Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

PREZISTA

darunavir

πρεζηστα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
PREZISTA 300MG/TAB Διακοπή
300 / TAB 683.38 €
PREZISTA 400MG/TAB Διακοπή
400 / TAB 411.92 €
600 / TAB 363.20 €
800 / TAB 247.08 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1)

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

PREZISTA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από στόματος
Χορήγηση:
μαζί με τροφή, εντός 30 λεπτών από την ολοκλήρωση ενός γεύματος
Δόση έναρξης:
800 mg μία φορά την ημέρα με κομπισιστάτη 150 mg μία φορά την ημέρα ή ριτοναβίρη 100 mg μία φορά την ημέρα
  • Ενήλικες ασθενείς που πρώτη φορά λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία
    Δόση800 mg Δαρουναβίρη με 150 mg κομπισιστάτη ή 100 mg ριτοναβίρη
    Μία φορά την ημέρα, μαζί με τροφή.
  • Ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία
    Δόση600 mg Δαρουναβίρη με 100 mg ριτοναβίρη
    Δύο φορές την ημέρα, μαζί με τροφή. Εναλλακτικά, 800 mg Δαρουναβίρη με 150 mg κομπισιστάτη ή 100 mg ριτοναβίρη μία φορά την ημέρα για ασθενείς χωρίς DRV-RAMs, HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml και CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς (3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg) που δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν
    Βάσει σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη (κομπισιστάτη μόνο για >12 ετών και ≥40 kg), με τροφή.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς (3 έως 17 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg) με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία
    Μέγ. δόση600/100 mg δύο φορές την ημέρα ή 800/100 mg μία φορά την ημέρα (για Δαρουναβίρη με ριτοναβίρη)
    Συνήθως δύο φορές την ημέρα με ριτοναβίρη και τροφή. Εναλλακτικά, μία φορά την ημέρα με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη για ασθενείς χωρίς DRV-RAMs, HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml και CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l. Βάσει σωματικού βάρους.
  • Ηλικιωμένοι
    Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με ήπια (Child-Pugh κατηγορία Α) ή μέτρια (Child-Pugh κατηγορία Β) ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης. Χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Η κομπισιστάτη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Κομπισιστάτη δεν πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 70 ml/min εάν συγχορηγούμενος παράγοντας απαιτεί προσαρμογή δόσης βάσει CrCl.
  • Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 ετών
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Παιδιά σωματικού βάρους μικρότερου των 15 kg
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
  • Παιδιά ηλικίας 3 έως 11 ετών με σωματικό βάρος < 40 kg (με κομπισιστάτη)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (δόση κομπισιστάτης δεν έχει τεκμηριωθεί).
  • Έγκυες γυναίκες (δαρουναβίρη/ριτοναβίρη)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Χρησιμοποιείται μόνο εάν το όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο.
  • Έγκυες γυναίκες (δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    Δεν πρέπει να ξεκινά κατά την κύηση. Οι έγκυες γυναίκες πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικό σχήμα (π.χ. δαρουναβίρη/ριτοναβίρη) λόγω χαμηλής έκθεσης στη δαρουναβίρη.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Σοβαρή (Child-Pugh Κατηγορία C) ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με το προϊόν συνδυασμού λοπιναβίρης/ριτοναβίρης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη ενισχυμένη είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A, όπως η ριφαμπικίνη και τα φυτικά σκευάσματα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη ενισχυμένη είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη
  • Ταυτόχρονη χρήση με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A, όπως η καρβαμαζεπίνη, η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη ενισχυμένη με κομπισιστάτη
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με δραστικές ουσίες των οποίων η κάθαρση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το CYP3A και για τις οποίες οι υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με σοβαρά και/ή επικίνδυνα για τη ζωή συμβάντα (π.χ. αλφουζοσίνη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δαρουναβίρη ενισχυμένη είτε με ριτοναβίρη είτε με κομπισιστάτη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ιολογική ανταπόκριση
    Συνιστάται τακτική αξιολόγηση της ιολογικής ανταπόκρισης. Σε συνθήκες έλλειψης ή απώλειας της ιολογικής ανταπόκρισης, πρέπει να γίνεται έλεγχος για ανάπτυξη αντοχής.
  • Διαχείριση χορήγησης με ενισχυτικούς παράγοντες
    Το Δαρουναβίρη πρέπει να χορηγείται πάντα από στόματος μαζί με κομπισιστάτη ή μικρή δόση ριτοναβίρης ως ενισχυτικός παράγοντας της φαρμακοκινητικής και σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα. Συμβουλευθείτε την ΠΧΠ της κομπισιστάτης ή της ριτοναβίρης.
  • Προσαρμογή δόσης ενισχυτικών παραγόντων (ριτοναβίρη/κομπισιστάτη)
    Δεν συνιστάται η μεταβολή της δόσης της κομπισιστάτης ή της ριτοναβίρης.
  • Πρωτεϊνική δέσμευση
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί πρωτεϊνική εκτόπιση φαρμακευτικών προϊόντων που δεσμεύονται ισχυρά με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
  • Χορήγηση μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία αντιρετροϊκής θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 10^6/l.
  • Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς
    Δεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 3 ετών ή σωματικού βάρους μικρότερου των 15 kg.
  • Χρήση στην κύηση (Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη)
    Με προσοχή
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
    Να χρησιμοποιείται μόνο εάν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο. Με προσοχή σε έγκυες γυναίκες με συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές οι οποίες μπορεί να μειώσουν περαιτέρω την έκθεση στη δαρουναβίρη.
  • Χρήση στην κύηση (Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    Αποφεύγεται
    ΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
    Δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα (π.χ. Δαρουναβίρη με χαμηλή δόση ριτοναβίρης).
  • Χρήση σε ηλικιωμένους
    Με προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω
    Να χορηγείται με προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη συχνότητα της μειωμένης ηπατικής λειτουργίας και των συνοδών νόσων ή άλλων θεραπειών.
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Το Δαρουναβίρη πρέπει να διακόπτεται αμέσως εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα σοβαρών δερματικών αντιδράσεων. Προσοχή σε ασθενείς με γνωστή αλλεργία στη σουλφοναμίδη.
  • Ηπατοτοξικότητα
    Κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι πριν την έναρξη και παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν υπάρχουν ενδείξεις νεοεμφανισθείσας ή επιδεινούμενης ηπατικής δυσλειτουργίας, εξετάστε άμεσα την αναστολή ή διακοπή της θεραπείας.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (ως συνυπάρχουσα πάθηση)
    Με προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (δαρουναβίρη/ριτοναβίρη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις ή προσαρμογές της δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (δαρουναβίρη/κομπισιστάτη με αιμοκάθαρση)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
    Δεν μπορούν να δοθούν συστάσεις για τη χρήση.
  • Επίδραση κομπισιστάτης στην κάθαρση κρεατινίνης
    Η μείωση της εκτιμώμενης κάθαρσης κρεατινίνης από την κομπισιστάτη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν αυτή χρησιμοποιείται για την προσαρμογή των δόσεων συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
  • Αυξημένη αιμορραγία
    ΠληθυσμόςΑιμοφιλικοί ασθενείς (τύπου Α και Β)
    Να ενημερώνονται για την πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας.
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι (λιπίδια, γλυκόζη)
    Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Οστεονέκρωση
    Να δίνεται οδηγία στους ασθενείς να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν αισθανθούν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία των αρθρώσεων ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού (IRIS)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λοίμωξη HIV με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CART
    Να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται.
  • Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (γενικά)
    Ενδέχεται να ενδείκνυται κλινική παρακολούθηση της ασφάλειας.
  • Αλληλεπιδράσεις δαρουναβίρης/κομπισιστάτης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A
    Η ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται.
  • Αλληλεπιδράσεις δαρουναβίρης/κομπισιστάτης με ασθενείς έως μέτριους επαγωγείς του CYP3A
    Η ταυτόχρονη χρήση δεν συνιστάται.
  • Αλληλεπιδράσεις δαρουναβίρης/ριτοναβίρης και δαρουναβίρης/κομπισιστάτης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A
    Η ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται (π.χ. λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ριφαμπικίνη, υπερικό/βαλσαμόχορτο).
  • Αλλαγή ενισχυτικού παράγοντα από ριτοναβίρη σε κομπισιστάτη
    Απαιτείται προσοχή κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της θεραπείας. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου.
  • Συγχορήγηση με εφαβιρένζη
    Εάν υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί εφαβιρένζη, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα της χορήγησης Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Αλληλεπιδράσεις με κολχικίνη
    Σοβαρή
    Έχουν αναφερθεί απειλητικές για τη ζωή και θανατηφόρες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις.
  • Έκδοχα: Μεθυλεστέρας παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου (E219) στο πόσιμο εναιώρημα
    Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες).
  • Έκδοχα: Νάτριο στο πόσιμο εναιώρημα
    Είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • χωρίς προσαρμογή
    Ντολουτεγκραβίρη AUC ↓ 22%, C24h ↓ 38%, Cmax ↓ 11%. Δαρουναβίρη ↔.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη και η ντολουτεγκραβίρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς προσαρμογή της δόσης.
  • χωρίς προσαρμογή
    Πιθανή μέτρια μείωση των συγκεντρώσεων της δαρουναβίρης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη και η ραλτεγκραβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • χωρίς προσαρμογή
    Διδανοσίνη AUC ↓ 9%, Cmax ↓ 16%. Δαρουναβίρη ↔.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη και η διδανοσίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης. Η διδανοσίνη πρέπει να χορηγείται σε άδειο στομάχι (1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το Δαρουναβίρη).
  • Δισοπροξιλική τενοφοβίρη
    προσοχή
    Τενοφοβίρη AUC ↑ 22%, Cmin ↑ 37%, Cmax ↑ 24%. Δαρουναβίρη AUC ↑ 21%, Cmin ↑ 24%, Cmax ↑ 16%.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη μειώνει την κάθαρση κρεατινίνης. Ανατρέξτε στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) εάν η κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για την προσαρμογή της δόσης της δισοπροξιλικής τενοφοβίρης.
  • Τενοφοβίρη αλαφεναμίδη ↔. Τενοφοβίρη ↑.
    ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης αλαφεναμίδης είναι 200/10 mg μία φορά την ημέρα όταν χρησιμοποιείται με ενισχυμένο Δαρουναβίρη.
  • Δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αυτούς τους NRTIs χωρίς προσαρμογή της δόσης. Το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη μειώνει την κάθαρση κρεατινίνης. Ανατρέξτε στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) εάν η κάθαρση κρεατινίνης χρησιμοποιείται για την προσαρμογή της δόσης της εμτρισιταβίνης ή της λαμιβουδίνης.
  • Εφαβιρένζη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    προσοχή
    Εφαβιρένζη AUC ↑ 21%, Cmin ↑ 17%, Cmax ↑ 15%. Δαρουναβίρη AUC ↓ 13%, Cmin ↓ 31%, Cmax ↓ 15%.
    ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση για τοξικότητα ΚΝΣ. Εάν χρησιμοποιείται εφαβιρένζη, πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δοσολογικό σχήμα Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Εφαβιρένζη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση με το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ετραβιρίνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    χωρίς προσαρμογή
    Ετραβιρίνη AUC ↓ 37%, Cmin ↓ 49%, Cmax ↓ 32%. Δαρουναβίρη AUC ↑ 15%.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης και ετραβιρίνη 200 mg δύο φορές την ημέρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Ετραβιρίνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση με το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Νεβιραπίνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    χωρίς προσαρμογή
    Νεβιραπίνη AUC ↑ 27%, Cmin ↑ 47%, Cmax ↑ 18%. Δαρουναβίρη συγκεντρώσεις σύμφωνες με ιστορικά δεδομένα.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης και νεβιραπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Νεβιραπίνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση με το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • χωρίς προσαρμογή
    Ριλπιβιρίνη AUC ↑ 130%, Cmin ↑ 178%, Cmax ↑ 79%. Δαρουναβίρη Cmin ↓ 11%.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη και η ριλπιβιρίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Αταζαναβίρη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    χωρίς προσαρμογή
    Αταζαναβίρη ↔. Δαρουναβίρη ↔.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης και αταζαναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Αταζαναβίρη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Δεν συνιστάται η συγχορήγηση με άλλο αναστολέα CYP3A4.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί ενίσχυση του φαρμάκου δια της συγχορήγησης με έναν αναστολέα του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Ινδιναβίρη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    προσοχή
    Ινδιναβίρη AUC ↑ 23%, Cmin ↑ 125%. Δαρουναβίρη AUC ↑ 24%, Cmin ↑ 44%.
    ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της ινδιναβίρης από 800 mg δύο φορές την ημέρα στα 600 mg δύο φορές την ημέρα, σε περίπτωση δυσανεξίας.
  • Ινδιναβίρη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Δεν συνιστάται η συγχορήγηση με άλλο αναστολέα CYP3A4.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί ενίσχυση του φαρμάκου δια της συγχορήγησης με έναν αναστολέα του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • δεν συνιστάται
    Δαρουναβίρη AUC ↓ 26%, Cmin ↓ 42%, Cmax ↓ 17%. Σακουιναβίρη AUC ↓ 6%, Cmin ↓ 18%.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός του Δαρουναβίρη συγχορηγούμενου με μικρή δόση ριτοναβίρης με σακουιναβίρη. Το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλο αντιρετροϊκό παράγοντα που απαιτεί ενίσχυση του φαρμάκου δια της συγχορήγησης με έναν αναστολέα του CYP3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Λοπιναβίρη, ριτοναβίρη
    αντένδειξη
    Λοπιναβίρη AUC ↑ 9%, Cmin ↑ 23%. Δαρουναβίρη AUC ↓ 38%, Cmin ↓ 51%, Cmax ↓ 21%.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του ενισχυμένου Δαρουναβίρη με το προϊόν συνδυασμού λοπιναβίρης/ριτοναβίρης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • χωρίς προσαρμογή
    Μαραβιρόκη AUC ↑ 305%, Cmax ↑ 129%. Συγκεντρώσεις δαρουναβίρης/ριτοναβίρης σύμφωνες με ιστορικά δεδομένα.
    ΣύστασηΗ δόση της μαραβιρόκης πρέπει να είναι 150 mg δύο φορές την ημέρα όταν συγχορηγείται με το ενισχυμένο Δαρουναβίρη.
  • αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αλφουζοσίνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και αλφουζοσίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • προσοχή
    Μεταβολισμός διαμεσολαβείται από CYP3A και ενδέχεται να αναστέλλεται από το ενισχυμένο Δαρουναβίρη.
    ΣύστασηΕνδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης της αλφαιντανύλης και παρακολούθηση του κινδύνου για παρατεταμένη ή καθυστερημένη αναπνευστική καταστολή.
  • Δισοπυραμίδη, Φλεκαϊνίδη, Λιδοκαΐνη (συστηματική), Μεξιλετίνη, Προπαφενόνη
    προσοχή
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή και συνιστάται η παρακολούθηση των θεραπευτικών συγκεντρώσεων, εάν είναι διαθέσιμες.
  • αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και αυτών των φαρμάκων αντενδείκνυνται (βλ. Αντενδείξεις).
  • προσοχή
    Διγοξίνη AUC ↑ 61%, Cmax ↑ 29%.
    ΣύστασηΣυνιστάται να συνταγογραφείται αρχικά η μικρότερη δυνατή δόση της διγοξίνης. Η δόση πρέπει να τιτλοποιείται προσεκτικά.
  • Κλαριθρομυκίνη AUC ↑ 57%, Cmin ↑ 174%, Cmax ↑ 26%. Δαρουναβίρη AUC ↓ 13%, Cmax ↓ 17%.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή. Για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, εξετάστε την Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος της κλαριθρομυκίνης.
  • Απιξαμπάνη, Ριβαροξαμπάνη
    δεν συνιστάται
    Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντιπηκτικού.
    ΣύστασηΗ χρήση ενισχυμένου Δαρουναβίρη με ένα άμεσα δρων από στόματος αντιπηκτικό (DOAC) που μεταβολίζεται από το CYP3A4 και μεταφέρεται από την P-gp δεν συνιστάται, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
  • Δαβιγατράνη ετεξιλική, Εδοξαμπάνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    παρακολούθηση
    Δαβιγατράνη AUC ↑ 72%, Cmax ↑ 64% (εφάπαξ δόση). Δαβιγατράνη AUC ↑ 18%, Cmax ↑ 22% (άπαξ ημερησίως).
    ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κλινικής παρακολούθησης και/ή μείωσης της δόσης του DOAC.
  • Δαβιγατράνη ετεξιλική, Εδοξαμπάνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    προσοχή
    Δαβιγατράνη AUC ↑ 164%, Cmax ↑ 164% (εφάπαξ δόση). Δαβιγατράνη AUC ↑ 88%, Cmax ↑ 99% (άπαξ ημερησίως).
    ΣύστασηΑπαιτείται κλινική παρακολούθηση και μείωση της δόσης.
  • αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τικαγρελόρης.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη με τικαγρελόρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • δεν συνιστάται
    Αναμένεται να μειώσει τη συγκέντρωση του ενεργού μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση κλοπιδογρέλης με ενισχυμένο Δαρουναβίρη δεν συνιστάται. Συνιστάται η χρήση άλλων αντιαιμοπεταλιακών που δεν επηρεάζονται από την αναστολή ή την επαγωγή του CYP (π.χ. πρασουγρέλη).
  • παρακολούθηση
    Οι συγκεντρώσεις της βαρφαρίνης μπορεί να επηρεαστούν.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της Διεθνούς Ομαλοποιημένης Σχέσης (INR).
  • Φαινοβαρβιτάλη, Φαινυτοΐνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    δεν συνιστάται
    Αναμένονται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και του ενισχυτικού παράγοντα της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα.
    ΣύστασηΤο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αυτά τα φάρμακα.
  • Φαινοβαρβιτάλη, Φαινυτοΐνη (με Δαρουναβίρη, κομπισιστάτη)
    αντένδειξη
    Αναμένονται να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης και του ενισχυτικού παράγοντα της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ χρήση αυτών των φαρμάκων με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Καρβαμαζεπίνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    προσοχή
    Καρβαμαζεπίνη AUC ↑ 45%, Cmin ↑ 54%, Cmax ↑ 43%. Δαρουναβίρη Cmin ↓ 15%.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την καρβαμαζεπίνη. Οι συγκεντρώσεις της καρβαμαζεπίνης πρέπει να παρακολουθούνται και η δόση της να τιτλοποιείται. Ενδέχεται να χρειαστεί μείωση της δόσης της καρβαμαζεπίνης κατά 25% έως 50%.
  • Καρβαμαζεπίνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    αντένδειξη
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ χρήση καρβαμαζεπίνης με Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • παρακολούθηση
    Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κλοναζεπάμης.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • Παροξετίνη AUC ↓ 39%, Cmin ↓ 37%. Σερτραλίνη AUC ↓ 49%, Cmin ↓ 49%.
    ΣύστασηΤιτλοποίηση της δόσης του αντικαταθλιπτικού βάσει κλινικής αξιολόγησης. Παρακολούθηση για ανταπόκριση στο αντικαταθλιπτικό.
  • Αμιτριπτιλίνη, Δεσιπραμίνη, Ιμιπραμίνη, Νορτριπτιλίνη, Τραζοδόνη
    προσοχή
    Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του αντικαταθλιπτικού.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
  • Μετφορμίνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    παρακολούθηση
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μετφορμίνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης της μετφορμίνης.
  • αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δομπεριδόνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δομπεριδόνης με ενισχυμένο Δαρουναβίρη αντενδείκνυται.
  • Βορικοναζόλη (με ενισχυμένο Δαρουναβίρη)
    δεν συνιστάται
    Μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ βορικοναζόλη δεν πρέπει να συνδυάζεται με ενισχυμένο Δαρουναβίρη εκτός εάν η αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου δικαιολογεί τη χρήση της.
  • Βορικοναζόλη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    προσοχή
    Οι συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης ενδέχεται να αυξηθούν ή να μειωθούν.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • Το ενισχυμένο Δαρουναβίρη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αντιμυκητιασικών στο πλάσμα και τα αντιμυκητιασικά ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΌταν απαιτείται συγχορήγηση, η ημερήσια δόση της ιτρακοναζόλης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg.
  • προσοχή
    Ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις δαρουναβίρης και/ή κλοτριμαζόλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην κολχικίνη.
    ΣύστασηΣυνιστάται μείωση της δοσολογίας της κολχικίνης ή διακοπή της θεραπείας. Σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, η κολχικίνη με ενισχυμένο Δαρουναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Αρτεμεθέρη/Λουμεφαντρίνη
    προσοχή
    Αρτεμεθέρη AUC ↓ 16%, Cmax ↓ 18%. Λουμεφαντρίνη AUC ↑ 175%, Cmin ↑ 126%, Cmax ↑ 65%.
    ΣύστασηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς προσαρμογές στη δόση, αλλά με προσοχή λόγω της αύξησης στην έκθεση στη λουμεφαντρίνη.
  • δεν συνιστάται
    Ισχυρός επαγωγέας του CYP3A, αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός ριφαπεντίνης και ενισχυμένου Δαρουναβίρη δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Ισχυρός επαγωγέας του CYP3A, αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός της ριφαμπικίνης και του ενισχυμένου Δαρουναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ριφαμπουτίνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    προσοχή
    Ριφαμπουτίνη AUC ↑ 55%. Δαρουναβίρη AUC ↑ 53%, Cmin ↑ 68%, Cmax ↑ 39%.
    ΣύστασηΜείωση της δοσολογίας της ριφαμπουτίνης κατά 75% (π.χ. 150 mg μία φορά κάθε δεύτερη ημέρα) και αυξημένη παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειών. Πιθανή περαιτέρω αύξηση δοσολογικών διαστημάτων ή παρακολούθηση επιπέδων ριφαμπουτίνης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης για Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη.
  • Ριφαμπουτίνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση Δαρουναβίρη συγχορηγούμενου με κομπισιστάτη και ριφαμπουτίνη δεν συνιστάται.
  • Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντινεοπλασματικών στο πλάσμα.
    ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή. Η ταυτόχρονη θεραπεία με εβερόλιμους ή ιρινοτεκάνη και ενισχυμένο Δαρουναβίρη δεν συνιστάται.
  • αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κουετιαπίνης.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και κουετιαπίνης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Περφεναζίνη, Pισπεριδόνη, Θειοριδαζίνη
    προσοχή
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μία μείωση της δόσης για αυτά τα φάρμακα.
  • Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αντιψυχωτικών φαρμάκων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και λουρασιδόνης, πιμοζίδης ή σερτινδόλης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των β-αποκλειστών στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερης δόσης β-αποκλειστών.
  • Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση της θεραπευτικής δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Κορτικοστεροειδή που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP3A (βηταμεθαζόνη, βουδεσονίδη, φλουτικαζόνη, μομεταζόνη, πρεδνιζόνη, τριαμσινολόνη)
    δεν συνιστάται
    Ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών επιδράσεων των κορτικοστεροειδών.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις. Εξετάστε εναλλακτικά κορτικοστεροειδή (π.χ. βεκλομεθαζόνη).
  • Δεξαμεθαζόνη (συστηματική)
    προσοχή
    Μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Μποζεντάνη (με Δαρουναβίρη, ριτοναβίρη)
    παρακολούθηση
    Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της μποζεντάνης στο πλάσμα. Αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθείται η ανεκτικότητα του ασθενούς στη μποζεντάνη.
  • Μποζεντάνη (με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη)
    δεν συνιστάται
    Επαγωγή του CYP3A οδηγεί σε ↓ δαρουναβίρης.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση Δαρουναβίρη με κομπισιστάτη και μποζεντάνη δεν συνιστάται.
  • Ελμπασβίρη, Γκραζοπρεβίρη
    αντένδειξη
    Ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση στην γκραζοπρεβίρη.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και ελμπασβίρης/γκραζοπρεβίρης αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γκλεκαπρεβίρη/Πιμπρεντασβίρη
    δεν συνιστάται
    Ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση σε γκλεκαπρεβίρη και πιμπρεντασβίρη.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη.
  • Υπερικό/Βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)
    αντένδειξη
    Αναμένεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης ή των ενισχυτικών της παραγόντων της φαρμακοκινητικής στο πλάσμα.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με προϊόντα που περιέχουν υπερικό/βαλσαμόχορτο (βλ. Αντενδείξεις). Εάν λαμβάνεται, διακοπή και έλεγχος ιικών επιπέδων.
  • Αναμένονται σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεών τους στο πλάσμα, κίνδυνος μυοπάθειας.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ατορβαστατίνη AUC ↑ 3-4 φορές, Cmin ↑ 5,5-10 φορές, Cmax ↑ 2 φορές.
    ΣύστασηΣυνιστάται έναρξη με δόση 10 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα. Σταδιακή αύξηση της δόσης ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση.
  • προσοχή
    Πραβαστατίνη AUC ↑ 81%, Cmax ↑ 63%.
    ΣύστασηΣυνιστάται έναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση και τιτλοποίηση μέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, με παρακολούθηση ασφάλειας.
  • Ροσουβαστατίνη AUC ↑ 48% (με rtv), AUC ↑ 93% (με cobi), Cmax ↑ 144% (με rtv), Cmax ↑ 277% (με cobi).
    ΣύστασηΣυνιστάται έναρξη με τη μικρότερη δυνατή δόση και τιτλοποίηση μέχρι το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα, με παρακολούθηση ασφάλειας.
  • Λομιταπίδη
    αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στη λομιταπίδη.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • χωρίς προσαρμογή
    Δαρουναβίρη ↔.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη μπορεί να συγχορηγηθεί με ανταγωνιστές των Η2-υποδοχέων χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Η έκθεση σε αυτά τα ανοσοκατασταλτικά θα αυξηθεί.
    ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθείται η θεραπευτική συγκέντρωση του ανοσοκατασταλτικού παράγοντα.
  • δεν συνιστάται
    Η έκθεση σε εβερόλιμους θα αυξηθεί.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη θεραπεία με εβερόλιμους και ενισχυμένο Δαρουναβίρη δεν συνιστάται.
  • δεν συνιστάται
    Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σαλμετερόλης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση της σαλμετερόλης και του ενισχυμένου Δαρουναβίρη δεν συνιστάται.
  • προσοχή
    R(-) μεθαδόνη AUC ↓ 16%, Cmin ↓ 15%, Cmax ↓ 24%.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της μεθαδόνης όταν ξεκινά η συγχορήγηση. Μπορεί να είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης μεθαδόνης όταν συγχορηγείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Βουπρενορφίνη AUC ↓ 11%, Cmax ↓ 8%. Νορ-βουπρενορφίνη AUC ↑ 46%, Cmin ↑ 71%, Cmax ↑ 36%.
    ΣύστασηΜπορεί να μην απαιτείται προσαρμογή της δόσης βουπρενορφίνης, αλλά συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από οπιούχα.
  • Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των αναλγητικών στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Δροσπιρενόνη AUC ↑ 58%, Cmax ↑ 15%.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση λόγω δυνητικής υπερκαλιαιμίας.
  • Αιθινυλοιστραδιόλη, Νορεθινδρόνη
    προσοχή
    Αιθινυλοιστραδιόλη AUC ↓ 30-44%, Cmin ↓ 62%. Νορεθινδρόνη AUC ↓ 14%, Cmin ↓ 30%.
    ΣύστασηΣυνιστώνται εναλλακτικές ή πρόσθετες αντισυλληπτικές μέθοδοι. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν οιστρογόνα για ορμονική υποκατάσταση πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για σημεία ανεπάρκειας οιστρογόνων.
  • αντένδειξη
    Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στη ναλοξεγκόλη.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη με δαποξετίνη αντενδείκνυται.
  • αντένδειξη
    Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της αβαναφίλης.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός αβαναφίλης και ενισχυμένου Δαρουναβίρη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Σιλντεναφίλη, Τανταλαφίλη, Βαρδεναφίλη (για στυτική δυσλειτουργία)
    προσοχή
    Σιλντεναφίλη 100 mg μόνο vs 25 mg με ενισχυμένο Δαρουναβίρη έχουν συγκρίσιμη έκθεση.
    ΣύστασηΠροσοχή. Εάν ενδείκνυται, η εφάπαξ δόση σιλντεναφίλης να μην υπερβαίνει τα 25 mg σε 48 ώρες, βαρδεναφίλης τα 2,5 mg σε 72 ώρες, ή τανταλαφίλης τα 10 mg σε 72 ώρες.
  • Σιλντεναφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)
    αντένδειξη
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της σιλντεναφίλης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη και σιλντεναφίλης (βλ. Αντενδείξεις).
  • Τανταλαφίλη (για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)
    δεν συνιστάται
    Αναμένεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της τανταλαφίλης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση της τανταλαφίλης για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης με ενισχυμένο Δαρουναβίρη.
  • χωρίς προσαρμογή
    Δαρουναβίρη ↔.
    ΣύστασηΤο ενισχυμένο Δαρουναβίρη μπορεί να συγχορηγηθεί με αναστολείς αντλίας πρωτονίων χωρίς προσαρμογές της δόσης.
  • Μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτών των φαρμάκων.
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χαμηλότερης δόσης.
  • Μιδαζολάμη (παρεντερική)
    προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση της μιδαζολάμης.
    ΣύστασηΠρέπει να πραγματοποιείται σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ICU) ή παρόμοιες συνθήκες, με στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλο ιατρικό χειρισμό. Θα πρέπει να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης.
  • Μιδαζολάμη (από στόματος), Τριαζολάμη
    αντένδειξη
    Μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση στη συγκέντρωση αυτών των βενζοδιαζεπινών.
    ΣύστασηΕνισχυμένο Δαρουναβίρη με τριαζολάμη ή από στόματος μιδαζολάμη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • αντένδειξη
    Δεν έχει μελετηθεί. Αναμένεται να αυξήσει την έκθεση στη δαποξετίνη.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση ενισχυμένου Δαρουναβίρη με δαποξετίνη αντενδείκνυται.
  • Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των φεσοτεροδίνης ή σολιφενασίνης.
    ΣύστασηΠαρακολουθήστε τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Μπορεί να είναι απαραίτητη μείωση της δόσης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Έρπης απλός
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων
  • Αυξημένη λιπάση
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
  • υπερευαισθησία (σε φάρμακο)
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
Μεταβολισμός
  • Σακχαρώδης διαβήτης
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπερλιπιδαιμία
  • Ουρική αρθρίτιδα
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
  • Υπεργλυκαιμία
  • Αυξημένη όρεξη
  • Πολυδιψία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • αντοχή στην ινσουλίνη
  • μειωμένη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη
  • αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση του αίματος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Κατάθλιψη
  • Αποπροσανατολισμός
  • Άγχος
  • Διαταραχή ύπνου
  • Ανώμαλα όνειρα
  • Εφιάλτες
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Μεταβολή διάθεσης
  • Ανησυχία
  • Ευερεθιστότητα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Ζάλη
  • Λήθαργος
  • Παραισθησία
  • Υπαισθησία
  • Δυσγευσία
  • Διαταραχή προσοχής
  • Υπνηλία
  • Συγκοπή
  • Σπασμοί
  • Αγευσία
  • Ίλιγγος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • δυσλειτουργία της μνήμης
  • διαταραχή του ρυθμού του ύπνου
Οφθαλμικές
  • Υπεραιμία επιπεφυκότα
  • Ξηροφθαλμία
  • Οπτική διαταραχή
Καρδιά
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
  • Στηθάγχη
  • Ταχυκαρδία
Καρδιακές διαταραχές
  • παρατεταμένο QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Επίσταξη
  • Ερεθισμός λαιμού
  • Ρινόρροια
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Διάταση κοιλίας
  • Μετεωρισμός
  • Παγκρεατίτιδα
  • Γαστρίτιδα
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Αφθώδης στοματίτιδα
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
  • Ξηροστομία
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ερυγή
  • Στοματίτιδα
  • Αιματέμεση
  • Χειλίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • αυξημένη αμυλάση αίματος
  • στοματική δυσαισθησία
  • ξηρά χείλη
  • επίχριστη γλώσσα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
  • κυτταρολυτική ηπατίτιδα
  • αυξημένη τρανσαμινάση
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική στεάτωση
  • Ηπατομεγαλία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα (που περιλαμβάνει κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες και κνησμώδες εξάνθημα)
  • μελάγχρωση των νυχιών
  • σμυγματορροϊκή δερματίτιδα
  • οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Αγγειοοίδημα
  • Γενικευμένο εξάνθημα
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Έκζεμα
  • Ερύθημα
  • Υπερίδρωση
  • Νυκτερινοί ιδρώτες
  • Αλωπεκία
  • Ακμή
  • Ξηροδερμία
  • Σύνδρομο DRESS
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Δερματίτιδα
  • Βλάβη δέρματος
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Οστεονέκρωση
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Αρθραλγία
  • Οστεοπόρωση
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
  • Αρθρίτιδα
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • άλγος σε άκρο
  • αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση του αίματος
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρολιθίαση
  • Πρωτεϊνουρία
  • Δυσουρία
  • Νυκτουρία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • χολερυθρινουρία
  • αυξημένη ποσότητα ούρων
  • μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
  • νεφροπάθεια εκ κρυστάλλων
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Εξασθένιση
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Θωρακικό άλγος
  • Περιφερικό οίδημα
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Αίσθηση θερμού
  • Άλγος
  • Ρίγη
  • Μη φυσιολογική αίσθηση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • ξήρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • αυξημένη αμυλάση αίματος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • εξάνθημα (που περιλαμβάνει κηλιδώδες, κηλιδοβλατιδώδες, βλατιδώδες, ερυθηματώδες και κνησμώδες εξάνθημα)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Έρπης απλός
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση θερμού
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ακμή
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ακούσια προσπάθεια για έμετο
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ανώμαλα όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αφθώδης στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή προσοχής
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός λαιμού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ευερεθιστότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Εφιάλτες
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική στεάτωση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρολιθίαση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νυκτερινοί ιδρώτες
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Νυκτουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Οστεοπόρωση
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ουρική αρθρίτιδα
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πολυδιψία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπερίδρωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπεραιμία επιπεφυκότα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • άλγος σε άκρο
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • αντοχή στην ινσουλίνη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • αυξημένη γαλακτική δεϋδρογονάση του αίματος
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση του αίματος
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • αυξημένη ποσότητα ούρων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • αυξημένη τρανσαμινάση
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • δυσλειτουργία της μνήμης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • κυτταρολυτική ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • μειωμένη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • μελάγχρωση των νυχιών
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • στοματική δυσαισθησία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • υπερευαισθησία (σε φάρμακο)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • φλεγμονώδες σύνδρομο ανασύστασης του ανοσοποιητικού
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • χολερυθρινουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αιματέμεση
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Ανησυχία
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Βλάβη δέρματος
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Δυσκαμψία αρθρώσεων
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Μεταβολή διάθεσης
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Μη φυσιολογική αίσθηση
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ρινόρροια
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο DRESS
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Χειλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • διαταραχή του ρυθμού του ύπνου
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • επίχριστη γλώσσα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • νεφροπάθεια εκ κρυστάλλων
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Σπάνιες
  • ξήρωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • ξηρά χείλη
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • παρατεταμένο QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • σμυγματορροϊκή δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο. Η θεραπεία με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη δεν θα πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της κύησης, και οι γυναίκες που μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Δαρουναβίρη/κομπισιστάτη θα πρέπει να μεταβαίνουν σε ένα εναλλακτικό σχήμα.
    Ως γενικός κανόνας, όταν λαμβάνεται η απόφαση να χρησιμοποιηθούν αντιρετροϊκοί παράγοντες για τη θεραπεία λοίμωξης από τον ιό HIV σε έγκυες γυναίκες και κατά συνέπεια για να μειωθεί ο κίνδυνος κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από πειραματόζωα καθώς και η κλινική εμπειρία σε έγκυες γυναίκες. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την έκβαση της κύησης με δαρουναβίρη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη (βλ. Φαρμακοκινητικές), η οποία ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης του HIV στο παιδί.
  • Γαλουχία
    Οι μητέρες πρέπει να λάβουν οδηγίες να μη θηλάσουν κάτω από οποιαδήποτε περίσταση, εάν λαμβάνουν Δαρουναβίρη.
    Δεν είναι γνωστό εάν η δαρουναβίρη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η δαρουναβίρη εκκρίνεται στο γάλα και σε υψηλά επίπεδα (1.000 mg/kg/ημέρα) οδήγησε σε τοξικότητα. Εξαιτίας της πιθανότητας μετάδοσης του HIV και της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν,
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους για τη δράση της δαρουναβίρης στη γονιμότητα. Δεν υπήρξε επίδραση στο ζευγάρωμα ή στη γονιμότητα σε αρουραίους με θεραπεία δαρουναβίρης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία της υπερδοσολογίας με Δαρουναβίρη αποτελείται από γενικά υποστηρικτικά μέτρα που περιλαμβάνουν την παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Έχει αναφερθεί ζάλη σε μερικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αγωγές που περιείχαν Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με κομπισιστάτη ή μικρή δόση ριτοναβίρης και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν εκτιμάται η ικανότητα του ασθενούς για οδήγηση και χειρισμό μηχανημάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Υδροξυπρόπυλο κυτταρίνη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη
Νατριούχος καρμελλόζη
Μονοϋδρικό κιτρικό οξύ
Σουκραλόζη
Βελτιωτικό γεύσης φράουλα τύπου κρέμας
Βελτιωτικό για συγκάλυψη γεύσης
Μεθυλεστέρας παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου (E219)
Υδροχλωρικό οξύ (για τη ρύθμιση του pH)
Κεκαθαρμένο ύδωρ
52
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιϊκά για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05AE10.

Μηχανισμός δράσης

Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του διμερισμού και της καταλυτικής δράσης της πρωτεάσης HIV-1 (KD 4,5 x 10-12M). Αναστέλλει εκλεκτικά τη σχάση των κωδικοποιημένων από τον HIV Gag-Pol πολυπρωτεϊνών στα μολυσμένα από τον ιό κύτταρα, αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο το σχηματισμό ώριμων μολυσματικών σωματίων του ιού.

Αντιιϊκή δράση in vitro

Η δαρουναβίρη παρουσιάζει δράση έναντι εργαστηριακών στελεχών και κλινικά απομονωθέντων στελεχών του HIV-1 και εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 σε οξέως μολυσμένες σειρές Τ-κυττάρων, σε μονοπύρηνα κύτταρα του ανθρώπινου περιφερικού αίματος και σε ανθρώπινα μονοκύτταρα/μακροφάγα με διάμεσες τιμές EC50 που κυμαίνονται από 1,2 έως 8,5 nM (0,7 έως 5,0 ng/ml). Η δαρουναβίρη εμφανίζει αντιιϊκή δραστηριότητα in vitro έναντι ευρέως φάσματος πρωτογενών απομονωθέντων στελεχών της ομάδας Μ του HIV-1 (A, B, C, D, E, F, G) και της ομάδας O με τιμές EC50 να κυμαίνονται από < 0,1 έως 4,3 nM.

Αυτές οι τιμές EC50 είναι πολύ μικρότερες του 50% της συγκέντρωσης κυτταρικής τοξικότητας που κυμαίνεται από 87 µM έως > 100 µM.

Αντοχή

Η in vitro επιλογή ιών ανθεκτικών στη δαρουναβίρη από τον αρχέγονο τύπο HIV-1 ήταν παρατεταμένη (> 3 έτη). Οι επιλεγμένοι ιοί ήταν ανίκανοι να αναπτυχθούν παρουσία συγκεντρώσεων δαρουναβίρης άνω των 400 nM. Επιλεγμένοι ιοί σε αυτές τις συνθήκες και οι οποίοι παρουσίαζαν μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη (εύρος: 23 - 50-φορές) παρουσίασαν 2 έως 4 υποκαταστάσεις αμινοξέων στο γονίδιο της πρωτεάσης. Η μειωμένη ευαισθησία στη δαρουναβίρη των ιών που αναδείχθηκαν από το πείραμα επιλογής δεν μπορούσε να εξηγηθεί από την εμφάνιση αυτών των μεταλλάξεων της πρωτεάσης.

Τα δεδομένα κλινικών δοκιμών από ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (μελέτη TITAN και συγκεντρωτική ανάλυση των μελετών POWER 1, 2 και 3 και των μελετών DUET 1 και 2) έδειξαν ότι η ιολογική ανταπόκριση στο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με μικρή δόση ριτοναβίρης μειώθηκε όταν 3 ή περισσότερες Μεταλλάξεις Σχετιζόμενες με Ανθεκτικότητα (RAMs) της δαρουναβίρης (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V και L89V) ήταν παρούσες κατά την έναρξη ή όταν αυτές αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Η αυξανόμενη πολλαπλάσια μεταβολή της αρχικής τιμής της δαρουναβίρης στην EC50 (Fold Change, FC) σχετίστηκε με μειούμενη ιολογική ανταπόκριση. Αναγνωρίστηκαν μια κατώτερη και ανώτερη κλινική διακοπή των 10 και 40. Τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC ≤ 10 κατά την έναρξη είναι ευαίσθητα, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 10 έως 40 έχουν μειωμένη ευαισθησία, τα απομονωθέντα στελέχη με τιμές FC > 40 είναι ανθεκτικά (βλέπε Κλινικά αποτελέσματα).

Οι ιοί που απομονώθηκαν από ασθενείς που έπαιρναν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα και παρουσίασαν ιολογική αποτυχία μέσω υποτροπής, οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι στην τιπραναβίρη στην έναρξη, παρέμειναν ευαίσθητοι στην τιπραναβίρη μετά τη θεραπεία, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Οι χαμηλότεροι ρυθμοί εμφάνισης ανθεκτικού ιού HIV παρατηρούνται σε ασθενείς που δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία από θεραπεία με αντιρετροϊκά φάρμακα, οι οποίοι λαμβάνουν για πρώτη φορά δαρουναβίρη σε συνδυασμό με άλλα αντιρετροϊκά φάρμακα.

Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την ανάπτυξη των μεταλλάξεων πρωτεάσης HIV-1 και την απώλεια της ευαισθησίας στους αναστολείς της πρωτεάσης (PI) σε ιολογικές αποτυχίες στα τελικά σημεία των μελετών ARTEMIS, ODIN και TITAN.

ARTEMIS 192 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα N=343 ODIN 48 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα N=294 ODIN 48 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα N=296 TITAN 48 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα N=298
Συνολικός αριθμός ιολογικών αποτυχιώνα, n (%) 55 (16,0%) 65 (22,1%) 54 (18,2%) 31 (10,4%)
Ασθενείς που υποτροπίασαν 39 (11,4%) 11 (3,7%) 11 (3,7%) 16 (5,4%)
Ασθενείς που δεν κατεστάλησαν ποτέ 16 (4,7%) 54 (18,4%) 43 (14,5%) 15 (5,0%)

Αριθμός ασθενών με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους γονότυπους στην έναρξη/στο τέλος της θεραπείας, που ανέπτυξαν μεταλλάξειςβ στο τελικό σημείο, n/N

ARTEMIS ODIN ODIN TITAN
Κύριες (μείζονες) μεταλλάξεις PI 0/43 1/60 0/42 6/28
PI RAMs 4/43 7/60 4/42 10/28

Αριθμός ασθενών με ιολογική αποτυχία και συνδυασμένους φαινότυπους στην έναρξη/στο τέλος της θεραπείας, που έδειξαν απώλεια της ευαισθησίας σε αναστολείς της πρωτεάσης (PI) στο τελικό σημείο σε σχέση με την έναρξη, n/N

Αναστολέας πρωτεάσης (PI) ARTEMIS ODIN ODIN TITAN
δαρουναβίρη 0/39 1/58 0/41 3/26
αμπρεναβίρη 0/39 1/58 0/40 0/22
αταζαναβίρη 0/39 2/56 0/40 0/22
ινδιναβίρη 0/39 2/57 0/40 1/24
λοπιναβίρη 0/39 1/58 0/40 0/23
σακουιναβίρη 0/39 0/56 0/40 0/22
τιπραναβίρη 0/39 0/58 0/41 1/25
αΑλγόριθμος TLOVR censored χωρίς ιολογική αποτυχία βασισμένος σε HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml, εκτός από τη μελέτη TITAN (HIV-1 RNA < 400 αντίγραφα/ml)
βκατάλογοι IAS-USA

Χαμηλά ποσοστά ανάπτυξης ανθεκτικών HIV-1 ιών παρατηρήθηκαν σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία, οι οποίοι λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη μία φορά την ημέρα σε συνδυασμό με άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία, και σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία χωρίς RAMs δαρουναβίρης που έλαβαν δαρουναβίρη/κομπισιστάτη σε συνδυασμό με άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την ανάπτυξη των μεταλλάξεων της πρωτεάσης του HIV-1 και της αντοχής στους PIs σε ιολογικές αποτυχίες στο καταληκτικό σημείο της δοκιμής GS-US-216-130.

GS-US-216-130 48 Εβδομάδες Άτομα χωρίς προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά την ημέρα N=18 GS-US-216-130 48 Εβδομάδες Άτομα με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά την ημέρα N=295
Αριθμός ατόμων με ιολογική αποτυχίαα και δεδομένα γονότυπου που αναπτύσσει μεταλλάξειςβ στο καταληκτικό σημείο, n/N
Κύριες (μείζονες) μεταλλάξεις PI 0/8 1/7
PI RAMs 2/8 1/7

Αριθμός ατόμων με ιολογική αποτυχίαα και δεδομένα φαινότυπου που αναπτύσσει αντοχή στους PIs στο καταληκτικό σημείογ, n/N

HIV PI Άτομα χωρίς προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία Άτομα με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία
δαρουναβίρη 0/8 0/7
αμπρεναβίρη 0/8 0/7
αταζαναβίρη 0/8 0/7
ινδιναβίρη 0/8 0/7
λοπιναβίρη 0/8 0/7
σακουιναβίρη 0/8 0/7
τιπραναβίρη 0/8 0/7
αΗ ιολογική αποτυχία ορίστηκε ως: δεν έχει σημειωθεί ποτέ καταστολή: επιβεβαιωμένη μείωση HIV-1 RNA < 1 log10 από την αρχική τιμή και ≥ 50 αντίγραφα/ml στην εβδομάδα-8, επανεμφάνιση: HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml ακολουθούμενα από επιβεβαιωμένα επίπεδα HIV-1 RNA έως ≥ 400 αντίγραφα/ml ή επιβεβαιωμένη αύξηση > 1 log10 HIV-1 RNA από το ναδίρ, διακοπές με HIV-1 RNA ≥ 400 αντίγραφα/ml στην τελευταία επίσκεψη
βΚατάλογοι IAS-USA
γΣτη δοκιμή GS-US216-130 ο αρχικός φαινότυπος δεν ήταν διαθέσιμος

Διασταυρούμενη αντοχή

Η τιμή FC της δαρουναβίρης ήταν μικρότερη του 10 για το 90% των 3.309 κλινικά απομονωθέντων στελεχών που ήταν ανθεκτικά στην αμπρεναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη και/ή στην τιπραναβίρη, καταδεικνύοντας ότι οι ιοί που έχουν αντοχή στους περισσότερους PIs, παραμένουν ευαίσθητοι στη δαρουναβίρη.

Στις ιολογικές αποτυχίες της δοκιμής ARTEMIS δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή με άλλους αναστολείς της πρωτεάσης (PIs). Στις ιολογικές αποτυχίες της δοκιμής GS-US-216-130 δεν παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή με άλλους HIV PIs.

Κλινικά αποτελέσματα

Η ενισχυτική δράση της φαρμακοκινητικής της κομπισιστάτης στη δαρουναβίρη αξιολογήθηκε σε μία μελέτη Φάσης Ι σε υγιή άτομα, στα οποία χορηγήθηκε δαρουναβίρη 800 mg είτε με κομπισιστάτη στα 150 mg είτε με ριτοναβίρη στα 100 mg μία φορά την ημέρα. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σταθερής κατάστασης της δαρουναβίρης ήταν συγκρίσιμες όταν ενισχύθηκε με κομπισιστάτη έναντι ριτοναβίρης. Για πληροφορίες σχετικά με την κομπισιστάτη, συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος της κομπισιστάτης.

Ενήλικες ασθενείς

Αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης 800 mg μία φορά την ημέρα συγχορηγούμενης με 150 mg κομπισιστάτης μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία και ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στην αντιρετροϊκή θεραπεία Η δοκιμή GS-US-216-130 είναι μία ενός σκέλους, ανοικτού σχεδιασμού δοκιμή φάσης ΙΙΙ, η οποία αξιολογεί τη φαρμακοκινητική, την ασφάλεια, την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της δαρουναβίρης με κομπισιστάτη σε 313 ενήλικες ασθενείς με λοίμωξη από HIV-1 (295 ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία και 18 ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία). Οι εν λόγω ασθενείς έλαβαν δαρουναβίρη 800 mg μία φορά την ημέρα σε συνδυασμό με κομπισιστάτη 150 mg μία φορά την ημέρα όπου το σχήμα υποβάθρου επελέγη από τον ερευνητή και αποτελούνταν από 2 δραστικά NRTIs.

Οι προσβεβλημένοι από HIV-1 ασθενείς, οι οποίοι ήταν κατάλληλοι για αυτή τη δοκιμή υποβλήθηκαν σε προκαταρκτικό έλεγχο του γονότυπου, ο οποίος δεν έδειξε RAM δαρουναβίρης και HIV-1 RNA πλάσματος ≥ 1.000 αντίγραφα/ml. Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας των αναλύσεων 48 εβδομάδων από τη δοκιμή GS-US-216-130:

Εκβάσεις στην Εβδομάδα 48 GS-US-216-130 Ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg q.d. + OBR N = 295 GS-US-216-130 Ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg q.d. + OBR N = 18 Όλοι οι ασθενείς δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg q.d. + OBR N = 313
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mla 245 (83,1%) 8 (44,4%) 253 (80,8%)
μέση μεταβολή HIV-1 RNA log από την αρχική εκτίμηση (log10 αντίγραφα/ml) -3,01 -2,39 -2,97
Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την αρχική εκτίμησηβ +174 +102 +170
αΚαταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
βΚαταλογισμός με βάση το Last Observation Carried Forward

Αποτελεσματικότητα του Δαρουναβίρη 800 mg μία φορά την ημέρα συγχορηγούμενου με 100 mg ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας του Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα βασίζονται στις αναλύσεις των δεδομένων των 192 εβδομάδων από την τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη ανοικτού σχεδιασμού μελέτη Φάσης ΙΙΙ ARTEMIS σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 χωρίς προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που συνέκρινε το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα (χορηγούμενων σε σχήμα είτε δύο φορές την ημέρα είτε μία φορά την ημέρα). Και στα δύο σκέλη χρησιμοποιήθηκε σταθερή αγωγή υποβάθρου που αποτελείτο από φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη 300 mg μία φορά την ημέρα και εμτρισιταμπίνη 200 mg μία φορά την ημέρα.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τις αναλύσεις των 48 και των 96 εβδομάδων από τη δοκιμή ARTEMIS:

Αποτελέσματα ARTEMIS 48 Εβδομάδεςα Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα N=343 ARTEMIS 48 Εβδομάδεςα Λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα N=346 ARTEMIS 48 Εβδομάδεςα Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς) ARTEMIS 96 Εβδομάδεςβ Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα N=343 ARTEMIS 96 Εβδομάδεςβ Λοπιναβίρη/ ριτοναβίρη 800/200 mg ανά ημέρα N=346 ARTEMIS 96 Εβδομάδεςβ Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς)
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mlγ Όλοι οι ασθενείς 83,7% (287) 78,3% (271) 5,3% (-0,5, 11,2)δ 79,0% (271) 70,8% (245) 8,2% (1,7, 14,7)δ
Με αρχικό HIV-RNA < 100.000 85,8% (194/226) 84,5% (191/226) 1,3% (-5,2, 7,9)δ 80,5% (182/226) 75,2% (170/226) 5,3% (-2,3, 13,0)δ
Με αρχικό HIV-RNA ≥ 100.000 79,5% (93/117) 66,7% (80/120) 12,8% (1,6, 24,1)δ 76,1% (89/117) 62,5% (75/120) 13,6% (1,9, 25,3)δ
Με αρχικό αριθμό κυττάρων CD4+ < 200 79,4% (112/141) 70,3% (104/148) 9,2% (-0,8, 19,2)δ 78,7% (111/141) 64,9% (96/148) 13,9% (3,5, 24,2)δ
Με αρχικό αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 200 86,6% (175/202) 84,3% (167/198) 2,3% (-4,6, 9,2)δ 79,2% (160/202) 75,3% (149/198) 4,0% (-4,3, 12,2)δ
διάμεση μεταβολή αριθμού κυττάρων από την έναρξη CD4+ (x 106/l)ε 137 141 171 188
αΔεδομένα που βασίζονται στις αναλύσεις της εβδομάδας 48
βΔεδομένα που βασίζονται στις αναλύσεις της εβδομάδας 96
γΚαταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
δΜε βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην% απόκριση
εΌσοι δεν ολοκλήρωσαν δεν μπορούν να καταλογιστούν: ασθενείς που διέκοψαν πρόωρα καταλογίζονται με μεταβολή που αντιστοιχεί σε 0

Η μη κατωτερότητα στην ιολογική ανταπόκριση στη θεραπεία με Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδο HIV-1 RNA στο πλάσμα < 50 αντίγραφα/ml, καταδείχθηκε (με το προκαθορισμένο όριο μη κατωτερότητας 12%) τόσο για τον πληθυσμό Intent-To-Treat (ITT) όσο και για τον πληθυσμό On Protocol (OP) στις αναλύσεις των 48 εβδομάδων. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν στις αναλύσεις δεδομένων των 96 εβδομάδων θεραπείας στη δοκιμή ARTEMIS. Τα αποτελέσματα αυτά διατηρήθηκαν έως και για 192 εβδομάδες θεραπείας στη δοκιμή ARTEMIS.

Αποτελεσματικότητα του Δαρουναβίρη 600 mg δύο φορές την ημέρα συγχορηγούμενο με 100 mg ριτοναβίρης δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας του Δαρουναβίρη συγχορηγούμενου με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία βασίζονται στην ανάλυση των 96 εβδομάδων της μελέτης Φάσης ΙΙΙ TITAN σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που δεν έχουν λάβει ξανά λοπιναβίρη, στην ανάλυση των 48 εβδομάδων της μελέτης φάσης ΙΙΙ ODIN σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που δεν είχαν DRV-RAMs και στις αναλύσεις των δεδομένων των 96 εβδομάδων από τις μελέτες Φάσης ΙΙb POWER 1 και 2 σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία και υψηλό επίπεδο αντοχής σε PI.

Η TITAN είναι μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη ανοικτή μελέτη Φάσης ΙΙΙ που συγκρίνει το Δαρουναβίρη σε συγχορήγηση με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (400/100 mg δύο φορές την ημέρα) σε ενήλικες ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία που έχουν προσβληθεί από HIV-1 και δεν έχουν λάβει ξανά λοπιναβίρη. Και στα δύο σκέλη χρησιμοποιήθηκε Βέλτιστη Αγωγή Υποβάθρου (Optimised Background Regimen, OBR) που αποτελείτο από τουλάχιστον 2 αντιρετροϊκά (NRTIs με ή χωρίς NNRTIs).

Ο παρακάτω πίνακας εμφανίζει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από την ανάλυση των 48 εβδομάδων στη μελέτη TITAN.

Αποτελέσματα TITAN Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=298 TITAN Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη 400/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=297 TITAN Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς)
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mla 70,8% (211) 60,3% (179) 10,5% (2,9, 18,1)β
διάμεση μεταβολή αριθμού κυττάρων CD4+ από την έναρξη (x 106/l)γ 88 81
αΚαταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
βΜε βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην% απόκριση
γNC=F

Η μη κατωτερότητα στην ιολογική ανταπόκριση στη θεραπεία των 48 εβδομάδων με Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη, που ορίζεται ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα HIV-1 RNA στο πλάσμα < 400 και < 50 αντίγραφα/ml, αποδείχτηκε (στο προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας 12%) τόσο για τον πληθυσμό ITT όσο και για τον πληθυσμό OP. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν από τα δεδομένα των αναλύσεων των 96 εβδομάδων θεραπείας στη μελέτη TITAN, με το 60,4% των ασθενών της ομάδας του Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη να έχουν HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 96 σε σύγκριση με το 55,2% της ομάδας της λοπιναβίρης/ριτοναβίρη [διαφορά: 5,2%, 95% CI (-2,8, 13,1)].

Η ODIN είναι μία ανοικτή μελέτη Φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη, η οποία συγκρίνει το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα με το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 οι οποίοι έχουν προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία και των οποίων ο έλεγχος πριν την ένταξη για τους γονότυπους που εμφανίζουν αντοχή στη δαρουναβίρη δεν έδειξε να υπάρχουν RAMs για τη δαρουναβίρη (δηλαδή V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V, L89V) και οι οποίοι είχαν HIV-1 RNA > 1.000 αντίγραφα/ml στον έλεγχο πριν την ένταξη στη μελέτη. Η ανάλυση της αποτελεσματικότητας βασίζεται στις 48 εβδομάδες θεραπείας (βλέπε παρακάτω πίνακα). Και στα δύο σκέλη της μελέτης χρησιμοποιήθηκε βέλτιστη υποκείμενη θεραπεία (OBR) με ≥ 2 NRTIs.

Αποτελέσματα ODIN Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα + OBR N=294 ODIN Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα + OBR N=296 ODIN Θεραπευτική διαφορά (95% CI της διαφοράς)
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mla 72,1% (212) 70,9% (210) 1,2% (-6,1, 8,5)β
Με αρχικές τιμές HIV-1 RNA (αντίγραφα/ml) < 100.000 77,6% (198/255) 73,2% (194/265) 4,4% (-3,0, 11,9)
Με αρχικές τιμές HIV-1 RNA (αντίγραφα/ml) ≥ 100.000 35,9% (14/39) 51,6% (16/31) -15,7% (-39,2, 7,7)
Με αρχικές τιμές αριθμού CD4+ κυττάρων (x 106/l) ≥ 100 75,1% (184/245) 72,5% (187/258) 2,6% (-5,1, 10,3)
Με αρχικές τιμές αριθμού CD4+ κυττάρων (x 106/l) < 100 57,1% (28/49) 60,5% (23/38) -3,4% (-24,5, 17,8)
Με κλάδο HIV-1 Τύπου B 70,4% (126/179) 64,3% (128/199) 6,1% (-3,4, 15,6)
Με κλάδο HIV-1 Τύπου AE 90,5% (38/42) 91,2% (31/34) -0,7% (-14,0, 12,6)
Με κλάδο HIV-1 Τύπου C 72,7% (32/44) 78,8% (26/33) -6,1% (-2,6, 13,7)
Με κλάδο HIV-1 Άλλογ 55,2% (16/29) 83,3% (25/30) -28,2% (-51,0, -5,3)
Μέση μεταβολή αριθμού CD4+ κυττάρων από την έναρξη (x 106/l)ε 108 112 -5δ (-25, 16)
αΚαταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR
βΜε βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην% απόκριση
γΚλάδοι A1, D, F1, G, K, CRF02_AG, CRF12_BF, και CRF06_CPX
δΔιαφορά των μέσων
εΚαταλογισμός με βάση το Last Observation Carried Forward

Στις 48 εβδομάδες, η ιολογική ανταπόκριση, οριζόμενη ως το ποσοστό των ασθενών με επίπεδα στο πλάσμα HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml, με θεραπεία με Δαρουναβίρη/ritonavir 800/100 mg μία φορά την ημέρα αποδείχθηκε ότι δεν ήταν κατώτερη (σύμφωνα με το προκαθορισμένο όριο 12% της μη κατωτερότητας) σε σύγκριση με Δαρουναβίρη/ritonavir 600/100 mg δύο φορές την ημέρα για τους πληθυσμούς ITT και OP.

Το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία (ART) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μία ή περισσότερες μεταλλάξεις που συνδέονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs) ή με HIV-1 RNA ≥ 100.000 αντίγραφα/ml ή με αριθμό CD4+ κυττάρων < 100 κύτταρα x 106/l (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Είναι διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με υποτύπους HIV-1 εκτός του B.

Οι POWER 1 και POWER 2 είναι τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές οι οποίες σύγκριναν το Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) με μία ομάδα ελέγχου που λάμβανε ένα σχήμα με PI που είχε επιλέξει ο ερευνητής σε ασθενείς μολυσμένους με τον ιό HIV-1 οι οποίοι είχαν προηγούμενα αποτύχει σε περισσότερα από 1 σχήματα που περιείχαν PI. Και στις δύο μελέτες χρησιμοποιήθηκε μία OBR αποτελούμενη από τουλάχιστον 2 NRTIs με ή χωρίς ενφουβιρτίδη (ENF).

Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα δεδομένα αποτελεσματικότητας των αναλύσεων 48 εβδομάδων και των 96 εβδομάδων από τα συγκεντρωτικά στοιχεία των δοκιμών POWER 1 και POWER 2.

Εκβάσεις Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 48 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα n=131 Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 48 Εβδομάδες Έλεγχος n=124 Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 48 Εβδομάδες Θεραπευτική διαφορά Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 96 Εβδομάδες Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα n=131 Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 96 Εβδομάδες Έλεγχος n=124 Συγκεντρωτικά δεδομένα της POWER 1 και POWER 2 96 Εβδομάδες Θεραπευτική διαφορά
HIV RNA < 50 αντίγραφα/mla 45,0% (59) 11,3% (14) 33,7% (23,4%, 44,1%)γ 38,9% (51) 8,9% (11) 30,1% (20,1, 40,0)γ
Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξη (x 106/l)β 103 17 86 (57, 114)γ 133 15 118 (83,9, 153,4)γ
αΑναπλήρωση με βάση τον αλγόριθμο TLOVR
βΑναπλήρωση σύμφωνα με τη μεταφορά προς τα εμπρός της τελευταίας παρατήρησης.
γ95% διαστήματα εμπιστοσύνης.

Η ανάλυση των δεδομένων των 96 εβδομάδων θεραπείας στις δοκιμές POWER απέδειξαν παρατεταμένη αντιρετροϊκή αποτελεσματικότητα και ανοσολογικό πλεονέκτημα.

Από τους 59 ασθενείς που ανταποκρίθηκαν με πλήρη ιική καταστολή (< 50 αντίγραφα/ml) κατά την εβδομάδα 48, 47 ασθενείς (80% αυτών που ανταποκρίθηκαν κατά την εβδομάδα 48) εξακολούθησαν να παρουσιάζουν ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 96.

Αρχικός γονότυπος ή φαινότυπος και ιολογική έκβαση Ο αρχικός γονότυπος και η FC της δαρουναβίρης (αλλαγή στην ευαισθησία σχετιζόμενη με το πρότυπο) αποδείχθηκε ότι είναι ένας προγνωστικός παράγοντας της ιολογικής έκβασης.

Ποσοστό (%) των ασθενών με ανταπόκριση (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 24) στο Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με ριτοναβίρη (600/100 mg δύο φορές την ημέρα) ανάλογα με το γονότυπο κατά την έναρξηα, την FC της δαρουναβίρης κατά την έναρξη και με χρήση ενφουβιρτίδης (ENF): Ως ανάλυση θεραπευμένων των μελετών POWER και DUET.

Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξηα Όλα τα εύρη Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξηα 0-2 Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξηα 3 Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξηα 4 DRV FC κατά την έναρξηβ Όλα τα εύρη DRV FC κατά την έναρξηβ  10 DRV FC κατά την έναρξηβ 10-40 DRV FC κατά την έναρξηβ > 40
Ανταπόκριση (HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml την εβδομάδα 24) %, n/N Όλοι οι ασθενείς 45% 455/1.014 54% 359/660 39% 67/172 12% 20/171 45% 455/1.014 55% 364/659 29% 59/203 8% 9/118
Ασθενείς που δεν λαμβάνουν/που έχουν λάβει ξανά ENFγ 39% 290/741 50% 238/477 29% 35/120 7% 10/135 39% 290/741 51% 244/477 17% 25/147 5% 5/94
Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά ENFδ 60% 165/273 66% 121/183 62% 32/52 28% 10/36 60% 165/273 66% 120/182 61% 34/56 17% 4/24
αΑριθμός μεταλλάξεων από τη λίστα των μεταλλάξεων που σχετίζονται με μειωμένη ανταπόκριση στο Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη (V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54L ή M, T74P, L76V, I84V ή L89V)
βΠολλαπλάσια μεταβολή στην EC50 (fold change)
γ“Ασθενείς που δεν λαμβάνουν/που έχουν λάβει ξανά ENF” είναι ασθενείς που δεν είχαν λάβει ENF ή που έλαβαν ENF αλλά όχι για πρώτη φορά
δ“Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά ENF” είναι ασθενείς που έλαβαν ENF για πρώτη φορά

Παιδιατρικοί ασθενείς

Αποτελεσματικότητα του Δαρουναβίρη με ριτοναβίρη σε παιδιατρικούς ασθενείς

Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία από την ηλικία των 6 έως < 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 20 kg Η DELPHI είναι μια ανοιχτού σχεδιασμού δοκιμή Φάσης ΙΙ στην οποία αξιολογούνται οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες, η ασφάλεια, η ανοχή και η αποτελεσματικότητα του Δαρουναβίρη με μικρή δόση ριτοναβίρης σε 80 παιδιατρικούς ασθενείς, με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας 6 έως 17 ετών και σωματικό βάρος τουλάχιστον 20 kg. Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν Δαρουναβίρη/ ριτοναβίρη δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. Δοσολογία για συνιστώμενες δοσολογίες ανά σωματικό βάρος). Η ιολογική ανταπόκριση ορίστηκε ως μια μείωση του HIV-1 RNA ιϊκού φορτίου στο πλάσμα τουλάχιστον κατά 1,0 log10 έναντι της έναρξης της θεραπείας.

Στη μελέτη, στους ασθενείς που υπήρχε το ενδεχόμενο να διακόψουν τη θεραπεία λόγω δυσανεξίας στο πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης (π.χ. αποστροφή γεύσης) τους επετράπη να στραφούν στο σκεύασμα καψακίου. Από τους 44 ασθενείς που ελάμβαναν πόσιμο διάλυμα ριτοναβίρης, οι 27 άλλαξαν στο σκεύασμα καψακίου των 100 mg και υπερέβησαν τη δόση ριτοναβίρης που βασιζόταν στο βάρος χωρίς μεταβολές στην παρατηρούμενη ασφάλεια.

DELPHI Αποτελέσματα 48 εβδομάδων Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη N=80
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mla 47,5% (38)
Μέση μεταβολή του αριθμού των CD4+ κυττάρων από την έναρξηβ 147
αΑναπλήρωση σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR.
βΟι ασθενείς που δεν ολοκλήρωσαν τη θεραπεία θεωρούνται αποτυχία καταλογισμού: οι ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα αναπληρώθηκαν με αλλαγή ίση με 0.

Σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR για τη μη-ιολογική αποτυχία, 24 (30,0%) ασθενείς παρουσίασαν ιολογική αποτυχία, από τους οποίους οι 17 (21,3%) ασθενείς υποτροπίασαν και οι 7 (8,8%) ασθενείς δεν ανταποκρίθηκαν.

Παιδιατρικοί ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία από την ηλικία των 3 έως < 6 ετών Η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα του Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες σε 21 παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη HIV-1 και εμπειρία με αντιρετροϊκή θεραπεία, ηλικίας από 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους 10 kg έως < 20 kg αξιολογήθηκε σε μία ανοικτή δοκιμή Φάσης ΙΙ, την ARIEL. Οι ασθενείς έλαβαν ένα δοσολογικό σχήμα βασιζόμενο στο σωματικό βάρος δύο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς που ζύγιζαν 10 kg έως < 15 kg έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 25/3 mg/kg δύο φορές την ημέρα και οι ασθενείς που ζύγιζαν 15 kg έως < 20 kg έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 375/50 mg δύο φορές την ημέρα. Την εβδομάδα 48, η ιολογική ανταπόκριση, που ορίζεται ως το ποσοστό των ασθενών με επιβεβαιωμένο ιικό φορτίο στο πλάσμα < 50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml, αξιολογήθηκε σε 16 παιδιατρικούς ασθενείς 15 kg έως < 20 kg και 5 παιδιατρικούς ασθενείς 10 kg έως < 15 kg που έλαβαν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες (βλ. Δοσολογία για δοσολογικές συστάσεις με βάση το σωματικό βάρος).

ARIEL Αποτελέσματα την εβδομάδα 48 Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 10 kg έως < 15 kg N=5 ARIEL Αποτελέσματα την εβδομάδα 48 Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 15 kg έως < 20 kg N=16
HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/mla 80,0% (4) 81,3% (13)
Ποσοστό μεταβολής CD4+ από την αρχική τιμή β
Μέση μεταβολή του αριθμού των κυττάρων CD4+ από την αρχική τιμήβ
αΚαταλογισμός σύμφωνα με τον αλγόριθμο TLOVR.
βΟι ασθενείς που δεν ολοκλήρωσαν τη θεραπεία θεωρούνται αποτυχία καταλογισμού: οι ασθενείς που διέκοψαν πρώιμα αναπληρώθηκαν με αλλαγή ίση με 0.
Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης, συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη, έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1. Η έκθεση στη δαρουναβίρη ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που είχαν μολυνθεί από HIV-1 συγκριτικά με τους υγιείς. Η αυξημένη έκθεση στη δαρουναβίρη στους ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1 σε σύγκριση με τους υγιείς, μπορεί να εξηγηθεί από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AAG) στους ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη δέσμευση της δαρουναβίρης στην AAG στο πλάσμα και ως εκ τούτου, υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A. Η κομπισιστάτη και η ριτοναβίρη αναστέλλουν το CYP3A, και με αυτό τον τρόπο αυξάνονται σημαντικά οι συγκεντρώσεις της δαρουναβίρης στο πλάσμα.

Για πληροφορίες σχετικά με τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της κομπισιστάτης, συμβουλευτείτε την Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος της κομπισιστάτης.

Απορρόφηση

Η δαρουναβίρη απορροφάται ταχέως μετά από στόματος χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση της δαρουναβίρης στο πλάσμα, παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης, επιτυγχάνεται εντός 2,5 - 4,0 ωρών.

Η απόλυτη από στόματος βιοδιαθεσιμότητα μίας εφάπαξ δόσης μόνο δαρουναβίρης 600 mg ήταν περίπου 37% και αυξήθηκε σε περίπου 82% με την παρουσία 100 mg ριτοναβίρης χορηγούμενης δύο φορές την ημέρα. Η συνολική ενίσχυση της φαρμακοκινητικής δράσης από τη ριτοναβίρη ήταν μία σχεδόν 14-πλάσια αύξηση της συστηματικής έκθεσης στη δαρουναβίρη όταν χορηγήθηκε από το στόμα μία εφάπαξ δόση 600 mg δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη 100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Όταν χορηγήθηκε χωρίς τροφή, η σχετική βιοδιαθεσιμότητα της δαρουναβίρης παρουσία κομπισιστάτης ή χαμηλής δόσης ριτοναβίρης είναι μικρότερη σε σύγκριση με τη λήψη της με τροφή. Ως εκ τούτου, τα δισκία Δαρουναβίρη πρέπει να λαμβάνονται μαζί με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη και τροφή. Το είδος της τροφής δεν επηρεάζει την έκθεση στη δαρουναβίρη.

Κατανομή

Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κατά περίπου 95% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δαρουναβίρη δεσμεύεται κυρίως στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής της δαρουναβίρης, χορηγούμενης μόνη της, ήταν 88,1 ± 59,0 l (Μέση τιμή ± SD) και αυξήθηκε σε 131 ± 49,9 l (Μέση τιμή ± SD) παρουσία ριτοναβίρης 100 mg δύο φορές την ημέρα.

Βιομετασχηματισμός

In vitro πειράματα με ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα (HLMs) καταδεικνύουν ότι η δαρουναβίρη υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ηπατικό σύστημα του κυτοχρώματος και σχεδόν αποκλειστικά από το ισοένζυμο CYP3Α4. Μία δοκιμή της 14C-δαρουναβίρης σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της ραδιενέργειας στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση δαρουναβίρης με ριτοναβίρη 400/100 mg οφειλόταν στη μητρική δραστική ουσία. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 3 οξειδωτικοί μεταβολίτες της δαρουναβίρης στον άνθρωπο. Όλοι έδειξαν δράση η οποία ήταν τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από τη δράση της δαρουναβίρης κατά του αρχέγονου τύπου HIV.

Αποβολή

Μετά από μία δόση 400/100 mg 14C-δαρουναβίρης με ριτοναβίρη, περίπου το 79,5% και το 13,9% της χορηγηθείσας δόσης της 14C-δαρουναβίρης ανευρίσκεται στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Αμεταβόλιστη δαρουναβίρη εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 41,2% και 7,7% της χορηγηθείσας δόσης στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης της δαρουναβίρης ήταν περίπου 15 ώρες όταν συνδυάστηκε με ριτοναβίρη.

Η ενδοφλέβια κάθαρση δαρουναβίρης (150 mg) χορηγούμενη μόνη της και παρουσία χαμηλής δόσης ριτοναβίρης, ήταν 32,8 l/h και 5,9 l/h, αντίστοιχα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη δύο φορές την ημέρα σε 74 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία, ηλικίας 6 έως 17 ετών και σωματικό βάρος τουλάχιστον 20 kg, έδειξαν ότι οι χορηγούμενες δόσεις Δαρουναβίρη/ριτοναβίρης που βασίζονταν στο βάρος, είχαν ως αποτέλεσμα έκθεση στη δαρουναβίρη συγκρίσιμη με αυτήν των ενηλίκων που λαμβάνουν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Δοσολογία).

Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη δύο φορές την ημέρα σε 14 παιδιατρικούς ασθενείς με εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 15 kg έως < 20 kg, έδειξε ότι οι δοσολογίες που βασίζονται στο βάρος οδηγούν σε έκθεση σε δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Δοσολογία).

Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη μία φορά την ημέρα σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν, ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg, έδειξε ότι το Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα οδηγεί σε έκθεση στη δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα. Ως εκ τούτου, η ίδια δοσολογία μία φορά την ημέρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εφήβους με εμπειρία στη θεραπεία ηλικίας 12 έως < 18 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 40 kg χωρίς μεταλλάξεις που σχετίζονται με αντοχή στη δαρουναβίρη (DRV-RAMs)* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4+ ≥ 100 κύτταρα x 106/l (βλ. Δοσολογία).

  • DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V

Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης σε συνδυασμό με ριτοναβίρη λαμβανόμενη μία φορά την ημέρα σε 10 παιδιατρικούς ασθενείς με προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία, ηλικίας 3 έως < 6 ετών και σωματικού βάρους τουλάχιστον 14 kg έως < 20 kg, έδειξε ότι οι δοσολογίες που βασίζονται στο βάρος οδηγούν σε έκθεση σε δαρουναβίρη που ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επετεύχθη σε ενήλικες που λάμβαναν Δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα (βλ. Δοσολογία).

Επιπρόσθετα, το φαρμακοκινητικό μοντέλο και η προσομοίωση της έκθεσης σε δαρουναβίρη στους παιδιατρικούς ασθενείς του εύρους των ηλικιών 3 έως < 18 ετών επιβεβαίωσε την έκθεση σε δαρουναβίρη όπως παρατηρήθηκε στις κλινικές μελέτες και επέτρεψε την ταυτοποίηση των υπολογιζόμενων με βάση το βάρος δοσολογικών σχημάτων Δαρουναβίρη/ριτοναβίρης μία φορά την ημέρα για παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν τουλάχιστον 15 kg και είτε δεν έχουν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία στο παρελθόν είτε έχουν εμπειρία στη θεραπεία χωρίς DRV-RAMs* και οι οποίοι έχουν HIV-1 RNA < 100.000 αντίγραφα/ml στο πλάσμα και αριθμό κυττάρων CD4 + ≥ 100 κύτταρα x 106/l (βλ. Δοσολογία).

  • DRV-RAMs: V11I, V32I, L33F, I47V, I50V, I54M, I54L, T74P, L76V, I84V και L89V

Η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης 800 mg συγχορηγούμενης με κομπισιστάτη 150 mg σε παιδιατρικούς ασθενείς έχει μελετηθεί σε 7 εφήβους ηλικίας 12 έως κάτω των 18 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 40 kg στη Μελέτη GS-US-216-0128. Η γεωμετρική μέση τιμή της έκθεσης σε εφήβους (AUCtau) ήταν παρόμοια για τη δαρουναβίρη και αυξημένη κατά 19% για τη κομπισιστάτη σε σύγκριση με τις εκθέσεις που επετεύχθησαν σε ενήλικες που έλαβαν δαρουναβίρη 800 mg συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη 150 mg στη Μελέτη GS-US-216-0130. Η διαφορά που παρατηρήθηκε για την κομπισιστάτη δεν θεωρήθηκε κλινικά σχετική.

Ενήλικες στη μελέτη GS-US-216-0130, εβδομάδα 24 (Πρότυπο)α Μέση τιμή (%CV) GLSM 60γ Έφηβοι στη μελέτη GS-US-216-0128, ημέρα 10 (Έλεγχος)β Μέση τιμή (%CV) GLSM 7 Αναλογία GLSM (90% CI) (Έλεγχος/Πρότυπο)
Παράμετρος PK της δαρουναβίρης
AUCtau (h.ng/ml)δ 81.646 (32,2) 77.534 80.877 (29,5) 77.217 0,99 (0,83-1,17)
Cmax (ng/ml) 7.663 (25,1) 7.422 7.506 (21,7) 7.319 0,99 (0,79-1,26)
Ctau (ng/ml)δ 1.311 (74,0) 947 1.087 (91,6) 676 0,71 (0,34-1,48)
Παράμετρος PK της κομπισιστάτης
AUCtau (h.ng/ml)δ 7.596 (48,1) 7.022 8.741 (34,9) 8.330 1,19 (0,95-1,48)
Cmax (ng/ml) 991 (33,4) 945 1.116 (20,0) 1.095 1,16 (1,00-1,35)
Ctau (ng/ml)δ 32,8 (289,4) 17,2ε 28,3 (157,2) 22,0ε 1,28 (0,51-3,22)
αΔεδομένα εντατικής δειγματοληψίας PK την Εβδομάδα 24 από συμμετέχοντες που έλαβαν δαρουναβίρη 800 mg + κομπισιστάτη 150 mg.
βΔεδομένα εντατικής δειγματοληψίας PK την Ημέρα 10 από συμμετέχοντες που έλαβαν δαρουναβίρη 800 mg + κομπισιστάτη 150 mg.
γN=59 για AUCtau και Ctau.
δΗ συγκέντρωση προ της δόσης (0 ώρες) χρησιμοποιήθηκε ως έμμεσος δείκτης για τη συγκέντρωση στις 24 ώρες για τους σκοπούς της εκτίμησης των AUCtau και Ctau στη Μελέτη GS-US-216-0128.
εN=57 και N=5 για τον GLSM της Ctau στη μελέτη GS-US-216-0130 και στη μελέτη GS-US-216-0128, αντίστοιχα.

Ηλικιωμένοι Φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν είχε σημαντική διαφορά στο ηλικιακό εύρος (18 έως 75 ετών) που αξιολογήθηκε σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV (n=12, ηλικία  65 ετών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Παρόλα αυτά, μόνο περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών.

Φύλο Φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού έδειξε ελαφρώς υψηλότερη έκθεση στη δαρουναβίρη (16,8%) στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άντρες που έχουν μολυνθεί από HIV. Αυτή η διαφορά δεν είναι κλινικά σχετιζόμενη.

Νεφρική δυσλειτουργία Αποτελέσματα από μία μελέτη ισοζυγίου μάζας με 14C-δαρουναβίρη με ριτοναβίρη, έδειξαν ότι περίπου το 7,7% της χορηγηθείσας δόσης της δαρουναβίρης απεκκρίνεται στα ούρα αμεταβόλιστη. Παρόλο που η δαρουναβίρη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν επηρεάστηκε σημαντικά σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl μεταξύ 30 - 60 ml/min, n=20) (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Η δαρουναβίρη μεταβολίζεται και απομακρύνεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων με Δαρουναβίρη συγχορηγούμενο με ριτοναβίρη (600/100 mg) δύο φορές την ημέρα, καταδείχθηκε ότι οι συνολικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα της δαρουναβίρης σε άτομα με ήπια (Child-Pugh Κατηγορία A, n=8) και μέτρια (Child-Pugh Κατηγορία Β, n=8) ηπατική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμες με αυτές των υγιών εθελοντών. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της μη δεσμευμένης δαρουναβίρης ήταν περίπου 55% (Child-Pugh Κατηγορία A) και 100% (Child-Pugh Κατηγορία Β) υψηλότερες, αντίστοιχα. Η κλινική σημασία αυτής της αύξησης είναι άγνωστη και κατά συνέπεια το Δαρουναβίρη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της δαρουναβίρης δεν έχει ακόμα μελετηθεί (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κύηση και μετά τον τοκετό Η έκθεση στην ολική δαρουναβίρη και στη ριτοναβίρη μετά την πρόσληψη δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 600/100 mg δύο φορές την ημέρα και δαρουναβίρης/ριτοναβίρης 800/100 mg μία φορά την ημέρα ως μέρος ενός αντιρετροϊκού σχήματος ήταν γενικά χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Ωστόσο, για τη μη δεσμευμένη (δηλαδή την ενεργή) δαρουναβίρη, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν λιγότερο μειωμένες κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό, εξαιτίας μιας αύξησης στο μη δεσμευμένο κλάσμα της δαρουναβίρης κατά τη διάρκεια της κύησης συγκριτικά με μετά τον τοκετό.

Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης (μέση τιμή ± SD) Δεύτερο τρίμηνο της κύησης (n=12)α Τρίτο τρίμηνο της κύησης (n=12) Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες) (n=12)
Cmax, ng/ml 4.668 ± 1.097 5.328 ± 1.631 6.659 ± 2.364
AUC12h, ng.h/ml 39.370 ± 9.597 45.880 ± 17.360 56.890 ± 26.340
Cmin, ng/ml 1.922 ± 825 2.661 ± 1.269 2.851 ± 2.216
αn=11 για AUC12h
Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης (μέση τιμή ± SD) Δεύτερο τρίμηνο της κύησης (n=17) Τρίτο τρίμηνο της κύησης (n=15) Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες) (n=16)
Cmax, ng/ml 4.964 ± 1.505 5.132 ± 1.198 7.310 ± 1.704
AUC24h, ng.h/ml 62.289 ± 16.234 61.112 ± 13.790 92.116 ± 29.241
Cmin, ng/ml 1.248 ± 542 1.075 ± 594 1.473 ± 1.141

Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 600/100 mg δύο φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές για το ίδιο άτομο των Cmax, AUC12h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 28%, 26% και 26% χαμηλότερες αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC12h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 18%, 16% χαμηλότερες και 2% υψηλότερη, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.

Σε γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/ριτοναβίρη 800/100 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές για το ίδιο άτομο των Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 33%, 31% και 30% χαμηλότερες αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, οι τιμές Cmax, AUC24h και Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν κατά 29%, 32% και 50% χαμηλότερες, αντίστοιχα, συγκριτικά με μετά τον τοκετό.

Η θεραπεία με δαρουναβίρη/κομπισιστάτη 800/150 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια της κύησης οδηγεί σε χαμηλή έκθεση στη δαρουναβίρη. Στις γυναίκες που έλαβαν δαρουναβίρη/κομπισιστάτη κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της κύησης, οι μέσες τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin της ολικής δαρουναβίρης για το ίδιο άτομο ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με αυτές μετά τον τοκετό κατά 49%, 56% και 92%, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης οι τιμές της Cmax, της AUC24h και της Cmin της ολικής δαρουναβίρης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 37%, 50% και 89%, αντίστοιχα. Το μη δεσμευμένο κλάσμα επίσης μειώθηκε σημαντικά, συμπεριλαμβανομένης μείωσης κατά 90% περίπου των επιπέδων της Cmin. Η κύρια αιτία αυτών των χαμηλών τιμών έκθεσης είναι η σημαντική μείωση της έκθεσης στην κομπισιστάτη λόγω της σχετιζόμενης με την κύηση επαγωγής ενζύμων (βλ. παρακάτω).

Φαρμακοκινητική της ολικής δαρουναβίρης (μέση τιμή ± SD) Δεύτερο τρίμηνο της κύησης (n=7) Τρίτο τρίμηνο της κύησης (n=6) Μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες) (n=6)
Cmax, ng/ml 4.340 ± 1.616 4.910 ± 970 7.918 ± 2.199
AUC24h, ng.h/ml 47.293 ± 19.058 47.991 ± 9.879 99.613 ± 34.862
Cmin, ng/ml 168 ± 149 184 ± 99 1.538 ± 1.344

Η έκθεση στην κομπισιστάτη ήταν χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης, οδηγώντας ενδεχομένως σε υποβέλτιστη ενίσχυση της δαρουναβίρης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου της κύησης η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 50%, 63% και 83%, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης η Cmax, η AUC24h και η Cmin της κομπισιστάτης ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με μετά τον τοκετό κατά 27%, 49% και 83%, αντίστοιχα.

Μηχανισμός δράσης
Ο Darunavir είναι αναστολέας HIV πρωτεάσης ο οποίος εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό του ιού συνδέοντας το ενεργό κέντρο του ενζύμου, εμποδίζοντας την ομαδοποίηση και τη καταλυτική δραστηριότητα της HIV-1 πρωτεάσης. Αναστοχεί διακριτικά τη διάτμηση των…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιιϊκά για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεάσης, κωδικός ATC: J05AE10. ### Μηχανισμός δράσης Η δαρουναβίρη είναι ένας αναστολέας του διμερισμού και της καταλυτικής δράσης της πρωτεάσης HIV-1 (KD 4,5 x 10-12M). Αναστέλλει…
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της δαρουναβίρης, συγχορηγούμενη με κομπισιστάτη ή ριτοναβίρη, έχουν αξιολογηθεί σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί από HIV-1. Η έκθεση στη δαρουναβίρη ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που είχαν…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η νταρουναβίρη οξειδώνεται και μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά κυτοχρωμικά ένζυμα, κυρίως CYP3A. Η νταρουναβίρη μεταβολίζεται εκτενώς σε άτομα που δεν λαμβάνουν ενίσχυση, κυρίως μέσω υδρόλυσης καρβαμιδίου, αλυσίδας υδροξυλίωσης…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

darunavir

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

J05AE — Αναστολείς πρωτεάσης

Κωδικός ATC5

J05AE10

Κάτοχος Άδειας

Janssen-Cilag
pill