosbuvir, velpatasvir, voxilaprevir
    αποφεύγεται
    Οι συγκεντρώσεις των sofosbuvir, velpatasvir και voxilaprevir στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής της P-glycoprotein, της BCRP και του OATP1B1/3 από το lopinavir/ritonavir. Ωστόσο, μόνο η αύξηση στην έκθεση σε voxilaprevir κρίνεται ως κλινικά σχετιζόμενη.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με sofosbuvir/velpatasvir/voxilaprevir δεν συνιστάται.
  • Simeprevir 200 mg ημερησίως (ritonavir 100 mg BID)
    αποφεύγεται
    Simeprevir: AUC: ↑ 7,2-φορές, Cmax: ↑ 4,7-φορές, Cmin: ↑ 14,4-φορές.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με simeprevir δεν συνιστάται.
  • St John’s wort (Hypericum perforatum)
    αντένδειξη
    Lopinavir: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να μειωθούν λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A από τα φυτικά σκευάσματα St John’s wort.
    ΣύστασηΦυτικά σκευάσματα που περιέχουν St John’s wort δεν πρέπει να συγχορηγούνται με lopinavir και ritonavir (βλ. Αντενδείξεις). Εάν ο ασθενής λαμβάνει ήδη St John’s wort, θα πρέπει να διακοπεί το St John’s wort και εάν είναι δυνατόν να μετρηθούν τα επίπεδα του ιού. Τα επίπεδα του lopinavir και του ritonavir ενδέχεται να αυξηθούν με τη διακοπή του St John’s wort. Η δόση του Lopinavir And Ritonavir μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση. Η επαγωγική δράση μπορεί να συνεχιστεί τουλάχιστον για 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με St John’s wort. Ως εκ τούτου, η αγωγή με Lopinavir And Ritonavir μπορεί να αρχίσει με ασφάλεια 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή του St John’s wort.
  • Cyclosporin, Sirolimus (rapamycin), και Tacrolimus
    παρακολούθηση
    Cyclosporin, Sirolimus (rapamycin), Tacrolimus: Οι συγκεντρώσεις μπορεί να αυξηθούν λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΣυνιστάται συχνότερη παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων αυτών των προϊόντων μέχρι την σταθεροποίηση των επιπέδων τους στο αίμα.
  • αντένδειξη
    Lovastatin, Simvastatin: Σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις των αναστολέων της HMG − CoA αναγωγάσης μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός αυτών των παραγόντων με το Lopinavir And Ritonavir αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Οι αναστολείς του CYP3A4 αυξάνουν την έκθεση του lomitapide, με ισχυρούς αναστολείς αυξάνεται η έκθεση περίπου 27-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A4 από τα lopinavir/ritonavir, οι συγκεντρώσεις του lomitapide αναμένεται να αυξηθούν.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του Lopinavir And Ritonavir με το lomitapide αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και συνταγογραφικές πληροφορίες για το lomitapide).
  • αποφεύγεται
    Atorvastatin: AUC: ↑ 5,9-φορές, Cmax: ↑ 4,7- φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός του Lopinavir And Ritonavir με atorvastatin δεν συνιστάται. Εάν η χρήση του atorvastatin κρίνεται απολύτως απαραίτητη, θα πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή δόση με προσεκτική παρακολούθηση ως προς την ασφάλεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Rosuvastatin, 20 mg QD
    προσοχή
    Rosuvastatin: AUC: ↑ 2-φορές, Cmax: ↑ 5-φορές. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης μπορεί να προκύψει από την αναστολή των πρωτεϊνών μεταφοράς.
    ΣύστασηΠρέπει να εφιστάται προσοχή και θα πρέπει να εξετασθούν μειωμένες δόσεις όταν το Lopinavir And Ritonavir συγχορηγείται με rosuvastatin (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Fluvastatin or Pravastatin
    χωρίς προσαρμογή
    Fluvastatin, Pravastatin: Δεν αναμένεται καμία κλινικώς σχετική αλληλεπίδραση. Η pravastatin δεν μεταβολίζεται από το CYP450. Η fluvastatin μεταβολίζεται μερικώς από το CYP2C9.
    ΣύστασηΕάν ενδείκνυται θεραπεία με αναστολέα της HMG − CoA αναγωγάσης, συνιστάται fluvastatin ή pravastatin.
  • Buprenorphine, 16 mg QD
    χωρίς προσαρμογή
    Buprenorphine: ↔
    ΣύστασηΔεν είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
  • παρακολούθηση
    Methadone: ↓
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων μεθαδόνης στο πλάσμα.
  • Ethinyl Oestradiol
    προσοχή
    Ethinyl Oestradiol: ↓
    ΣύστασηΣε περίπτωση συγχορηγήσης του Lopinavir And Ritonavir με αντισυλληπτικά που περιέχουν ethinyl oestradiol (για οποιαδήποτε μορφή αντισυλληπτικού π.χ. από του στόματος ή επίθεμα) πρέπει να χρησιμοποιούνται πρόσθετες αντισυλληπτικές μέθοδοι.
  • προσοχή
    Buproprion και του ενεργού του μεταβολίτη, hydroxybupropion: AUC και Cmax ↓ ~50%. Το αποτέλεσμα μπορεί να οφείλεται στην επαγωγή του μεταβολισμού του bupropion.
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με bupropion κριθεί αναπόφευκτη, τότε θα πρέπει να λαμβάνει χώρα υπό στενή ιατρική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα του bupropion, χωρίς υπέρβαση της συνιστώμενης δοσολογίας, παρά την παρατηρούμενη επαγωγή.
  • Levothyroxine
    παρακολούθηση
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μετά την κυκλοφορία που υποδηλώνουν πιθανή αλληλεπίδραση μεταξύ προϊόντων που περιέχουν ritonavir και levothyroxine.
    ΣύστασηΗ θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με levothyroxine τουλάχιστον κατά τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη και/ή λήξη της θεραπείας με lopinavir/ritonavir.
  • προσοχή
    Lopinavir - ritonavir: Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα lopinavir/ritonavir μπορεί να αυξηθούν λόγω της επαγωγικής δράσης στο CYP3A4 από το bosentan. Bosentan: AUC: ↑ 5-φορές, Cmax: ↑ 6- φορές. Αρχικά, bosentan Cmin: ↑ κατά προσέγγιση 48-φορές. Λόγω της αναστολής του CYP3A4 από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με bosentan. Όταν το Lopinavir And Ritonavir χορηγείται ταυτόχρονα με bosentan, θα πρέπει να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της θεραπείας για HIV και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητα από το bosentan, ιδιαίτερα κατά την πρώτη εβδομάδα της συγχορήγησης.
  • αποφεύγεται
    Οι συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να αυξηθούν λόγω αναστολής του CYP3A και της P-gp από το lopinavir/ritonavir.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση του riociguat με Lopinavir And Ritonavir δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ του riociguat).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Λοιμώξεις του δέρματος (συμπεριλαμβάνουν κυτταρίτιδα, θυλακίτιδα και δοθιήνα)
Αίμα
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Λεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβάνει κνίδωση και αγγειοοίδημα)
  • Φλεγμονώδες Σύνδρομο Ανασύστασης του Ανοσοποιητικού
Ενδοκρινικές διαταραχές
  • Υπογοναδισμός
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
  • Διαταραχές της γλυκόζης αίματος (συμπεριλαμβάνουν σακχαρώδη διαβήτη)
Μεταβολισμός
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
  • Μειωμένη όρεξη
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Αυξημένη όρεξη
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Ανώμαλα όνειρα
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
  • Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία (συμπεριλαμβανομένης ημικρανίας)
  • Νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης περιφερικής νευροπάθειας)
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Σπασμός
  • Δυσγευσία
  • Αγευσία
  • Τρόμος
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές
  • Οπτική δυσλειτουργία
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • Αρτηριοσκλήρυνση όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Ανεπάρκεια της τριγλώχινας βαλβίδας
Καρδιά
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
  • Αγγειίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Έμετος
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Διάταση κοιλίας
  • Δυσπεψία
  • Αιμορροΐδες
  • Μετεωρισμός
  • Δωδεκαδακτυλίτιδα
  • Ακράτεια κοπράνων
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Γαστρεντερίτιδα και κολίτιδα
  • Κοιλιακό άλγος (άνω και κάτω)
  • Αιμορραγία του γαστρεντερικού συστήματος (συμπεριλαμβάνει έλκος του γαστρεντερικού σωλήνα)
  • Γαστρίτιδα και αιμορραγία του ορθού
  • Στοματίτιδα και έλκος στόματος
Ηπατοχολικές διαταραχές
  • Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβάνει αυξήσεις AST, ALT και GGT)
Ήπαρ
  • Ίκτερος
  • Ηπατική στεάτωση
  • Ηπατομεγαλία
  • Χολαγγειίτιδα
  • Υπερχολερυθριναιμία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα (συμπεριλαμβάνει εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες)
  • Δερματίτιδα / εξάνθημα (συμπεριλαμβάνει έκζεμα και δερματίτιδα με σμηγματόρροια)
  • Τριχοειδίτιδα
Δέρμα
  • Νυκτερινοί ιδρώτες
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Ραβδομυόλυση
  • Οστεονέκρωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυοσκελετικό άλγος (συμπεριλαμβάνει αρθραλγία και οσφυαλγία)
  • Μυϊκές διαταραχές (όπως αδυναμία και σπασμοί)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Κάθαρση κρεατινίνης μειωμένη
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρίτιδα
  • Αιματουρία
  • Νεφρολιθίαση
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
  • Αμηνόρροια
  • Μηνορραγία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Εξασθένηση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιμορροΐδες
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ανεπάρκεια της τριγλώχινας βαλβίδας
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αρτηριοσκλήρυνση όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Γαστρεντερίτιδα και κολίτιδα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δερματίτιδα / εξάνθημα (συμπεριλαμβάνει έκζεμα και δερματίτιδα με σμηγματόρροια)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Διαταραχές της γλυκόζης αίματος (συμπεριλαμβάνουν σακχαρώδη διαβήτη)
    Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα (συμπεριλαμβάνει εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Εξασθένηση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβάνει αυξήσεις AST, ALT και GGT)
    Ηπατοχολικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία (συμπεριλαμβανομένης ημικρανίας)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος (άνω και κάτω)
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Λοιμώξεις του δέρματος (συμπεριλαμβάνουν κυτταρίτιδα, θυλακίτιδα και δοθιήνα)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μηνορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικό άλγος (συμπεριλαμβάνει αρθραλγία και οσφυαλγία)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Μυϊκές διαταραχές (όπως αδυναμία και σπασμοί)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης περιφερικής νευροπάθειας)
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Νυκτερινοί ιδρώτες
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Φλεγμονώδες Σύνδρομο Ανασύστασης του Ανοσοποιητικού
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του γαστρεντερικού συστήματος (συμπεριλαμβάνει έλκος του γαστρεντερικού σωλήνα)
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ακράτεια κοπράνων
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ανώμαλα όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα και αιμορραγία του ορθού
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δωδεκαδακτυλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ηπατική στεάτωση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Κάθαρση κρεατινίνης μειωμένη
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οπτική δυσλειτουργία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Σπασμός
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Στοματίτιδα και έλκος στόματος
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Τριχοειδίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβάνει κνίδωση και αγγειοοίδημα)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Υπογοναδισμός
    Ενδοκρινικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Χολαγγειίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Νεφρολιθίαση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Το lopinavir μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν είναι κλινικά απαραίτητο.
    Έχει αξιολογηθεί σε περισσότερες από 3000 γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 1000 κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Δεν έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος συγγενών ανωμαλιών.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μην θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της λοίμωξης HIV.
    Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι το lopinavir απεκκρίνεται στο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία σε ανθρώπους για την επίδραση του lopinavir/ritonavir στη γονιμότητα.
    Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει επίδραση στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • καρδιομυοπάθεια
  • γαλακτική οξέωση
  • οξεία νεφρική δυσλειτουργία
  • σιελόρροια
  • έμεση
  • διάρροια/αφύσικες κενώσεις
  • μειωμένη δραστηριότητα
  • αταξία
  • απίσχναση
  • αφυδάτωση
  • τρόμος
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση συνίσταται σε γενικά υποστηρικτικά μέτρα (παρακολούθηση ζωτικών σημείων, παρατήρηση κλινικής κατάστασης). Εφόσον ενδείκνυται, η αποβολή μη απορροφημένης δραστικής ουσίας μπορεί να επιτευχθεί με πρόκληση έμεσης ή πλύσεις στομάχου. Η χορήγηση ενεργού άνθρακα μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί.
ΑιμοκάθαρσηΜερικώς
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Έχει αναφερθεί ναυτία κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το πόσιμο διάλυμα Kaletra περιέχει περίπου 42% ο/ο αλκοόλη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Το πόσιμο διάλυμα περιέχει:
αλκοόλη (42,4% ο/ο),
σιρόπι αραβοσίτου με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη,
προπυλενογλυκόλη (15,3% β/ο),
ύδωρ κεκαθαρμένο,
γλυκερόλη,
ποβιδόνη,
άρωμα magnasweet-110 (μίγμα αμμωνίου μονογλυκυρριζινικού και γλυκερόλης),
άρωμα βανίλιας (που περιέχει p-υδροξυβενζοϊκό οξύ, p-υδροξυβενζαλδεϋδη, βανιλλικό οξύ,
βανιλλίνη, ηλιοτροπίνη, αιθυλοβανιλλίνη),
43
υδρογονωμένο 40 πολυοξυλο κικέλαιο,
άρωμα cotton candy (που περιέχει αιθυλομαλτόλη, αιθυλοβανιλλίνη, ακετοΐνη, διϋδροκουμαρίνη,
προπυλενογλυκόλη),
καλιούχο ακεσουλφάμη,
σακχαρίνη νατριούχο,
χλωριούχο νάτριο,
μίνθης πιπερώδους αιθέριο έλαιο,
κιτρικό νάτριο,
κιτρικό οξύ,
λαιβομινθόλη.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιιικά για συστηματική χρήση, Αντιιικά για τη θεραπεία λοιμώξεων από HIV, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR10

Μηχανισμός δράσης

Η αντιιική δράση του Lopinavir And Ritonavir παρέχεται από το lopinavir. Το lopinavir είναι αναστολέας των πρωτεασών HIV-1 και HIV-2. Η αναστολή των πρωτεασών του HIV δεν επιτρέπει τη διχοτόμηση της πολυπρωτεΐνης gag-pol οδηγώντας έτσι στην παραγωγή στελεχών HIV ανώριμης μορφολογίας που δεν είναι ικανά να προάγουν νέους κύκλους μόλυνσης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Επιδράσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα Αξιολογήθηκε το διάστημα QTcF σε μία τυχαιοποιημένη, με εικονικό φάρμακο και δραστική ουσία (moxifloxacin 400 mg άπαξ ημερησίως) ελεγχόμενη με διπλά διασταυρούμενο σχεδιασμό κλινική μελέτη σε 39 υγιείς ενήλικες εθελοντές με 10 μετρήσεις κάθε 12 ώρες στην Ημέρα 3. Οι υψηλότερες μέσες διαφορές (95% ανώτερο όριο εμπιστοσύνης) στο QTcF συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο ήταν 3,6 (6,3) και 13,1(15,8) για τα 400/100 mg δύο φορές ημερησίως και την υπερθεραπεία των 800/200 mg δύο φορές ημερησίως LPV/r, αντίστοιχα. Η επιφερόμενη παράταση του διαστήματος QRS από 6 ms σε 9,5 ms με υψηλή δόση lopinavir/ritonavir (800/200 mg δύο φορές ημερησίως) συμβάλει στην παράταση του QT. Τα δύο σχήματα είχαν ως αποτέλεσμα εκθέσεις 1,5 και 3 φορές υψηλότερες την Ημέρα 3 από εκείνες που παρατηρήθηκαν με τις συνιστώμενες μία φορά ημερησίως ή δύο φορές ημερησίως δόσεων LPV/r σε σταθερή κατάσταση. Ουδείς εθελοντής εμφάνισε αύξηση στο QTcF  60 ms από την αρχή της θεραπείας ή διάστημα QTcF που να υπερβαίνει το ενδεχόμενα σχετιζόμενο κλινικά όριο των 500 ms. Επίσης παρατηρήθηκε ήπια παράταση του διαστήματος PR σε άτομα που λάμβαναν lopinavir/ritonavir στην ίδια μελέτη την Ημέρα 3. Οι μέσες αλλαγές στο διάστημα PR από την αναφορά κυμαίνονταν από 11,6 ms έως 24,4 ms κατά το 12ωρο διάστημα μετά τη δόση. Το μέγιστο διάστημα PR ήταν 286 ms και δεν παρατηρήθηκε καρδιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αντιιική δράση in vitro Η αντιιική δράση του lopinavir in vitro έναντι εργαστηριακών και κλινικών στελεχών του HIV αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστικές κυτταρικές γραμμές με οξεία λοίμωξη και σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος, αντίστοιχα. Επί απουσίας ανθρώπινου ορού, η μέση ΙC50 του lopinavir έναντι πέντε διαφορετικών εργαστηριακών στελεχών του HIV-1 ήταν 19 nM. Επί απουσίας και παρουσίας 50% ανθρώπινου ορού, η μέση ΙC50 του lopinavir έναντι του HIV-1IIIB σε κύτταρα MT4 ήταν 17 nM και 102 nM, αντίστοιχα. Επί απουσίας ανθρώπινου ορού, η μέση ΙC50 του lopinavir ήταν 6,5 nM έναντι αρκετών κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1.

Αντοχή

Επιλογή της αντοχής in vitro Στελέχη HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir επιλέχθηκαν in vitro. Ο HIV-1 υποβλήθηκε σε καλλιέργεια in vitro με lopinavir μόνο και με lopinavir και ritonavir, σε αναλογίες συγκέντρωσης που αντιπροσωπεύουν το εύρος αναλογιών συγκέντρωσης πλάσματος που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Lopinavir And Ritonavir. Η γονοτυπική και φαινοτυπική ανάλυση των ιών που επιλέχθηκαν κατά τις καλλιέργειες αυτές δηλώνει ότι η παρουσία του ritonavir, στις συγκεκριμένες συγκεντρώσεις, δεν επηρεάζει σε μετρήσιμο βαθμό την επιλογή στελεχών ανθεκτικών στο lopinavir. Εν περιλήψει, ο in vitro χαρακτηρισμός της φαινοτυπικής διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ του lopinavir και άλλων αναστολέων πρωτεάσης συνιστά ότι μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir συσχετίζεται στενά με μειωμένη ευαισθησία στο ritonavir και το indinavir, αλλά δεν συσχετίζεται στενά με μειωμένη ευαισθησία στο amprenavir, saquinavir, και nelfinavir.

Ανάλυση της αντοχής σε ARV-πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς Σε κλινικές μελέτες με περιορισμένο αριθμό απομονωθέντων στελεχών που αναλύθηκαν, δεν έχει παρατηρηθεί επιλογή αντοχής στο lopinavir σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς χωρίς σημαντική αντοχή στον αναστολέα πρωτεάσης στην τιμή αναφοράς. Δείτε περαιτέρω τη λεπτομερή περιγραφή των κλινικών μελετών.

Ανάλυση της αντοχής σε προθεραπευμένους με PI ασθενείς Η επιλογή της αντοχής στο lopinavir σε ασθενείς που έχουν αποτύχει σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης χαρακτηρίστηκε μέσω ανάλυσης των εντοπισμένων στελεχών από 19 προθεραπευμένους με αναστολέα πρωτεάσης ασθενείς σε 2 Φάσης ΙΙ και μία Φάσης ΙΙΙ μελέτες, οι οποίοι είτε εμφάνισαν μερική ιολογική καταστολή ή αναστροφή της ιολογικής ανταπόκρισης μετά από την αρχική απόκριση στο Lopinavir And Ritonavir και εμφάνισαν in vitro αύξηση της αντοχής μεταξύ της έναρξης θεραπείας και της αναστροφής της ιολογικής ανταπόκρισης (που ορίζεται ως η εμφάνιση νέων μεταλλάξεων ή τροποποίηση της φαινοτυπικής ευαισθησίας στο lopinavir κατά 2 φορές). Η αύξηση της αντοχής ήταν συνηθέστερη σε ασθενείς των οποίων στελέχη κατά την έναρξη της θεραπείας είχαν αρκετές μεταλλάξεις που συνδέονταν με τον αναστολέα πρωτεάσης, αλλά < 40 φορές μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir κατά την έναρξη της θεραπείας. Οι μεταλλάξεις V82A, I54V και M46I εμφανίστηκαν συχνότερα. Επίσης παρατηρήθηκαν μεταλλάξεις L33F, I50V και V32I σε συνδυασμό με I47V/A. Τα 19 στελέχη έδειξαν μία αύξηση της IC50 κατά 4,3 φορές συγκριτικά με τα στελέχη κατά την έναρξη της θεραπείας (από 6,2 έως 43 φορές συγκριτικά με τον αρχέγονο τύπο του ιού). Οι γονοτυπικοί συσχετισμοί μειωμένης φαινοτυπικής ευαισθησίας στο lopinavir σε ιούς επιλέχθηκαν από άλλους αναστολείς πρωτεασών. Η αντιιική δράση του lopinavir in vitro αξιολογήθηκε έναντι 112 κλινικά απομονωθέντων στελεχών από ασθενείς που απέτυχαν κατά τη θεραπεία με έναν ή περισσότερους αναστολείς πρωτεασών. Στο πλαίσιο αυτό, οι ακόλουθες μεταλλάξεις της πρωτεάσης HIV συσχετίστηκαν με μειωμένη ευαισθησία in vitro στο lopinavir: L10F/I/R/V, K20M/R, L24I, M46I/L, F53L, I54L/T/V, L63P, A71I/L/T/V, V82A/F/T, I84V και L90M. Η διάμεση EC50 του lopinavir έναντι στελεχών με 0 - 3, 4 - 5, 6 - 7 και 8 - 10 μεταλλάξεις στις ανωτέρω θέσεις αμινοξέων ήταν κατά 0,8, 2,7, 13,5 και 44,0 φορές υψηλότερη από την EC50 έναντι του αρχέγονου HIV τύπου, αντίστοιχα. Οι 16 ιοί που επέδειξαν μεταβολή της ευαισθησίας >20 φορές περιείχαν όλοι μεταλλάξεις στις θέσεις 10, 54, 63 μαζί με την 82 και/ή 84. Επίσης, περιείχαν διάμεσο αριθμό 3 μεταλλάξεων στις θέσεις αμινοξέων 20, 24, 46, 53, 71 και 90. Επιπλέον των μεταλλάξεων που περιγράφονται ανωτέρω, παρατηρήθηκαν οι μεταλλάξεις V32I και I47A σε ιούς που επιβίωσαν (rebound) με μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir σε προθεραπευμένους με αναστολέα πρωτεάσης ασθενείς και λάμβαναν θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir, και οι μεταλλάξεις I47A και L76V σε ιούς που επιβίωσαν (rebound) με μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir. Συμπεράσματα σχετιζόμενα με την αντοχή συγκεκριμένων μεταλλάξεων ή με σχήματα μεταλλάξεων υπόκεινται σε αλλαγές μετά από πρόσθετα δεδομένα και συνιστάται να λαμβάνονται πάντοτε υπ’ όψιν τα τρέχοντα ερμηνευτικά συστήματα για την ανάλυση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών αντοχής.

Αντιιική δράση του Lopinavir And Ritonavir σε ασθενείς που απέτυχαν σε θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης Η κλινική σημασία της μειωμένης in vitro ευαισθησίας στο lopinavir εξετάστηκε βάσει της ιολογικής ανταπόκρισης στη θεραπεία με Lopinavir And Ritonavir, αναφορικά με τον προ θεραπείας γονότυπο και φαινότυπο του ιού, σε 56 ασθενείς με προηγούμενη αποτυχία στη θεραπεία με πολλαπλούς αναστολείς πρωτεάσης. Η EC50 του lopinavir έναντι των 56 στελεχών του ιού που απομονώθηκαν προ θεραπείας ήταν κατά 0,6 έως 96 φορές υψηλότερη από την EC50 έναντι του αρχέγονου HIV τύπου. Μετά από 48 εβδομάδες θεραπείας με Lopinavir And Ritonavir, efavirenz και νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης παρατηρήθηκαν στο πλάσμα  400 αντίγραφα/ml RNA του HIV σε 93% (25/27), 73% (11/15) και 25% (2/8) των ασθενών με μειωμένη ευαισθησία στο lopinavir <10 φορές, 10 έως 40 φορές, και >40 φορές προ θεραπείας, αντίστοιχα. Επίσης, ιολογική ανταπόκριση παρατηρήθηκε σε 91% (21/23), 71% (15/21) και 33% (2/6) των ασθενών με 0 - 5, 6 - 7 και 8 - 10 μεταλλάξεις από τις ανωτέρω μεταλλάξεις στην πρωτεάση HIV που συσχετίστηκαν με μειωμένη in vitro ευαισθησία στο lopinavir. Εφόσον οι ασθενείς αυτοί δεν είχαν προηγουμένως λάβει Lopinavir And Ritonavir ή efavirenz, μέρος της ανταπόκρισης μπορεί να αποδοθεί στην αντιιική δράση του efavirenz, ιδιαίτερα στους ασθενείς που φέρουν τον ιό με υψηλή αντοχή στο lopinavir. Η μελέτη δεν περιελάμβανε ομάδα ελέγχου ασθενών που δεν ελάμβαναν Καletra.

Διασταυρούμενη αντοχή Δραστηριότητα άλλων αναστολέων πρωτεασών σε στελέχη που ανέπτυξαν αυξημένη αντοχή στο lopinavir μετά από θεραπεία Lopinavir And Ritonavir σε προθεραπευμένους με αναστολέα πρωτεάσης ασθενείς: Η παρουσία διασταυρούμενης αντοχής με άλλους αναστολείς πρωτεάσης αναλύθηκε σε 18 στελέχη που επιβίωσαν (rebound) τα οποία έδειξαν εξέλιξη της αντοχής τους στο lopinavir κατά τη διάρκεια 3 μελετών Φάσης II και μίας Φάσης III του Lopinavir And Ritonavir, σε ασθενείς προθεραπευμένους με αναστολέα πρωτεάσης. Η μέση τιμή IC50 του lopinavir για τα 18 στελέχη στην έναρξη της θεραπείας και στην επιβίωση (rebound) ήταν 6,9 και 63 φορές αντίστοιχα συγκριτικά με τον αρχέγονο τύπο του ιού. Γενικά, όλοι οι ιοί που επιβίωσαν (rebound) είτε διατήρησαν (εάν είχαν διασταυρούμενη αντοχή στην έναρξη της θεραπείας) είτε ανέπτυξαν σημαντική διασταυρούμενη αντοχή στο indinavir, saquinavir και atazanavir. Παρατηρήθηκαν μικρές αυξήσεις της δράσης του amprenavir με μία μέση αύξηση του IC50 από 3,7 έως 8 φορές στην έναρξη της θεραπείας και στην επιβίωση (rebound), αντίστοιχα. Στελέχη διατήρησαν ευαισθησία στο tipranavir με μία μέση αύξηση του IC50 στην έναρξη της θεραπείας και στα στελέφη που επιβίωσαν (rebound) της τάξης του 1,9 και 1,8 φορές αντίστοιχα συγκριτικά με τον αρχέγονο τύπο του ιού. Παρακαλούμε ανατρέξτε στη Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος Aptivus για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του tipranavir, συμπεριλαμβανομένης της γονοτυπικής πρόβλεψης της απάντησης, στη θεραπεία της ανθεκτικής στο lopinavir HIV-1 λοίμωξης.

Κλινικά Δεδομένα Τα αποτελέσματα του Lopinavir And Ritonavir (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) επί των βιολογικών δεικτών της νόσου (επίπεδα HIV RNA πλάσματος και πληθυσμός CD4+ T- κυττάρων) διερευνήθηκαν σε ελεγχόμενες μελέτες με Lopinavir And Ritonavir διάρκειας 48 έως 360 εβδομάδων.

Χορήγηση σε Ενήλικες

Ασθενείς χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή αγωγή Η μελέτη Μ98-863 ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη σε 653 ασθενείς που δεν είχαν λάβει ποτέ αντιρετροϊκά για την αξιολόγηση του Lopinavir And Ritonavir (400/100 mg δύο φορές ημερησίως) σε σύγκριση με το nelfinavir (750 mg τρεις φορές ημερησίως) μαζί με stavudine και lamivudine. Η μέση τιμή του πληθυσμού CD4+ T- κυττάρων ήταν 259 κύτταρα/mm3 (εύρος: 2 έως 949 κύτταρα/mm3) και η μέση τιμή αναφοράς στο πλάσμα HIV-1 RNA ήταν 4,9 log10 αντίγραφα /ml (εύρος: 2,6 έως 6,8 log10 αντίγραφα/ml).

Πίνακας 1: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 48: Μελέτη M98-863

Lopinavir And Ritonavir (N=326) Nelfinavir (N=327)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα/ml* 75% 63%
RNA του HIV < 50 αντίγραφα/ml*† 67% 52%
Μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς στον πληθυσμό CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) 207 195
  • ανάλυση πρόθεσης - προς − θεραπεία όπου ασθενείς με ελλιπείς τιμές θεωρούνται ιολογικές αποτυχίες † p<0.001

Εκατόν δέκα τρεις ασθενείς που έλαβαν nelfinavir και εβδομήντα τέσσερις ασθενείς που έλαβαν lopinavir/ritonavir είχαν HIV RNA πάνω από 400 αντίγραφα/ml κατά τη θεραπεία από την Εβδομάδα 24 έως την Εβδομάδα 96. Από αυτούς, απομονώθηκαν στελέχη από 96 ασθενείς που έλαβαν nelfinavir και από 51 ασθενείς που έλαβαν lopinavir/ritonavir, τα οποία ήταν εφικτό να ενισχυθούν για δοκιμή αντοχής. Αντοχή στο nelfinavir, ορισμένη ως την παρουσία μεταλλάξεων D30N ή L90M στην πρωτεάση, παρατηρήθηκε σε 41/96 (43%) ασθενείς. Αντοχή στο lopinavir, ορισμένη ως παρουσία οποιασδήποτε πρωτογενούς μετάλλαξης ή μετάλλαξης του ενεργού κέντρου της πρωτεάσης (βλέπε παραπάνω), παρατηρήθηκε σε 0/51 (0%) ασθενείς. Η απουσία αντοχής στο lopinavir επιβεβαιώθηκε με ανάλυση φαινοτύπων. Παρατεταμένη ιολογική ανταπόκριση στο Lopinavir And Ritonavir (σε συνδυασμό με νουκλεοσιδικούς / νουκλεοτιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης) παρατηρήθηκε επίσης σε μία μικρή μελέτη Φάσης ΙΙ (Μ97-720) για 360 εβδομάδες θεραπείας. Εκατό ασθενείς αρχικά θεραπεύθηκαν με Lopinavir And Ritonavir στη μελέτη (συμπεριλαμβάνονται 51 ασθενείς που έλαβαν 400/100 mg δύο φορές ημερησίως και 49 ασθενείς που έλαβαν είτε 200/100 mg δύο φορές ημερησίως ή 400/100 mg δύο φορές ημερησίως). Όλοι οι ασθενείς μετέβησαν στον ανοιχτό σχεδιασμό δόσης Lopinavir And Ritonavir των 400/100 mg δύο φορές ημερησίως μεταξύ της εβδομάδας 48 και της εβδομάδας 72. Τριάντα εννέα ασθενείς (39%) διέκοψαν τη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων 16 (16%) διακοπών λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών, μία εκ των οποίων συνδέθηκε με ένα θάνατο. Εξήντα ένας ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη (35 ασθενείς έλαβαν τη προτεινόμενη δόση των 400/100 mg δύο φορές ημερησίως κατά τη διάρκεια της μελέτης).

Πίνακας 2: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 360: Μελέτη M97-720

Lopinavir And Ritonavir (N=100)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα/ml 61%
RNA του HIV < 50 αντίγραφα/ml 59%
Μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς στον πληθυσμό CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) 501

Στις 360 εβδομάδες θεραπείας, γονοτυπική ανάλυση των απομονωθέντων στελεχών διεξήχθη με επιτυχία σε 19 από 28 ασθενείς με επιβεβαιωμένο RNA του HIV πάνω από 400 αντίγραφα/ml αποκαλύπτοντας καμία πρωτογενή ή ενεργού σημείου μετάλλαξη στην πρωτεάση (αμινοξέα στις θέσεις 8, 30, 32, 46, 47, 48, 50, 82, 84 και 90) ή φαινοτυπική αντοχή στον αναστολέα πρωτεάσης.

Ασθενείς με προηγούμενη αντιρετροϊκή αγωγή Η μελέτη Μ97−765 είναι μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη αξιολόγησης του Lopinavir And Ritonavir σε δύο δοσολογίες (400/100 mg και 400/200 mg, αμφότερες δύο φορές ημερησίως) μαζί με nevirapine (200 mg δύο φορές ημερησίως) και δύο νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης σε 70 ασθενείς προθεραπευμένους με ένα μόνο αναστολέα πρωτεάσης και, που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της αντίστροφης μεταγραφάσης. Ο διάμεσος αριθμός αναφοράς των κυττάρων CD4 προ θεραπείας ήταν 349 κύτταρα/mm3 (εύρος 72 έως 807 κύτταρα/mm3) και τα διάμεσα επίπεδα αναφοράς RNA του HIV−1 στο πλάσμα ήταν 4,0 log10 αντίγραφα /ml (εύρος 2,9 έως 5,8 log10 αντίγραφα/ml).

Πίνακας 3: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 24: Μελέτη M97-765

Lopinavir And Ritonavir 400/100 mg (N=36)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα/ml (ITT)* 75%
RNA του HIV < 50 αντίγραφα/ml (ITT)* 58%
Μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς στον πληθυσμό CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) 174
  • ανάλυση πρόθεσης - προς - θεραπεία όπου ασθενείς με ελλιπείς τιμές θεωρούνται ιολογικές αποτυχίες

Η μελέτη Μ98-957 είναι μία τυχαιοποιημένη, ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη αξιολόγησης της θεραπείας με Lopinavir And Ritonavir σε δύο δοσολογίες (400/100 mg και 533/133 mg, αμφότερες δύο φορές ημερησίως) με efavirenz (600 mg εφάπαξ ημερησίως) και νουκλεοσιδικούς αναστολείς αντίστροφης μεταγραφάσης σε 57 ασθενείς που έλαβαν στο παρελθόν πολλαπλούς αναστολείς πρωτεάσης και που δεν είχαν ποτέ λάβει μη νουκλεοσιδικό αναστολέα αντίστροφης μεταγραφάσης. Μεταξύ των εβδομάδων 24 και 48, οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε δοσολογία των 400/100 mg άλλαξαν σε δοσολογία των 533/133 mg. Ο διάμεσος αριθμός αναφοράς των κυττάρων CD4 προ θεραπείας ήταν 220 κύτταρα/mm3 (εύρος 13 έως 1030 κύτταρα/mm3).

Πίνακας 4: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 48: Μελέτη M98-957

Lopinavir And Ritonavir 400/100 mg (N=57)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα/ml* 65%
Μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς στον πληθυσμό CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) 94
  • ανάλυση πρόθεσης - προς − θεραπεία όπου ασθενείς με ελλιπείς τιμές θεωρούνται ιολογικές αποτυχίες

Χορήγηση σε Παιδιά Η Μ98-940 ήταν μία ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη της υγρής μορφής του Lopinavir And Ritonavir σε 100 παιδιατρικούς ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκά (44%) και που είχαν λάβει αντιρετροϊκά (56%). Όλοι οι ασθενείς δεν είχαν λάβει στο παρελθόν μη νουκλεοσιδικό αναστολέα αντίστροφης μεταγραφάσης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε 230 mg lopinavir/57,5 mg ritonavir ανά m2 ή 300 mg lopinavir/75 mg ritonavir ανά m2. Οι ασθενείς που δεν είχαν λάβει αγωγή έλαβαν επίσης νουκλεοσιδικούς αναστολείς αντίστροφης μεταγραφάσης. Οι ασθενείς που είχαν λάβει αγωγή στο παρελθόν έλαβαν nevirapine μαζί με έως δύο νουκλεοσιδικούς αναστολείς αντίστροφης μεταγραφάσης. Η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και το φαρμακοκινητικό προφίλ των δύο δοσολογικών σχημάτων αξιολογήθηκαν μετά από 3 εβδομάδες θεραπείας σε κάθε ασθενή. Στη συνέχεια, όλοι οι ασθενείς συνέχισαν με τη δόση των 300/75 mg ανά m2. Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία τα 5 έτη (εύρος 6 μήνες έως 12 χρόνια) με 14 ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 2 ετών και 6 ασθενείς ενός έτους και κάτω. Ο μέσος πληθυσμός αναφοράς CD4+ T-κυττάρων προ θεραπείας ήταν 838 κύτταρα/mm3 και τα επίπεδα αναφοράς RNA του HIV-1 στο πλάσμα προ θεραπείας ήταν 4,7 log10 αντίγραφα/ml.

Πίνακας 5: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 48: Μελέτη M98-940*

Χωρίς εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία ασθενείς (N=44) Με εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία (N=56)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα /ml 84% 75%
Μέση αύξηση από την τιμή αναφοράς στον πληθυσμό CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) 404 284
  • ανάλυση πρόθεσης - προς − θεραπεία όπου ασθενείς με ελλιπείς τιμές θεωρούνται ιολογικές αποτυχίες

Η μελέτη P1030 ήταν μια ανοιχτού σχεδιασμού, προσδιορισμού δόσης δοκιμή που αξιολόγησε το φαρμακοκινητικό προφίλ, την ανεκτικότητα, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της χορήγησης του πόσιμου διαλύματος Lopinavir And Ritonavir σε δόση των 300 mg lopinavir/75 mg ritonavir ανά m2 δύο φορές ημερησίως μαζί με 2 νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) σε βρέφη με λοίμωξη HIV-1 ηλικίας ≥ 14 ημερών και < 6 μηνών. Κατά την έναρξη, τα διάμεσα (εύρος) επίπεδα RNA του HIV-1 ήταν 6,0 (4,7-7,2) log10 αντίγραφα/ml και το διάμεσο (εύρος) ποσοστό των CD4 + T-κυττάρων ήταν 41 (16-59).

Πίνακας 6: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 24: Μελέτη P1030

Ηλικία: ≥ 14 ημερών και < 6 εβδομάδων (N=10) Ηλικία: ≥ 6 εβδομάδων και < 6 μηνών (N=21)
RNA του HIV < 400 αντίγραφα /ml* 70% 48%
Διάμεση μεταβολή από την αρχική τιμή στον πληθυσμό των CD4+ T-κυττάρων (κύτταρα/mm3) - 1% (95% CI: -10, 18) (n=6) + 4% (95% CI: -1, 9) (n=19)

*Ποσοστό των ασθενών που είχαν RNA του HIV-1 < 400 αντίγραφα/ml και παρέμειναν στο θεραπευτικό σχήμα της μελέτης

Η μελέτη P1060 ήταν μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή της θεραπείας με nevirapine έναντι της θεραπείας που βασίζεται σε lopinavir/ritonavir σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 36 μηνών που είχαν μολυνθεί με HIV-1 και είχαν (Κοόρτη Ι) και δεν είχαν (Κοόρτη II) εκτεθεί σε nevirapine κατά την εγκυμοσύνη για την πρόληψη της μετάδοσης του ιού από τη μητέρα στο παιδί. Το lopinavir/ritonavir χορηγήθηκε δύο φορές ημερησίως ως 16/4 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας 2 μηνών έως < 6 μηνών, ως 12/3 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας ≥ 6 μηνών και < 15 kg, ως 10/2,5 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας > 6 μηνών και ≥ 15 kg έως < 40 kg ή ως 400/100 mg σε ασθενείς βάρους ≥ 40 kg. Το σχήμα που βασιζόταν σε nevirapine ήταν 160-200 mg/m2 μία φορά ημερησίως για 14 ημέρες και στη συνέχεια, 160-200 mg/m2 κάθε 12 ώρες. Και τα δύο σκέλη της θεραπείας περιλάμβαναν 180 mg/m2 zidovudine κάθε 12 ώρες και 4 mg/kg lamivudine κάθε 12 ώρες. Η διάμεση παρακολούθηση ήταν 48 εβδομάδες για την Κοόρτη Ι και 72 εβδομάδες για την Κοόρτη ΙΙ. Κατά την έναρξη, η διάμεση ηλικία ήταν 0,7 έτη, ο διάμεσος πληθυσμός των CD4+Τ-κυττάρων ήταν 1147 κύτταρα/mm3, το διάμεσο ποσοστό των CD4+Τ-κυττάρων ήταν 19% και τα διάμεσα επίπεδα RNA του HIV-1 ήταν > 750 000 αντίγραφα/ml. Μεταξύ των 13 ασθενών που εμφάνισαν ιολογική αποτυχία στην ομάδα του lopinavir/ritonavir με διαθέσιμα δεδομένα αντίστασης δεν βρέθηκε αντίσταση στο lopinavir/ritonavir.

Πίνακας 7: Αποτελέσματα στην Εβδομάδα 24: Μελέτη P1060

Κοορτή I lopinavir/ritonavir (N=82) Κοορτή I nevirapine (N=82) Κοορτή II lopinavir/ritonavir (N=140) Κοορτή II nevirapine (N=147)
Ιολογική αποτυχία* 21,7% 39,6% 19,3% 40,8%
  • Ορίστηκε ως επιβεβαιωμένα επίπεδα RNA του HIV-1 στο πλάσμα > 400 αντίγραφα/ml στις 24 εβδομάδες ή ιολογική υποτροπή > 4000 αντίγραφα/ml μετά την Εβδομάδα 24. Συνολικός ρυθμός αποτυχίας που συνδυάζει τις διαφορές των θεραπειών σε όλα τα ηλικιακά στρώματα, σταθμισμένος με την ακρίβεια της εκτίμησης σε κάθε ηλικία p = 0,015 (Κοόρτη Ι), p < 0,001 (Κοόρτη II)

Η μελέτη CHER ήταν μια τυχαιοποιημένη, ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη που συνέκρινε 3 στρατηγικές θεραπείας (αναβολή της θεραπείας, πρώιμη θεραπεία για 40 εβδομάδες ή πρώιμη θεραπεία για 96 εβδομάδες) σε παιδιά με περιγεννητική HIV-1 λοίμωξη. Το θεραπευτικό σχήμα ήταν zidovudine μαζί με lamivudine και 300 mg lopinavir/75 mg ritonavir ανά m2 δύο φορές ημερησίως έως την ηλικία των 6 μηνών και στη συνέχεια, 230 mg lopinavir/57,5 mg ritonavir ανά m2 δύο φορές ημερησίως. Δεν αναφέρθηκαν περιστατικά αποτυχίας που να αποδόθηκαν σε περιορισμό λόγω της τοξικότητας της θεραπείας.

Πίνακας 8: Αναλογία Κινδύνου για Θάνατο ή Αποτυχία της Θεραπείας Πρώτης-γραμμής σε σχέση με την αναβολή της θεραπείας ART: Μελέτη CHER

Σκέλος 40 εβδομάδων (N=13) Σκέλος 96 εβδομάδων (N=13)
Αναλογία κινδύνου για θάνατο ή αποτυχία της θεραπείας* 0,319 0,332
  • Η αποτυχία ορίζεται ως κλινική, ανοσολογική πρόοδος της νόσου, ιολογική αποτυχία ή τοξικότητα της ART που περιορίζει το θεραπευτικό σχήμα p=0,0005 (σκέλος 40 εβδομάδων), p< 0,0008 (σκέλος 96 εβδομάδων)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του lopinavir που συγχορηγήθηκε με ritonavir έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Ουσιαστικά, το lopinavir μεταβολίζεται πλήρως από το CYP3A. Το ritonavir αναστέλλει το μεταβολισμό του lopinavir, αυξάνοντας έτσι τα επίπεδα του lopinavir στο πλάσμα. Στις διάφορες μελέτες, η χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir 400/100 mg δύο φορές ημερησίως δίνει μέσες συγκεντρώσεις του lopinavir στο πλάσμα, σε σταθερή κατάσταση, υψηλότερες κατά 15 έως 20 φορές από εκείνες του ritonavir σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Τα επίπεδα του ritonavir στο πλάσμα είναι λιγότερο από 7% εκείνων που λαμβάνονται μετά από δόση ritonavir 600 mg δύο φορές ημερησίως. Η αντιιική EC50 του lopinavir in vitro είναι περίπου 10 φορές χαμηλότερη από εκείνη του ritonavir. Συνεπώς, η αντιιική δράση του Lopinavir And Ritonavir οφείλεται στο lopinavir.

Απορρόφηση

Η χορήγηση πολλαπλών δόσεων 400/100 mg Lopinavir And Ritonavir δύο φορές ημερησίως για 2 εβδομάδες και χωρίς περιορισμούς στα γεύματα προκάλεσε μέση  σταθερή απόκλιση (SD) μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (Cmax) του lopinavir 12,3  5,4 g/ml, που σημειώθηκε σχεδόν 4 ώρες μετά τη χορήγηση. Η μέση ελάχιστη συγκέντρωση σταθερής κατάστασης πριν από την πρωινή δόση ήταν 8,1  5,7 g/ml. Η AUC του lopinavir σε δοσολογικό μεσοδιάστημα 12 ωρών ήταν κατά μέσο όρο 113,2  60,5 g-h/ml. Δεν έχει καθοριστεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του lopinavir σε συνδυασμό με ritonavir στον άνθρωπο.

Επίδραση της τροφής στην από του στόματος απορρόφηση Τα μαλακά καψάκια και η υγρή μορφή Lopinavir And Ritonavir έχουν αποδειχθεί βιοϊσοδύναμα σε συνθήκες λήψης τροφής (γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά). Η χορήγηση εφάπαξ δόσης 400/100 mg του Lopinavir And Ritonavir σε μαλακά καψάκια με γεύμα μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά (500-682 kcal, 22,7 - 25,1% των θερμίδων από λίπος) συσχετίστηκε με μέση αύξηση κατά 48% και 23% στις AUC και Cmax του lopinavir, αντίστοιχα, σε σχέση με την κατάσταση νηστίας. Για το Lopinavir And Ritonavir πόσιμο διάλυμα, οι αντίστοιχες αυξήσεις στις AUC και Cmax του lopinavir ήταν 80% και 54%, αντίστοιχα. Η χορήγηση του Lopinavir And Ritonavir με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (872 kcal, 55,8% από λιπαρά) προκάλεσε αύξηση των AUC και Cmax του lopinavir κατά 96% και 43%, αντίστοιχα, για τα μαλακά καψάκια, και 130% και 56%, αντίστοιχα, για το πόσιμο διάλυμα. Το Lopinavir And Ritonavir θα πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τροφή προκειμένου να αυξηθεί η βιοδιαθεσιμότητα και να ελαχιστοποιηθεί η διαφοροποίηση.

Κατανομή

Σε σταθερή κατάσταση, το lopinavir δεσμεύεται κατά 98 - 99% περίπου με τις πρωτεΐνες του ορού. Το lopinavir δεσμεύεται στην α-1-acid glycoprotein (AAG) και στη λευκωματίνη, ωστόσο έχει υψηλότερη συγγένεια δέσμευσης με την AAG. Σε σταθερή κατάσταση, η πρωτεϊνική δέσμευση του lopinavir παραμένει σταθερή σε όλο το εύρος των παρατηρούμενων συγκεντρώσεων μετά από 400/100 mg Lopinavir And Ritonavir δύο φορές ημερησίως, και είναι παρόμοια μεταξύ υγιών και HIV-θετικών ασθενών.

Βιομετασχηματισμός

In vitro πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα υποδεικνύουν ότι το lopinavir υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Το lopinavir μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ηπατικό σύστημα του κυτοχρώματος P450, σχεδόν αποκλειστικά από το ισοένζυμο CYP3A. Το ritonavir είναι ισχυρός αναστολέας του CYP3A που αναστέλλει το μεταβολισμό του lopinavir και, κατά συνέπεια, αυξάνει τα επίπεδα πλάσματος του lopinavir. Μία μελέτη με ραδιενεργό lopinavir 14C σε ανθρώπους έδειξε ότι το 89% της ραδιενέργειας του πλάσματος μετά από εφάπαξ δόση 400/100 mg Lopinavir And Ritonavir οφειλόταν στη αρχική δραστική ουσία. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 13 οξειδωτικοί μεταβολίτες του lopinavir στον άνθρωπο. Το επιμερικό ζεύγος 4-oxo και 4-hydroxymetabolite είναι οι κύριοι μεταβολίτες με αντιιική δραστικότητα, αλλά περιέχουν ελάχιστες μόνο ποσότητες της ολικής ραδιενέργειας του πλάσματος. Το ritonavir έχει δειχθεί ότι επάγει τα μεταβολικά ένζυμα, με αποτέλεσμα την επαγωγή του ίδιου του μεταβολισμού του, και πιθανώς και του μεταβολισμού του lopinavir. Κατά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι συγκεντρώσεις του lopinavir πριν από τη δόση μειώνονται με το χρόνο, για να σταθεροποιηθούν μετά από 10 ημέρες έως 2 εβδομάδες περίπου.

Αποβολή

Μετά από μία δόση 400/100 mg 14C−lopinavir/ritonavir, περίπου 10,4  2,3% και 82,6  2,5% της χορηγηθήσας δόσης του 14C−lopinavir ανευρίσκεται στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα. Αμετάβλητο lopinavir ανευρίσκεται στα ούρα και τα κόπρανα σε ποσοστό περίπου 2,2% και 19,8% της δόσης που χορηγήθηκε, αντίστοιχα. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, λιγότερο από 3% της δόσης του lopinavir απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η πραγματική (από τη μέγιστη έως την ελάχιστη) ημιπερίοδος ζωής του lopinavir σε δοσολογικό μεσοδιάστημα 12 ωρών ήταν κατά μέσο όρο 5-6 ώρες και η εμφανής κάθαρση (CL/F) του lopinavir είναι 6 έως 7 l/ώρα.

Ειδικοί Πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεδομένα από κλινικές δοκιμές σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών περιλαμβάνουν τη φαρμακοκινητική του Lopinavir And Ritonavir 300/75 mg/m2 δύο φορές ημερησίως που μελετήθηκε σε 31 παιδιατρικούς ασθενείς συνολικά, με ηλικίες που κυμαίνονται από 14 ημερών έως 6 μηνών. Η φαρμακοκινητική του Lopinavir And Ritonavir 300/75 mg/m2 δύο φορές ημερησίως με nevirapine και 230/57,5 mg/m2 δύο φορές ημερησίως μόνο έχουν μελετηθεί σε 53 παιδιατρικούς ασθενείς με ηλικίες που κυμαίνονται από 6 μηνών έως 12 ετών. Οι μέσοι όροι τιμών (σταθερές αποκλίσεις, SD) από τις μελέτες παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί. Το δοσολογικό σχήμα 230/57,5 mg/m2 δύο φορές ημερησίως χωρίς nevirapine και το δοσολογικό σχήμα 300/75 mg/m2 δύο φορές ημερησίως με nevirapine οδήγησε σε συγκεντρώσεις του lopinavir στο πλάσμα παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν το δοσολογικό σχήμα 400/100 mg δύο φορές ημερησίως χωρίς nevirapine.

Cmax (g/ml) Cmin (g/ml) AUC12 (g-h/ml)
Κοορτή ηλικίας ≥ 14 ημερών έως < 6 εβδομάδων (N = 9): 5,17 (1,84) 1,40 (0,48) 43,39 (14,80)
Κοορτή ηλικίας ≥ 6 εβδομάδων έως < 6 μηνών (N = 18): 9,39 (4,91) 1,95 (1,80) 74,50 (37,87)
Κοορτή ηλικίας ≥ 6 εβδομάδων έως < 12 ετών (N = 53):
α. Σχήμα 230/57,5 mg/m2 πόσιμου διαλύματος Lopinavir And Ritonavir δύο φορές ημερησίως χωρίς nevirapine
β. Σχήμα 300/75 mg/m2 πόσιμου διαλύματος Lopinavir And Ritonavir δύο φορές ημερησίως με nevirapine
γ. 400/100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Lopinavir And Ritonavir δύο φορές ημερησίως σε σταθερή κατάσταση 8,2 (2,9)α
10,0 (3,3)β 3,4 (2,1)α
3,6 (3,5)β 72,6 (31,1)α
85,8 (36,9)β
Ενήλικας 12,3 (5,4) 8,1 (5,7) 113,2 (60,5)

Φύλο, Φυλή και Ηλικία Η φαρμακοκινητική του Lopinavir And Ritonavir δεν έχει μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς. Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές ως προς την ηλικία ή το φύλο σε ενήλικες ασθενείς. Δεν έχουν εντοπιστεί φαρμακοκινητικές διαφορές λόγω φυλής.

Νεφρική Ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική του Lopinavir And Ritonavir δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ωστόσο, επειδή η νεφρική κάθαρση του lopinavir είναι αμελητέα, δεν αναμένεται μείωση της συνολικής κάθαρσης στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Ηπατική Ανεπάρκεια Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής του lopinavir σε σταθερή κατάσταση σε ασθενείς με λοίμωξη HIV με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια συγκρίθηκαν με εκείνες ασθενών με λοίμωξη HIV με φυσιολογική ηπατική λειτουργία σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων με lopinavir/ritonavir 400/100 mg δύο φορές ημερησίως. Παρατηρήθηκε περιορισμένη αύξηση στις ολικές συγκεντρώσεις lopinavir κατά 30% περίπου, η οποία δεν αναμένεται να είναι κλινικής σημασίας (βλ. Δοσολογία).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστηματική χρήση, Αντιιικά για τη θεραπεία λοιμώξεων από HIV, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR10 ### Μηχανισμός δράσης Η αντιιική δράση του Lopinavir And Ritonavir παρέχεται από το lopinavir. Το lopinavir είναι…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστηματική χρήση, Αντιιικά για τη θεραπεία λοιμώξεων από HIV, συνδυασμοί, κωδικός ATC: J05AR10 ### Μηχανισμός δράσης Η αντιιική δράση του Lopinavir And Ritonavir παρέχεται από το lopinavir. Το lopinavir είναι…

Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του lopinavir που συγχορηγήθηκε με ritonavir έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς με λοίμωξη HIV. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Ουσιαστικά, το lopinavir μεταβολίζεται…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

lopinavir and ritonavir

Κωδικός ATC5

J05AR10

Κάτοχος Άδειας

ΙΦΕΤ ΑΕ Abbvie
pill